ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 8614/2021
24 Νοεμβρίου, 2023
[Ε. Ρήγα, ΔΙΚΑΣΤΗΣ Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.O.N.,
από Νιγηρία
Αιτητή,
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Γεωργίου (κα) για Πιερίδης και Πιερίδης
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Α. Ιωάννου (κος) για Ε. Χατζηπέτρου (κος), Δικηγόρος της Δημοκρατίας
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 23.11.2021, με την οποίαν απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία, καθώς η εν λόγω αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις(2)(δ) των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2019 (στο εξής αναφερόμενος ως «o περί Προσφύγων Νόμος»).
Γεγονότα
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
Ο Αιτητής κατάγεται από την Νιγηρία την οποίαν εγκατέλειψε στις 26.02.2020 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 03.03.2020, δια μέσου των οποίων διήλθε στις ελεγχόμενες περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Στις 06.03.2020, υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία αφού εξετάστηκε επί της ουσίας της, αυτή απορρίφθηκε στις 7.12.2020. Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Αιτητής καταχώρισε προσφυγή με αριθμό 1985.2021 ενώπιόν του παρόντος Δικαστηρίου η οποία απορρίφθηκε στις 27.09.2021. Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρισε στις 18.10.2021 μεταγενέστερη αίτηση, κατά την εξέταση της οποίας ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε με σχετικό Σημείωμα/Εισήγηση ημερ. 03.11.2021 όπως η μεταγενέστερη αίτηση κριθεί απαράδεκτη. Η εισήγηση αυτή έγινε αποδεκτή από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό στις 23.11.2021 με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης του. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους oι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Υποβάλλουν περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή του, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνω ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή, πολλώ μάλλον κατά τρόπο που να προκύπτει ο πυρήνας του αιτήματός του και να δικαιολογεί την κρίση περί του παραδεκτού της υποβληθείσας μεταγενέστερης αίτησης[1]. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από τον γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και εφόσον εν προκειμένω αυτό που προσβάλλεται είναι η μεταγενέστερη αίτησή του Αιτητή, λυσιτελείς ισχυρισμοί θα ήταν μόνο ισχυρισμοί που βάλλουν κατά της κρίσης περί απαραδέκτου της μεταγενέστερης αίτησης. Είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως. Λόγοι ακυρώσεως λοιπόν, οι οποίοι ομιλούν γενικά και αόριστα περί πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς ωστόσο να προβάλλονται ισχυρισμοί οι οποίοι να ανατρέπουν την κρίση των Καθ' ων η αίτηση περί απαραδέκτου της μεταγενέστερης αίτησής του, είναι αλυσιτελείς.
Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας άπτεται της ουσίας της υπόθεσης -ως προς το παραδεκτό ή όχι της μεταγενέστερης αίτησής του Αιτητή- την οποίαν οφείλω να εξετάσω ούτως ή άλλως ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5].
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Εξετάζοντας κατά πόσο έχει εν προκειμένω διεξαχθεί η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, προσφεύγω στη γενική νομολογιακή αρχή αναφορικά με την οποίαν ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης[6].
Επισημαίνεται ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[7], διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων[8]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα (- έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:
Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον: (α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και (β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[9].
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).
Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αρχικής του αίτησης για διεθνή προστασία, κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή κινδύνευε η ζωή του από τους άντρες της φυλής Hausa, οι οποίοι σκοτώνουν ομόφυλους τους. Ωστόσο κατά το στάδιο της συνέντευξής του, αναίρεσε τον ισχυρισμό αυτό, ισχυριζόμενος ότι η δήλωση για τους άντρες της φυλής Hausa δεν σχετίζεται με τον ίδιο και δεν ευσταθούν, προσθέτοντας ότι δε συμπλήρωσε ο ίδιος την αίτησή του για διεθνή προστασία αλλά ένας φίλος του. Ισχυρίστηκε τελικώς ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να σώσει τη ζωή του, λόγω κτηματικών διαφορών που είχε με ένα γείτονά του. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του αυτοί κρίθηκαν ότι ήταν γενικόλογοι και αόριστοι, και δεν συνδέονται με οποιαδήποτε μορφή δίωξης.
Στο πλαίσιο της επίδικης, μεταγενέστερης αίτησης του, κατέγραψε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του καθώς σκοτώνονται καθημερινά συμπατριώτες του από τους άντρες της φυλής Hausa. Καταγράφει περαιτέρω ότι η ζωή του απειλείται από ένα θείο του λόγω κτηματικής διαφοράς και σε περίπτωση που δεν του μεταβιβάσει την γη, θα πεθάνει όπως πέθανε και ο πατέρας του.
Εξετάζοντας την μεταγενέστερη αίτηση ασύλου του Αιτητή, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί του περί απειλών κατά της ζωής του από άντρες της φυλής Hausa δεν αποτελούν νέα στοιχεία, καθώς ίδιους ισχυρισμούς είχε προβάλει και κατά την προγενέστερη διαδικασία εξέτασής της αίτησής του, τους οποίους ωστόσο αναίρεσε κατά τη συνέντευξή του. Παρατήρησε επιπλέον ο λειτουργός ασύλου ότι αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι ένας γείτονας του διεκδίκησε τη γη που κληρονόμησε μετά τον θάνατο του πατέρα του και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει αν δεν του την μεταβιβάσει, αυτοί εξετάστηκαν στο πλαίσιο της αρχικής του αίτησης, ωστόσο απορρίφθηκαν ως γενικοί και αόριστοι. Παρατηρεί περαιτέρω ο λειτουργός ασύλου ότι κατά την συνέντευξή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι απειλείται από τον θείο του για κτηματική διαφορά και όχι από τον γείτονα του. Παραθέτοντας τις παρατηρήσεις του αυτές, ο λειτουργός ασύλου καταλήγει ότι οι ισχυρισμοί του περί απειλών της ζωής του από άντρες της φυλής Hausa δεν αποτελούν νέα στοιχεία, ενώ αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί απειλών που δέχεται από τον θείο του λόγω εδαφικής διαφοράς, ο Αιτητής είχε κάθε ευκαιρία να αναφερθεί σε αυτόν εάν το επιθυμούσε κατά την διάρκεια της συνέντευξης του, αλλά δεν το έπραξε λόγω δικής του υπαιτιότητάς. Ενόψει τούτων, η μεταγενέστερη αίτησή του Αιτητή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Εξετάζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, είναι η κατάληξή μου ότι ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ιδιαίτερα, διαφαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν στην (απαιτούμενη) προκαταρκτική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησής του Αιτητή και κατά το προκαταρκτικό αυτό στάδιο, έκριναν ότι δεν πληρείτο καμία εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται (σωρευτικώς) στο άρθρο 16Δ(3)(β)[10] ώστε να προβούν σε ουσιαστική εξέταση των προβληθέντων ισχυρισμών. Με αυτή τους την κατάληξη συμφωνώ, λαμβάνοντας υπόψη την εναλλαγή των θέσεων του Αιτητή, ιδιαίτερα αναφορικά με τον ισχυρισμό περί απειλών της ζωής του από άντρες της φυλής Hausa ο οποίος ενώ προωθήθηκε αρχικώς με την αίτησή του, ακολούθως αποσύρθηκε από τον ίδιο στο πλαίσιο της συνέντευξής του, δηλώντας ότι αυτός δεν ισχύει. Η επαναφορά του ίδιου αυτού ισχυρισμού, χωρίς να επεξηγεί γιατί δεν προώθησε αυτόν στο πλαίσιο της συνέντευξής του, πλήττει, αναπόφευκτα, την αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού. Αναφορικά με τον έτερο ισχυρισμό του Αιτητή περί απειλών της ζωής του από τον θείο του λόγω κτηματικής διαφοράς, σημειώνεται η αντίφαση που παρατηρείται ως προς το πρόσωπο του κατ’ ισχυρισμόν διώκτη, αφού κατά τη συνέντευξή του, ανέφερε ότι είχε κτηματικά προβλήματα και δεχόταν απειλές από τον θείο του. Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι ίδιο ισχυρισμό προώθησε ο Αιτητής και με την προσφυγή την οποία καταχώρισε εναντίον της απορριπτικής απόφασης επί της αρχικής του αίτησης ασύλου, η οποία ωστόσο (προσφυγή) απορρίφθηκε στις 27.09.2021.
Κρίνω λοιπόν ως ορθή την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν προωθήθηκαν από τον Αιτητή κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης λόγω δικής του υπαιτιότητας.
Διαπιστώνω συνεπώς ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, μεταξύ άλλων, εξαιτίας της γενικότητας με την οποίαν αυτοί προβάλλονται και την αναξιοπιστία που απορρέει από την καθυστέρηση στην προβολή τους (τριών περίπου χρόνων από την απόρριψη της αρχικής του αίτησης) αλλά και από την εναλλαγή των θέσεων του Αιτητή -υπενθυμίζεται η αρχική καταγραφή του περί καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα του, η οποία αναιρέθηκε κατά την διάρκεια της συνέντευξής του- δεν έχουν επίδραση στην αξιολόγηση αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Από τα ενώπιόν μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τους ισχυρισμούς του Αιτητή, στο μέτρο που αυτοί θα ήταν κρίσιμοι για το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησής του για άσυλο. Από τα όσα καταγράφονται σε αυτήν, ουδέν νέο στοιχείο ή πόρισμα ή ισχυρισμό αναφέρει ο Αιτητής ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτή χρήζει περαιτέρω εξέτασης και/ή κλήσης του σε συνέντευξη. Την μεταγενέστερη αίτηση χαρακτηρίζουν γενικόλογες αναφορές και ισχυρισμοί που δεν τεκμηριώθηκαν με οποιαδήποτε έγγραφα ή με περαιτέρω λεπτομέρειες και δεν εξηγούν σε καμία περίπτωση το λόγο που οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν κατά τα προηγούμενα στάδια εξέτασής της αίτησής του. Διαπιστώνω συνεπώς ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, μεταξύ άλλων, εξαιτίας της γενικότητας με την οποίαν αυτοί προβάλλονται και την αναξιοπιστία που απορρέει από την καθυστέρηση στην προβολή τους, δεν έχουν επίδραση στην αξιολόγηση της χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας
Καταλήγω συνεπώς ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν ως απαράδεκτη την αίτησή του Αιτητή, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου. Για τον λόγο αυτό δεν υπήρχε ανάγκη για περαιτέρω έρευνα ή κλήση του Αιτητή σε συνέντευξη. Ουδεμία πλημμέλεια ή άλλη παρατυπία μπορώ να διαπιστώσω στην διαδικασία προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησής του Αιτητή στη βάση της οικείας νομοθεσίας ως ανωτέρω καταγράφεται. Οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν δεόντως τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ως αυτοί προωθήθηκαν με την αίτησή του και την απέρριψαν ως απαράδεκτη δυνάμει των όσων προνοεί η νομοθεσία που ανωτέρω αναφέρεται αιτιολογώντας τούτο πλήρως.
Υπό των φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί προϊόν ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων, σύμφωνα και με το Νόμο και είναι πλήρως αιτιολογημένη.
Οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση, θα καθιστούσε τη διαδικασία ατέρμονη, καταχρηστική και αντίθετη με τους σκοπούς του Περί Προσφύγων Νόμου και της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα με το πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 26.05.2023 (Κ.Δ.Π. 166/23), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή να προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και τα οποία να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας ιθαγένειας. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Ε. Ρήγα Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552.
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[4] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345
[7] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)
[8] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.
[10] «16Δ3(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο