Κ.Κ.Ι. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 4840/2023, 27/9/2024
print
Τίτλος:
Κ.Κ.Ι. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 4840/2023, 27/9/2024

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: 4840/2023

 

27 Σεπτεμβρίου  2024

 

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Κ.Κ.Ι. από τη Δημοκρατία του Μπουρούντι

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

  

Μ. Αουάτ (κα), για Μικαέλλα Αουάτ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ι.Α. Γεωργίου (κος), Δικηγόρος για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Ο Αιτητής είναι παρών (Παρούσα η διερμηνέας κα Έλενα Ηρακλέους για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα)

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλει την απόφαση  των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 01/12/2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία ως άκυρη.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, ο Αιτητής, υπήκοος της Δημοκρατίας του Μπουρούντι, στις 26/06/2023, εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και στις 06/07/2023, εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων από την Τουρκία και μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση περιοχών.  Στις 24/07/2023, υπέβαλε αίτηση για παροχή Διεθνούς Προστασίας.  Στις 26/09/2023, ο αρμόδιος λειτουργός της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (στο εξής E.Y.Y.A.), πραγματοποίησε συνέντευξη στον Αιτητή και στις 30/11/2023, ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας με την εισήγηση της απόρριψης της αίτησης του Αιτητή.  Την 01/12/2023, ο εξουσιοδοτημένος από τον αρμόδιο Υπουργό λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου, ενέκρινε την έκθεση και εισήγηση σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας.  Στις 21/12/2023, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη της αίτησης και την αιτιολόγηση της απόφασης.  Αυθημερόν, η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της σε γλώσσα πλήρως κατανοητή προς τον ίδιο (Γαλλικά). Στις 22/12/2023, ο Αιτητής καταχώρησε αυτοπροσώπως την παρούσα προσφυγή.  Ακολούθως, ο Αιτητής διόρισε συνήγορο για να τον εκπροσωπήσει.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, ο Αιτητής, ο οποίος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν προέβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της επίμαχης απόφασης απόρριψης του αιτήματός του για διεθνή προστασία.  Αυτό που κατέγραψε ήταν ότι επιθυμούσε την επανεξέταση του αιτήματός του καθώς στη χώρα καταγωγής του επικρατούσε αστάθεια και επιπλέον καταζητείτο από τα μέλη της νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος για το λόγο του ότι αρνήθηκε να συμμετάσχει σε αυτό.  Συμπλήρωσε ακόμη ότι σε περίπτωση επιστροφής στη Δημοκρατία του Μπουρούντι, θα τον έβρισκαν και πιθανότατα θα τον σκότωναν. 

 

Στις 02/02/2024, οι κ.κ. Μικαέλλα Αουάτ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. διορίστηκαν ως δικηγόροι του Αιτητή.  Στις 11/03/2024, καταχωρήθηκε αίτημα δια κλήσεως μέσω του οποίου ο Αιτητής δια των συνηγόρων του, αιτείτο δικαστικό διάταγμα που να επέτρεπε την τροποποίηση του αιτητικού της προσφυγής.  Στις 11/04/2024, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και εξέδωσε διάταγμα τροποποίησης, αλλά οι δικηγόροι του Αιτητή παρέλειψαν να καταχωρήσουν τροποποιημένη προσφυγή.   

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση αιτήθηκαν από το Δικαστήριο όπως αγορεύσουν προφορικώς κατά τις διευκρινίσεις, αίτημα το όποιο έγινε δεκτό εφοσον  οι ισχυρισμοί τους περιοριστούν στην ουσία της υπόθεσης.

 

Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ημερομηνίας 12/06/2024, η συνήγορος του Αιτητή επανέλαβε τα όσα ο Αιτητής ανέφερε  στη συνέντευξή του, ήτοι ότι οι IMBONERAKURE τον απειλούσαν για το λόγο του ότι δεν εντάχθηκε στο κόμμα τους και ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του συνεπεία του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του.  Ο συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένστασης τους.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Καταρχάς θα πρέπει να τονιστεί ότι η γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του Αιτητή δεν θα ληφθεί υπόψιν καθώς ουδέποτε καταχωρήθηκε τροποποιημένη προσφυγή και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε κατά την διάρκεια της συνέντευξης, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα  προσφυγή.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, αυτός είναι ενήλικος υπήκοος της Δημοκρατίας του Μπουρούντι.

 

Στην αίτησή του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι του ζητήθηκε από το κυβερνών πολιτικό κόμμα να ενταχθεί σε αυτό, αλλά δεν δέχτηκε.  Πρόβαλε ακόμη ότι φοβόταν για τις επερχόμενες συνέπειες της εν λόγω στάσης του.  (ερυθρό 1 του δ.φ.).

 

Στη συνέντευξή του ενώπιον λειτουργού της Ε.Υ.Υ.Α. πρόβαλε ότι στις 26/06/2023, αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα του και στις 06/07/2023, εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων από την Τουρκία και μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση περιοχών.  Γεννήθηκε στην πόλη Ngozi, της επαρχίας Ngozi του Μπουρούντι, το οποίο αποτελεί τον τελευταίο τόπο διαμονής του στη χώρα. Είναι καθολικός, ανήκει στην εθνότητα Tutsi και ομιλεί Γαλλικά, λίγα αγγλικά καθώς και τη γλώσσα Kirundi.  Ως προς την οικογένειά του, οι γονείς του ζουν στη Ngozi και δεν έχει αδέλφια. (ερυθρά 42, 40, 39 και 38 του δ.φ.). 

 

Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι οι Imbonerakure - ανήκαν στο κυβερνών πολιτικό κόμμα CNDD-FDD - τον απειλούσαν και αυτό επειδή αρνήθηκε να συμμετάσχει στο κόμμα.   Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι με το που αρνήθηκε, άρχισαν να τον προσκαλούν στις συναντήσεις τους κι εκείνος δεν απαντούσε.  Ακολούθως και καθώς αδιαφορούσε για τις προσκλήσεις τους, εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης εναντίον του.  Κατόπιν αυτού, ο Αιτητής μετέβηκε στο Cendajuru όπου παρέμεινε για 4 μήνες ώσπου τον ανακάλυψαν και τότε ήταν που είδε και το ένταλμα σύλληψης.  (ερυθρό 36 και 31 του δ.φ.).

 

Κληθείς να αναφέρει τι συνέβη μεταξύ του ίδιου και του εν λόγω γκρουπ, πρόβαλε ότι τον ήθελαν να γίνει μέλος του πολιτικού κόμματος και ότι άρχισαν να τον απειλούν επειδή  αρνήθηκε να ενταχθεί .  Ζητηθείς να δώσει περαιτέρω πληροφορίες, δήλωσε ότι τον απειλούσαν και ότι αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης μόνο όταν άρχισαν να του στέλνουν εντάλματα.  Σε ερωτήσεις που σχετίζονταν με τα άτομα αυτά, ισχυρίστηκε ότι πραγματοποιούσαν συναντήσεις όπου ζητούσαν από ανθρώπους να ενταχθούν στο πολιτικό κόμμα.  Πρόσθεσε ότι στα τέλη του 2022 κάποιος ονόματι Patrick Ngendakumana (αρχηγός του εν λόγω γκρουπ) τον προσέγγισε και του ζήτησε να ενταχθεί στο κόμμα, αλλά εκείνος αρνήθηκε.  Ακολούθως, τα άτομα του γκρουπ βρήκαν ένα δικαστή και άρχισαν να στέλνουν εντάλματα στον Αιτητή.  Στην ερώτηση αν μετά το περιστατικό, τον προσέγγισαν και πάλι τα άτομα αυτά, απάντησε αρνητικά. (ερυθρό 35 του δ.φ.).

 

Σε ερωτήσεις που σχετίζονταν με τα εντάλματα, ισχυρίστηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2023 έλαβε αστυνομικό ένταλμα και ότι σε αυτό αναγραφόταν ότι όφειλε να παρουσιαστεί.  Στις 25/04/2023, έλαβε ένταλμα σύλληψης βάσει του οποίου κατηγορείτο ότι προσπαθούσε να διαταράξει την ειρήνη της χώρας.  Ανέφερε ακόμη ότι ενημερώθηκε για το ένταλμα σύλληψης από φωτογραφία που του έδειξε ένας φίλος του. Ως προς το φίλο του, ισχυρίστηκε ότι γνωρίστηκαν στην πόλη Ngozi ενόσω έπαιζαν μαζί μπάσκετ και ότι την ώρα της γνωριμίας τους, του μίλησε για τα προβλήματά του και εκείνος προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει.  Ερωτηθείς πως ήταν δυνατόν ένα άτομο που γνώρισε για πρώτη φορά να ήθελε να τον βοηθήσει, απάντησε ότι δεν γνώριζε, αλλά επρόκειτο για άτομο που προέβαινε σε καλές πράξεις.  Ερωτηθείς με ποιο τρόπο κατάφερε να φύγει από το Μπουρούντι από τη στιγμή που εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, απάντησε ότι τον βοήθησε ο φίλος του και ότι επικρατούσε διαφθορά στη χώρα.  Στην ερώτηση πως τον βοήθησε, έδωσε την απάντηση ότι πιθανόν να διέφθειρε κάποιον.  (ερυθρά 35 και 34 του δ.φ.).

 

Ερωτηθείς ως προς το τι γνώριζε για τους Imbonerakure, ισχυρίστηκε ότι βασάνιζαν, βίαζαν και σκότωναν άτομα.  Κληθείς να παραθέσει περαιτέρω πληροφορίες γι’ αυτούς, ανέφερε ότι δεν είχαν στολές αλλά μερικές φορές φορούσαν την ενδυμασία των αστυνομικών, ήτοι μπλε παντελόνι, μακριά μπλε μανίκια και στρατιωτικά μαύρα παπούτσια.  Ζητηθείς να μιλήσει σχετικά με τη δράση τους, δήλωσε ότι τα βράδια παρίσταναν τους φρουρούς και ότι ο λόγος που το έπρατταν αυτό ήταν επειδή επιθυμούσαν να σιγουρευτούν για την ασφάλεια, αλλά αν τα βράδια κάποιο άτομο τους ζητούσε, τον χτυπούσαν βάναυσα και γενικότερα χτυπούσαν τον καθένα που δεν ήθελε να ενταχθεί στο κόμμα.  Όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο τον στοχοποίησαν, πρόβαλε ότι δεν το γνώριζε αυτό και ερωτηθείς ως προς το τι επιδίωκαν, απάντησε ότι η επιθυμία τους ήταν να τον εντάξουν στο κόμμα.  Ανέφερε ακόμη ότι κάθε νέο που αδιαφορούσε για το κόμμα, επιδίωκαν να τον εντάξουν σε αυτό και ότι αντιλήφθηκαν ότι ο ίδιος δεν ήταν μέλος του κόμματος από το ότι δεν είχε την κάρτα που δινόταν στους στρατιώτες. (ερυθρά 33 και 32 του δ.φ.).

 

Τέλος, ζητηθείς να μιλήσει για το περιστατικό με τον αρχηγό του κόμματος, πρόβαλε ότι μετέβηκε στο σπίτι του και του δήλωσε ότι θέλοντας και μη, έπρεπε να ενταχθεί στο κόμμα και συμπλήρωσε ότι ακολούθως της επίσκεψης αυτής, άρχισαν να του στέλνουν εντάλματα. (ερυθρό 32 του δ.φ.).

 

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. σχημάτισε την εισήγησή του επί τη βάσει των εξής δυο (2) πραγματικών ισχυρισμών: α) ταυτότητα, προφίλ, χώρα προέλευσης και συνήθης τόπος διαμονής του Αιτητή, β) ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το 2022 ορισμένοι νεαροί ήθελαν να τον εντάξουν στην ομάδα τους και λόγω του ότι αρνήθηκε, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ο πρώτος ισχυρισμός, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε, έγινε δεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος.  Ο δεύτερος ισχυρισμός, δεν έτυχε αποδοχής, αφού δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία του.  Όσον αφορά την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονταν από ασυνέπεια και έλλειψη συγκεκριμένων και επαρκών πληροφοριών.  Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες που επιβεβαίωναν την ύπαρξη του κόμματος CNDD-FDD.  Ωστόσο, λόγω της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως αναξιόπιστος.

 

Εν συνεχεία,  στη βάση του πρώτου αποδεδειγμένου πραγματικού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι τον ισχυρισμό σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία και τη χώρα καταγωγής του και λαμβανομένων υπόψιν των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής του, αξιολογήθηκε ότι δεν συνέτρεχε εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο συνήθους διαμονής του, ήτοι στην πόλη Ngozi.  Επιπλέον των ανωτέρω, ο λειτουργός συνυπολόγισε και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή ώστε να καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση και βασιζόμενος στην προηγηθείσα αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός  έκρινε πως δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στις πρόνοιες του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για ένα από του πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο.

 

Σημειώνεται ότι λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνταν ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, αυτός κινδύνευε να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Όσον αφορά το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19 (2) (γ) διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Ngozi, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμούσε με δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω αδιάκριτης βίας.  Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δε μπόρεσε να θεμελιώσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) και συνεπώς το αίτημά του απορρίφθηκε και ως προς την πιθανότητα υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα παρακάτω:

 

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.

Καταρχάς κρίνω ότι, ορθά ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. διαπίστωσε και κατέγραψε στην εισηγητική του έκθεση, η οποία υιοθετήθηκε από τoν εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν ενέπιπταν στους λόγους του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ούτε στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.

Συγκεκριμένα, ορθά ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. έκανε αποδεκτό τον πρώτο ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, αφού  δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου και προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Αιτητής προσκόμισε επίσημο ταυτοποιητικό έγγραφο από τη χώρα καταγωγής του (διαβατήριο).

Ακόμη και προχωρώντας στην εξέταση του δεύτερου ισχυρισμού περί του ότι το 2022 ορισμένοι νεαροί ήθελαν να εντάξουν τον Αιτητή στην ομάδα τους και λόγω του ότι αρνήθηκε, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, κρίνω ότι ορθά οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν τον ισχυρισμό λόγω εσωτερικής αναξιοπιστίας.  Τα κυριότερα σημεία αναξιοπιστίας του Αιτητή εντοπίζονται στα ακόλουθα σημεία: όσα ο Αιτητής ανέφερε τόσο για τους νέους που επιθυμούσαν να τον εντάξουν στο κόμμα όσο και για τα εντάλματα, χαρακτηρίζονταν από έλλειψη επαρκών και συγκεκριμένων πληροφοριών.  Συγκεκριμένα, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τι συνέβη μεταξύ του ίδιου και του εν λόγω γκρουπ, δεν μπορούσε να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες, αφού το μόνο που δήλωσε ήταν ότι ήθελαν να γίνει μέλος του κόμματος και ότι άρχισαν να τον απειλούν για το λόγο του ότι αρνήθηκε.  Κληθείς να αναφέρει περαιτέρω στοιχεία, πρόβαλε ότι τον απειλούσαν και ακολούθως άρχισαν να του στέλνουν εντάλματα, χωρίς ωστόσο να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο τον απειλούσαν και του έστελναν τα εντάλματα. (ερυθρό 35 του δ.φ.)  Στην ερώτηση για ποιο λόγο τον στοχοποίησαν, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει και ερωτηθείς ως προς το τι επιδίωκαν, απάντησε και πάλι γενικά και αόριστα ότι η επιθυμία τους ήταν να γίνει μέλος του κόμματος. (ερυθρό 33 δ.φ.).  Σε ερωτήσεις που σχετίζονταν με το ένταλμα σύλληψης, ο Αιτητής δεν μπορούσε να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες πλην της ημερομηνίας που έλαβε το ένταλμα.  Ερωτηθείς ως προς το τι αναγραφόταν στο ένταλμα, απάντησε με γενικότητα ότι τον κατηγορούσαν ότι προσπαθούσε να διαταράξει την ειρήνη της χώρας.  Αν και ανέφερε ότι ενημερώθηκε για το ένταλμα σύλληψης  από φωτογραφία που του έδειξε ένας φίλος του, εντούτοις δεν εξήγησε το πως γινόταν ο φίλος του να είχε στην κατοχή του αυτή τη φωτογραφία.  (ερυθρό 34 του δ.φ.). Περαιτέρω, ο Αιτητής περιέπεσε σε αντίφαση σχετικά με τα συμβάντα που προηγήθηκαν της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης.  Κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ισχυρίστηκε ότι με το που αρνήθηκε να γίνει μέλος του κόμματος, άρχισαν να τον προσκαλούν στις συναντήσεις τους κι εκείνος δεν απαντούσε.  Ακολούθως και καθώς αδιαφορούσε για τις προσκλήσεις τους, εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ωστόσο σε κατοπινό στάδιο της συνέντευξής του, ανέφερε ότι στα τέλη του 2022 κάποιος ονόματι Patrick Ngendakumana τον προσέγγισε και του ζήτησε να ενταχθεί στο κόμμα, αλλά εκείνος αρνήθηκε.  Ακολούθως, οι νεαροί – μέλη της ομάδας, βρήκαν ένα δικαστή και άρχισαν να στέλνουν εντάλματα στον Αιτητή.  (ερυθρά 36 και 35 του δ.φ.).   Περαιτέρω, όσα ο Αιτητής πρόβαλε εν σχέση με το φίλο του ήταν μη ευλογοφανή.  Ισχυρίστηκε ότι γνωρίστηκαν (με το φίλο του) στην πόλη Ngozi ενόσω έπαιζαν μαζί μπάσκετ και ότι την ώρα της γνωριμίας τους, του μίλησε για τα προβλήματά του και εκείνος προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει.  Ερωτηθείς πως ήταν δυνατόν ένα άτομο που γνώρισε για πρώτη φορά να ήθελε να τον βοηθήσει, απάντησε ότι δεν γνώριζε, αλλά επρόκειτο για άτομο που προέβαινε σε καλές πράξεις.  Κληθείς να αναφέρει με ποιο τρόπο κατάφερε να φύγει από το Μπουρούντι από τη στιγμή που εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, απάντησε ότι τον βοήθησε ο φίλος του και ότι επικρατούσε διαφθορά στη χώρα.  Στην ερώτηση πως τον βοήθησε, έδωσε την απάντηση ότι πιθανόν να διέφθειρε κάποιον.  Στερείται λογικής από την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν (με το φίλο του) εκείνος να προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει και μάλιστα να τον βοήθησε με το να διαφθείρει κάποιους ώστε να του επιτρέψουν να φύγει από τη χώρα ενόσω εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του.  (ερυθρό 34 του δ.φ.). 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, πέραν της έρευνας του λειτουργού της Ε.Υ.Υ.Α. σχετικά με την  ύπαρξη του κόμματος CNDD-FDD, το Δικαστήριο προχωρά σε έρευνα για τους Imbonerakure, από την οποία προκύπτουν τα εξής:

Εξωτερική πηγή αναφέρει ότι οι Imbonerakure πρόκειται για ομάδα νέων κάτω των 39 ετών η οποία διαφέρει από τις άλλες ομάδες νέων για το λόγο του ότι λειτουργεί στο πλαίσιο του κυβερνώντος κόμματος.  Η ομάδα αυτή επικεντρώνεται σε αναπτυξιακές δραστηριότητες και στην επίτευξη των στόχων του κυβερνώντος κόμματος.[1]  Άλλη πηγή καταγράφει ότι οι Imbonerakure προβαίνουν σε δεκάδες ξυλοδαρμούς, αυθαίρετες συλλήψεις, εξαφανίσεις και δολοφονίες τόσο κατά πραγματικών όσο και κατά υποτιθέμενων μελών της αντιπολίτευσης.[2]  Περαιτέρω, στην ίδια πηγή καταγράφεται ότι οι Imbonerakure ασκούν έντονες πιέσεις στους πολίτες ώστε να ενταχθούν στο κυβερνών πολιτικό κόμμα.[3]  Στην έκθεση του U.S. Department of State για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Μπουρούντι (2023), τονίζεται ότι το έτος 2022, οι Imbonerakure διέπραξαν αυθαίρετες ή παράνομες δολοφονίες εναντίον υποτιθέμενων υποστηρικτών των κομμάτων της αντιπολίτευσης.  Βάσει μαρτυρίας της μη κυβερνητικής οργάνωσης ACAT-Burundi, οι Imbonerakure ξυλοκόπησαν και σκότωσαν το Salvator Mboneye, μέλος του κύριου κόμματος της αντιπολίτευσης (CNL).  Οι Imbonerakure εξαφάνισαν με τη βία υποτιθέμενους ή πραγματικούς αντιπάλους (συνδέονταν με τουλάχιστον μια εξαφάνιση) και κακομεταχειρίστηκαν – βασάνισαν πληθώρα ατόμων (τους συνέδεσαν με 19 περιπτώσεις).  Οι Imbonerakure μερικές φορές και ενεργώντας ως μικτές επιτροπές ασφαλείας έστηναν οδοφράγματα και διεξήγαγαν γενικούς ελέγχους και έρευνες σε οχήματα. Ακόμη, αρκετά μέλη τους συνεργάζονταν με τις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας με σκοπό να εμποδίσουν την ελευθερία της έκφρασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν επίσημα μέλη μικτών συμβουλίων ασφαλείας, συμβούλια που αποτελούνταν από αστυνομικούς, αξιωματούχους της τοπικής διοίκησης και πολίτες.[4] 

Αν και οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν τη σύνδεση των Imbonerakure με το πολιτικό κόμμα CNDD-FDD, τους ξυλοδαρμούς, τις συλλήψεις, τις εξαφανίσεις, τις δολοφονίες και τις πιέσεις σε άλλα άτομα για ένταξη στο κόμμα όπως επίσης και το γεγονός ότι ενεργούσαν ως μικτές επιτροπές ασφαλείας και συνεργάζονταν με τις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας, εντούτοις λόγω μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως αναξιόπιστος.

 

Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία δεν προβλήθηκε  οποισδήποτε ουσιώδης στοιχείο προς ενίσχυση των ισχυρισμών του Αιτητή και αποδυνάμωση των ευρημάτων των Καθ’ ων η Αίτηση.  Κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, δεν τέθηκε το οτιδήποτε που να ανέτρεπε τα εν λόγω συμπεράσματα.  Η συνήγορος του Αιτητή επανέλαβε   ότι οι Imbonerakure απειλούσαν τον Αιτητή επειδή δεν εντάχθηκε στο κόμμα τους και ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής επειδή  εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης, χωρίς ωστόσο να παρατεθούν περαιτέρω πληροφορίες για τους εν λόγω ισχυρισμούς.  Περαιτέρω, παρατηρείται ότι ο Αιτητής ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου αλλά ούτε και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, προσκόμισε κάποιο έγγραφο που να υποστήριζε τον ισχυρισμό περί έκδοσης εντάλματος σύλληψης εναντίον του. 

 

 Υπό το φως των ανωτέρω, τάσσομαι υπέρ της κρίσης των Καθ’ ων η Αίτηση ότι δεν πληρείται η γενική αξιοπιστία του Αιτητή και δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης, ώστε να υπαχθεί αυτός στο προσφυγικό καθεστώς βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α., στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρινόταν ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

 

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του Αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον Αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI  ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).

Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.  Staats-secretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του EUAA σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο Αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο Αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός Αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Εν προκειμένω, κατόπιν έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας στη Δημοκρατία του Μπουρούντι, και ειδικότερα στη Ngozi, η οποία θεωρείται ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, προκύπτουν τα εξής:  

Από την έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για την κατάσταση της χώρας το 2022 διαπιστώνεται ότι μέλη του κόμματος της αντιπολίτευσης συνεχίζουν να συλλαμβάνονται αυθαίρετα, ενώ παρατηρήθηκε ότι οι επικριτές της κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος δυνατόν να υποβληθούν σε βίαιες εξαφανίσεις (enforced disappearances).  Το φαινόμενο κατά το οποίο εμφανίζονταν πτώματα στις όχθες ποταμών σε όλη τη χώρα συνεχίστηκε, ενώ εικάζεται ότι οι δυνάμεις ασφαλείας και οι Imbonerakure είναι υπεύθυνοι γι' αυτό το φαινόμενο.[5]  Επίσης, το γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ανέφερε, περί το 2021, ότι τα μέλη της αντιπολίτευσης είναι στόχος της κυβέρνησης με καταχρηστικούς περιορισμούς και παραβιάσεις όπως βίαιες εξαφανίσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις και βασανιστήρια.[6]

Βάσει του διαδραστικού χάρτη του  Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και το Δίκαιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων[7], το Μπουρούντι δε βρίσκεται σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.[8]

Όπως εξηγεί αναφορά της CEDOCA του Βελγίου εκδοθείσα το Μάιο του 2023 για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα, από την άφιξη του στην εξουσία τον Ιούνιο του 2020, ο Πρόεδρος της χώρας αποπειράθηκε με κάποια επιτυχία την αποκατάσταση των σχέσεων με τις χώρες της περιοχής, ιδίως τη Ρουάντα, καθώς και με τη διεθνή κοινότητα, σε ευρύτερο πλαίσιο.  Οι Ηνωμένες Πολιτείες έθεσαν τέλος στις κυρώσεις κατά της χώρας, όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση στις κυρώσεις σε βάρος της κυβέρνησης του Μπουρούντι, η οποία ωστόσο επιμένει σε ανάγκη μεταρρυθμίσεων προκειμένου να δοθεί οικονομική βοήθεια στη χώρα.  Το Μάρτιο του 2022, η Ρουάντα άνοιξε τα σύνορά της, τα οποία ήταν κλειστά από το 2015, μέτρο το οποίο το Μπουρούντι ανταπέδωσε τον Οκτώβριο του 2022.[9] Η έρευνα της CECOCA υποδεικνύει ότι κατά τη διάρκεια του 2022 έλαβαν χώρα μικρής κλίμακας μάχες, είτε εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας ή των Imbonerakure, είτε συγκρούσεις μεταξύ των Imbonerakure ή δυνάμεων ασφαλείας και υποστηρικτών της αντιπολίτευσης, ιδίως του κόμματος CNL.  Κατέγραψε ακόμη μάχες μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων του Μπουρούντι και των ένοπλων κινημάτων της Ρουάντα, ιδίως του FLN (Front de Libération Nationale) ή του FDLR (Forces Démocratiques pour la Liberation du Rwanda).[10]

Σε σχέση δε με την επαρχία Ngozi, όπου βρίσκεται η πόλη Ngozi, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής τoυ Αιτητή, στοιχεία της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Εvent Data Project), κατά το διάστημα από 02/09/2023 μέχρι και 30/08/2024, καταγράφηκαν συνολικά 12 περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιφέρεια, εκ των οποίων προέκυψαν 5 ανθρώπινες απώλειες.  Ειδικότερα, 7 εξ αυτών καταγράφηκαν ως περιστατικά χρήσης βίας εναντίον των πολιτών (με 1 θύμα), 2 ως εκρήξεις ή εξ αποστάσεως βία (με 2 θύματα), 2 ως εξεγέρσεις (με 2 θύματα) και 1 ως διαδήλωση (με κανένα θύμα).[11]

O δε πληθυσμός της επαρχίας Ngozi καταγράφεται στους 660,717 κατοίκους.  Στην πόλη Ngozi, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά την ανωτέρω περίοδο καταγράφηκαν 4 περιστατικά χρήσης βίας εναντίον των πολιτών (με 1 θύμα), 1 εξέγερση (με 1 θύμα) και 1 διαδήλωση (με κανένα θύμα). [12]

Τα αναθεωρημένα στοιχεία, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στην περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ο αριθμός των επεισοδίων που λαμβάνουν χώρα και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στην περιοχή συνήθους διαμονής του, τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας.

 

Κατά συνέπεια, η περιοχή που θεωρείται ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τις αποφάσεις του ΔΕΕ.  Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, ο οποίος είναι ενήλικος, άγαμος, υγιής, μορφωμένος, ικανός προς εργασία και με συγγενικό/υποστηρικτικό δίκτυο, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρές βλάβες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Συνεπώς και με  βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και εύλογα οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του. Η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση αποτελεί προϊόν δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, σύμφωνα και με το Νόμο.

  

Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με € 1200 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.                                

 

                                                

 

 

 

 

  Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] OHCHR “ Experts of the Committee against torture Commend Burundi on Efforts to repatriate Burundian refugees, ask about acts of torture committed by the Burundian police force and security forces and about the role of Imbonerakure ” 1/11/2023 διαθέσιμο στο: https://www.ohchr.org/en/news/2023/11/experts-committee-against-torture-commend-burundi-efforts-repatriate-burundian (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[2] HRW “ Burundi: Rampant Abuses Against Opposition ” 12/06/2019 διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/news/2019/06/12/burundi-rampant-abuses-against-opposition (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[3] Ibid, αριθμός 2.

[4] U.S. Department of State “ 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Burundi ” διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/burundi/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[5] AI - Amnesty International, Amnesty International Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Burundi 2022, 27 Μαρτίου 2023, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/2089436.html (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[6] Office of the High Commissioner, United Nations, Burundi: Behind a façade of normalization, grave human rights violations continue, and the democratic space remains closed, 16 Σεπτεμβρίου 2021, διαθέσιμο στο:  https://www.ohchr.org/en/press-releases/2021/09/burundi-behind-facade-normalization-grave-human-rights-violations-continue (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[7] RULAC, 'About RULAC' (2022), διαθέσιμο στο : https://www.rulac.org/about (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[8] RULAC, (χωρίς τίτλο), (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο στο:  https://www.rulac.org/browse/map (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[9] CGVS/ CGRA, 'COI Focus: Burundi Situation Sécuritaire' (2023),7 διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_burundi._situation_securitaire_20230531.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[10] CGVS/ CGRA, 'COI Focus: Burundi Situation Sécuritaire' (2023), 11 διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_burundi._situation_securitaire_20230531.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 05/09/2024).

[11] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer , με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 02/09/2023 – 30/08/2024, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Violence against civilians / Riots / Protests/ Expl/Remote Violence και ΠΕΡΙΟΧΗ: Africa - Burundi – Ngozi) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 05/09/2024)

[12] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer , με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 02/09/2023 – 30/08/2024, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Violence against civilians / Riots / Protests/ και ΠΕΡΙΟΧΗ: Africa - Burundi – Ngozi - Ngozi) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 05/09/2024)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο