S.M.S. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: Τ2879/23, 25/9/2024
print
Τίτλος:
S.M.S. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: Τ2879/23, 25/9/2024

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: Τ2879/23

25 Σεπτεμβρίου, 2024

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S.M.S.

Αιτητής

-και-

Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

Παρών ο Αιτητής

Δημητρίου Α. (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερ. 24/10/2023, με την οποία απορρίφθηκε το μεταγενέστερο αίτημα του για χορήγηση διεθνούς προστασίας, ως απαράδεκτο.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικος, υπήκοος Μπαγκλαντές, κάτοχος ληχθέντος διαβατηρίου με αριθμό ΑΕ7292248/17.12.2012. Εισήλθε παρανόμως στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 11/1/2017, υποβάλλοντας αυθημερόν αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, επικαλούμενος απειλές κατά της ζωής του.

 

Στις 12/05/2017 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός του, ο οποίος με την από 12/5/2017 έκθεση-εισήγηση του προς Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος. Ο τελευταίος, ενέκρινε την εισήγηση στις 24/5/2017 και αποφάσισε την επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου.

 

Κατά της απόφασης επί της αρχικής του αίτησης, ασκήθηκε από τον Αιτητή η από 17/7/2017 διοικητική προσφυγή, ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών, η οποία απερρίφθη με την από 28/5/2019 απόφαση, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή με την από 29/5/2019 επιστολή. Κατά της ως άνω απόφασης, ο Αιτητής άσκησε την υπ’ αριθμ. 849/19 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 15/9/2020.

 

Εν συνεχεία, στις 3/3/2021, ο Αιτητής υπέβαλε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, μεταγενέστερο αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας, επικαλούμενος οικονομικά προβλήματα και απειλές εις βάρος της ζωής του, αίτημα το οποίο απερρίφθη ως απαράδεκτο, κατόπιν της από 10/3/2021 αρνητικής εισήγησης του αρμόδιου λειτουργό, η οποία εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας στις 2/4/2021, ενώ  η από 10/4/2021 απορριπτική επιστολή παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 14/4/2021. Κατά της ως άνω απόφασης, ο Αιτητής άσκησε την υπ’ αριθμ. 2280/21 προσφυγή ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., η οποία απορρίφθηκε στις 6/6/2022.

 

Στις 8/8/2022, ο Αιτητής υπέβαλε δεύτερο μεταγενέστερο αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας, επικαλούμενος εκ νέου οικονομικές δυσχέρειες και κίνδυνο για τη ζωή του λόγω αδυναμίας του να αποπληρώσει τις οφειλές του, το οποίο απερρίφθη στις 27/10/2022, κατόπιν της από 26/10/2022 Έκθεσης – Εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού, η δε απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 12/12/2022 μέσω της από 28/11/2022 επιστολής της Υπηρεσίας.

 

Ακολούθως, στις 24/10/2023, ο Αιτητής υπέβαλε εκ νέου τρίτο μεταγενέστερο αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας επικαλούμενος φόβο δίωξης λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, αναφέροντας ότι τόσο η κοινότητά του, όσο και η οικογένειά του δεν επιτρέπουν την ομοφυλοφιλία, ο ίδιος δέχτηκε απειλές κατά της ζωής του και παρενοχλούνταν συστηματικά, διατρέχοντας παράλληλα κίνδυνο φυλάκισης. Περαιτέρω και σε σχέση με τους λόγους που δεν επικαλέστηκε το συγκεκριμένο ισχυρισμό νωρίτερα, δήλωσε ότι επιχείρησε να το αναφέρει στο μεταφραστή, ο οποίος τον σταμάτησε, καθώς η θρησκεία του Αιτητή δεν επιτρέπει την ομοφυλοφιλία. Παράλληλα και προς υποστήριξη του αιτήματός του, κατέθεσε την από 24/10/2023 επιστολή της νομικής συμβούλου Ελένης Ψωμά εκ μέρους του Cyprus Refugee Council.

 

Επί του ανωτέρου αιτήματος, ο αρμόδιος λειτουργός, με την από 24/10/2023 Έκθεση – Εισήγησή του, εισηγήθηκε την απόρριψη του, λόγω υπαιτιότητας του Αιτητή στη μη υποβολή των εν λόγω στοιχείων σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας, σε συνδυασμό με την απουσία ενδείξεων στα εν λόγω στοιχεία για παραβίαση του αρ. 3 της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Κατόπιν, εξεδόθη η από 24/10/2023 Απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος ως απαραδέκτου, η οποία περιήλθε σε γνώση του Αιτητή αυθημερόν, με την με ίδια ημερομηνία απορριπτική επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η εν λόγω απορριπτική απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου στις 30/10/2023.

 

Με την προσφυγή του ο Αιτητής βάλλει κατά της προσβαλλόμενης, επικαλούμενος πραγματικούς ισχυρισμούς. Πιο συγκεκριμένα, δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος κάτι που δεν επιτρέπεται στη θρησκεία του, το ισλάμ, ενώ ούτε η οικογένειά του το αποδέχεται. Επίσης δήλωσε ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει ποινή φυλάκισης.

Ακολούθως, κατόπιν της από 23/11/2023 αίτησης του συνηγόρου του Αιτητή περί τροποποίησης της προσφυγής, εξεδόθη σχετικό Διάταγμα και καταχωρήθηκε τροποποιημένη προσφυγή, η οποία εμπεριείχε και νομικούς λόγους ακυρώσεως.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα στις 17/1/2024, ο συνήγορος του Αιτητή, επανέλαβε τους ισχυρισμούς περί μη υπαιτιότητάς του Αιτητή σχετικά με το χρόνο υποβολής του εν λόγω ισχυρισμού, αναφερόμενος σε φόβο στοχοποίησής του από ομοεθνείς του, επικαλούμενος το νομικό πλαίσιο αναφορικά με την ομοφυλοφιλία στο Μπαγκλαντές, όπου κατά τον ποινικό κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης. Κατά την ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα στις 21/3/2024, επανέλαβε τους ισχυρισμούς, προσκόμισε δε έγγραφες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προς υποστήριξη του αιτήματός του.

 

Το μεταγενέστερο αίτημα για χορήγηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλλε ο Αιτητής, εξετάζεται δυνάμει ειδικού άρθρου του περί Προσφύγων Νόμου, το άρθρο 16Δ.  Σύμφωνα με το  άρθρο 16Δ (3) του περί Προσφύγων Νόμου:

«(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής  δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»

 

Διαφαίνεται από τα πιο πάνω, ότι ο Προϊστάμενος δεν προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση των νέων στοιχείων που υποβάλλει αιτητής, εκτός και αν πληρούνται σωρευτικά και οι δύο προϋποθέσεις υπό (i) και (ii) του εν λόγω άρθρου.  Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αιτητής δύναται να καταγράψει και εξηγήσει με λεπτομέρεια τους λόγους που επιθυμεί την επανεξέταση του φακέλου του, ως προκύπτει από το ειδικό έντυπο που συμπληρώνεται από τα πρόσωπα που επιθυμούν επανάνοιγμα του φακέλου τους.

 

Όπως σημειώθηκε ήδη ανωτέρω, ο  Αιτητής στη γραπτή του αίτηση που συμπλήρωσε στις 11/1/2017 ανέφερε ως λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του απειλές κατά της ζωής του, κάτι που αναίρεσε κατά τη προφορική συνέντευξή του στις 12/5/2017, επικαλούμενος οικονομικές δυσκολίες και αποδίδοντας την διαφοροποίηση σε προτροπή τρίτου προσώπου. Ακολούθως, στις επόμενες δύο μεταγενέστερες αιτήσεις που υπέβαλλε, επικαλέστηκε οικονομικές δυσκολίες και κίνδυνο λόγω αυτών.

 

Κατά την τελευταία μεταγενέστερη αίτησή του, επικαλέστηκε, το πρώτον, ως λόγο απροθυμίας του να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, το σεξουαλικό του προσανατολισμό, επικαλούμενος παράλληλα την αδυναμία του να τον εκφράσει σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας, υπό το φόβο της στοχοποίησής του από ομοεθνείς του. Ιδιαίτερα, η συνήγορος του Αιτητή είχε αναφερθεί στο φόβο του για ενδεχόμενη στοχοποίησή του από την κοινότητα των ομοεθνών του καθώς και την τοποθέτηση του μεταφραστή σε προηγούμενη αξιολόγηση του αιτήματος του (βλ. ερυθρά 110-112).  Παρόμοιους ισχυρισμούς είχε καταγράψει και ο Αιτητής στην μεταγενέστερη του αίτηση (βλ. ερυθρό 121).

 

Εξάλλου, όπως έκρινε το ΔΕΕ «έχοντας υπόψη του ευαίσθητου χαρακτήρα των ζητημάτων που αφορούν την προσωπική σφαίρα ενός προσώπου και, ειδικότερα, τη σεξουαλικότητά του, δεν μπορεί να κριθεί αναξιόπιστη η δήλωση του προσώπου αυτού σχετικά με τον γενετήσιο προσανατολισμό του αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονότος ότι, εξαιτίας της διστακτικότητάς του να αποκαλύψει προσωπικές πτυχές της ζωής του, δεν δήλωσε εξαρχής την ομοφυλοφιλία του.»[1] (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ'ων η Αίτηση που εξέτασε προκαταρκτικά τους ισχυρισμούς που προέβαλε με την μεταγενέστερή του αίτηση ο Αιτητής, κατέγραψε σχετικά με αυτούς ότι τόσο ο ισχυρισμός περί του σεξουαλικού προσανατολισμού του Αιτητή, όσο και οι ισχυρισμοί περί απειλών και παρενοχλήσεων προϋπήρχαν των προηγούμενων αιτήσεων του Αιτητή. Ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματός του Αιτητή ως απαράδεκτο.  Συναφώς όμως, σημειώνω ότι  ο κύριος λόγος που εισηγήθηκε την απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματος του Αιτητή λόγω δικής του υπαιτιότητας στηρίχθηκε στο ότι ο Αιτητής είχε υποβάλει προσφυγή στο Δικαστήριο μετά την απορριπτική απόφαση της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 13/01/2023.  Επομένως, ο Αιτητής θα μπορούσε να αναφέρει τον λόγο που αφορούσε τον σεξουαλικό προσανατολισμό του και κατά την εκδίκαση της προσφυγής του στο Δικαστήριο.  Κρίνω, πως η θέση του λειτουργού είναι εύλογη καθότι βασικός ισχυρισμός του Αιτητή ήταν η  αντίδραση του μεταφραστή κατά το στάδιο της συνέντευξης του, στοιχείο το οποίο δεν υφίστατο ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Επίσης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν ότι η επίδικη απόφαση αφορά τρίτη μεταγενέστερη αίτηση, και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ενώπιον μου, διαφαίνεται ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν κατά τις προηγούμενες δύο μεταγενέστερες αιτήσεις αλλά και κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης, αφορούσαν οικονομικούς και/ή παντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς.  Ως εκ τούτου, παρατηρείται μια κατάχρηση της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας και δεν επεξηγήθηκαν επαρκώς οι λόγοι που δεν παρουσίασε τον καινοφανή αυτό ισχυρισμό σε καμία από τις προηγούμενες διαδικασίες, που επισημαίνω αφορούν και δύο προηγούμενες μεταγενέστερες αιτήσεις.

 

Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ορθά και δικαιολογημένα απορρίφθηκε το τρίτο μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή, υπό το φως των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου.   Παρά το ότι προσκομίστηκαν στοιχεία περί ποινικής δίωξης και/ή κινδύνου που διατρέχουν πρόσωπα ΛΟΑΤΚΙ+ στο Μπαγκλαντές, παρέλκει η όποια εξέταση τους, εφόσον ο ισχυρισμός του Αιτητή περί ομοφυλοφιλίας του δεν γίνεται αποδεκτός. 

 

Έχοντας ενώπιον μου το σύνολο των στοιχείων της διοικητικής διαδικασίας και υπό το φως όλων των ενώπιον μου δεδομένων, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση.  Δεν προβλήθηκαν ή/και δεν αποδείχθηκαν ισχυρισμοί, σε κανένα στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπαγωγή του Αιτητή στις διατάξεις των άρθρων 3 ή 19 του περί Προσφύγων Νόμου και τα όσα κατέγραψε στη μεταγενέστερη αίτηση του δεν πληρούσαν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε η μεταγενέστερη του αίτηση να κριθεί παραδεκτή και η διοίκηση να προβεί σε ουσιαστική εξέταση τους.

  

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, όπως τα έχω αναλύσει και πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Επιδικάζονται €1.000 έξοδα εναντίον του Αιτητή  και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 



[1] CJEU, judgment of 2 December 2014, A and Others v Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, C-148/13,ECLI:EU:C:2014:2406, paragraph 69.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο