A.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 5893/21, 14/7/2023
print
Τίτλος:
A.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 5893/21, 14/7/2023
Παραπομπή:
ECLI:CY:DDDP:2023:1071

ECLI:CY:DDDP:2023:1071

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 5893/21

  14 Ιουλίου, 2023

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

           A.M.

Αιτήτρια

 

ΚΑΙ

 

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

........

 

Κ. Ταμπούρλας (κ), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ε. Προκοπίου (κα) για Μ. Μαυρονικόλα, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. : Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ων η αίτηση ημερομηνίας 19.08.2021, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 07.09.2021, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής της για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμο.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου της Υπηρεσίας Ασύλου που κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια είναι ενήλικη και διαθέτει την υπηκοότητα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό. Στις 10.09.2018 συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 21.07.2020 και στις 24.09.2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), πλέον Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) . Στις 27.07.2021 αρμόδιος λειτουργός της EASO ετοίμασε εισηγητική έκθεση  προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη της Αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 07.08.2021. Στις 19.08.2021, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια στις 07.09.2021. Η τελευταία αυτή απόφαση, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η Αιτήτρια παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας αρκετούς λόγους ακύρωσης, χωρίς αυτοί ωστόσο να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Κατά τη γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια προωθεί ότι η επίδικη συνιστά προϊόν πλάνης περί τα πράγματα, έχει ληφθεί χωρίς προηγούμενη δέουσα έρευνα, ενώ επιπλέον στερείται αιτιολογίας ή/και επαρκούς αιτιολογίας, ενώ καταπατά ακόμα τις αρχές της ίσης μεταχείρισης. Υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια εξέτασης του αιτήματος έλαβε χώρα παραβίαση των κατευθυντήριων γραμμών της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ενώ επιπλέον δεν τηρήθηκαν οι σχετικές αρχές των κατευθυντήριων γραμμών και του Περί Προσφύγων Νόμου σε σχέση με τα ευάλωτα άτομα. Η Αιτήτρια ακόμα προωθεί ότι οι ως άνω παραλείψεις συνέβαλαν στη μη αποκάλυψη των ευαίσθητων και προσωπικών της στοιχείων.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση υποστήριξε τη νομιμότητα της απόφασης του αρμόδιου οργάνου καθώς και ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, ενώ ανέφερε μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Οι Καθ’ ων τονίζουν πως στη βάση των όσων ισχυρίστηκε η Αιτήτρια δε στοιχειοθετείται δικαιολογημένος φόβος δίωξης στο πρόσωπό της, ενώ επιπλέον η τελευταία δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατά το στάδιο της Απαντητικής Αγόρευσης της Αιτήτρια μέσω του συνηγόρου της, υποδεικνύει ότι ενόψει των ισχυρισμών για τους οποίους κρίθηκε αξιόπιστη, αυτή έχει κατορθώσει να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης και συνεπώς δικαιούται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες.

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων το οποίο έλαβε χώρα στις 30.01.2023, οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν τα δικόγραφά τους, επισημαίνοντας την εσφαλμένη καταγραφή της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας. Ο συνήγορος της Αιτήτριας επανέλαβε τη διαφωνία του με τις θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας στην Απαντητική του Αγόρευση.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Εκ προοιμίου επισημάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεώργιας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007). 

Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεώργιας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).

Εξετάζοντας τα επιμέρους σημεία της προσφυγής κατά τα ανωτέρω, παρατηρώ ότι η επιχειρηματολογία της Αιτήτριας προς λήψη της επίδικης υπό συνθήκες δυσμενούς διάκρισης οφείλει να τύχει απόρριψης.

Περαιτέρω, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 επιβάλλει, όπως τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή του εκάστοτε αιτητή εξειδικεύονται και αιτιολογούνται πλήρως στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια των επίδικων θεμάτων (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται ο εκάστοτε λόγος ακύρωσης, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικές και αόριστες τοποθετήσεις [Βλ. Α.Ε. Αρ. 156/2012, Mustafa Haghilo v. Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 27/2/2018, Α.Ε. Αρ. 95/2012, Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ημερ. 6.7.2018].

Βάσει του Κανονισμού 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, επιπλέον, κάθε γραπτή αγόρευση θα χωρίζεται ευκρινώς σε ανάλογες παραγράφους, μια για κάθε νομικό σημείο, το οποίο θα αναφέρεται συνοπτικά. Η γραπτή αγόρευση του Αιτητού δεν συμμορφώνεται με την ως άνω απαίτηση του Κανονισμού 6, με όλους τους ισχυρισμούς στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή να αναπτύσσονται υπό μορφή ενιαίου κειμένου.

Τα ως άνω δε συνιστούν λόγο απόρριψης της επίδικης, ωστόσο, αφού ως λόγοι οι οποίοι είναι δυνατό να απομονωθούν παρίστανται η έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, η πλάνη περί τα πράγματα και η καταπάτηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Επιπλέον επισημαίνεται, η περίμετρος των ζητημάτων που έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το παρόν Δικαστήριο καθορίζονται και σε αυτή την περίπτωση καταρχήν από τα δικόγραφα των διαδίκων (Δημοκρατία κ.ά. ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598). Μόνη εξαίρεση αποτελούν οι λόγοι ακύρωσης που άπτονται ζητημάτων δημοσίας τάξεως τα οποία δύναται το δικαστήριο να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως κάτω και πάλι από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260 και «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247» 

Εν προκειμένω, κρίνω, ότι τα εγειρόμενα νομικά σημεία περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής έρευνα σε συνάρτηση με τους ειδικούς ισχυρισμούς που εγείρει η Αιτήτρια και τα γεγονότα που προβάλλει αναφορικά με την υποστήριξη των νομικών αυτών σημείων, αποτελούν επαρκή εξειδίκευση των υπό αναφορά νομικών σημείων που αυτή προωθεί (Βλ. συναφώς Μαρία Ευθυμίου ν. Ε.Δ.Υ., (1997) 3 ΑΑΔ 281, 14.7.1997). Αποτελεί βεβαίως διακριτό γεγονός το κατά πόσον οι ισχυρισμοί που εγείρονται και τα γεγονότα που προβάλλονται αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της για άσυλο, επαρκούν για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και κατά πόσον αυτοί τεκμηριώνονται.  

Ως προς τους πιο πάνω λόγους προσφυγής, είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ αρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε Αιτητή).

Συνεπώς, η απλή επίκληση πλημμελειών ή παραβιάσεων γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου δεν επαρκούν από μόνοι τους για να ανατρέψουν την επίδικη απόφαση.  Η Αιτήτρια θα πρέπει να επεξηγεί τη βλάβη που επήλθε στην ίδια και να προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν της υπαγωγή της στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. (βλ. Αποφάσεις ΣΤΕ 3067/2013, 521/2010, 2650/2009).

Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση του ισχυρισμού που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου, όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).  

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αιτήτριας, όπως καταγράφονται στην έκθεση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου αλλά και όπως διαφαίνονται από τον Διοικητικό φάκελό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινήσεων και δεν αμφισβητούνται, η Αιτήτρια συνιστά ενήλικο πρόσωπο με ιθαγένεια της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό. Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία δήλωσε άγαμη ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, ενώ ως γλώσσες τις οποίες ομιλεί κατονόμασε τα Γαλλικά και τα Lingala. Στις 28.09.2018 εξήγησε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, ενώ εισήλθε στη Δημοκρατία στις 09.09.2018. Σε σχέση με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της  Αιτήτρια εξήγησε πως είναι ορφανή γονέων. Διέμενε στην κατοικία της θείας της, η οποία έχει νυμφευθεί με αξιωματούχο της αστυνομίας. Στην κατοικία της θείας της υπέστη κακοποίηση, ξυλοδαρμούς, τόσο η ίδια όσο και η νεότερος αδελφός της, και βιασμούς, κάθε φορά που ο σύζυγος της θείας της το επιθυμούσε. Η Αιτήτρια προέβη σε περιγραφή συγκεκριμένου περιστατικού ξυλοδαρμού και βιασμού της ενώ η ίδια λουζόταν. Μέρος του ισχυρισμού δεν έχει καταγραφεί ευκρινώς και κατέστη αδύνατη η μετάφρασή του (ερυθρό 1, 6 Δ. Φ.)

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της και σε σχέση με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια επανέλαβε πως είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, χωρίς να διαθέτει την υπηκοότητα οποιασδήποτε άλλης χώρας, ενώ δήλωσε Pende καταγόμενη από την περιοχή Bandundu ως προς την εθνοτική της καταγωγή (ερυθρό 49 Δ. Φ.). Σε σχέση με την οικογενειακή της κατάσταση, η Αιτήτρια δήλωσε πως είναι άγαμη και μητέρα ενός τέκνου, γεννηθέντος κατά τη διαμονή της Αιτήτριας στη Δημοκρατία και ηλικίας ένδεκα (11) μηνών κατά τη στιγμή της συνέντευξης. Εξήγησε πως δε διατηρεί οποιαδήποτε επαφή με τον πατέρα της κόρης της (ερυθρό 42 Δ. Φ.). Ως προς τους γονείς της, εξήγησε πως έχουν αποβιώσει, ενώ ως προς τους δύο αδελφούς της, δήλωσε πως όταν η ίδια εγκατέλειψε τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, διέμεναν στην περιοχή Kalamu της Kinshasa. Έκτοτε δε διατηρεί οποιαδήποτε επαφή μαζί τους και δε γνωρίζει εάν διαμένουν στην ίδια τοποθεσία (ερυθρό 47-48 Δ. Φ.). Πέραν της θείας με την οποία διέμενε, δήλωσε πως δε διαθέτει άλλους συγγενείς στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό. Ερωτηθείσα εάν διαθέτει συγγενείς σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της χώρας, αποκρίθηκε ότι ενδεχομένως να διαθέτει συγγενείς στο Bandundu, ωστόσο δεν έχει ποτέ βρεθεί εκεί (ερυθρό 47 Δ. Φ.) Ως προς την κατάσταση της υγείας της, εξήγησε πως υπέφερε από άσθμα κατά τη διαμονή της στη χώρα καταγωγής, ενώ πάσχει από γυναικολογικής φύσης προβλήματα, για τα οποία λαμβάνει αγωγή (ερυθρό 62 Δ. Φ.). Σχετικά με το επίπεδο μόρφωσής της εξήγησε πως διαθέτει Πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ δε διαθέτει εργασιακή εμπειρία (ερυθρό 44 1Χ, 3Χ) Εγκατέλειψε την Kinshasa στις 27.08.2018, ενώ διαμέσου Τουρκίας μετέβη στη Δημοκρατία στις 09.09.2018 (ερυθρά 43 2Χ,44 4Χ Δ. Φ.). Στενό φιλικό πρόσωπο της Αιτήτριας τη συνέδραμε στη διευθέτηση του ταξιδιού της (ερυθρά 40, 41, 42, Δ. Φ.) Η Αιτήτρια δε βρίσκεται πλέον σε επαφή μαζί της (ερυθρό 39 Δ. Φ.)

Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε πως έπειτα από το θάνατο της μητέρας της, και ενώ η ίδια βρισκόταν στην ηλικία των δεκαέξι (16) ετών, ο σύζυγος της θείας της προέβαινε σε κακομεταχείριση αυτής και των αδελφών της (ερυθρό 36 1Χ, 38 1Χ, 61 1Χ Δ. Φ.) Προέβαινε σε ξυλοδαρμούς της ίδιας και των αδελφών της (ερυθρό 38 1Χ Δ. Φ.), καθώς και σε συστηματικούς βιασμούς της Αιτήτριας (ερυθρό 38 1Χ Δ. Φ.) Το εν λόγω πρόσωπο επιπλέον της απαγόρευε την έξοδο από την κατοικία, με τον οδηγό του να τη μεταφέρει από και προς το Πανεπιστήμιο. Η μόνη επίσκεψη η οποία επιτρεπόταν στην Αιτήτρια ήταν από στενό φιλικό της πρόσωπο (ερυθρά 57, 60 1Χ Δ. Φ.), η οποία ήταν και το μόνο πρόσωπο στο οποίο η Αιτήτρια είχε αναφέρει τα όσα υφίστατο (ερυθρό 57 Δ. Φ.) Η Αιτήτρια εξήγησε ακόμα ότι προέβη σε καταγγελία σε βάρος του θείου της, χωρίς ωστόσο οποιαδήποτε συνέπεια εξαιτίας της θέσης του (ερυθρό 37 1Χ ΔΦ) Σε σχέση με τη θέση του εν λόγω προσώπου, η Αιτήτρια δήλωσε πως κατέχει θέση στρατηγού (major) στην αστυνομία, και κυκλοφορεί με σωματοφύλακες, χωρίς να έχει περαιτέρω γνώσεις σχετικά με τη θέση του (ερυθρό 36 3Χ Δ. Φ.) Έπειτα τούτου, το εν λόγω πρόσωπο επιτέθηκε στην Αιτήτρια, τραυματίζοντάς την (ερυθρό 37 1Χ 2Χ ΔΦ). Ο αδελφός αυτής επιχείρησε να θεραπεύσει το τραύμα της, ενώ η θεία της τη συμβούλευσε να αποδεχτεί την κατάσταση (ερυθρό 37 2Χ Δ. Φ.). Η τελευταία είχε γνώση των συμβάντων, ανέφερε ωστόσο στην Αιτήτρια πως δεν είναι σε θέση να τη συνδράμει (ερυθρό 60 4Χ Δ. Φ.) Η Αιτήτρια προέβη ακόμα σε περιγραφή συγκεκριμένου περιστατικού ξυλοδαρμού και βιασμού της, κατά το οποίο το φιλικό της πρόσωπο το οποίο τη συνέδραμε στην εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής πληροφορήθηκε τα όσα διαδραματίζονταν (ερυθρό 37 3Χ, 56 1Χ, 57 2Χ, 59 1Ζ Δ. Φ.). Έπειτα του περιστατικού τούτου οδηγήθηκε από τη θεία της και την εν λόγω φίλη της στο νοσοκομείο (ερυθρό 37 3Χ Δ. Φ.), ενώ σε άλλο σημείο της συνέντευξής της ανέφερε πως οδηγήθηκε στο νοσοκομείο από την τελευταία και τα αδέλφια της (ερυθρό 56 1Χ Δ. Φ.) Ενόψει της συνεχιζόμενης κακομεταχείρισης και βιασμών, η Αιτήτρια ξεκίνησε να υποφέρει από άσθμα, ενώ επιπλέον φέρει σημάδια κάτω από τους οφθαλμούς (ερυθρό 37 3Χ Δ. Φ.). Εγκατέλειψε την κατοικία των θείων της προσποιούμενη πως θα καθάριζε τον εξωτερικό χώρο (ερυθρό 58 Δ. Φ.). Την ίδια αυτή ημέρα εγκατέλειψε τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, δεδομένου ότι η φίλη της δεν ήταν δυνατό να της παρέχει στέγη (ερυθρό 56 Δ. Φ.) Δήλωσε ότι ενδεχόμενη επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της θα σημάνει το θάνατό της εξαιτίας του θείου της (ερυθρό 37, 58 Δ. Φ.), καθώς ο τελευταίος την αναζητούσε έπειτα από τη φυγή της (ερυθρό 56 Δ. Φ.)

Η Αιτήτρια έχει καταθέσει το από 13.08.2019  πιστοποιητικό γέννησης της Μ. Τ. Μ, εκδοθέν από τον Έπαρχο Λάρνακος. Η Μ. Τ. Μ., βάσει του εν λόγω εγγράφου, παρουσιάζεται γεννηθείσα στις 05.08.2019,  η Αιτήτρια αναγράφεται ως μητέρα αυτής, ενώ απουσιάζει το όνομα πατρός (ερυθρό 25 Δ. Φ.) Κατέθεσε ακόμα ως πιστοποιητικό διαμονής της στη Δημοκρατία συμβόλαιο ενοικίασης κατοικίας με τον Α. Κ. Π. να αναγράφεται ως εκμισθωτής και την Αιτήτρια ως μισθώτρια (ερυθρό 33 Δ. Φ.).

Κατατέθηκε ακόμα ιατρικό έγγραφο, το οποίο δε συνοδεύεται από εξήγηση των απεικονιζόμενων σε αυτό στιγμιότυπων οθόνης (ερυθρό 65-67)

Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο μεν πρώτος σχετικά με την ταυτότητα, τα στοιχεία του προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ο δεύτερος σε σχέση με τη σεξουαλική και σωματική κακοποίηση την οποία η Αιτήτρια υπέστη από το θείο της, ενώ ο τρίτος σε σχέση με το ότι η Αιτήτρια κατόρθωσε να δραπετεύσει από το θείο της, ο οποίος κατέχει υψηλόβαθμη θέση στην αστυνομία.

Οι πρώτοι δύο ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί, ενώ ο τρίτος έτυχε απόρριψης. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, έγινε αποδεκτή τόσο η ταυτότητα και η εθνικότητα όσο και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, ήτοι η περιοχή καταγωγής, η εθνοτική καταγωγή, η θρησκεία και η εκπαίδευση της (ερυθρά 105- 106 Δ. Φ.). Στο πλαίσιο του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού αξιολογήθηκε ότι η Αιτήτρια αναφέρθηκε με συνέπεια και συνοχή στα όσα βίωσε η ίδια και οι αδελφοί της από το θείο τους, με ειδική αναφορά στο περιστατικό βιασμού της ενώ η ίδια λουζόταν. Εξίσου συγκεκριμένη κρίθηκε αναφορικά με τις περιστάσεις της κακομεταχείρισης την οποία έλαβε, καθώς με συνεπή τρόπο αναφέρθηκε στην έναρξη της κακομεταχείρισής της από το θείο της (ερυθρό 104 Δ. Φ.). Εξίσου συγκεκριμένη αξιολογήθηκε επίσης και ως προς την κακομεταχείριση την οποία οι αδελφοί της εξέλαβαν από το θείο της και τις συνέπειες που προκλήθηκαν στην υγεία τους (ερυθρό 104 Δ. Φ.). Αντίστοιχα και ως προς τις απόπειρες της Αιτήτριας να απευθυνθεί στις αρχές, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν συγκεκριμένες ως προς τη διαδικασία την οποία ακολούθησε, και περιέχουσες συνεπείς πληροφορίες ως προς τις αντιδράσεις των θείων της (ερυθρό 104 Δ. Φ.) Στο πλαίσιο της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, παρατέθηκαν πηγές σχετικά με τη συχνότητα των περιστατικών βιασμού και ενδοοικογενειακής βίας καθώς και σχετικά με τις προκλήσεις τις οποίες τα θύματα αντιμετωπίζουν προς εκδίκαση των δραστών σεξουαλικής βίας (ερυθρά 84-91 Δ. Φ.). Καθώς κρίθηκε πως η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού πληρούνται, αυτός έγινε αποδεκτός. Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, ήτοι ότι η Αιτήτρια διέφυγε από το θείο της, ο οποίος είναι αξιωματούχος της αστυνομίας, έτυχε απόρριψης. Πιο συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εξηγήσει πώς για αρκετά χρόνια μετέβαινε στο Πανεπιστήμιο και ήταν σε θέση να καλεί τη φίλη της στην κατοικία της, παρά την ελεγκτική και κακοποιητική συμπεριφορά του θείου της (ερυθρό 103 Δ. Φ.) Αξιολογήθηκε ακόμα πως η Αιτήτρια με μη συνεπή τρόπο εξήγησε τις περιστάσεις υπό τις οποίες δραπέτευσε από την κατοικία του θείου της έπειτα από το περιστατικό κακοποίησης ενώ λουζόταν, καθώς απέτυχε να παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς το περιστατικό αυτό (ερυθρό 102 Δ. Φ.) Κρίθηκε ακόμα ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τις επισκέψεις τις φίλης της ενώ δεν είχε ελευθερία επισκέψεων από φίλους και ελευθερία κινήσεων. (ερυθρό 103 Δ. Φ.) Ιδίως ως προς την ιδιότητα του θείου της ως αξιωματούχου της αστυνομίας, κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν παρείχε οποιαδήποτε πληροφορία ως προς το επάγγελμα και τα καθήκοντά του, οι δε παρεχόμενες δηλώσεις κρίθηκαν ως μη συγκεκριμένες (ερυθρό 102 Δ. Φ.) Στο πλαίσιο της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, αναφέρεται η έλλειψη εξεύρεσης πληροφοριών για αξιωματούχο της αστυνομίας με το εν λόγω όνομα, ενώ ενόψει της προσωπικής φύσης των εμπειριών της Αιτήτριας, κρίθηκε πως μόνο οι δηλώσεις της συνιστούν στοιχεία προς αξιολόγηση (ερυθρό 102 Δ. Φ.). Κατόπιν τούτου, η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κρίθηκε πως δεν έχουν στοιχειοθετηθεί.

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των ισχυρισμών οι οποίοι έχουν γίνει αποδεκτοί, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέθεσαν πληροφορίες σχετικά με τη συχνότητα του βιασμού και την ατιμωρησία των δραστών (ερυθρό 92 Δ. Φ.), την έλλειψη κρατικής προστασίας ως προς την ενδοοικογενειακή βία (ερυθρό 96 Δ. Φ.), καθώς και τα εμπόδια τα οποία οι γυναίκες συναντούν κατά την πρόσβασή τους στη δικαιοσύνη (ερυθρό 94 Δ. Φ.). Παρατέθηκαν ακόμα πληροφορίες σχετικά με τη μη εφαρμογή της νομοθεσίας για την ισότητα των φύλων (ερ. 93 Δ. Φ.) Κρίθηκε ωστόσο ότι η Αιτήτρια δεν κατέδειξε πιθανότητα να υποστεί περαιτέρω κακοποίηση σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής. Ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του δράστη της κακοποίησης ως αστυνομικού, κρίθηκε πως αυτός δε θα διαθέτει την ικανότητα να την εντοπίσει, υποβάλλοντάς την σε περαιτέρω κακοποίηση. Ακόμα, αξιολογήθηκε πως η Αιτήτρια παρευρισκόταν στο Πανεπιστήμιο και ήταν σε θέση να βασίζεται στην υποστήριξη της φίλης της. Ενόψει των ανωτέρω, κρίθηκε πως δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να βρεθεί αντιμέτωπη με συμπεριφορά η οποία απολήγει σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa (ερυθρό 101 Δ. Φ.)

Ως εκ τούτου, αξιολογήθηκε πως η Αιτήτρια δε βρίσκεται αντιμέτωπη με βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης εντός του πλαισίου του άρθρου 3 (1) του Περί Προσφύγων Νόμου, ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 15 (α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, τα οποία αντιστοιχούν στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο εξάλλου του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας και αντίστοιχου άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, έπειτα από παράθεση πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, αξιολογήθηκε πως η Αιτήτρια δεν εμπίπτει στις σχετικές πρόνοιες, ενόψει του ότι η Kinshasa δε βρίσκεται σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Περαιτέρω, αξιολογήθηκε πως σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa δε θα βρεθεί αντιμέτωπη με συμπεριφορά η οποία αντίκειται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 3 της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.

Έχω εξετάσει με προσοχή τον διοικητικό φάκελο της Αιτήτριας και, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σ΄ αυτόν, θα διαφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας ως προς την υποδεικνυόμενη από αυτόν ύπαρξη πλημμελειών κατά το στάδιο της συνέντευξης, οι οποίες σημειωτέων προβάλλονται κατά τρόπο αόριστο και χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε σημεία του διοικητικού φακέλου και σχετική αιτιολόγηση. Σειρά ορθών πρακτικών όπως αυτές υποδεικνύονται στις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ αρ.1[1] σχετικά με τη σχετιζόμενη με το γένος δίωξη, έχουν ακολουθηθεί από τη λειτουργό η οποία διεξήγαγε τη συνέντευξη. Η Αιτήτρια ενημερώθηκε για τη δέσμευση των συμμετεχόντων στη συνέντευξη από την αρχή της εμπιστευτικότητας (ερυθρά 51, 63 Δ. Φ.), ενώ της επεξηγήθηκε η σχετική διαδικασία (ερυθρό 51, 63 Δ. Φ) Ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία μέσω σειράς ανοιχτών και περισσότερο κλειστών ερωτήσεων. Η εξετάστρια εξάλλου όπως προκύπτει από τις απαντήσεις της Αιτήτριας ήταν ομόφυλη αυτής (βλ. ενδεικτικά ερυθρά 36, 2Χ Δ. Φ.), ενώ επέδειξε την αναγκαία συμπόνοια και κατανόηση για τις περιστάσεις της Αιτήτριας (βλ. ενδεικτικά ερυθρό 36, 37 Δ. Φ.) Δεύτερη εξάλλου συνέντευξη ημερομηνίας 24.09.2020 διενεργήθηκε προκειμένου να αποκτηθούν όλες οι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αιτήματος πληροφορίες. Σύμφωνα εξάλλου με το εργαλείο IPSN της EUAA σε σχέση με τη μεταχείριση προσώπων τα οποία έχουν υποστεί βιασμό ή/και άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας, ο αρμόδιος λειτουργός οφείλει να εξασφαλίζει επαρκώς τις ανάγκες του Αιτητή, παραδείγματος χάριν μέσω πρόσθετων διαλειμμάτων. Στην υπό εξέταση περίπτωση διαλείμματα προτείνονταν συχνά στην  Αιτήτρια όταν είχε ανάγκη προς τούτο (ενδεικτικά ερυθρό 38 Δ. Φ.), ενώ της διδόταν πρόσθετος χρόνος προκειμένου να παραθέσει τα στοιχεία του αιτήματός της (ερυθρό 38 Δ. Φ.) Τα επόμενα εξάλλου στάδια της διαδικασίας επεξηγήθηκαν στην Αιτήτρια όπως προβλέπεται στο εν λόγω εργαλείο (ερυθρό 55 Δ. Φ.)[2]

Παρατηρώ, ότι μετά το στάδιο της συνέντευξης η λειτουργός η οποία διενέργησε τη συνέντευξη συμπλήρωσε το από 24.09.2020 έγγραφο αναφοράς στην Υπηρεσία Ασύλου (ερυθρά 72-74 Δ. Φ.) Ως λόγο της αναφοράς υπέδειξε την ύπαρξη σωματικής κακοποίησης (ερυθρό 74 Δ. Φ.), ενώ ως πρόσθετα σχόλια ανέγραψε την κακομεταχείριση και σωματική βία την οποία υπέστη από το θείο της (ερυθρό 73 Δ. Φ.). Καταγράφεται ακόμα ότι η Αιτήτρια εξέφρασε αισθήματα αιδούς για τα όσα βίωσε (ερυθρό 73 Δ. Φ.), ενώ δήλωσε πως διαθέτει προβλήματα υγείας εξαιτίας της σεξουαλικής κακοποίησης την οποία υπέστη (ερυθρό 73 Δ. Φ.)

Υπενθυμίζω ότι η διοίκηση έχει διακριτική ευχέρεια να παραπέμψει κατά το άρθρο 15 παρ.1 του Περί Προσφύγων Νόμου τον αιτητή προς εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο στην περίπτωση που εντοπίσει ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν, και συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας. Στην παρούσα περίπτωση ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός (ερυθρό 103 Δ. Φ.).  Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι στο ως  άνω έγγραφο αναφοράς η αρμόδια λειτουργός καταγράφει ότι η Αιτήτρια «[…] υπέφερε κακομεταχείριση και σωματική βία η οποία έλαβε χώρα από το θείο της […],» (ερυθρό 73), ανέφερε ακόμα την έκφραση αισθημάτων ντροπής και προβλημάτων υγείας της Αιτήτριας εξαιτίας της σεξουαλικής κακοποίησης που βίωσε.

Θα προχωρήσω στη συνέχεια σε έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, δια της πλήρους και ex-nunc εξέτασης των γεγονότων και νομικών ζητημάτων που διέπουν αυτή, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 11(3) α του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018).

Δεδομένου ότι οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί της Αιτήτριας έχουν γίνει αποδεκτοί από τη διοίκηση, με αποτέλεσμα συνεπώς να έχει γίνει αποδεκτό ότι συνιστά θύμα βιασμού και κακοποίησης εκ μέρους του θείου της, βάσει της αρχής της μη απαγόρευσης (reformatio in peuis), το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να προβεί σε άλλη αξιολόγηση. Πράγματι, «Το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να εξέρχεται των ορίων που θέτει η αίτηση ακυρώσεως αλλά ούτε και μπορεί να χειροτερεύει τη θέση του Αιτητή (απαγόρευση της reformation in peius). Επειδή το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα (Άρθρο 146) προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία του προσφεύγοντος, δεν μπορεί το Διοικητικό Δικαστήριο με απόφασή του να χειροτερεύσει τη θέση του Προσφεύγοντος […]. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει «επί τα χείρω μεταβολή» (reformatio in pejus(Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σελ. 108)

Σύμφωνα εξάλλου με πρόσφατη απόφαση της Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου, Μ. Παπαντωνίου (ΔΔΔΠ, Υποθ. Αρ. 7397/21, Ν. D. v. Υπηρεσία Ασύλου, ημερ. 09.05.2023) την οποία υιοθετώ,

«Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας έχουν κριθεί αξιόπιστοι από την διοίκηση και έχει γίνει αποδεκτός ο ουσιώδης ισχυρισμός της ότι είναι θύμα σεξουαλικής βίας χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον στην χώρα της, τίθεται σε ισχύ η αρχή της απαγόρευσης της χειροτερεύσεως (reformation in peius), σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί κατ' αρχήν το δικαστήριο να χειροτερεύσει τη θέση του προσφεύγοντος, εφόσον το δικαίωμα προσφυγής χορηγείται από τον νόμο για την προστασία του.  Η απαγόρευση αυτή απορρέει από την ίδια την έννοια και τον σκοπό της προσφυγής και ισχύει ακόμα και όταν δεν προβλέπεται ρητώς από τον νόμο (βλ. Π.Δ. Δαγτόγου, «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», έκτη έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 638-639)  και το δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώσει ευνοϊκό τμήμα της πράξεως που δεν προσβάλλεται με την προσφυγή.   Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα εξετάσει την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, στη βάση του ουσιώδους ισχυρισμού της που έγινε αποδεκτός από τους Καθ'ων η Αίτηση.»

Σε σχέση με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, όπως αυτός σχηματίστηκε και αξιολογήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, δεν είναι σαφές με ποιο κεντρικό στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα συνδέεται η διαφυγή της Αιτήτριας.[3] Σε κάθε περίπτωση, εσφαλμένα έχουν θεωρηθεί τα όσα ακολούθησαν του περιστατικού κατά το οποίο αυτή λουζόταν ως διαφυγή της Αιτήτριας. Πράγματι, η Αιτήτρια αναφέρει πως εγκατέλειψε την κατοικία των θείων της προσποιούμενη ότι καθάριζε (ερυθρό 58 Δ. Φ.), κάποιους μήνες έπειτα από το προαναφερθέν περιστατικό (ερυθρό 56 Δ. Φ.)

Ειδικά ως προς την ελεγκτική και καταπιεστική συμπεριφορά του θείου της, η οποία επίσης αξιολογήθηκε στο πλαίσιο του ίδιου ισχυρισμού, θεωρώ ότι αυτός έχει προβληθεί κατά τρόπο συνεκτικό και σταθερό κατά το σύνολο της συνέντευξης της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια, αντίθετα με τη σχετική αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση, ήταν σαφής ως προς το ότι ο οδηγός του θείου της ήταν αυτός ο οποίος τη μετέφερε από και προς το Πανεπιστήμιο, περιμένοντάς την (ερυθρό 57, 58, 60 Δ. Φ.) Κατά συνεπή επίσης τρόπο ανέπτυξε ότι δεν της επιτρεπόταν να δέχεται επισκέψεις πέρα από τη φίλη της, την οποία εξάλλου ο θείος της σπανίως έβλεπε (ερυθρό 58, 60 Δ. Φ.). Η Αιτήτρια εξάλλου κατά συνεπή τρόπο με τις προηγούμενες δηλώσεις της εξήγησε ότι μόνο η φίλη της γνώριζε τα όσα της συνέβησαν, αφού ήταν το μόνο κοντινό της πρόσωπο (ερυθρό 57 Δ. Φ.) Κατά τα παραπάνω είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η ελεγκτική συμπεριφορά του θείου της.

Ειδικά ως προς την ιδιότητα του θείου της Αιτήτριας ως αξιωματούχου της αστυνομίας και, δεδομένου ότι θα ήταν δυνατό η ιδιότητά του αυτή να εκληφθεί ως λόγος για τον οποίο η Αιτήτρια δεν είναι πρόθυμη ή ικανή να θέση εαυτήν υπό την κρατική προστασία[4], παρατηρώ ότι θα ήταν δυνατός ο σχηματισμός σχετικού ουσιώδους ισχυρισμού. Λαμβάνω σαφώς υπόψιν μου το περιβάλλον από το οποίο η Αιτήτρια προέρχεται και την υφιστάμενη θέση των γυναικών εντός της οικογένειας[5], τον ψυχικό τραυματισμό της Αιτήτριας δεδομένου ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς και την εμφανή συγκινησιακή φόρτιση της Αιτήτριας (ενδεικτικά ερυθρό 36 Δ. Φ.). Όπως σημειώνουν, ωστόσο, οι Καθ’ ων η αίτηση ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος διαμονής με το θείο της, το οποίο περιελάβανε τμήμα της ανηλικότητας και της ενηλικότητάς της, ευλόγως αναμενόταν να είναι σε θέση παροχής περισσότερων πληροφοριών για την επαγγελματική του ιδιότητα (ερυθρό 36, 102 Δ. Φ.) Έρευνα του παρόντος δικαστηρίου επί του ονόματος του θείου της Αιτήτριας επίσης δεν απέδωσε αποτελέσματα.[6] Μόνο το γεγονός της μη εξεύρεσης του ονόματος του θείου της Αιτήτριας σαφώς δε συνεπάγεται ότι δεν κατέχει την ιδιότητα του αστυνομικού, ωστόσο, ενόψει της ελλιπούς εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, αυτός δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτός.

Επισημαίνω ότι τα έγγραφα τα οποία η Αιτήτρια υπέβαλε  ενώπιον της Διοίκησης (ερυθρό 65-67), δεδομένου ότι συνίστανται μόνο σε στιγμιότυπα οθόνης (ερυθρό 67) και σε αναγραφή χρονολογιών (ερυθρό 65- 66) χωρίς να συνοδεύονται από οποιαδήποτε ιατρική επεξήγηση, δεν είναι δυνατό να αξιολογηθούν κατά οποιοδήποτε τρόπο.

Περαιτέρω ως προς την αξιολόγηση κινδύνου όπως αυτή έχει πραγματοποιηθεί από τους Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνεται η ύπαρξη σειράς σφαλμάτων της διοίκησης. Κατ’ αρχάς, παρότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης από το θείο της έγινε αποδεκτός, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έκαναν χρήση του άρθρου 18 (4) του Περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι ότι (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) «Το γεγονός ότι ο αιτητής έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή άμεσες απειλές τέτοιας δίωξης ή βλάβης αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος του αιτητή ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να πιστεύει κάποιος ότι η εν λόγω δίωξη ή η σοβαρή βλάβη δεν θα επαναληφθεί.» Σύμφωνα εξάλλου με σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ «το Δικαστήριο θεωρεί ότι το γεγονός παρελθούσας κακομεταχείρισης παρέχει ισχυρή ένδειξη μελλοντικού πραγματικού φόβου μεταχείρισης ενάντια στο άρθρο 3 […]. Σε τέτοιες περιστάσεις η Κυβέρνηση οφείλει να διαλύσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικά με τον κίνδυνο αυτό» (JK and Others v. Sweden, Application no. 59166/12, ημερ. 23.08.2016)

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, η διοίκηση υποστηρίζει πως εφόσον δεν έγινε αποδεκτή η επαγγελματική ιδιότητα του θείου της Αιτήτριας, αυτός δε βρίσκεται σε θέση εντοπισμού της. Συναξιολογήθηκε ότι η Αιτήτρια παρευρισκόταν στο Πανεπιστήμιο και ήταν δυνατό να βασιστεί στην υποστήριξη της φίλης της.

Ειδικά ως προς την αξιολόγηση των Καθ’ ων ότι ο θείος της Αιτήτριας δεν πρόκειται να εντοπίσει αυτήν, επισημαίνω ότι το ΕΔΔΑ προβαίνοντας σε αξιολόγηση κινδύνου αρκέστηκε στο να εξετάσει εάν, ενόψει των εκεί περιστάσεων, προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος αναζήτησης του Αιτητή από τους φορείς δίωξης (ΕΔΔΑ, SA v. Sweden, Application No 66523/10, ημερ. 27.06.2013 παρ. 49), εξετάζοντας ενδεχόμενο εντοπισμού του μόνο κατά το στάδιο εξέτασης της εσωτερικής μετεγκατάστασης (παρ.56). [7] Εξάλλου αν και μία απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης δε θα αρκούσε ο Αιτητής δε χρειάζεται να καταδείξει ότι είναι περισσότερο πιθανή παρά το αντίθετο ή δίωξή του.[8] Όπως αναφέρουν οι Hathaway και Foster, ο εφαρμοστής του δικαίου «δε χρειάζεται να είναι πεπεισμένος ότι υπάρχει ξεκάθαρος κίνδυνος, ο φόβος είναι βάσιμος και δικαιολογημένος (well- founded), ακόμα και αν οι πιθανότητες της βλάβης είναι ‘μικρές αλλά διακριτές’»[9], χωρίς να καταδεικνύεται για ποιο λόγο ο θείος της Αιτήτριας έστω και ως απλός ιδιώτης δε φέρει διακριτές πιθανότητες να καταδιώξει αυτήν.

Περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση κατά το στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου έλαβαν  υπόψιν ότι η Αιτήτρια παρευρισκόταν στο Πανεπιστήμιο, ενώ ήταν δυνατό να βασιστεί στην καλύτερή της φίλη (βλ. ερυθρό 101 Δ.Φ.) . Επισημαίνω καταρχάς ούτε οι αξιολογήσεις αυτές με κανένα τρόπο δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν βάσιμοι λόγοι για τους οποίους δε θα επαναληφθεί η δίωξη σε βάρος της Αιτήτριας. Αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν με οποιοδήποτε τρόπο υποστηρικτικό δίκτυο της Αιτήτριας. Επισημαίνω καταρχάς ότι η Αιτήτρια ρητά ανέφερε πως μόνο κοντινό της πρόσωπο συνιστούσε η φίλη της, με τον οποία ωστόσο δε διατηρεί επαφή από τη στιγμή που έχασε το τηλέφωνό της στην Τουρκία, ήτοι πριν το Σεπτέμβριο του 2018, οπότε και κατέφθασε στη Δημοκρατία (ερυθρό 39 Δ. Φ.) Το ΕΔΔΑ στην υπόθεση RH v. Sweden, αξιολογώντας το αν η εκεί Αιτήτρια θα επέστρεφε ως μόνη γυναίκα, απάντησε αρνητικά. Πέραν, ωστόσο, της παρουσίας του αδελφού και των θείων της, συναξιολόγησε ότι «η Αιτήτρια ενημερώθηκε για το θάνατο του πατέρα της το 2010 και της μητέρας της το 2011, υποδεικνύοντας ότι έχει διατηρήσει επαφές στο Mogadishu» (RH v. Sweden, Application no. 4601/14, ημερ. 10.09.2015, παρ.73) Στο πλαίσιο εξάλλου της υπόθεσης N v. Sweden εξετάζοντας τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι η Αιτήτρια δε στοιχειοθέτησε τον ισχυρισμό της περί απόρριψης της από την οικογένειά της και ανυπαρξίας κοινωνικού δικτύου ή ανδρικού δικτύου στη χώρα καταγωγής, το ΕΔΔΑ επίσης αξιολόγησε την ανυπαρξία επαφής με την οικογένεια, αναφέροντας ότι «δεν έχουν παρουσιαστεί πληροφορίες οι οποίες να παρέχουν ισχυρούς λόγους προκειμένου να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ειλικρίνεια των ισχυρισμών ότι δεν έχει καθόλου επαφή με την οικογένειά της για σχεδόν πέντε χρόνια, το οποίο υποστηρίζει τον ισχυρισμό της ότι δεν έχει πλέον κοινωνικό δίκτυο […]» (N. v. Sweden, Application no. 23505/09, ημερ. 20.07.2010, παρ. 61). Λαμβάνοντας κατά τα παραπάνω ότι η Αιτήτρια δεν έχει για περίοδο περίπου πενταετίας οποιαδήποτε επαφή με τη φίλη της, ενώ από τις δηλώσεις της δε διαφαίνεται η διατήρηση οποιασδήποτε επαφής στη χώρα καταγωγής. (βλ. ενδεικτικά ερυθρό 48 4Χ, 56 Δ. Φ., ως προς την τύχη των αδελφών της, εξάλλου στο ερυθρό 56 ανέφερε πως ο θείος της την αναζητούσε  όταν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής και «ενδεχομένως την αναζητά ακόμα»). Στα ως άνω προσθέτω ότι έκτοτε η Αιτήτρια έχει καταστεί μόνη μητέρα, γεγονός το οποίο όπως θα παρατεθεί και κατωτέρω επιφέρει κοινωνικό στιγματισμό, μεταξύ άλλων θεωρούμενη ως συμπεριφορά η οποία θα ήταν δυνατό να «μεταβιβαστεί» σε άλλα πρόσωπα[10]. Δε θα ήταν δυνατό κατά τα παραπάνω  να χαρακτηριστεί ως κοινωνικό δίκτυο μία φίλη της Αιτήτριας, με την οποία δε βρίσκεται σε επαφή επί σχεδόν πέντε χρόνια, χωρίς να είναι γνωστό οτιδήποτε πλέον για αυτή, και η οποία θα είχε άγνωστη αντίδραση στη μονογονεϊκή ιδιότητα της Αιτήτριας.

Επισημαίνω επίσης επικουρικά των ανωτέρω πως η φίλη της Αιτήτριας δε θα ήταν και σε θέση να παράσχει στην τελευταία καταφύγιο, δεδομένου πως ο φορέας δίωξης, ήτοι ο θείος της Αιτήτριας, έχει γνώση αυτού (ερυθρό 56 Δ.Φ.), πληροφορία η οποία δεν έχει κατά κάποιο τρόπο αντικρουστεί από τους Καθ’ ων η αίτηση. Η εξεύρεση κατοικίας συνιστά παράμετρο σημαντική στην οποία διαδραματίζει ρόλο το υποστηρικτικό δίκτυο, όπως θα αναλυθεί και στις πληροφορίες καταγωγής κατωτέρω.

Την ίδια στιγμή παρατηρώ πως η Υπηρεσία Ασύλου δεν έλαβε υπόψιν της την ιδιότητα της Αιτήτριας ως γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, ιδίως ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο. Στο πλαίσιο του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, εξάλλου, οι Καθ’ ων η αίτηση έκαναν δεκτό ότι οι αδελφοί της διέμεναν με το θείο τους, ο οποίος τους κακομεταχειριζόταν (ερυθρό 103-104) . Η Αιτήτρια δεν έχει οποιαδήποτε επαφή με αυτούς από τη στιγμή που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής (ερυθρό 47 Δ. Φ.), ούτε οποιαδήποτε νέα για αυτούς (ερυθρό 60 2Χ Δ.Φ.), αλλά ούτε και θα αναμενόταν να έλθει σε επαφή μαζί τους, δεδομένου ότι οι τελευταίες διαθέσιμες πληροφορίες για αυτούς τους ήταν ότι διέμεναν από κοινού με το φορέα δίωξης της Αιτήτριας (ερυθρό 48 4Χ Δ. Φ.)

Περαιτέρω, η Υπηρεσία Ασύλου δεν έλαβε υπόψιν την ιδιότητα της Αιτήτριας ως μόνης μητέρας και δεν προέβη καθόλου σε αξιολόγηση αυτής, παρά την ύπαρξη του σχετικού αποδεικτικού στοιχείου εντός του διοικητικού φακέλου (ερυθρό 25 Δ. Φ.), το οποίο όφειλε να συνεκτιμηθεί. Οποιαδήποτε περαιτέρω αξιολόγηση δεν έλαβε χώρα σε σχέση και με τη μεταχείριση των γυναικών θυμάτων σεξουαλικής βίας, παρότι ο ως άνω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός (ερυθρό 103-105 Δ. Φ.)

Επισημαίνω ακόμα πως καμία αναφορά δεν εντοπίζεται στο βέλτιστο συμφέρον της ανήλικης κόρης της Αιτήτριας, παρότι αυτή καταγράφηκε ως Αιτήτρια Διεθνούς Προστασίας (ερυθρό 26 Δ. Φ.).

Στην απόφαση 124/2018 του ΔΔΔΠ η δικαστής κα B. Καρλεττίδου έκρινε ότι (η υπογράμμιση είναι δική μου) «Έχω μελετήσει ολόκληρο το περιεχόμενο της έκθεσης/εισήγησης της αρμόδιας λειτουργού και σημειώνω ότι η αρμόδια λειτουργός καταλήγει στα συμπεράσματα και στις εισηγήσεις της χωρίς καμία ειδική αναφορά και αξιολόγηση ως προς το ότι ο Αιτητής ήταν ασυνόδευτος ανήλικος.

Περαιτέρω, πέραν της εισήγησης/έκθεσης ημερ. 11/10/2017 της αρμόδιας λειτουργού, έχω μελετήσει με προσοχή την αιτιολογία (Justification of the Decision of Asylum) που επισυνάπτεται στην επίδικη απόφαση, και δεν έχω εντοπίσει οιαδήποτε αναφορά ή/και αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.

Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, καταλήγω ότι η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης πάσχει λόγω λανθασμένης αιτιολογίας και μη διενέργειας δέουσας έρευνας ως προβλέπεται από τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και ως προνοείται ειδικότερα από τον περί Προσφύγων Νόμο, […].»

Καίτοι η ανήλικη κόρη της Αιτήτριας δε συνιστά προσφεύγουσα στην παρούσα διαδικασία, σε κάθε περίπτωση όμως και βάσει του άρθρου 24 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ σε όλες τις πράξεις που αφορούν παιδιά είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίδεται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του παιδιού, στο οποίο ρητά παραπέμπουν οι επεξηγήσεις σχετικά με το άρθρο 24 του Χάρτη, «το συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά. Επομένως, η διάταξη αυτή καλύπτει, γενικά, όλες τις αποφάσεις και τις δράσεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα παιδιά, όπως επισήμανε η επιτροπή των δικαιωμάτων του παιδιού των Ηνωμένων Εθνών [βλ., συναφώς, γενική παρατήρηση αριθ. 14 (2013) της επιτροπής των δικαιωμάτων του παιδιού επί του δικαιώματος που παιδιού να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του (άρθρο 3, παράγραφος 1), CRC/C/GC/14, σημείο 19]» (ΔΕΕ, C-112/20, M. A v. Etat Belge, ημερ. 11.03.2021, σκ. 37-38). Σύμφωνα με το Γενικό Σχόλιο 14 (2013) η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού επισημαίνει ως στοιχεία τα οποία οφείλουν να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση βέλτιστου συμφέροντος τις απόψεις του παιδιού, την ταυτότητα του παιδιού, τη διατήρηση του οικογενειακού περιβάλλοντος και τη διατήρηση των δεσμών, τη φροντίδα, προστασία και ασφάλεια του παιδιού, την κατάσταση ευαλωτότητας, το δικαίωμα του παιδιού στην υγεία και στην εκπαίδευση.[11]

Γι΄ αυτό λοιπόν  και ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 11(3) α του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018) σε ex-nunc εξέτασης των γεγονότων και νομικών ζητημάτων που διέπουν αυτή,  το παρόν δικαστήριο λαμβάνει υπόψη επί της κρίσης του και το βέλτιστο συμφέρων του παιδιού της Αιτήτριας όπως αυτή η υποχρέωση ενσωματώνεται στην οδηγία 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) στις αιτιολογικές σκέψεις 18 και 19, την τελευταία πρόταση του αιτιολογική σκέψη 27, αιτιολογική σκέψη 38, άρθρο 20 παράγραφος 5 και άρθρο 31 ως ουσιώδες στοιχείο το οποίο δεν λήφθηκε υπόψη, καθώς οι προβαλλόμενοι λόγοι υπό προϋποθέσεις – που συναρτώνται με τις εκάστοτε προσωπικές περιστάσεις της αιτούσας – δύνανται να συνάδουν με την ιδιότητα του πρόσφυγα ή του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, στην περίπτωση όπου  ένας αιτών που είναι παιδί, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων υπαγωγής σε καθεστώς  διεθνούς προστασία, ακόμη και όταν η αρχή αυτή δεν αναφέρεται ρητά.[12]

Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι η διοίκηση προέβη σε πλημμελή έρευνα, εσφαλμένη αιτιολόγηση της επίδικης πράξης καθώς και πλάνη περί τα πράγματα, παραλείποντας να λάβει υπόψιν της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα.

Οι ως άνω παρατηρήσεις δε σφραγίζουν την τύχη της επίδικης. Με δεδομένη επαναλαμβάνω τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου προς έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, δια της πλήρους και ex nunc εξέτασης των γεγονότων και νομικών ζητημάτων που διέπουν αυτή, θα προχωρήσω σε αξιολόγηση κινδύνου, προκειμένου να διαπιστώσω εάν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας επί τη βάσει των ισχυρισμών και στοιχείων που έχουν γίνει αποδεκτοί.

Στην απόφαση NA v. Finland το ΕΔΔΑ εξετάζοντας σειρά προσωπικών περιστάσεων και πιο συγκεκριμένα εάν αυτές ήταν δυνατό να εγείρουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, έκρινε ότι οποιαδήποτε από τις εκεί προσωπικές περιστάσεις δε θα ήταν δυνατό, εφόσον εξεταστεί ατομικά, να εγείρει πραγματικό κίνδυνο. Ωστόσο, η συνολική τους θεώρηση, την οποία οι εθνικές αρχές και δικαστήρια απέτυχαν να πραγματοποιήσουν σε οποιοδήποτε στάδιο, και ειδωμένη στο πλαίσιο της κατάστασης γενικής βίας και αυξημένων κινδύνων ασφαλείας στο Ιράκ, θα ήταν δυνατό να εγείρουν σχετικό κίνδυνο (ΕΔΔΑ, NA v. Finland, Application no. 25244/18, ημερ. 14.11.2019, παρ.82). Αντίστοιχα, στην απόφαση WH v. Sweden (Application no 49341/10, ημερ.27.03.2014, παρ. 66-67) το ΕΔΔΑ προέβη σε συνεξέταση των χαρακτηριστικών της Αιτήτριας ως μόνης γυναίκας και μέλους εθνοτικής ή θρησκευτικής μειονότητας. Στο πλαίσιο αυτό θα προβώ σε συνεξέταση των χαρακτηριστικών της Αιτήτριας ως θύματος φυσικής και σεξουαλικής βίας, όπως εξάλλου έγινε δεκτό από τους Καθ’ ων η αίτηση, γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο καθώς και μόνης μητέρας, εντός του γενικότερου κλίματος που επικρατεί για τις γυναίκες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προκειμένου να διαπιστώσω την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής.

Προκειμένου να αξιολογηθεί η ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου είναι αναγκαία η αξιολόγηση όλων των δηλώσεων της Αιτήτριας υπό το φως όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, εξετάζοντας τις περιστάσεις στη χώρα καταγωγής και τη συμπεριφορά των φορέων δίωξης.[13]

Λαμβάνοντας υπόψιν το άρθρο 18 (4) του Περί Προσφύγων Νόμου, και με βάση την αποδοχή του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, σημειώνω πως η προηγούμενη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση της Αιτήτριας συνιστά σοβαρή ένδειξη του βάσιμου φόβου επανάληψής της. Κανένα βάσιμο λόγο δεν μπορώ να εντοπίσω προκειμένου να πιστεύει κάποιος ότι οι εν λόγω πράξεις σε βάρος της Αιτήτριας δε θα επαναληφθούν. Υπενθυμίζω περαιτέρω πως η Αιτήτρια δήλωσε πως ο θείος της την αναζητούσε όταν εγκατάλειψε τη χώρα (ερυθρό 56 Δ. Φ.), με αποτέλεσμα να μην εντοπίζεται κάποιος βάσιμος λόγος για τον οποίο δε θα εξακολουθούσε η αναζήτηση της Αιτήτριας.

Θα παραθέσω εν συνέχεια πληροφορίες σχετικές με το αίτημα της Αιτήτριας, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί. Η συχνότητα του βιασμού στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό καταδεικνύεται από το χαρακτηρισμό της χώρας ως «Πρωτεύουσας του Βιασμού στον Κόσμο»[14] Βάσει της έρευνας του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2022, ο βιασμός και άλλες μορφές έμφυλης βίας ήταν διαδεδομένες σε όλη τη χώρα, ακόμα και σε περιοχές όπου δε λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη. Οι επιζήσασες σπάνια προέβαιναν σε καταγγελία, για πολιτισμικούς και κοινωνικούς λόγους και οι δράστες σπάνια τιμωρούνταν.[15] Σε παρατηρήσεις της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών επισημαίνεται η ύπαρξη στίγματος εξαιτίας του οποίου οι γυναίκες θύματα βίας αποθαρρύνονται από την αναφορά των περιστατικών.[16] Η κατώτατη ποινή για την καταδίκη σε βιασμό αναφέρεται σε πέντε χρόνια, με τα δικαστήρια να εφαρμόζουν ορισμένες φορές τέτοιες ποινές σε καταδίκες για βιασμό, στη μη συνήθη περίπτωση εκδίκασης τέτοιων εγκλημάτων. Κάποιες ποινικές διώξεις για βιασμό και άλλες μορφές σεξουαλικής βίας έλαβαν χώρα, όμως η κυβέρνηση γενικά δεν εφάρμοσε το νόμο αποτελεσματικά, σύμφωνα με αναφορά για το 2022 του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών.[17] Αντίστοιχα στη συχνότητα της σεξουαλικής και έμφυλης βίας και στη σπανιότητα των καταδικών αναφέρεται και η αναφορά της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης Freedom House για το 2022.[18]

Έρευνα περισσότερων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων σχετικά με τη σεξουαλική βία σε περιόδους σύγκρουσης αναφέρει την ατιμωρησία η οποία διαπιστώνεται για τους αμάχους δράστες σχετικών εγκλημάτων, όπως ενδεικτικά εντός των κόλπων της οικογένειας. Αναφέρεται ότι ορισμένοι εξ αυτών απελευθερώνονται έπειτα από την καταδίκη τους εξαιτίας της διαφθοράς των δικαστικών θεσμών.[19] Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τα θύματα συχνά βρίσκονται αντιμέτωπα με κίνδυνο επανατραυματισμού τους, μεταξύ άλλων εξιστορώντας τα περιστατικά ενώπιον προσώπων μη εκπαιδευμένων σε ζητήματα σεξουαλικής βίας και σε λήψη μαρτυριών από επιζήσαντες. Σύμφωνα με πηγή της έρευνας, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό οι δικαστές έχουν συχνά την τάση να κατηγορούν τα θύματα.[20] Τα θύματα φοβούνται επιπλέον να απευθυνθούν στις αρχές προκειμένου να μην καταστούν εκ νέου θύματα σεξουαλικής επίθεσης. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η υποεκπροσώπηση των γυναικών στους τομείς της ασφάλειας και της δικαιοσύνης δεν επιτρέπει την αλλαγή των νοοτροπιών και επεξηγεί το δικαιολογημένο φόβο των θυμάτων να απευθυνθούν στην αστυνομία και στη δικαιοσύνη.[21]

Σε σχέση με την ενδοοικογενειακή βία, σε έκθεσή της το 2019 η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών αναφέρει την ανησυχία της για τα υψηλά ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας, ενόψει των αποδεκτών κοινωνικών κανόνων, την έλλειψη περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας τα οποία οδηγούνται ενώπιον των δικαστηρίων, εξαιτίας του φόβου στιγματισμού, και τον περιορισμένο αριθμό των δραστών οι οποίοι και τιμωρούνται. Περαιτέρω, ανησυχία εκφράζει για την έλλειψη ποινικοποίησης της ενδοοικογενειακής βίας καθώς και την έλλειψη συγκεκριμένων μηχανισμών προστασίας των θυμάτων έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, και την έλλειψη καταφυγίων, υπηρεσιών συμβουλευτικής και αποκατάστασης για αυτά.[22] Η αναφορά του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2022 αναφέρει μεταξύ άλλων ως σημαντικά ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων την έλλειψη έρευνας και απόδοσης ευθυνών για την έμφυλη βία, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας.[23] Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, η νομοθεσία δεν προβλέπει κάποια συγκεκριμένη ποινή για την ενδοοικογενειακή βία παρά την επικράτησή της. Αν και η νομοθεσία θεωρεί την επίθεση ως έγκλημα, η αστυνομία σπανίως παρενέβαινε σε εκλαμβανόμενες ως ενδοοικογενειακές διαμάχες. Σε περιορισμένες περιστάσεις, οι δικαστικές αρχές ανέλαβαν δράση σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής κακοποίησης.[24] Πηγές της έρευνας του Immigration and Refugee Board Canada υποδεικνύουν την αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας .[25] Πηγή της έρευνας της Υπηρεσίας Μετανάστευσης της Δανίας (DIS) επιβεβαιώνει την έλλειψη χωρητικότητας των υποδομών των καταφυγίων ή κατοικιών έκτακτης ανάγκης για θύματα σεξουαλικής και έμφυλης βίας. Σύμφωνα με την ως άνω πηγή, υπάρχουν περί τις πέντε κατοικίες για Μητέρες και Βρέφη με ικανότητα στέγασης 20 θυμάτων στην Kinshasa.[26]

Περαιτέρω και ως προς τη μεταχείριση των μόνων γυναικών, επισημαίνεται ότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, η ιδέα της παραδοσιακής αφοσίωσης στην οικογένεια, τη γενεαλογία και τους άλλους κοινωνικούς δεσμούς επιβιώνει.[27] Η ΛΔΚ συνιστά πατρογονική κοινωνία, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα «μία γυναίκα στη ΛΔΚ να είναι πάντα κάτι μόνο σε συνάρτηση με κάποιον άνδρα συγγενή.» Οι γυναίκες οι οποίες δε συμβαδίζουν με το παραδοσιακό φαντασιακό της οικογένειας, γίνονται αντιληπτές κατά αρνητικό τρόπο από την κοινωνία και τις οικογένειές τους ορισμένες φορές.[28]Πηγή της έρευνας του Immigration and Refugee Board (IRB Canada) υποδεικνύει ότι στην Kinshasa η ύπαρξη ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου συνιστά σύμβολο ασφάλειας και σεβασμού, ενώ μία γυναίκα χωρίς ανδρική υποστήριξη συχνά εκτίθεται σε απαξιωτική μεταχείριση και ενδεχομένως να υποβληθεί σε λεκτική ή σεξουαλική παρενόχληση. Σύμφωνα με την ίδια πηγή παρά τις όποιες βελτιώσεις σε σχέση με τα δικαιώματα των γυναικών σε κάποιες περιοχές της χώρας, (η υπογράμμιση είναι δική μου) «η κατάσταση παραμένει δυσχερής για τις περισσότερες γυναίκες χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, ιδίως όπου αφορά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια […] η κατηγορία αυτή γυναικών συχνά θεωρείται ως μη έχουσα αξία, ή ως επαναστατική, ιδίως εάν προσπαθήσει να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της»[29]

Περαιτέρω, βάσει πρόσφατης αναφοράς της Υπηρεσίας Μετανάστευσης της Δανίας (Danish Immigration Service- DIS) οι μόνες γυναίκες χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο συχνά γίνονται αντιληπτές κατά αρνητικό τρόπο, βρίσκονται σε ευάλωτη θέση ενώ πολλές αποφασίζουν να εμπλακούν σε συναλλακτικές σεξουαλικές πράξεις προκειμένου να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και σε εργασία.[30] Πηγή της έρευνας υποδεικνύει ότι είναι σχεδόν αδύνατη η πρόσβαση στην αγορά κατοικίας ή σε καταφύγιο χωρίς δίκτυο στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό. Συνεπώς, πολλές μόνες γυναίκες χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο καταφεύγουν σε συναλλακτική σεξουαλική συνεύρεση προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο με οποιοδήποτε τρόπο. Τα ως άνω επιβεβαιώθηκαν από άλλη πηγή της έρευνας, η οποία προσέθεσε πως οι γυναίκες επιδίδονται σε σεξουαλικές πράξεις επιβίωσης, μία πρακτική εκπόρνευσης για πρόσωπα τα οποία βρίσκονται σε εξαιρετική ανάγκη, το οποίο συνιστά κοινό φαινόμενο ανάμεσα στις γυναίκες στη ΛΔΚ.[31] Στην Kinshasa οι μόνες γυναίκες συχνά θεωρούνται εκδιδόμενες και οι σεξουαλικές συναλλαγές αναμένονται από αυτές. Καθώς βρίσκονται σε περισσότερο ευάλωτη θέση υπόκεινται σε ανεπίσημη φορολόγηση από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να εισέλθουν στην τοπική αγορά.[32]

Ειδικά ως προς τη μεταχείριση των μόνων μητέρων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, περισσότερες πηγές υποδεικνύουν το στιγματισμό αυτών. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε για εκτός γάμου γεννημένα τέκνα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό με πατέρα προερχόμενο από ειρηνευτικές δυνάμεις, μέρος του στιγματισμού οφείλεται στο ότι η ιδιότητα του μονογονέα, φέρεται ως παραβίαση του οικογενειακού κώδικα και των κοινωνικών κανόνων. Ο εξοστρακισμός των μητέρων μερικώς ήταν αποτέλεσμα της ιδιότητας του μονογονέα. Το κοινωνικό-οικονομικό βάρος της ανατροφής τέκνου χωρίς άρρενα σύντροφο, συχνά καθιστά τις γυναίκες αυτές μη κατάλληλες για γάμο, χαμηλώνοντας την κοινωνική τους θέση στα μάτια της κοινότητας. Προφορικές επιθέσεις και παρενόχληση σχετιζόμενες με τη δομή της οικογένειας περιεγράφηκαν τόσο από τις μητέρες όσα και τα τέκνα.[33] Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, οι παράγοντες οι οποίοι πυροδοτούν το στιγματισμό των άγαμων μητέρων αφορούν κυρίως το θεωρούμενο κίνδυνο ότι η συμπεριφορά είναι δυνατό να μεταβιβαστεί σε άλλους και η απώλεια κύρους, η αντίληψη μη πρόσθεσης οποιασδήποτε αξίας και η θεωρούμενη ευθύνη και η υποβόσκουσα και αποδιδόμενη ανηθικότητα.[34] Σύμφωνα με άρθρο δημοσιευθέν στο Global Press Journal, «στη ΛΔΚ όπου ο σεβασμός μίας γυναίκας συνδέεται με το σύζυγό της, οι μόνες μητέρας ορισμένες φορές γελοιοποιούνται σαν εκδιδόμενες. Είναι συχνά δύσκολη η εξεύρεση συζύγου, το οποίο τις τοποθετεί σε μεγαλύτερο κίνδυνο βαθιάς ένδειας.[35]

Ως προς το γενικότερο πλαίσιο μεταχείρισης των γυναικών, η ΜΚΟ Freedom House στην έκθεσή της για τα πεπραγμένα στη χώρα κατά το έτος 2022, καταγράφει ότι παρά τη συνταγματική απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών, στην πράξη συνεχίζεται η σε βάρος τους διάκριση «σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής τους».[36] Σύμφωνα με την αναφορά του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2022, το Σύνταγμα απαγορεύει τη διάκριση βάσει φύλου, ωστόσο η νομοθεσία δεν παρέχει τα ίδια δικαιώματα για τις γυναίκες και τους άνδρες. Παρότι η νομοθεσία επιτρέπει στις γυναίκες τη συμμετοχή σε οικονομικούς τομείς χωρίς τη συγκατάθεση των ανδρών συγγενών, προβλέπει τη φροντίδα μητρότητα,  απαγορεύει τις σχετικές με το θεσμό της προίκας ανισότητες και ορίζει πρόστιμα και ποινές για όσους προβαίνουν σε διακρίσεις ή λαμβάνουν μέρος σε έμφυλη βία, η κυβέρνηση δεν εφάρμοσε αποτελεσματικά τη νομοθεσία. Οι γυναίκες βίωσαν οικονομική διάκριση, ενώ υπήρξαν νομικοί περιορισμοί στη γυναικεία εργασία, χωρίς περιορισμούς ωστόσο στη διάρκεια εργασίας των γυναικών.[37]

Σε καταληκτικές της παρατηρήσεις για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, δημοσιευθείσες το 2019 και πλέον πρόσφατες σχετικές με το εν λόγω κράτος[38], η Επιτροπή Εξάλειψης των Διακρίσεων κατά των Γυναικών σημειώνει μεταξύ άλλων τις ανισότητες στις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών και τη μειωμένη πρόσβαση των γυναικών σε αμειβόμενες εργασίες στον ανεπίσημο τομέα, όπου παρότι αποτελούν την πλειονότητα των εργαζομένων δεν έχουν πρόσβαση σε νομική προστασία ή κοινωνική ασφάλεια.[39] Ειδικά ως προς την πρόσβαση των γυναικών στη δικαιοσύνη, η ως άνω έκθεση επισημαίνει ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με πολύπλοκα εμπόδια στην άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος. Ενδεικτικά μόνο παρατίθενται οι ελλείψεις του δικαστικού συστήματος, το υψηλό κόστος των νομικών διαδικασιών, την άγνοια των γυναικών επί της υπάρχουσας νομοθεσίας. Επισημαίνεται ακόμα η ανεπαρκής εκπαίδευση των εισαγγελέων και αξιωματούχων εφαρμογής του νόμου ως προς τα δικαιώματα των γυναικών και τη Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών, καθώς και η εφαρμογή εθιμικού δικαίου το οποίο εισάγει διακρίσεις σε βάρος των γυναικών.[40] Η Επιτροπή σημειώνει ακόμα ότι παρότι ορισμένα μέτρα έχουν ληφθεί προς καταπολέμηση των έμφυλων στερεοτύπων στην εκπαίδευση, αυτά παραμένουν σε σχέση με το ρόλο και την ευθύνη εντός της οικογένειας. Επισημαίνει ακόμα ότι το κράτος δεν έχει λάβει επαρκή και συστηματική δράση προς εξάλειψη των διάφορων πολιτισμικών πρακτικών, πατριαρχικών αντιλήψεων και βαθιά ριζωμένων στερεοτύπων τα οποία συμβάλλουν στη διατήρηση της βίας και των επιβλαβών πρακτικών σε βάρος των γυναικών, μεταξύ των οποίων και η σεξουαλική βία.[41] Η Επιτροπή, επισημαίνοντας θετικές εξελίξεις επί του ζητήματος της έμφυλης βίας, εκφράζει ωστόσο την ανησυχία της επί της υψηλού βαθμού της επικρατούσας έμφυλης βίας και της περιορισμένης πρόσβασης των θυμάτων στη δικαιοσύνη. Εκφράζει εξίσου την ανησυχία της για τα υψηλά ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας εξαιτίας των αποδεκτών κοινωνικών κανόνων, την έλλειψη σχετικών υποθέσεων ενώπιον των δικαστηρίων και τον περιορισμένο αριθμό των καταδικασθέντων, την έλλειψη ποινικοποίησης της ενδοοικογενειακής βίας καθώς και την έλλειψη καταφυγίων και υπηρεσιών για την προστασία των θυμάτων της έμφυλης βίας.[42] Μεταξύ άλλων, η Επιτροπή επισημαίνει ακόμα την έλλειψη προόδου ως προς την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική και δημόσια ζωή σε όλα τα επίπεδα.[43]

Ανώνυμη πηγή έρευνας του Κέντρου για τις Πληροφορίες από τη Χώρα Καταγωγής Νορβηγίας αναφέρει πως «η γενική στάση έναντι των γυναικών στη ΛΔΚ είναι ‘απροσδόκητα αρνητική’ σε σύγκριση με άλλες χώρες της Αφρικής».[44]

Έχοντας διαπιστώσει κατά τα παραπάνω ότι η Αιτήτρια διατρέχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο να εκτεθεί σε σωματική, σεξουαλική και άλλες μορφές έμφυλης βίας, σεξουαλική παρενόχληση και σεξουαλική εκμετάλλευση καθώς και σειρά πράξεων διακριτικής μεταχείρισης, θα προχωρήσω σε περαιτέρω νομική ανάλυση προκειμένου να αξιολογηθεί ενδεχόμενη πλήρωση των προϋποθέσεων του Περί Προσφύγων Νόμου περί αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος ή απόδοση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Επόμενο στάδιο της νομικής ανάλυσης συνιστά το κατά πόσο η συμπεριφορά την οποία η Αιτήτρια αναμένεται να λάβει εμπίπτει στην έννοια της δίωξης. Βάσει του άρθρου 3Γ του Περί Προσφύγων Νόμου.

3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:

(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή

(β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).

(2) Οι ακόλουθες πράξεις συνιστούν μη εξαντλητικό κατάλογο πράξεων δίωξης, κατά την έννοια του εδαφίου (1):

(α) πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας,

(β) νομικά, διοικητικά, αστυνομικά ή/και δικαστικά μέτρα, τα οποία εισάγουν διακρίσεις αφ’ ευατού ή εφαρμόζονται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις,

(γ) ποινική δίωξη ή επιβολή ποινής η οποία είναι δυσανάλογη ή μεροληπτική,

(δ) άρνηση ένδικων μέσων με αποτέλεσμα την επιβολή δυσανάλογης ή μεροληπτικής ποινής,

(ε) ποινική δίωξη ή επιβολή ποινής, για την άρνηση εκπλήρωσης στρατιωτικής θητείας σε σύρραξη, εάν η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας θα περιλάμβανε έγκλημα, αδίκημα ή πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5,

(στ) πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά.

Όπως ήδη αναλύθηκε η Αιτήτρια αναμένεται να εκτεθεί σε πράξεις σεξουαλικής βίας και σε συστηματική σωματική βία, πράξεις οι οποίες περιλαμβάνονται στο μη εξαντλητικό κατάλογο των πράξεων δίωξης, και οι οποίες συνιστούν παραβίαση των προβλεπόμενων από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ δικαιωμάτων[45]. Υπενθυμίζεται ότι το ως άνω άρθρο συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών από τα οποία δε χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παρ. 2 της ίδιας Σύμβασης. Την ίδια στιγμή αναμένεται να εκτεθεί σε πράξεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης με εκμετάλλευση της ευαλωτότητας της [46] και σεξουαλικής παρενόχλησης[47], καθώς και σε σειρά πράξεων λεκτικής παρενόχλησης και διακριτικής μεταχείρισης, όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Το σύνολο των ανωτέρω παραβιάσεων των δικαιωμάτων της Αιτήτριας και δυσμενών κοινωνικών διακρίσεων σε βάρος της, είναι εμφανές ότι ενόψει τόσο της φύσης όσο και της επανάληψης του, θα οδηγήσει σε δίωξη αυτής. Σε όμοιο συμπέρασμα κατέληξε η Πρόεδρος του ΔΔΔΠ Μ. Παπαντωνίου σε σχέση με γυναίκα προερχόμενη από τη ΛΔΚ, η οποία είχε καταστεί θύμα σεξουαλικής βίας και δε διέθετε υποστηρικτικό δίκτυο, την οποία και υιοθετώ (ΔΔΔΠ, 7397/21, ημερ. 09.05.2023)

Επόμενο στάδιο της νομικής ανάλυσης συνιστά η διαπίστωση ύπαρξης φορέα δίωξης καθώς και ενδεχόμενου φορέα προστασίας. Βάσει του άρθρου 3Α του Περί Προσφύγων Νόμου, « 3Α. Στους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται: (α) το κράτος, (β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους, (γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β.» Ένα ευρύ φάσμα μη κρατικών οντοτήτων έχει ταυτοποιηθεί ως εμπίπτον στην κατηγορία των μη κρατικών δρώντων, ενώ ο ευρύς αυτός ορισμός γίνεται αποδεκτός από Δικαστήρια διαφόρων Κρατών- Μελών, σύμφωνα με το σχετικό Οδηγό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο.[48]

Υπενθυμίζω περαιτέρω ότι στην υπόθεση N. v. Sweden το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε υπέρ της ύπαρξης σωρευτικών κινδύνων αντιποίνων στο πρόσωπο της Αιτήτριας οι οποίοι προέρχονταν «από το σύζυγό της, την οικογένειά του, τη δική της οικογένεια και από την κοινωνία του Αφγανιστάν» (N. v. Sweden, application no 23505/09, ημερ. 20.07.2010, παρ.62)

Παρατηρώ βάσει των ανωτέρω την ύπαρξη περισσότερων μη κρατικών φορέων δίωξης στην επίδικη περίσταση. Όπως έχει ήδη αναλυθεί προκύπτει αντικειμενικός φόβος η Αιτήτρια να εκτεθεί σε πράξεις σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης από το θείο της, ενώ ταυτόχρονα προκύπτει αντικειμενικός φόβος έκθεσής της σε σειρά διακριτικών μεταχειρίσεων, ενόψει της ιδιότητας της ως γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής, μόνης μητέρας καθώς και θύματος σεξουαλικής βίας.

Εξετάζοντας περαιτέρω την ύπαρξη φορέα προστασίας επισημαίνω ότι βάσει του άρθρου 3Β (1) ως φορείς δίωξης φέρονται το κράτος ή ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία την προβλεπόμενη στο επόμενο εδάφιο προστασία και είναι σε θέση να το πράξουν. Σύμφωνα εξάλλου με το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου, «η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Προστασία παρέχεται κατά κανόνα όταν οι φορείς που αναφέρονται στο εδάφιο (1) λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη ή την πρόκληση σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.»

Επαναλαμβάνω εν προκειμένω τη διαπίστωση της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW), βάσει της οποίας το κράτος δεν έλαβε επαρκείς και συστηματικές δράσεις προς εξάλειψη των διάφορων κοινωνικών πρακτικών, των πατριαρχικών αντιλήψεων και βαθιά ριζωμένων στερεοτύπων τα οποία συμβάλουν στη διατήρηση της βίας και των επιβλαβών πρακτικών σε βάρος των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας.[49] Περαιτέρω εξάλλου και ως προς τη δυνατότητα της Αιτήτριας περί πρόσβασής της στη δικαιοσύνη, υπενθυμίζω τις παρατηρήσεις της CEDAW περί περιορισμένης πρόσβασης στη δικαιοσύνη των γυναικών που είναι θύματα έμφυλης βίας. Σύμφωνα εξάλλου με την ίδια αναφορά, υπάρχει έλλειψη εξειδικευμένων μηχανισμών για την προστασία των θυμάτων της έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας, έλλειψη καταφυγίων, υπηρεσιών συμβουλευτικής και αποκατάστασης.[50] Αλλά και σε σχέση με τις υπόλοιπες μορφές μεταχείρισης τις οποίες η Αιτήτρια ενδέχεται να υποστεί, επισημαίνω τα σύνθετα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι γυναίκες ως προς την πρόσβαση στη δικαιοσύνη[51]

Σύμφωνα εξάλλου με την απόφαση N. D. v. Υπηρεσίας Ασύλου με αριθμό απόφασης 7397/21 η Πρόεδρος του ΔΔΔΠ Μ. Παπαντωνίου έκρινε περί της έλλειψης κρατικής προστασίας σε σχέση με γυναίκα η οποία υπήρξε θύμα βιασμού και δε διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο, στο λεκτικό της οποίας και παραπέμπω:

«Επιπρόσθετα, το κράτος δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης ιδιαίτερα στις γυναίκες με τα στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας και να τις προστατεύσει από κοινωνικές διακρίσεις, το στιγματισμό που πηγάζει από βαθιά πατριαρχικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις και πράξεις δίωξης όπως σωματική και ψυχική βία και πράξεις που στοχεύουν το φύλο (βλ. άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου). Ένα σημαντικό μέρος των διακρίσεων κατά των γυναικών μάλιστα συντηρείται βάσει νόμου, σύμφωνα με τις ανωτέρω παρατεθείσες πηγές. Η απουσία επαρκούς και αποτελεσματικού νομοθετικού συστήματος για τη στήριξη των γυναικών, και ειδικότερα των πλέον ευάλωτων, όπως η Αιτήτρια, ο κοινωνικός στιγματισμός και η απουσία αποτελεσματικού συστήματος ένταξης των νέων γυναικών, αποτελούν ένδειξη και για την απουσία επιθυμίας από πλευράς κράτους για την προστασία τους, θέτοντας έτσι τη ζωή και την ελευθερία τους σε κίνδυνο.»

Υπενθυμίζω εξάλλου πως οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν ήδη αξιολογήσει ως αξιόπιστες τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί προηγούμενης απόπειράς της να απευθυνθεί στις αρχές (ερυθρό 104 Δ. Φ.), χωρίς να διαφαίνεται η λήψη οποιασδήποτε προστασίας εκ μέρους αυτών.

Επόμενη προϋπόθεση η πλήρωση της οποίας οφείλει να εξεταστεί είναι η σύνδεση των επίδικων πράξεων δίωξης με κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους δίωξης. Βάσει του άρθρου 3Δ (1) του Περί Προσφύγων Νόμου,

«3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]: […]

(δ) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:

(i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και

(ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

[…]»

Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 3Γ (3) του Περί Προσφύγων Νόμου

«(3) Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 3, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3 Δ και της πράξης δίωξης κατά την έννοια του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.»

Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της EUAA για την Αναγνώριση «Υπάρχει γενική συμφωνία ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, οι πράξεις δε χρειάζεται να υποκινούνται αποκλειστικά από έναν από τους πέντε λόγους. Μπορεί επίσης να υπάρχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους η διωκτική πράξη έλαβε χώρα […] Επομένως, εάν ένας από τους λόγους για τους οποίους η δίωξη λαμβάνει χώρα συνιστά παράγοντα ο οποίος συμβάλλει (contributing factor), δε χρειάζεται να είναι η μόνη, πρωταρχική ή κύρια αιτία, άμεση ή έμμεση αιτία […]. Αρκεί ένας λόγος δίωξης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 της Οδηγίας για την Αναγνώριση (αναδιατύπωση), να είναι σε θέση να ταυτοποιηθεί ως σχετικός για την αιτία του φόβου δίωξης.»[52]

Προχωρώντας και εξετάζοντας κατά πόσο υπήκοος τρίτης χώρας, η οποία μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι θα εκτεθεί σε πράξεις ενδοοικογενειακής βίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μέλος «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» πρέπει να αξιολογηθούν δύο προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται στον ορισμό της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.

Εξετάζοντας καταρχάς κατά πόσο το βιολογικό φύλο είναι δυνατό να θεμελιώνει την ιδιότητά της ως «μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας».

Tο άρθρο 1, τμήμα Α, της Συμβάσεως της Γενεύης δεν κάνει καμία αναφορά στο «φύλο» κατά τον ορισμό της έννοιας του «πρόσφυγα», ούτε προβλέπει ότι η «έμφυλη βία κατά των γυναικών» μπορεί να συνιστά, αυτή καθεαυτήν, λόγο χορήγησης διεθνούς προστασίας.

Στις κατευθυντήριες οδηγίες[53] της σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους, η UNHCR εκτίμησε ότι δεν ήταν αναγκαίο να προστεθεί ένας συμπληρωματικός λόγος δίωξης στον ορισμό της έννοιας του «πρόσφυγα» που προβλέπεται στο άρθρο 1 της εν λόγω Συμβάσεως, δεδομένου ότι τα συμβαλλόμενα κράτη δέχονται ότι το φύλο μπορεί να επηρεάσει ή να επιβάλλει το είδος της δίωξης ή της βλάβης που υφίσταται το θύμα, καθώς και τους λόγους της μεταχείρισής του[54]. Επομένως, στο πλαίσιο της οδηγίας 2011/95, το φύλο του αιτούντος λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της φύσεως των πράξεων δίωξης στις οποίες εκτίθεται ή κινδυνεύει να εκτεθεί αυτός στη χώρα καταγωγής του (άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής και κατά την εξέταση των λόγων της δίωξης, ειδικότερα στο πλαίσιο προσδιορισμού της ιδιότητας του αιτούντος ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας (άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της εν λόγω οδηγίας).

Βεβαίως, η οδηγία 2011/95 δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας του «φύλου». Ωστόσο, μπορεί να γίνει παραπομπή στα έγγραφα που έχει εκδώσει η UNHCR, τα οποία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, έχουν ιδιαίτερη σημασία λαμβανομένης υπόψη της αποστολής την οποία αναθέτει στην UNHCR η Σύμβαση της Γενεύης[55]. Συγκεκριμένα, στις κατευθυντήριες οδηγίες της σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους, η UNHCR επισημαίνει ότι «το γένος αναφέρεται στη σχέση αντρών και γυναικών με βάση τις κοινωνικά ή πολιτισμικά δομημένες και καθορισμένες ταυτότητες, τα καθεστώτα, τους ρόλους και τις ευθύνες που ανατίθενται [στους άνδρες και στις γυναίκες], ενώ το “φύλο” είναι βιολογικ[ώς] καθορισμ[ένο]. Το γένος δεν είναι στατικό ή απαράλλακτο, αλλά αποκτά νόημα κοινωνικά και πολιτισμικά με την πάροδο του χρόνου».[56]

Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή επιβάλλει η κοινωνική ομάδα της οποίας τα μέλη είναι του ίδιου φύλου να έχει, στη χώρα καταγωγής, ιδιαίτερη ταυτότητα, διότι γίνεται αντιληπτή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο ως συνιστώσα διαφορετικό σύνολο. Κατά την UNHCR, η ομάδα πρέπει να είναι διακριτή[57]. Αυτό γιατί η κοινωνική ομάδα πρέπει να μπορεί να προσδιοριστεί ανεξάρτητα από τη δίωξη, αλλά και ότι μια πράξη δίωξης σε βάρος μιας ομάδας μπορεί, να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τον εντοπισμό της ομάδας αυτής σε μια συγκεκριμένη κοινωνία[58].

Σε πρόσφατή του γνωμοδότηση (C-621/21, υπόθεση ημερ. 20.04.2023) ο Εισαγγελέας De la Tour αναφερόμενος στο ζήτημα του κατά πόσο υπήκοος τρίτης χώρας, η οποία μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι θα εκτεθεί σε πράξεις ενδοοκογενειακής βίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μέλος «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», εξηγώντας την προϋπόθεση ύπαρξης ιδιαίτερης ταυτότητας στη χώρα καταγωγής, ανέφερε ότι:

«72…….Η αντίληψη αυτή διαφέρει όχι μόνον ανάλογα με τη χώρα, τις εθνοτικές ή θρησκευτικές κοινότητες, ή ακόμη το πολιτικό πλαίσιο, αλλά και ανάλογα με τη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου προσώπου[59]. Το δε φύλο αποτελεί κοινωνιολογική έννοια η οποία χρησιμοποιείται κατά τρόπον ώστε να λαμβάνονται υπόψη, πέραν του βιολογικού φύλου, οι αξίες και οι παραστάσεις που συνδέονται με αυτό. Συνεπώς, το φύλο είναι μια έννοια που καταδεικνύει το γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ γυναικών και ανδρών, σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, καθώς και οι ανισότητες που μπορούν να προκύψουν από αυτές τις σχέσεις λόγω των ρόλων που ανατίθενται σε άνδρες και γυναίκες επί τη βάσει βιολογικών διαφορών, δημιουργούνται και διαμορφώνονται από τις κοινωνίες και μπορούν, ως εκ τούτου, να εξελιχθούν διαφορετικά με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τις κοινωνίες και τις κοινότητες (41). Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι οι γυναίκες, απλώς και μόνο λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, αποτελούν παράδειγμα κοινωνικού συνόλου προσδιοριζόμενου από εγγενή και αμετάβλητα χαρακτηριστικά τα οποία ενδέχεται να γίνονται αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο από την κοινωνία, ανάλογα με τη χώρα καταγωγής τους, τούτο δε λόγω των κοινωνικών, νομικών ή θρησκευτικών κανόνων της χώρας καταγωγής ή των εθίμων της κοινότητας στην οποία ανήκουν (42). Το γεγονός ότι αυτή η κοινωνική ομάδα μπορεί να αποτελείται από κάποιες γυναίκες σε μια δεδομένη κοινωνία (και όχι από «τις γυναίκες» γενικώς) (43) φρονώ ότι δεν εμποδίζει, αυτό καθεαυτό, την αναγνώριση της ιδιαίτερης ταυτότητας της ομάδας αυτής με βάση αυτό και μόνον το χαρακτηριστικό της. Πράγματι, η «ιδιαίτερη ταυτότητα» μιας ομάδας, στο μέτρο που γίνεται αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνεπάγεται ποσοτική εκτίμηση (44).»

Ερωτώμενος στη συνέχεια εάν οι πράξεις δίωξης στις οποίες η εκεί Αιτήτρια ενδέχεται να εκτεθεί είναι δυνατό να ληφθούν υπόψιν για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης κοινωνικής ταυτότητας μίας ομάδας στη χώρα καταγωγής, ο Εισαγγελέας γνωμοδότησε επίσης θετικά, υποδεικνύοντας ότι οι μνημονευόμενες πράξεις στην αιτιολογική σκέψη 30 της Οδηγίας καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό μίας «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» και ως εκ τούτου η φύση των πράξεων στις οποίες μία γυναίκα φοβάται ότι θα εκτεθεί λόγω του φύλου της είναι δυνατό να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο προκειμένου να προσδιοριστεί αν ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, και ιδίως προκειμένου να προσδιοριστεί η ιδιαίτερη ταυτότητα αυτής (παρ. 76) Εξηγώντας ωστόσο τις οριοθετήσεις τις οποίες κατά τη γνώμη του έθεσε ο ενωσιακός νομοθέτης, διαπιστώνει ότι (παρ. 76)

«Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, στη συγκεκριμένη αιτιολογική σκέψη, ο νομοθέτης της Ένωσης έθεσε, κατά τη γνώμη μου, ορισμένα όρια. Κατ’ αρχάς, κάνει λόγο για πράξεις που είναι ιδιαιτέρως αντιπροσωπευτικές των πράξεων έμφυλης βίας, καθόσον στρέφονται κατά προσώπου λόγω του φύλου του ή της ταυτότητάς του ή επηρεάζουν κατά τρόπο δυσανάλογο πρόσωπα ειδικώς του ενός φύλου. Επίσης, αναφέρεται σε πράξεις που συνιστούν σοβαρή προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου αυτού. Τέλος, παραπέμπει σε πράξεις γενικές και επαναλαμβανόμενες των οποίων το κύρος αναγνωρίζεται είτε από τον νόμο είτε από το εθιμικό δίκαιο.»

Ειδικά ως προς τις πράξεις ενδοοικογενειακής βίας, οι οποίες συγκαταλέγονται μεταξύ των πράξεων στις οποίες προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος έκθεσης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, ο Εισαγγελέας De La Tour διαπίστωσε επίσης ότι κατόπιν φυσικά in concreto αξιολόγησης τίποτα δεν εμποδίζει την αρμόδια αρχή να θεωρήσει ότι « μια γυναίκα που θα υποχρεωνόταν να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της ανήκει σε ομάδα που έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στη χώρα αυτή, για τον λόγο ότι σε περίπτωση επιστροφής της θα εκτίθετο, στον κίνδυνο να υποστεί, στη χώρα καταγωγής της, σοβαρές πράξεις συζυγικής βίας (χτυπήματα, βιασμό και άλλες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης κ.λπ.) που παραδοσιακά διαπράττονται σε ορισμένες κοινότητες.» (παρ. 78)

Ιδίως ως προς τα στοιχεία τα οποία οφείλουν να ληφθούν υπόψιν, ο Εισαγγελέας γνωμοδότησε ότι « Στο πλαίσιο αυτής της εξατομικευμένης αξιολόγησης, η αιτούσα οφείλει προφανώς να προσκομίσει το σύνολο των εμπεριστατωμένων, ιδίως, οικογενειακών, γεωγραφικών και κοινωνιολογικών στοιχείων, σχετικά με τους κινδύνους που αυτή προσωπικώς διατρέχει. Η δε αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνον την προσωπικότητα, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, την καταγωγή, το προσωπικό ιστορικό και την κοινωνική κατάσταση της αιτούσας, αλλά και γενικές πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής και, ιδίως, τους ισχύοντες κοινωνικούς ή εθιμικούς κανόνες που επικρατούν στην εν λόγω χώρα, την περιοχή, την ομάδα ή την εθνοτική ομάδα, καθώς επίσης και την κατάσταση της ισχύουσας νομοθεσίας και την εφαρμογή της.» (παρ. 78)

Περαιτέρω, στην ίδια γνωμοδότηση, ο Εισαγγελέας κατέληξε ότι « Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, φρονώ ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι μέλος «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» λόγω του φύλου της, εφόσον διαπιστώνεται, βάσει αξιολογήσεως των γεγονότων και των περιστάσεων, ότι, πέραν του φύλου της, δηλαδή της ταυτότητάς της και της ιδιότητάς της αυτής, η εν λόγω υπήκοος έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στη χώρα καταγωγής της διότι γίνεται αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο λόγω των κοινωνικών, νομικών ή θρησκευτικών κανόνων ή ακόμη λόγω των τελετουργιών ή των εθίμων της χώρας της ή της κοινότητας στην οποία ανήκει. Στο πλαίσιο της αξιολογήσεως αυτής, η φύση των πράξεων στις οποίες η εν λόγω υπήκοος φοβάται ότι θα εκτεθεί εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της αποτελεί κρίσιμο στοιχείο το οποίο οφείλει να λάβει υπόψη η αρμόδια εθνική αρχή.» (παρ. 82)

Σε συμφωνία με την πρόταση του Εισαγγελέα De La Tour, στην υπόθεση UK - Upper Tribunal DD (Albania) v SSHD, AA 1284[60] το Upper Tribunal του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε ότι η εκεί προσφεύγουσα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι εμπίπτει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά δύο τρόπους. Ο μεν πρώτος λόγω της ιδιότητας της ως γυναίκα, η οποία συνοδεύεται από συγκεκριμένες αντιλήψεις της εκεί κοινωνίας, κυρίως όμως λόγω της ιδιότητας ως θύματος ενδοοικογενειακής βίας. Η ιδιότητά αυτή κρίθηκε ότι συνεπάγεται «κίνδυνο εξοστρακισμού εξαιτίας της διαλυμένης της σχέσης εάν διαμείνει εκτός αυτής, και περισσότερη βία εάν διαμείνει εντός αυτής» (παρ. 30). Συνεχίζοντας, καταλήγει στη διαπίστωση ότι οι γυναίκες οι οποίες έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία συνιστούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στη χώρα καταγωγής (παρ. 42).

Λαμβάνω σαφώς υπόψιν μου ότι οι αξιολογήσεις σχετικά με την ύπαρξη μίας κοινωνικής ομάδας, σχετίζονται με τις περιστάσεις της εκάστοτε χώρας καταγωγής. Ως εκ τούτου, η ύπαρξη μίας  κοινωνικής ομάδας σε κάποια χώρα δε συνεπάγεται a priori την ιδιότητά της ως κοινωνική ομάδα σε άλλη. Κρίσιμη παραμένει η ύπαρξη κοινού χαρακτηριστικού δια του οποίου τα μέλη της ομάδας ταυτοποιούνται είτε από τα ίδια, είτε από την κυβέρνηση ή την κοινωνία. Η ως άνω απόφαση, ωστόσο, όπως και η γνωμοδότηση του Εισαγγελέα De La Tour, αναδεικνύουν τη δυνατότητα τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας να συνιστούν μέλη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, εφόσον πληρούνται φυσικά οι προϋποθέσεις του ορισμού, όπως αυτός παρέχεται από τα ως άνω άρθρα.

Παραπέμπω ακόμα στην πρόσφατη απόφαση της Προέδρου του ΔΔΔΠ Μ. Παπαντωνίου, η οποία εξετάζοντας το κατά πόσο ο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης ο οποίος εκφράστηκε από γυναίκα χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και θύμα σεξουαλικής κακοποίησης σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό συγκαταλέγεται ανάμεσα στους προβλεπόμενους από τον Περί Προσφύγων Νόμο λόγους δίωξης έκρινε ότι:

«Στην υπό εξέταση περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η σοβαρή βλάβη που κινδυνεύει να υποστεί η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, δεν οφείλεται αποκλειστικά στην διαφοροποίηση της λόγω φύλου, αφού δεν τυγχάνουν ίδιας μεταχείρισης όλες οι γυναίκες στην Λ.Δ. του Κογκό βάσει των ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης τις οποίες έλαβα υπόψιν πιο πάνω.  Εντούτοις, δύναται να θεωρηθεί ότι ο φόβος δίωξης της οφείλεται στη συμμετοχή της σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και συγκεκριμένα είναι γυναίκα μόνη, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, στη Λ.Δ. του Κονγκό, η οποία υπήρξε θύμα συστηματικής σεξουαλικής κακοποίησης από την ηλικία των 14 ετών και που κινδυνεύει να καταστεί ξανά θύμα ενδεχόμενης σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης. Συνεπώς η δίωξη εμπίπτει σε έναν από τους πέντε λόγους όπως περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.»

Φρονώ κατά τα παραπάνω ότι ο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας στηρίζεται στη συμμετοχή της σε κοινωνική ομάδα, ήτοι αυτή των γυναικών οι οποίες συνιστούν μόνες μητέρες, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, ιδίως ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, στη χώρα καταγωγής, θύματα συστηματικής σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης με κίνδυνο για όμοιες πράξεις όπως και πράξεις εκμετάλλευσης.

Φρονώ πράγματι ότι η Αιτήτρια μοιράζεται ένα κοινό εγγενές χαρακτηριστικό, το φύλο της «το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, και κοινό ιστορικό παρελθόν με άλλες γυναίκες οι οποίες έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, ενδοοικογενειακή βία, έχουν απωλέσει το υποστηρικτικό ιδίως ανδρικό δίκτυό τους και είναι μονογονείς. Περαιτέρω, ως έχει καταστεί εμφανές εκ των παραπάνω πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, οι γυναίκες που φέρουν τα εν λόγω χαρακτηριστικά στιγματίζονται από την κοινωνία, το οποίο τους προσδίδει ιδιαίτερη ταυτότητα στη χώρα καταγωγής τους. Ως εκ τούτου, η συμμετοχή της Αιτήτριας στην ως άνω κοινωνική ομάδα, συνιστά τουλάχιστον παράγοντα ο οποίος θα συμβάλει στις πράξεις τις οποίες η Αιτήτρια αναμένεται να βιώσει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.

Στο επόμενο στάδιο της νομικής ανάλυσης εξέτασης οφείλει να τύχει η δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης της Αιτήτριας εντός της χώρας καταγωγής. Δυνάμει του άρθρου 12Γ. (1) του Περί Προσφύγων Νόμου «12Γ.-(1) Κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του- (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη  ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.»

Υπενθυμίζεται η αναστροφή του βάρους απόδειξης η οποία λαμβάνει χώρα στην αξιολόγηση περί δυνατότητας του αιτητή προς εσωτερική μετεγκατάσταση, την οποία φέρουν οι αρμόδιες αρχές.[61]

Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές αρ.4 της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ως προς τον ασφαλή χαρακτήρα της μετεγκατάστασης, και όπου ο Αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης από μη κρατικό φορέα, θα πρέπει να αξιολογείται το κίνητρο του φορέα δίωξης, η ικανότητα του να καταδιώξει στην προτεινόμενη περιοχή τον Αιτητή καθώς και η παρεχόμενη από τις αρχές του κράτους προστασία. Είναι δυνατό να τεκμηριωθεί  ότι εφόσον το κράτος είναι μη ικανό και μη πρόθυμο να προσφέρει προστασία στον ιδιώτη σε ένα μέρος της χώρας, ενδεχομένως επίσης να μην είναι ικανό ή πρόθυμο να επεκτείνει την προστασία σε άλλες περιοχές. Το ως άνω ενδεχομένως ιδίως να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις έμφυλης δίωξης.[62] Σύμφωνα με τον Πρακτικό Οδηγό της EASO για την εσωτερική μετεγκατάσταση, σε περίπτωση βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου ο οποίος προκύπτει από μη κρατικό δρώντα, η γεωγραφική εμβέλεια αυτού οφείλει να λαμβάνεται υπόψιν. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν η πιθανότητα ο φορέας να καταδιώξει τον αιτητή στην περιοχή η οποία έχει ταυτοποιηθεί ως προτεινόμενη περιοχή μετεγκατάστασης. Ως προς τούτο, ο φορέας δίωξης ενδέχεται να μην είναι ικανός να εξεύρει τον Αιτητή στην προτεινόμενη περιοχή ή/ και να μην έχει κάποιο ενδιαφέρον να διώξει αυτόν πέρα από την περιοχή καταγωγής του.[63] Επιπλέον, εφόσον ο κίνδυνος προέρχεται από την κοινωνία ευρέως, οφείλει να ληφθεί υπόψιν εάν ο κίνδυνος είναι περιορισμένος στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή ή εάν ο Αιτητής βρίσκεται σε κίνδυνο συνολικά στη χώρα.[64]

Ειδικά ως προς τον εύλογο χαρακτήρα της μετεγκατάστασης, βάσει των Κατευθυντήριων Γραμμών αρ. 4 της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, κρίσιμη αξιολόγηση συνιστά η δυνατότητα του αιτητή να διεξαγάγει μία σχετικά φυσιολογική ζωή χωρίς να αντιμετωπίσει αδικαιολόγητες δυσκολίες.[65] Βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οφείλουν να αξιολογηθούν μεταξύ άλλων η ικανότητα του Αιτητού να εξασφαλίσει τις πλέον βασικές του ανάγκες, όπως φαγητό, υγιεινή και καταφύγιο, η ευαλωτότητα του στην κακομεταχείριση και  η πιθανότητα η κατάστασή του να βελτιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.[66]  Στην απόφαση AAM v. Sweden το ΕΔΔΑ έκρινε ότι «η εσωτερική μετεγκατάσταση αναπόφευκτα συμπεριλαμβάνει κάποια δυσχέρεια».  Στην εκεί περίπτωση, οι ενδείξεις τις οποίες το Δικαστήριο είχε ενώπιον του υποδείκνυαν την ύπαρξη διαθέσιμων εργασιών και τη πρόσβαση των εποίκων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καθώς και σε οικονομική βοήθεια και υποστήριξη από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τις τοπικές αρχές. Οι εκεί γενικές συνθήκες διαβίωσης δεν κρίθηκαν «μη εύλογες» ή ότι θα απέληγαν σε μεταχείριση απαγορευμένη από το άρθρο 3, ενώ δεν εντοπίστηκε κίνδυνος περί κατάληξης του Αιτητή σε άλλες περιοχές της χώρας καταγωγής.[67]

 

Επιπλέον, σε περίπτωση ταυτοποίησης ευαλωτότητας, απαιτείται πρόσθετη προσοχή ως προς το εφαρμοστέο της εσωτερικής μετεγκατάστασης. Ο Οδηγός της ΕΥΥΑ για την εσωτερική μετεγκατάσταση, αναφέρει πως ενδεχομένως η εσωτερική μετεγκατάσταση να μην παρουσιάζεται δυνατή για συγκεκριμένες κατηγορίες αιτητών γενικά, «για παράδειγμα, σε μερικές χώρες όπου τα ατομικά δικαιώματα των γυναικών είναι περιορισμένα και/ ή δεν είναι δυνατή η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ή βασικά μέσα επιβίωσης χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, ίσως να μην είναι σχετική η εξέταση της εσωτερικής μετεγκατάστασης για γυναίκες στις οποίες ελλείπει τέτοια υποστήριξη»[68]

Σύμφωνα επιπλέον με τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες Αρ.4 σε περίπτωση εξέτασης της δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης, μία συγκεκριμένη περιοχή οφείλει να προσδιορίζεται και στον αιτητή οφείλει να δίδεται επαρκής ευκαιρία να απαντήσει.[69]

Εν προκειμένω, η Αιτήτρια ερωτηθείσα σχετικά με ενδεχόμενο μετεγκατάστασής της, αποκρίθηκε ότι ο θείος της είναι δυνατό να την εξεύρει οπουδήποτε (ερυθρό 56 Δ. Φ.). Μόνη περιοχή με την οποία η Αιτήτρια παρουσιάζεται να έχει κάποια σύνδεση συνιστά η πολιτεία Bandundu, από την οποία ανέφερε ότι κατάγεται (ερυθρό 49 Δ. Φ.)[70] Ως εκ τούτου η εν λόγω περιοχή θα εξεταστεί ως προς τη δυνατότητα της Αιτήτριας προς μετεγκατάσταση.

Η πολιτεία Bandundu[71] έχει σήμερα χωριστεί επίσημα σε τρεις νέες επαρχίες, ήτοι το Kwango, το Kwilu και το Mai-Ndombe.[72] Οι περιοχές που κάλυπτε η πρώην πολιτεία Bandundu δε συγκαταλέγονται ανάμεσα σε αυτές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό που λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη.[73] [74] [75] Τον Ιούνιο του 2022 η έναρξη της διακοινοτικής βίας στην περιοχή Kwamouth της Mai- Ndombe, είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες αμάχων καθώς και μαζικές μετακινήσεις πληθυσμού. Η κρίση εξαπλώθηκε μεταξύ άλλων και στις πολιτείες Kwilu και Kwango.[76] Ως προς τα περιστατικά ασφαλείας στις εν λόγω πολιτείες αναφέρεται ότι από την αρχή του έτους έως και 23.06.2023 καταγράφηκαν από τη βάση δεδομένων ACLED στην πολιτεία Kwilu 9 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προήλθαν 34 απώλειες.1 εξ αυτών καταγράφηκε ως μάχη, 4 ως ταραχές και 4 ως βία κατά αμάχων.[77] Για την ίδια χρονική περίοδο η βάση δεδομένων ACLED κατέγραψε στην πολιτεία Kwango, 11 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προήλθαν 49 απώλειες. 6 εξ αυτών καταγράφηκαν ως μάχες και 5 ως βία κατά αμάχων.[78] Για την ίδια χρονική περίοδο στην επαρχία Maϊ- Ndombe καταγράφηκαν από την ως άνω βάση δεδομένων 9 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προέκυψαν 36 απώλειες. 1 περιστατικό καταγράφηκε ως μάχη και 8 ως βία κατά αμάχων.[79]

Σε σχέση περαιτέρω με την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης της Αιτήτριας στην πρώην περιοχή του Bandundu, επισημαίνω ότι δεν ανευρίσκω κάποιον λόγο ανάμεσα στα κίνητρα του θείου της Αιτήτριας για τον οποίο αυτός δε θα έχει ενδιαφέρον να την καταδιώξει εκτός της πρώην περιοχής συνήθους διαμονής, όπως αναφέρεται και ως άνω στον Οδηγό της ΕΥΥΑ, δεδομένου μάλιστα ότι την αναζητούσε και έπειτα από την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής της. Λαμβάνοντας υπόψιν πως η Αιτήτρια θα συνιστά γυναίκα χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στην περιοχή και μόνη μητέρα, περιστάσεις στιγματίζουσες τις γυναίκες όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ευλόγως αναμένεται ότι θα προκαλέσει την προσοχή του τοπικού αρχηγού, ο οποίος και συνιστά ‘φρουρό της ηθικής’ [80]. Περαιτέρω, δεδομένης της στενής συγγενικής τους σχέσης και της κοινής τους διαμονής για περισσότερα χρόνια, ευλόγως αναμένεται πως ο εν λόγω άνθρωπος θα γνωρίζει πως η Αιτήτρια δε διαθέτει οποιαδήποτε άλλη σύνδεση με περιοχή της χώρας καταγωγής πέραν του Bandundu. Ως εκ τούτου παρουσιάζεται εύλογο ο θείος της Αιτήτριας να αναζητήσει αυτήν αλλά και να την εξεύρει στην εν λόγω περιοχή, μέσω των τοπικών αρχηγών. Την ίδια στιγμή, ως εξηγήθηκε παραπάνω φορέας δίωξης στην περίπτωση της Αιτήτριας δε συνιστά μόνο ο θείος της αλλά και η κοινωνία στη χώρα καταγωγής, υποβάλλοντας πρόσωπα με τα στοιχεία προφίλ της Αιτήτριας σε σειρά συμπεριφορών διακριτικής μεταχείρισης και ενδεχόμενης κακοποίησης, χωρίς από τις πηγές οι οποίες έχουν προεκταθεί να προκύπτει ότι στιγματισμός των μόνων γυναικών και των μόνων μητέρων καθώς και τα υψηλά ποσοστά έμφυλης βίας περιορίζονται στην κοινωνία της Kinshasa. Ως παρατέθηκε ανωτέρω εξάλλου εκ του γεγονότος ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό δεν είναι ικανή και πρόθυμη να προσφέρει προστασία στην Αιτήτρια σε ένα μέρος της χώρας, τεκμαίρεται ότι δεν είναι ικανή ή πρόθυμη να επεκτείνει την προστασία σε άλλες περιοχές της χώρας, χωρίς οι πηγές οι οποίες ανωτέρω έχουν παρατεθεί να υποδεικνύουν διαφορετικά.[81] Κατά τα παραπάνω δε θεωρώ ότι είναι ασφαλής η μετεγκατάσταση της Αιτήτριας στις περιοχές οι οποίες καλύπτονται από την πρώην επαρχία Bandundu.

Σε κάθε περίπτωση και όλος επικουρικά των ανωτέρω και σχετικά με τον εύλογο χαρακτήρα της μετεγκατάστασης της Αιτήτριας στις εν λόγω περιοχές, επισημαίνω καταρχάς ότι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό συγκαταλέγεται σε ένα από τα πέντε πλέον φτωχά κράτη παγκοσμίως. Το 2022, περίπου το 62% των Κονγκολέζων, ήτοι περί τα 60 εκατομμύρια ανθρώπων, διαβιούσαν με λιγότερα από 2.15 δολάρια την ημέρα.[82] Ειδικά ως προς την επαρχία Bandundu, κατά το 2018 ο δείκτης διεθνούς πλουτισμού προσμετρήθηκε σε 12.8 από φάσμα 0- 100, με το 0 να υποδεικνύει την απόλυτη έλλειψη περιουσιακών στοιχείων και την κατώτατη ποιότητα στέγασης και υπηρεσιών.[83] Το ποσοστό των πλέον ενδεών νοικοκυριών, όσων ο δείκτης διεθνούς πλουτισμού ήταν κάτω από 35 προσμετρήθηκε σε 99.5, ενώ ο σχετικός δείκτης για τα ενδεή νοικοκυριά προσμετρήθηκε σε 100.[84] Το ποσοστό των νοικοκυριών με ηλεκτρισμό προσμετρήθηκε σε 3.27.[85] Παρατηρώ  περαιτέρω ότι σύμφωνα με αναφορά της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2018, η εργασιακή κατάσταση χειροτέρευσε στο Bandundu και στη Maniema όπου οι εργασίες τόσο στον επίσημο όσο και στον ανεπίσημο τομέα κατέρρευσαν.[86] Σύμφωνα ακόμα με τους ανωτέρω δείκτες, και δεδομένου ότι η Αιτήτρια συνιστά μητέρα τέκνου τετραετούς σχεδόν ηλικίας,  αναφέρεται ότι το ποσοστό των ελλιποβαρών παιδιών καταγράφηκε σε 32,9 ενώ η παιδική θνησιμότητα κάτω των πέντε ετών καταγράφηκε σε 54.6.[87]

Περαιτέρω, επισημαίνω πρόσφατη θέση του Νοεμβρίου του 2022 της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες σχετικά με τις επιστροφές στο Βόρειο Kivu, Νότιο Kivu, Ituri και παρακείμενες περιοχές στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, οι οποίες επηρεάζονται από τη συνεχιζόμενη σύγκρουση και βία. Στο πλαίσιο αυτό και εξετάζοντας τη μετεγκατάσταση σε περιοχές οι οποίες δεν έχουν επηρεαστεί από τη συνεχιζόμενη βία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ έκρινε μη δόκιμη την άρνηση διεθνούς προστασίας σε πρόσωπα τα οποία κατάγονται από τις πληγείσες περιοχές επί τη βάσει «υποτιθέμενης» μετεγκατάστασης σε άλλες περιοχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, εκτός αν ο Αιτητής διαθέτει ισχυρούς και προϋπάρχοντες δεσμούς στην προτεινόμενη περιοχή μετεγκατάστασης. Σύμφωνα με την ίδια θέση «Κατ’ ελάχιστο, τέτοιοι δεσμοί οφείλουν να συμπεριλαμβάνουν τη δυνατότητα ομιλίας της τοπικής γλώσσας, καθώς και την ύπαρξη οικογένειας ή άλλων ουσιωδών σχέσεων στην υπό εξέταση περιοχή.»[88] Εξάλλου, σύμφωνα με πηγή της έρευνας της Υπηρεσίας Μετανάστευσης της Δανίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό η οικογένεια και η εκκλησία συνιστούν ή πρακτικά διαδραματίζουν το ρόλο της ανεπίσημης κοινωνικής ασφάλειας (informal social security).[89] Περαιτέρω, τα νοικοκυριά των οποίων επικεφαλής είναι γυναίκες είναι γενικά περισσότερο ευάλωτα και επιδεικνύουν υψηλότερα ποσοστά ένδειας και εξαιρετικής ένδειας.[90]

Παρατηρώ κατόπιν των ανωτέρω ότι στην περιοχή του Bandundu ως ‘εθνική γλώσσα’ αναφέρονται τα Kikongo[91], τα οποία η Αιτήτρια δεν ομιλεί (ερυθρό 44 Δ. Φ.). Επιπλέον η Αιτήτρια δε γνωρίζει εάν διαθέτει εκεί οικογένεια (ερυθρό 47 Δ. Φ.), ενώ δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου η ύπαρξη οποιασδήποτε ουσιώδους σχέσης στην περιοχή, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψιν ότι δεν την έχει ποτέ επισκεφθεί (ερυθρό 47 Δ. Φ.) Ενόψει της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στην περιοχή και του γενικότερου οικονομικού χάσματος μεταξύ των φύλων[92], σε συνδυασμό με τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, ιδίως δε ότι συνιστά μόνη μητέρα ενός τέκνου εξαιρετικά νεαρής ηλικίας και γυναίκα χωρίς κάποιο δίκτυο στην περιοχή, στοιχεία εξάλλου τα οποία παρουσιάζονται ως προκαλούντα στιγματισμό της Αιτήτριας, η οποία δεν ομιλεί την τοπική γλώσσα και παρότι διαθέτει μόρφωση, δε διαθέτει κάποια εργασιακή εμπειρία, θα υπέβαλε την Αιτήτρια σε αδικαιολόγητη δυσχέρεια. Ως εκ τούτου δεν παρίσταται ούτε εύλογη η εσωτερική μετεγκατάσταση της Αιτήτριας.

Τέλος, καμία ένδειξη αποκλεισμού της Αιτήτριας από το καθεστώς του πρόσφυγα δεν έχει εντοπιστεί.

Κατόπιν των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής θα έρθει αντιμέτωπη με βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, για έναν από τους προβλεπόμενους στον Περί Προσφύγων Νόμο λόγους. Οι φορείς δίωξης είναι ιδιωτικής φύσης, ενώ το κράτος δεν είναι πρόθυμο και ικανό να παράσχει την προβλεπόμενη από την οικεία διάταξη προστασία. Οι προϋποθέσεις της μετεγκατάστασης δεν πληρούνται εν προκειμένω, ενώ, τέλος, καμία ένδειξη αποκλεισμού της Αιτήτριας από το καθεστώς του πρόσφυγα δεν έχει εντοπιστεί.

Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) και η Αιτήτρια αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.  Επιδικάζονται  έξοδα 800 ευρώ υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ'ων η Αίτηση.

 

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] UNHCR, ‘Guidelines on International Protection No 1 : Gender‑Related Persecution within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol relating to the Status of Refugees’ (2002), παρ. 35επ.

[2] Για το εν λόγω εργαλείο βλ. σχετικά https://ipsn.euaa.europa.eu/ipsn-tool (Filters used: Special Needs: Single Parents with Minor Children, Persons who have been Subjected to Rape, Persons who have been subjected to Other Serious Forms of Psychological, Physical or Sexual Abuse, Support: Personal Interview, ημερομηνία πρόσβασης 28/06/2023)

[3] EASO, ‘Practical Guide: Evidence Assessment’ (2015), 2 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 28/06/2023)

[4] Βλ. σχετικά με το σχηματισμό ουσιωδών ισχυρισμών EASO, ‘Practical Guide: Evidence Assessment’ (2015), διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 28/06/2023)

[5] Βλ. σχετικά Freedom House, ‘Freedom in the World 2023’ (2023), υπό F4, διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2023 (ημερομηνία πρόσβασης 28/06/2023)

[6] Η έρευνα έλαβε χώρα στη βάση δεδομένων ecoi.net. με χρησιμοποιηθέν φίλτρο (search term) το όνομα του θείου της Αιτήτριας, Μ.P.  (ερυθρό 36 Δ. Φ.)

[7] Αντίστοιχα και σε DNM v. Sweden, Application no. 28379/11 , ημερ. 27.06.2013, παρ. 52

[8] Βλ. Σχετικά EUAA Qualification Directive Judicial Analysis ,81 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 29/06/2023)

[9] Hathaway J. C./ Foster M., ‘The Law of the Refugee Status’ (2η Εκδ, CUP, 2014),114

[10] Σε σχετικές παρατηρήσεις προχώρησε και η μειοψηφία της απόφασης RH v. Sweden  (Application no. 4601/14, απόφ. ημερ. 10.09.2015, JOINT DISSENTING OPINION OF JUDGES ZUPANČIČ AND DE GAETANO) (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

«In the instant case the applicant, a single woman who has been living in Sweden for almost eight years and who has been absent from her country for longer, will not only be returned to an essentially dysfunctional society, but also to one that is positively hostile to her status and to what she has done these last ten years plus. Whatever family the applicant may still have in Mogadishu, especially male members, they will be equally, if not more, hostile

 

 

[11] CRC, ‘General comment No. 14 (2013) on the right of the child to have his or her best interests taken as a primary consideration (art. 3, para. 1)’ (2013), 13-17 διαθέσιμο σε https://www2.ohchr.org/english/bodies/crc/docs/gc/crc_c_gc_14_eng.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 29/06/2023)

[12]  CJEU, judgment of 6 June 2013, MA, BT and DA v Secretary of State for the Home Department, C-648/11, EU:C:2013:367 (hereinafter CJEU, 2013, MA, BT and DA), το ΔΕΕ διευκρινίζει ότι, ακόμη και όταν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο συμφέρον του ανηλίκου σε διάταξη του παράγωγου δικαίου της ΕΕ, η ισχύς του άρθρου 24 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παράγραφος 1 αυτού, είναι ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή αυτής της διάταξης.

[13] EUAA, ‘Qualification for International Protection Judicial Analysis Second Edition’ (2023), 78 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 28/06/2023)

[14] Βλ. ενδεικτικά The Guardian, 'Revealed: How the World Turned its Back on Rape Victims of Congo’ (2015) διαθέσιμο σε https://www.theguardian.com/world/2015/jun/13/rape-victims-congo-world-turned-away (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023)

[15] Βλ. για τα παραπάνω USDOS, ‘2022 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo’ (2023), υπό Section 6. Discrimination and Societal Abuses: Women: Rape and Domestic Violence, διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[16] CEDAW, ‘Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo’, CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 8 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[17] Βλ. για τα παραπάνω USDOS, ‘2022 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo’ (2023), υπό Section 6. Discrimination and Societal Abuses: Women: Rape and Domestic Violence, διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

 

[18] Freedom House, ‘Freedom in the World 2023’ (2023), υπό G3  διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2023 (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[19] Mouvement des Survivant.e.s de Viols et Violences Sexuelles en RDC et al, ‘Rapport Conjoint en vue de l’Examen Périodique Universel du Conseil des Droits de l’Homme, République Démocratique du Congo « La voix des survivant.e.s de violences sexuelles en temps de conflit »’ (2018), 5 διαθέσιμο διαμέσου του IRB Canada, ‘Democratic Republic of the Congo: Domestic and sexual violence, including treatment of survivors; legislation; state protection and support services (2019–March 2021) (2021), διαθέσιμο σε https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458312&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023)

 

[20] Laura Davis and Priscilla Hayner, Difficult Peace, Limited Justice: Ten Years of Peacemaking in the DRC, (New York: International Center for Transitional Justice, 2009), μερικώς διαθέσιμο δια του Mouvement des Survivant.e.s de Viols et Violences Sexuelles en RDC et al, ‘Rapport Conjoint en vue de l’Examen Périodique Universel du Conseil des Droits de l’Homme, République Démocratique du Congo « La voix des survivant.e.s de violences sexuelles en temps de conflit »’ (2018), 5-6 διαθέσιμο διαμέσου του IRB Canada, ‘Democratic Republic of the Congo: Domestic and sexual violence, including treatment of survivors; legislation; state protection and support services (2019–March 2021) (2021), διαθέσιμο σε https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458312&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023)

[21] Mouvement des Survivant.e.s de Viols et Violences Sexuelles en RDC et al, ‘Rapport Conjoint en vue de l’Examen Périodique Universel du Conseil des Droits de l’Homme, République Démocratique du Congo « La voix des survivant.e.s de violences sexuelles en temps de conflit »’ (2018), 6 διαθέσιμο διαμέσου του IRB Canada, ‘Democratic Republic of the Congo: Domestic and sexual violence, including treatment of survivors; legislation; state protection and support services (2019–March 2021) (2021), διαθέσιμο σε https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458312&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023)

[22] CEDAW, ‘Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo’, CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 8 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[23] USDOS, ‘2022 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo’ (2023), υπό Executive Summary, διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[24] USDOS, ‘2022 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo’ (2023), υπό ‘Section 6. Discrimination and Societal Abuses: Women: Rape and Domestic Violence’ , διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[25]IRB Canada, ‘Democratic Republic of the Congo: Domestic and sexual violence, including treatment of survivors; legislation; state protection and support services (2019–March 2021)’ (2021), υπό 2. COVID-19 and Domestic and Sexual Violence, διαθέσιμο σε https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458312&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023)

[26] DIS, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic Conditions in Kinshasa’ (2022), 30-31 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023) Σημειώνω εξάλλου ότι το Panzi Foundation το οποίο αναφέρεται σε IRB Canada, ‘Democratic Republic of the Congo: Domestic and sexual violence, including treatment of survivors; legislation; state protection and support services (2019–March 2021)’ (2021), υπό 5. Support Services , διαθέσιμο σε https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458312&pls=1 απευθύνεται σε επιζήσασες έμφυλης βίας σχετιζόμενη με σύγκρουση (conflict related) βλ. σχετικά The Mukwege Foundation,

‘The Mukwege Foundation and Panzi’ (άγνωστης ημερομηνίας) διαθέσιμο σε https://www.mukwegefoundation.org/mukwege-foundation/ (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023)

«Together, Panzi Hospital and Foundation offer a holistic model of care for survivors of conflict-related sexual violence.»

 

[28] De Herdt, Tom “Hidden families, single mothers and Cibalabala: Economic Regress and Changing Household Composition in Kinshasa”, Trefon, T. (Red.), Reinventing order in the Congo – How people respond to state failure in Kinshasa. London: Zed Books, 2004 pp. 121, 128, μερικώς προσβάσιμο μέσω DIS, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic Conditions in Kinshasa’ (2022), 29 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

[29] IRB, ‘Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) (2019), υπό 3, διαθέσιμο σε https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458089&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[30] DIS, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic Conditions in Kinshasa’ (2022), 1 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[32] DIS, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic Conditions in Kinshasa’ (2022), 29 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

 

[33] Wagner K. et al, ‘“If I was with my father such discrimination wouldn’t exist, I could be happy like other people”: a qualitative analysis of stigma among peacekeeper fathered children in the Democratic Republic of Congo’ (2020), διαθέσιμο σε https://conflictandhealth.biomedcentral.com/articles/10.1186/s13031-020-00320-x (ημερομηνία πρόσβασης 29/06/2023)

[34] Hartog K. et al ‘Understanding Stigmatisation: Results of a Qualitative Formative Study with Adolescents and Adults in DR Congo’ (2020), διαθέσιμο σε https://link.springer.com/article/10.1007/s10699-020-09706-9 (ημερομηνία πρόσβασης 29/06/2023)

[35] Global Press Journal, ‘Local Organization Makes Gains in Eroding Stigma for Single Motherhood in DRC’ (2015),Διαθέσιμο σε https://globalpressjournal.com/africa/democratic-republic-of-congo/local-organization-makes-gains-in-eroding-stigma-for-single-motherhood-in-drc/ (ημερομηνία πρόσβασης 29/06/2023)

 

[36] Freedom House, ‘Freedom in the World 2023- Democratic Republic of the Congo’ (2023), υπό F4 διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2023 (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[37] Βλ. για τα παραπάνω USDOS, ‘2022 Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo’ (2023), υπό Section 6. Discrimination and Societal Abuses: Women:Discrimination διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[38] Όπως προκύπτει από https://www.ohchr.org/en/countries/democratic-republic-congo (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[39] CEDAW, ‘Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo’, CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 11 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[40] CEDAW, ‘Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo’, CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 5 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[41] CEDAW, ‘Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo’, CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 7 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[42] CEDAW, ‘Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo’, CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 8 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[43] CEDAW, ‘Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo’, CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 10 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[44] Landinfo, ‘Temanotat: Den demokratiske republikken Kongo: Intern migrasjon’, (2015), 20 όπως μεταφέρεται από DIS, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic Conditions in Kinshasa’ (2022), 28 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[45] Ως προς την οριζόντια απαγόρευση η οποία τίθεται τουλάχιστον έμμεσα και έναντι των ιδιωτών βλ. σχετικά και Τσιρλή Μ. ‘Άρθρο 3 Απαγόρευση των βασανιστηρίων’ σε Λ. Α. Σισιλιάνο ‘Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ερμηνεία Κατ’ άρθρο’ (Έκδ 2η, Νομική Βιβλιοθήκη),  122  βλ. εξάλλου και ΕΔΔΑ, SA v. Sweden ( Application no. 66523/10, απόφαση ημερ. 27.06.2013, παρ. 42)  «Owing to the absolute character of the right guaranteed, Article 3 of the Convention may also apply where the danger emanates from persons or groups of persons who are not public officials. However, it must be shown that the risk is real and that the authorities of the receiving State are not able to obviate the risk by providing appropriate protection (H.L.R. v. France, judgment of 29 April 1997, Reports 1997-III, § 40).»

 

 

[46] Για τον ορισμό των εν λόγω πράξεων βλ. σχετικά UN Women, ‘BRIDGING THE GAP: SEXUAL EXPLOITATION, ABUSE AND HARASSMENT (SEAH)’ (2020), 4 διαθέσιμο σε https://www.unwomen.org/sites/default/files/Headquarters/Attachments/Sections/Library/Publications/2020/Discussion-paper-Sexual-exploitation-abuse-and-harassment-SEAH-en.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023) « Sexual exploitation and abuse (SEA) are defined in the United Nations Secretary-General’s Bulletin on Special measures for protection from sexual exploitation and sexual abuse (2003)9 as follows: Sexual exploitation is “any actual or attempted abuse of a position of vulnerability, differential power, or trust, for sexual purposes, including, but not limited to, profiting monetarily, socially or politically from the sexual exploitation of another”»

 

 

[47]  Για τον ορισμό των εν λόγω πράξεων βλ. σχετικά UN Women, ‘BRIDGING THE GAP: SEXUAL EXPLOITATION, ABUSE AND HARASSMENT (SEAH)’ (2020), 3 διαθέσιμο σε https://www.unwomen.org/sites/default/files/Headquarters/Attachments/Sections/Library/Publications/2020/Discussion-paper-Sexual-exploitation-abuse-and-harassment-SEAH-en.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023) « An effective policy needs to start by defining sexual harassment for what it is: “a human rights violation of gender-based discrimination, regardless of sex, in a context of unequal power relations such as a workplace and/or gender hierarchy. It can take the form of various acts including rape, other aggressive touching, forced viewing of pornography, taking and circulation of sexual photographs, as well as verbal sexual conduct”»

 

[48] EUAA, ‘Qualification for International Protection Judicial Analysis Second Edition’ (2023), 118 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[51] CEDAW, ‘Concluding observations on the eighth periodic report of the Democratic Republic of the Congo’, CEDAW/C/COD/CO/8 ,(2019), 5 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2014966/N1923692.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2023)

[52] EUAA, ‘Qualification for International Protection Judicial Analysis Second Edition’ (2023)                                               87-88 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 28/06/2023)

[53] Δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων https://www.refworld.org/cgi-bin/texis/vtx/rwmain/opendocpdf.pdf?reldoc=y&docid=4c493c6c2

 

[54] Σημείο 6 των εν λόγω κατευθυντήριων οδηγιών. Η UNHCR επισημαίνει, στο σημείο 5 των εν λόγω οδηγιών, ότι, «[ι]στορικά, ο ορισμός του πρόσφυγα ερμηνευόταν υπό το πρίσμα των εμπειριών των αντρών, οδηγώντας στη μη αναγνώριση αρκετών περί ασύλου ισχυρισμών που προβάλλονταν από τις γυναίκες και τους ομοφυλόφιλους

[55]  Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Bilali (C‑720/17, EU:C:2019:448, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2011/95.

[56] Σημείο 3 των εν λόγω κατευθυντήριων οδηγιών

[57] Βλ. κατευθυντήριες οδηγίες για τη διεθνή προστασία αριθ. 2: «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και/ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων (στο εξής: κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα), της 8ης Ιουλίου 2008 (σημεία 2 και 14).

[58] Βλ. κατευθυντήριες οδηγίες για τη διεθνή προστασία αριθ. 2: «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και/ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων σημείο 2 και 14

[59] Βλ. κατευθυντήριες οδηγίες για τη διεθνή προστασία αριθ. 2: «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και/ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων. Η UNHCR τονίζει ότι η συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα πρέπει να νοηθεί ως μια εξελισσόμενη έννοια, που λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική και μεταβαλλόμενη φύση των ομάδων στις διάφορες κοινωνίες, καθώς και την εξέλιξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα (σημείο 3).

[61] Βλ. σχετικά EASO, ‘Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative’ (2021), 12 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[62] UNHCR, ‘Guidelines on International Protection No. 4: "Internal Flight or Relocation Alternative" within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol relating to the Status of Refugees (HCR/GIP/03/04)’ (2003), 4 διαθέσιμο σε https://www.unhcr.org/media/guidelines-international-protection-no-4-internal-flight-or-relocation-alternative-within (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

 

[65] UNHCR, ‘Guidelines on International Protection No. 4: "Internal Flight or Relocation Alternative" within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol relating to the Status of Refugees (HCR/GIP/03/04)’ (2003), 3 διαθέσιμο σε https://www.unhcr.org/media/guidelines-international-protection-no-4-internal-flight-or-relocation-alternative-within (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

[66] ΕΔΔΑ, SUFI AND ELMI v. THE UNITED KINGDOM, απόφαση επί των αιτήσεων  8319/07 and 11449/07ημερ. 28.06.2011,  283

[67] ΕΔΔΑ, CASE OF A.A.M. v. SWEDEN, απόφαση επί της αίτησης 68519/10, ημερ. 03.04.2014, 73

[68] EASO, ‘Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative’ (2021), 15 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

[69] UNHCR, ‘Guidelines on International Protection:“Internal Flight or Relocation Alternative” within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol relating to the Status of Refugees’ (2003), 3 διαθέσιμο σε https://www.unhcr.org/media/guidelines-international-protection-no-4-internal-flight-or-relocation-alternative-within (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[70] Βλ. εξάλλου ότι κατά την ταυτοποίηση του εξεταζόμενου μέρους της χώρας αξιολόγησης οφείλει να τύχει η δύναμη της σύνδεσης του Αιτητή με τη συγκεκριμένη περιοχή EUAA, ‘Qualification for International Protection Judicial Analysis Second Edition’ (2023),143 Διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[71] http://www.geonames.org/2317396/bandundu-province.html (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

[73] Ως προς την τοποθεσία της περιοχής βλ. http://www.geonames.org/2317396/bandundu-province.html (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

[74] Ως προς τις περιοχές που επηρεάζονται από ένοπλη σύρραξη UNSC, S/2023/237, ‘Implementation of the Peace, Security and Cooperation Framework for the Democratic Republic of the Congo and the Region Report of the Secretary-General’ (March 2023), διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2091672/N2308384.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023) βλ. εξάλλου σχετικά και το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης ότι «The regions that have been most affected by the armed conflicts are Kivu, Kasai, and Ituri, although violence is widespread and affects the whole country.» RULAC, Non-International Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse2accord (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023) όπου αναφέρονται και οι περιοχές βάσεων των μερών

 

[75] Βλ. εξάλλου ότι στις χώρες όπου λαμβάνει χώρα ένοπλη σύγκρουση, είναι αναγκαία η αξιολόγηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή που εξετάζεται για μετεγκατάσταση EASO, ‘Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative’ (2021), 20 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

 

[76] UNICEF DRC, ‘Inter-community violence in Kwamouth territory, DRC’ (2023), διαθέσιμο σε https://www.unicef.org/media/139901/file/DRC-Inter-community-violence-SitRep-April-2023.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

 

[77] https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard (Filters: Event Date: 01/01/2023 – 23/06/2023, Event Type : Battles/ Violence against Civilians/ Explosions- Remote Violence/ Riots, Region: Middle Africa: Democratic Republic of Congo: Kwilu, ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

 

[78] https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard (Filters: Event Date: 01/01/2023 – 23/06/2023, Event Type : Battles/ Violence against Civilians/ Explosions- Remote Violence/ Riots, Region: Middle Africa: Democratic Republic of Congo: Kwango, ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023)

[79] https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard (Filters: Event Date: 01/01/2023 – 23/06/2023, Event Type : Battles/ Violence against Civilians/ Explosions- Remote Violence/ Riots, Region: Middle Africa: Democratic Republic of Congo: Maϊ-Ndombe, ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2023)

[80] IRB Canada, ‘Democratic Republic of Congo: Customary chiefs, including their authority, regions where they are present and their legal recognition; how to become a customary chief, including the need for human sacrifice; consequences of refusing to become a customary chief; state protection’ (2014), υπό 2 διαθέσιμο σε https://www.refworld.org/docid/5524e0ca4.html (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

 

[81] UNHCR, ‘Guidelines on International Protection No. 4: "Internal Flight or Relocation Alternative" within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol relating to the Status of Refugees (HCR/GIP/03/04)’ (2003), 4 διαθέσιμο σε https://www.unhcr.org/media/guidelines-international-protection-no-4-internal-flight-or-relocation-alternative-within (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

[82]World Bank, ‘The World Bank in DRC’ (updated: 29.03.2023) https://www.worldbank.org/en/country/drc/overview (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[83] https://globaldatalab.org/areadata/profiles/CODr103/ (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023) Το Global Data Lab (GDL) αποτελεί ανεξάρτητο κέντρο δεδομένων και έρευνας στο Nijmegen School of Management του Radboud University βλ. σχετικά https://globaldatalab.org/about/mission/ (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

 

[84] https://globaldatalab.org/areadata/profiles/CODr103/ (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[85] https://globaldatalab.org/areadata/profiles/CODr103/ (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

[86]   World Bank, ‘Report No. 112733-ZR Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State’ (2018), 123  Διαθέσιμο σε https://documents1.worldbank.org/curated/en/171101529346675751/pdf/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[87] https://globaldatalab.org/areadata/profiles/CODr103/ (ημερομηνία πρόσβασης 27/06/2023)

[88] UNHCR, ‘UNHCR POSITION ON RETURNS TO NORTH KIVU, SOUTH KIVU, ITURI AND ADJACENT AREAS IN THE DEMOCRATIC REPUBLIC OF CONGO AFFECTED BY ONGOING CONFLICT AND VIOLENCE – Update III’ (2022), 13

διαθέσιμο σε https://www.refworld.org/publisher,UNHCR,COUNTRYPOS,,6368eec64,0.html (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[89] DIS, ‘Democratic Republic of Congo: Socioeconomic in Kinshasa’ (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 13/07/2023)

[90]  World Bank, ‘Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State’ (2018), 1 διαθέσιμο σε https://openknowledge.worldbank.org/server/api/core/bitstreams/1a1bc554-9b8b-57ca-9868-13b4cf5ca380/content (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[91] βλ. Ενδεικτικά CRC, ‘Consideration of reports submitted by States parties under article 12, paragraph 1, of the Optional Protocol to the Convention on the Rights of the Child on the sale of children, child prostitution and child pornography Reports of States parties due in 2004 Democratic Republic of the Congo*’                                                                 (2016) ,5 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1405057/1930_1500994026_g1613653.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023)

[92] Donald A. A. et al. ’Obstacles and Opportunities for women’s economic empowerment in the DRC’ (2022), διαθέσιμο σε https://blogs.worldbank.org/africacan/obstacles-and-opportunities-womens-economic-empowerment-drc (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2023) «Only 62% of women in the DRC participate in the labor market and a mere 6.4% of women work in wage employment, compared to 23.9% of men.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο