
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1144/2022
30 Ιανουαρίου, 2025
[Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.P.K.,
Αιτητής
από Νιγηρία
και
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Κασσάνδρα Κουπαρή
Δικηγόροι για Καθ’ ων η αίτηση: Α. Φιλίππου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 24.02.2022 με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση ασύλου, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»):
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία την οποίαν εγκατέλειψε στις 21.11.2021 και στις 06.12.2021 εισήλθε, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 02.02.2022 υπέβαλε αίτηση ασύλου και στις 07.02.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA πρώην EASO, στο εξής αναφερόμενος ως «EUAA») o οποίος υπέβαλε στις 21.02.2022 Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε στις 24.02.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 24.02.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.
ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, δια της γραπτής του αγόρευσης, υπεραμύνεται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή είναι ορθή, νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους Νόμους της Δημοκρατίας, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει στους ώμους του, ως προς την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ορθώς το αίτημα του απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Επισημαίνεται ότι στις 22.06.2023 η συνήγορος του Αιτητή καταχώρισε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία κρίθηκε ότι πληρούσε τις νομολογιακές προϋποθέσεις και στην απουσία σχετικής έντασης από τους Καθ’ ων η αίτηση, αυτή έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, εκδίδοντας κατά τούτο σχετικό διάταγμα προσαγωγής μαρτυρίας. Η προσαχθείσα μαρτυρία, συνίσταται σε Ιατρικό Σημείωμα (Medical Note) του Δρ. Γεώργιου Κωνσταντινίδη, χειρουργού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ημερ. 12.06.2023, το οποίο φέρει τα στοιχεία του Αιτητή και στο οποίο καταγράφονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «I, the undersigned, hereby confirm that today I removed from the right upper back area of the abovementioned patient, a lead pellet. I gave it to him in a plastic tube and I hand this note for any legal use» (βλ. Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ημερ. 15.11.2023).
Ακολούθησε αντεξέταση του Αιτητή από τους Καθ’ ων η αίτηση στις 08.03.2024 στο πλαίσιο της οποίας, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά, υποδείχθηκε στον Αιτητή ότι είχε πει πως του είχαν επιτεθεί στο σπίτι του στη Νιγηρία και ζητούσαν να μάθουν που βρισκόταν ο αδελφός του. Ερωτηθείς πόσες φορές τον πυροβόλησαν, ο Αιτητής απάντησε ότι δέχθηκε έναν πυροβολισμό, αλλά η σφαίρα εκτοξεύθηκε σε πολλά σημεία. Στην ερώτηση αν γνώριζε τι είδους όπλο χρησιμοποιήθηκε, απάντησε αρνητικά, αλλά ανέφερε ότι μπορούσε να δείξει πού βρίσκονταν τα θραύσματα από τις σφαίρες, υποδεικνύοντας τον ώμο και την πλάτη του. Όταν ρωτήθηκε πότε είχε αφαιρέσει τα θραύσματα, δήλωσε ότι τα περισσότερα είχαν αφαιρεθεί στη Νιγηρία, ωστόσο, κατά την άφιξή του στην Κύπρο, είχε αντιληφθεί ότι υπήρχε ακόμη μία σφαίρα στο σώμα του. Ερωτηθείς πώς το κατάλαβε αυτό, εξήγησε ότι όταν άγγιζε την περιοχή με το χέρι του, ένιωθε πόνο.
Στην ερώτηση αν είχε υποβληθεί σε επέμβαση για την αφαίρεση της σφαίρας στη Δημοκρατία, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι η επέμβαση πραγματοποιήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λατσιών. Όταν ρωτήθηκε πότε έγινε η επέμβαση, ισχυρίστηκε ότι αυτή πραγματοποιήθηκε στις 12.06.2023. Επισημάνθηκε τότε ότι τα περιστατικά που ανέφερε είχαν συμβεί τον Φεβρουάριο του 2021, ενώ τα θραύσματα αφαιρέθηκαν δύο χρόνια και τρεις μήνες αργότερα. Ο Αιτητής, απαντώντας στην παρατήρηση αυτή, διευκρίνισε ότι, όπως είχε δηλώσει προηγουμένως, τα περισσότερα θραύσματα είχαν αφαιρεθεί στην πατρίδα του, ενώ κατά την παραμονή του στη Δημοκρατία διαπίστωσε ότι υπήρχε ακόμη μία σφαίρα στο πίσω μέρος του σώματός του, η οποία αφαιρέθηκε με την προαναφερθείσα επέμβαση.
Ολοκληρώνοντας την διαδικασία της αντεξέτασης, η συνήγορος του Αιτητή καταχώρισε στις 04.06.2024 αγόρευση, την οποία κατονόμασε εκ νέου ως «γραπτή αγόρευση», πρόκειται ωστόσο για συμπληρωματική γραπτή αγόρευση και ως τέτοια θα αναφέρεται στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Στο πλαίσιο λοιπόν της συμπληρωματικής της αγόρευσης η συνήγορος του Αιτητή ήγειρε τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, τονίζοντας ότι κακώς ο Αιτητής δεν παραπέμφθηκε σε ιατρό με αποτέλεσμα να υπάρξει λανθασμένο συμπέρασμα σχετικά με την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του. Ειδικότερα, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί τη θέση ότι παραβιάστηκε το άρθρο 15 (1) (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς ο Αιτητής έδειξε μεν τα τραύματά του στο διενεργών την προφορική του συνέντευξη λειτουργό, πλην όμως ο τελευταίος παρέλειψε να τον παραπέμψει σε ιατρό και τον έκρινε αναξιόπιστο. Ακολούθως, ο Αιτητής υποβλήθηκε, στη Δημοκρατία, σε εγχείρηση αφαίρεσης του σφαιριδίου που είχε στην πλάτη του, λόγω των πυροβολισμών που δέχτηκε από τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Συμπερασματικά, ο Αιτητής υποστηρίζει πως έχει αποδείξει ότι έχει υποστεί σοβαρή βλάβη από εγκληματική οργάνωση χωρίς οι αρχές της χώρας καταγωγής του να είναι σε θέση να τον προστατέψουν και ως εκ τούτου δικαιούται καθεστώς διεθνούς προστασίας. Επισημαίνει δε ότι καθώς η εν λόγω οργάνωση διατηρεί συνδέσεις σε όλη την επικράτεια της Νιγηρίας, η δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασής του δεν είναι εφικτή.
Κατά τις Διευκρινίσεις που έλαβαν χώρα στις 08.10.2024, η συνήγορος του Αιτητή επισήμανε ότι πρόκειται για μία πολύ σοβαρή υπόθεση και ότι, κριθείς ο Αιτητής ως αναξιόπιστος για τον ισχυρισμό του ότι δέχθηκε πυροβολισμό, ο μόνος τρόπος για να το αποδείξει ήταν να υποβληθεί σε εγχείρηση και να αφαιρέσει τη σφαίρα. Η εγχείρηση έχει γίνει και έχει βιντεοσκοπηθεί και επίσης έχει φέρει τη σφαίρα μαζί του σε ένα μπουκάλι.
Κατά την προφορική τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επισήμαναν ότι από μαρτυρικό υλικό που καταχωρίστηκε από τον Αιτητή και επί του οποίου αυτός αντεξετάστηκε, δεν στοιχειοθετήθηκε πράξη δίωξης εναντίον του Αιτητή με βάση την ερμηνεία που προσδίδει ο Περί Προσφύγων Νόμος καθώς η ισχυριζόμενη επίθεση που δέχτηκε με πυροβολισμό εναντίον του δεν θεωρούν ότι αυξάνει τις πιθανότητες για μελλοντική δίωξη. Υπέδειξε επί τούτου ο κος Φιλίππου ότι δεν προσδιορίζεται το είδος της σφαίρας, ούτε παρέχονται στοιχεία από την προσκομισθείσα μαρτυρία από ποιο είδος όπλου φαίνεται να είναι η σφαίρα, αν δηλαδή επρόκειτο για κυνηγετικό όπλο, ή κάποιο άλλο πιο επιθετικό όπλο. Έθεσε περαιτέρω ερωτηματικά σχετικά με τη σύνδεση αυτής της σφαίρας με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, καθώς και το κατά πόσο μπορεί να αποδειχθεί ότι η σφαίρα προέρχεται από γεγονός στη χώρα καταγωγής του ή αν σχετίζεται με κάποιο μεταγενέστερο περιστατικό. Προσθέτει πως ο ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή αφορά ιδιωτικό φορέα δίωξης και ο ίδιος δεν απέδειξε ότι οι αρχές της χώρας του αδυνατούν να του παράσχουν προστασία, ενώ σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή. Καταλήγει πως ο Αιτητής δεν δικογραφεί με τις αιτούμενες θεραπείες την αναγνώρισή του ως πρόσφυγας ή την απόδοση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Απαντώντας, η συνήγορος του Αιτητή επικαλέστηκε σχετική νομολογία που ανέφερε στη γραπτή της αγόρευση, αναφορικά με τις εξουσίες του παρόντος Δικαστηρίου και ότι από τους ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι ο ίδιος δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του αφού κινδυνεύει η ζωή του από ένα γκρουπ μαφίας που τον αναζητεί παντού. Ανέφερε ακόμη ότι από μια πρόχειρη έρευνα διαφαίνεται ότι στην περιοχή που διαμένει ο Αιτητής υπάρχουν αυξημένα περιστατικά βίας και ως εκ τούτου θα έπρεπε να του είχε δοθεί τουλάχιστον συμπληρωματική προστασία. Επανέλαβε επίσης τη θέση της ότι ο Αιτητής δεν παραπέμφθηκε σε γιατρό για να βεβαιωθούν τα λεγόμενα του. Υπέδειξε καταληκτικά ότι μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας και μετά την αφαίρεση της σφαίρας από το σώμα του Αιτητή, καταρρίπτονται τα όσα καταγράφονται στην έκθεση της λειτουργού ασύλου, αφού ο Αιτητής είναι αξιόπιστος.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Επί του λόγου ακυρώσεως περί παραβίασης του άρθρου 15(1)(β)
Πρώτιστη ενασχόληση επιβάλλεται να γίνει με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί παραβίασης του άρθρου 15(1)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, λόγω της μη παραπομπής του προς εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο. Επισημαίνω καταρχάς την ελλιπέστατη δικογράφηση του ισχυρισμού αυτού στο πλαίσιο της καταχωρισθείσας προσφυγής του Αιτητή, αφού η μοναδική αναφορά που εντοπίζεται στο σημείο (1) των νομικών σημείων της αίτησής του, αναφέρεται γενικόλογα σε παραβίαση του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Δικογράφηση η οποία κρίνεται ανεπαρκής και αναιτιολόγητη.
Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα αυτό αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των γραπτών αγορεύσεων του Αιτητή, με τη θέση του να είναι πως ενώ ο ίδιος επέδειξε στον λειτουργό EUAA τα τραύματα του από τους πυροβολισμούς στο σώμα του, εντούτοις ο λειτουργός δεν έδωσε καμία σημασία και δεν παρέπεμψε τον Αιτητή σε ιατρό προτού τον απορρίψει ως αναξιόπιστο. Προσθέτει πως «Εντούτοις ο αιτητής επειδή έλεγε την αλήθεια για τους πυροβολισμούς που δέχθηκε αναγκάστηκε να υποστεί (sic) σε εγχείρηση (sic) για να αφαιρεθεί το σφαιρίδιο που υπήρχε στην δεξιά πίσω πλευρά της πλάτης. Συνεπώς διαφαίνεται ότι η μη παραπομπή σε ιατρό από μέρους της λειτουργού ήταν ουσιώδης πλημμέλεια (sic) που επηρέασε αλυσιτελώς (sic) την διαδικασία αφού λανθασμένα θεωρήθηκε αναξιόπιστος».
Από επισκόπηση των πρακτικών της συνέντευξής του Αιτητή, επισημαίνω καταρχήν ότι, αντίθετα με όσα υποβάλλει η κα Κουπαρή, δεν προκύπτει από κανένα σημείο της συνέντευξης ότι ο Αιτητής επέδειξε τα τραύματά του από πυροβολισμούς στον λειτουργό EUAA. Το μόνο που προκύπτει είναι ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι πυροβολήθηκε στον ώμο κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης που συνδεόταν με τη δράση μαφιόζικης ομάδας και ο ίδιος έχασε τις αισθήσεις του, χωρίς να δίδει περισσότερες λεπτομέρειες για την κατάσταση του τραύματός του, ούτε περιέγραψε τη θεραπεία που έλαβε, παρά το ότι του ζητήθηκε, αναφέροντας απλώς ότι: «I am not a doctor, they did the treatment to me».
Με βάση λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι υπήρχαν λόγοι ή στοιχεία που να επιβάλλουν τέτοια παραπομπή. Αντίθετα, κατά την έναρξη της συνέντευξης, ο λειτουργός EUAA ρώτησε τον Αιτητή εάν βρίσκεται σε καλή φυσική και ψυχική κατάσταση, αν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και εάν λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή με τον Αιτητή να τοποθετείται αρνητικά επιβεβαιώνοντας ότι είναι σε θέση να συνεχίσει τη συνέντευξη.
Η διάταξη του εδαφίου (β) του άρθρου 15(1) την οποία επικαλείται η κα Κουπαρή προς υποστήριξη του ισχυρισμού της προβλέπει την υποχρέωση παραπομπής σε ιατρό ή ψυχολόγο όταν ο αρμόδιος λειτουργός το κρίνει σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης, ειδικά αν υπάρχουν ενδείξεις ή συμπτώματα που υποδηλώνουν βασανιστήρια ή σοβαρές πράξεις βίας. Η διατύπωση "όταν το κρίνει σκόπιμο" υποδηλώνει διακριτική ευχέρεια του λειτουργού, η οποία ενεργοποιείται μόνο εφόσον υφίστανται επαρκή στοιχεία ή ενδείξεις που να επιβάλλουν τέτοια ενέργεια.
Κατά τούτο επισημαίνεται ότι η υποχρέωση παραπομπής σε ιατρό, σύμφωνα με το άρθρο 15(1)(β), δεν ενεργοποιείται αυτόματα, αλλά εξαρτάται από την ύπαρξη ενδείξεων ή συμπτωμάτων βασανιστηρίων ή σοβαρής βίας, τα οποία πρέπει να αξιολογηθούν από τον λειτουργό.
Από τα διαθέσιμα στοιχεία, ως αυτά τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν προκύπτει ότι υπήρχαν σαφείς ενδείξεις κατά τη συνέντευξη που να καθιστούσαν υποχρεωτική την παραπομπή σε ιατρό. Η απουσία αναφοράς από τον Αιτητή για τραύματα ή ανάγκη ιατρικής φροντίδας κατά την έναρξη της συνέντευξης θεωρήθηκε από τo λειτουργό EUAA ως επαρκής ένδειξη ότι δεν υπήρχε λόγος για περαιτέρω διερεύνηση. Φρονώ κατά τούτο ότι η διακριτική ευχέρεια του λειτουργού ως αυτή πηγάζει από το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, ασκήθηκε ορθώς. Η ρητή δήλωση του Αιτητή ότι δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα υγείας και δεν λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, σε συνδυασμό με τη φαινομενικά καλή φυσική κατάσταση του, την οποία ο λειτουργός είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει κατά τη συνέντευξη, παρείχε επαρκή βάση για την απόφαση να μην παραπεμφθεί για ιατρική αξιολόγηση.
Κατά τα πιο πάνω, ο σχετικός ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Επί του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης.
Ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν [Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018)], θα προχωρήσω να εξετάσω τον προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτής.
Ειδικότερα, ως προς τη θέση του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[1].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Παρατηρώ πως με την υποβληθείσα αίτηση του για άσυλο και σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο αδελφός του στη Νιγηρία είναι μέλος μιας ομάδας της μαφίας. Η εν λόγω ομάδα περιήλθε σε σύγκρουση με μία άλλη ομάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας απεβίωσε ένας άνδρας, στη δε συνέχεια τα μέλη της ομάδας στην οποίαν ανήκε ο εν λόγω άνδρας άρχισαν να αναζητούν τον αδελφό του Αιτητή ο οποίος διέφυγε. Ακολούθως άρχισαν να αναζητούν τον Αιτητή επειδή ήταν ο μοναδικός του αδελφός. Ο Αιτητής στη συνέχεια κατέγραψε ότι τον πυροβόλησαν ωστόσο κατάφερε να διαφύγει τραυματίας, ενώ μετά την ανάρρωσή του αποφάσισε με τη μητέρα του ότι θα ήταν ασφαλέστερο για εκείνο να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 1 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης του, σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή Umunede, ενώ σε ηλικία 18 ετών εγκαταστάθηκε στην πόλη Agbana της πολιτείας Enugu, όπου φοίτησε στο πανεπιστήμιο για τέσσερα (4) χρόνια. Ακολούθως επέστρεψε στην περιοχή Umunede, ενώ από το 2016 μέχρι το 2019 εργάστηκε στη Γκάνα. Εν τέλει επέστρεψε στην περιοχή Umunede, όπου διέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Σε σχέση με την πατρική του οικογένεια, o Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε σε τροχαίο ατύχημα το 2005, ενώ η μητέρα του εξακολουθεί να διαμένει στην περιοχή Umunede. Προσέθεσε ότι διαθέτει έναν αδελφό του οποίου ωστόσο αγνοεί την τύχη. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος του τμήματος βιομηχανικής χημείας του πανεπιστημίου της πολιτείας Enugu, σε σχέση δε με την εργασιακή του εμπειρία, ο Αιτητής προέβαλε ότι δεν μπόρεσε να βρει εργασία μετά την αποφοίτησή του και ως εκ τούτου αναγκάστηκε να εργαστεί ως οδηγός λεωφορείου (βλ. ερυθρά 25-30 δ.φ.).
Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής επανέλαβε ότι ο αδελφός του ήταν μέλος μιας ομάδας της μαφίας. Η εν λόγω ομάδα περιήλθε σε σύγκρουση με μία άλλη ομάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας απεβίωσε ένας άνδρας, στη δε συνέχεια τα μέλη της ομάδας στην οποίαν ανήκε ο εν λόγω άνδρας άρχισαν να αναζητούν τον αδελφό του Αιτητή ο οποίος διέφυγε. Στη συνέχεια τα μέλη της ομάδας που αναζητούσαν τον αδελφό του άρχισαν να επισκέπτονται την οικία του Αιτητή και να δημιουργούν προβλήματα. Την δε τελευταία φορά που επισκέφτηκαν την οικία του, τα μέλη της μαφίας πυροβόλησαν τον Αιτητή και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν. Η δε μητέρα του πήγε στον πάστορα ο οποίος βοήθησε τον Αιτητή να εγκαταλείψει τη Νιγηρία μόλις θεραπεύτηκε.
Κληθείς να παραθέσει κάποιο άλλο στοιχείο και/ή λεπτομέρεια ως προς την εγκληματική ομάδα της οποίας φέρεται να ήταν μέλος ο αδελφός του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δε γνωρίζει καμία άλλη πληροφορία σχετικά με αυτήν, πλην του ότι ο αδελφός του ήταν μέλος της. Κληθείς να την κατονομάσει, ο Αιτητής δήλωσε ότι αγνοεί την ονομασία της. Πλήρη άγνοια επέδειξε ο Αιτητής και ως προς τη θέση του αδελφού του στην οργάνωση, το χρόνο κατά τον οποίον εκείνος ενετάχθη στους κύκλους της αλλά και ποιες ήταν οι δραστηριότητές της. Στη συνέχεια ο Αιτητής προέβαλε ότι δεν γνωρίζει καμία πληροφορία ως προς το περιστατικό της σύγκρουσης ανάμεσα στην οργάνωση στην οποίαν ανήκε ο αδελφός του και την οργάνωση που φέρεται να τον εκδιώκει στη χώρα καταγωγής του, αγνοώντας ακόμα και την ονομασία της τελευταίας.
Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή με την Εισηγητική του Έκθεση, ο λειτουργός EUAA κατέγραψε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. O πρώτος αφορά τις δηλώσεις γύρω από τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος ισχυρισμός συνίσταται στις δηλώσεις του περί του ότι τον καταζητούσε και τον πυροβόλησε μια ομάδα της μαφίας η οποία έψαχνε τον αδελφό του. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, ο λειτουργός EUAA έκανε αποδεκτό ως αξιόπιστο μόνο τον πρώτο ισχυρισμού απορρίπτοντας τον δεύτερο ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Ειδικότερα, σε σχέση με την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο λειτουργός EUAA αξιολόγησε τις δηλώσεις του Αιτητή ως στερούμενες συνοχής και περιγραφικής λεπτομέρειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς και με σαφήνεια το λόγο για τον οποίον τα μέλη μιας ομάδας της μαφίας τον εξεδίωκαν, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με οιαδήποτε ομάδα της μαφίας (βλ. ερ. 23 δ.φ.). Οι δε περιγραφές του αναφορικά με τις επισκέψεις των μελών της μαφίας στην οικία του δεν ήταν λεπτομερείς, κατά τρόπο που να παραπέμπουν σε βιωματικό περιστατικό, αν και του δόθηκε κατ’ επανάληψη η δυνατότητα να προσθέσει περαιτέρω λεπτομέρειες προκειμένου να στοιχειοθετήσει τις δηλώσεις του (βλ. ερ. 22 δ.φ.). Παράλληλα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει ούτε το πότε διέφυγε και εξαφανίστηκε ο αδελφός του, καθώς σε σχετικώς υποβληθείσα ερώτηση απάντησε ότι δε γνωρίζει και ότι (ο αδελφός του) απλά σταμάτησε να πηγαίνει στο σπίτι του, αλλά ούτε και να προσδιορίσει την ημερομηνία κατά την οποία η ομάδα της μαφίας άρχισε να τον εκδιώκει, προβάλλοντας ασαφώς ότι δε θυμάται την ακριβή ημερομηνία, επικαλούμενος ωστόσο αόριστα ότι οι επισκέψεις επί της οικίας του άρχισαν το Φεβρουάριο του 2021. Πρόσθετα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε έλαβαν χώραν οι επόμενες επισκέψεις των μελών της μαφίας στην οικία του (βλ. ερ. 21 δ.φ.). Σε σχέση δε με το περιστατικό του φερόμενου πυροβολισμού του από μέλη της μαφίας, η περιγραφή του Αιτητή κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ως επιφανειακή και στερούμενη περιγραφικής λεπτομέρειας, ενώ όταν του δόθηκε η δυνατότητα να προσθέσει και άλλα σχετικά στοιχεία και/ή πληροφορίες αναφορικά με το εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής απάντησε επιφανειακά ότι όταν τα μέλη της μαφίας τους ζήτησαν να αποκαλύψουν που βρίσκεται ο αδερφός του και εκείνος τους απάντησε ότι δε γνωρίζει με αποτέλεσμα να τον πυροβολήσουν και να χάσει τις αισθήσεις του (βλ. ερ. 21 δ.φ.), χωρίς να είναι σε θέση να προσθέσει περαιτέρω περιγραφές που να παραπέμπουν σε βιωματική εμπειρία, ως θα αναμενόταν. Επίσης, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με συνοχή το λόγο για τον οποίο τον πυροβόλησαν τα μέλη της μαφίας, προβάλλοντας ασαφώς ότι δεν τους αποκάλυψε που βρισκόταν ο αδελφός του, όπως και το λόγο για τον οποίο δεν κατήγγειλε το εν λόγω περιστατικό στις αρχές (βλ. ερ. 19 δ.φ.). Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δήλωσε χωρίς ευλογοφάνεια ότι δεν του πέρασε από το μυαλό να καταγγείλει τόσο τις απειλές που δεχόταν, όσο και το περιστατικό του πυροβολισμού του (βλ. ερ. 19 δ.φ.). Σε σχέση δε με τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι μετά το φερόμενο πυροβολισμό του τα μέλη της μαφίας αποχώρησαν πιστεύοντας ότι τον είχαν σκοτώσει, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει το λόγο για τον οποίον εξακολούθησαν να παρενοχλούν τη μητέρα τους δεδομένου ότι πίστευαν ότι ήδη είχαν σκοτώσει τον Αιτητή, προβάλλοντας χωρίς συνοχή ότι ίσως ήθελαν να εντοπίσουν τον αδελφό του (βλ. ερ. 16 δ.φ.). Ούτε όμως ο Αιτητής ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς πως τα μέλη της μαφίας γνώριζαν ότι επέζησε και το λόγο για τον οποίον εξακολούθησαν να τον καταζητούν. Στη συνέχεια ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους μετά το φερόμενο πυροβολισμό του, τον μετέφεραν στην εκκλησία και όχι στο νοσοκομείο, όπως ευλόγως θα αναμενόταν, ενώ η περιγραφή της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που φέρεται να δέχτηκε στην εκκλησία κρίθηκε ως ασαφής και στερούμενη περιγραφικής λεπτομέρειας. Ο Αιτητής, τέλος, δήλωσε ότι η τελευταία φορά που τα μέλη της μαφίας ενόχλησαν τη μητέρα του ήταν τον Αύγουστο του 2021, χρόνο κατά τον οποίον ο ίδιος είχε μεταβεί στην πόλη Asaba, εγκαταλείποντας τη Νιγηρία το Νοέμβριο του 2021, χωρίς ωστόσο να αντιμετωπίσει κάποια ενόχληση από τη μαφία κατά το εν λόγω διάστημα (βλ. ερ. 15 δ.φ.). Όταν όμως ρωτήθηκε για ποιο λόγο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Νιγηρία το Νοέμβριο του 2021 συγκεκριμένα δεδομένου ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η μητέρα του δέχτηκαν κάποια ενόχληση από τον Αύγουστο, ο Αιτητής αποκρίθηκε χωρίς ευλογοφάνεια ότι σκέφτηκε ότι ίσως τον αναζητήσουν εκ νέου τα μέλη της μαφίας. Κληθείς να εξηγήσει τι τον οδήγησε στην εν λόγω σκέψη, ο Αιτητής απάντησε ότι σκέφτηκε πως ίσως τον αναζητούν και ότι θα πρέπει να σώσει τη ζωή του, ενώ αργότερα επικαλέστηκε χωρίς συνοχή ότι δεν αποκάλυψε στα μέλη της μαφίας που βρίσκεται ο αδελφός του (βλ. ερ. 15 δ.φ.). Λόγω των ανωτέρω δηλώσεων του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο πρώτος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με νοηματική συνοχή και ευλογοφάνεια το λόγο για τον οποίον αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του συγκεκριμένα το Νοέμβριο του 2021, αφού δεν δέχτηκε οποιαδήποτε ενόχληση (ο ίδιος ή η μητέρα του) από τον Αύγουστο του ιδίου έτους.
Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε τις δηλώσεις του Αιτητή ως επιφανειακές, γενικόλογες και στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας με αποτέλεσμα ο υπό εξέταση ισχυρισμός να κριθεί ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.
Προχωρώντας στη διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε σχετική έρευνα, εκ της οποίας εντόπισε πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν τη δραστηριοποίηση εγκληματικών δικτύων στη Νιγηρία τα οποία προβαίνουν σε πλήθος ποινικά κολάσιμων πράξεων και ότι το κράτος έχει προβεί σε ορισμένες ενέργειες καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, συλλαμβάνοντας εγκληματίες υψηλού προφίλ.
Καταληκτικά, αν και κατά τον λειτουργό EUAA οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα στη Νιγηρία βρίσκουν έρεισμα στις διαθέσιμες πληροφορίες, η αδυναμία του Αιτητή να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού κατά τρόπο που να παραπέμπει σε βιωματικό περιστατικό, οδήγησε τον λειτουργό στην εν συνόλω απόρριψη του ως μη αξιόπιστου.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην πατρίδα του, επί τη βάσει του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν λόγοι εκ των οποίων μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για αναγνώρισή του ως πρόσφυγα. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου και την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Καταληκτικά, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή στο σύνολό του. Ειδικότερα, ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) του Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την περιοχή Umunede της πολιτείας Delta, εκ της οποίας προέκυψε ότι στην εν λόγω δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, έτσι ώστε να κινδυνεύσει ένας άμαχος αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί. Ούτε όμως το προφίλ του Αιτητή παρουσιάζει οιοδήποτε στοιχείο ευαλωτότητας, το οποίο θα μπορούσε να επιτείνει τον κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή Umunede της πολιτείας Delta.
Ως εκ τούτου, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, συντάσσομαι καταρχάς με τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, όπως αυτός έχει σχηματιστεί και αξιολογηθεί από την Υπηρεσία Ασύλου καθώς είναι και δική μου διαπίστωση ότι πράγματι οι αναφορές του Αιτητή υπήρξαν σαφείς και συνεκτικές σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία και τον τόπο καταγωγής και διαμονής του αφού εντοπίστηκαν από διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνοντας τις δηλώσεις του.
Όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό ότι ο Αιτητής καταζητείτο και είχε πυροβοληθεί από μια ομάδα μαφίας η οποία έψαχνε τον αδελφό του, η αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού απαιτεί συνδυαστική εκτίμηση όλων των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιόν μου. Ειδικότερα, η εκτίμηση αυτή πρέπει να διενεργηθεί υπό το πρίσμα της νέας μαρτυρίας, των ισχυρισμών του όπως αυτοί παρουσιάστηκαν κατά τη συνέντευξη, καθώς και των δηλώσεών του κατά την αντεξέτασή του ενώπιόν μου. Επιπλέον, καθίσταται αναγκαίο να εκτιμηθεί το αποδεικτικό βάρος της προσκομισθείσας ιατρικής μαρτυρίας σε συνάρτηση με τις αρχικές του δηλώσεις και την εσωτερική συνέπεια της αφήγησής του.
Ειδικότερα, ως προς την προσκομισθείσα μαρτυρία, επαναλαμβάνω ότι αυτή συνίσταται σε ένα Ιατρικό Σημείωμα (Medical Note) του Δρ. Γεώργιου Κωνσταντινίδη, χειρουργού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ημερ. 12.06.2023, το οποίο φέρει τα στοιχεία του Αιτητή και στο οποίο καταγράφονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «I, the undersigned, hereby confirm that today I removed from the right upper back area of the abovementioned patient, a lead pellet. I gave it to him in a plastic tube and I hand this note for any legal use» (βλ. Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ημερ. 15.11.2023).
Παρατηρώ ότι η εν λόγω μαρτυρία, πιστοποιεί την αφαίρεση σφαιριδίου από την πλάτη του Αιτητή στις 12.06.202. Το πιστοποιητικό αυτό παρέχει αντικειμενική απόδειξη ότι ο Αιτητής είχε ένα ξένο σώμα (σφαιρίδιο) στο σώμα του, το οποίο αφαιρέθηκε ιατρικά. Επισημαίνω ωστόσο ότι από μόνο του, το εν λόγω πιστοποιητικό δεν παρέχει καμία πληροφορία για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προκλήθηκε ο τραυματισμός/πυροβολισμός ούτε βεβαίως παρέχει κάποια ένδειξη ότι το σφαιρίδιο σχετίζεται με μέλη της φερόμενης μαφιόζικης οργάνωσης ή τεκμηριώνει πράξη δίωξης. Συνεπώς η αντικειμενική απόδειξη που παρέχει το πιστοποιητικό θα πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τη σημασία, την αξιοπιστία και τη συνάφειά του με το βασικό του ισχυρισμό.
Παρά τη σημασία του ως αντικειμενική απόδειξη της ύπαρξης τραυματισμού, το ιατρικό πιστοποιητικό δεν επαρκεί από μόνο του για να τεκμηριώσει τον βασικό ισχυρισμό του Αιτητή ότι υπήρξε θύμα πράξης δίωξης από μαφιόζικη οργάνωση.
Ως έχει ήδη επισημανθεί, βασικό επιχείρημα του Αιτητή που αποτελεί και τον πυρήνα της υποβληθείσας αίτησής του για άσυλο, συνιστά το ότι υπήρξε θύμα πυροβολισμού από μέλη μαφιόζικης οργάνωσης, γεγονός που, όπως ισχυρίζεται, θέτει την ζωή του σε άμεσο κίνδυνο. Ωστόσο, από τη συνολική ανάλυση των δηλώσεων του Αιτητή, της συνέντευξης, της αντεξέτασης και της νέας μαρτυρίας που προσκομίσθηκε, προκύπτουν σοβαροί λόγοι που υπονομεύουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού του.
Και εξηγώ.
Πρόσθετα των επισημάνσεων που έγιναν από τον λειτουργό EUAA στις σελ. 4-7 της Εισηγητικής του Έκθεσης (βλ. ερυθρά 92-89 του δ.φ.), επί των σημείων αναξιοπιστίας που εντοπίστηκαν στο αφήγημα του Αιτητή με τα οποία και συμφωνώ, προσθέτω επιπλέον τα ακόλουθα:
Ένα από τα κύρια ζητήματα που ανακύπτουν είναι η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων που να αποδεικνύουν ή να παρέχουν σοβαρές ενδείξεις για την προέλευση της σφαίρας που αφαιρέθηκε από το σώμα του αιτητή. Αν και το ιατρικό σημείωμα που προσκομίστηκε επιβεβαιώνει την αφαίρεση σφαιριδίου από την πλάτη του, ωστόσο αυτό δεν παρέχει πληροφορίες για τον τύπο του όπλου από το οποίο προήλθε η σφαίρα, ούτε προσδιορίζει ασφαλώς εάν σχετίζεται με πράξη δίωξης. Η ύπαρξη του σφαιριδίου δεν αποκλείει εναλλακτικά σενάρια που δεν σχετίζονται με πράξεις δίωξης, αφού θα μπορούσε, για παράδειγμα, ως ευλόγως υπέβαλε και ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, το περιστατικό να προκλήθηκε από άλλες αιτίες, όπως ένα τραυματισμό από ατύχημα (π.χ από κυνηγετικό ατύχημα). Πρόσθετα, ο Αιτητής δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία που να συνδέει τη σφαίρα με τα μέλη της φερόμενης μαφιόζικης οργάνωσης. Δέον περαιτέρω να επισημανθεί ότι η χρονική απόσταση από το περιστατικό αποτελεί επίσης ένα ακόμα ζήτημα. Η αφαίρεση του σφαιριδίου πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια και τρεις μήνες μετά το φερόμενο περιστατικό, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς το κατά πόσο το περιστατικό με το σφαιρίδιο, διενεργήθηκε πράγματι στη χώρα καταγωγής του, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο, αυτό να έλαβε χώρα μετά την εγκατάλειψη της Νιγηρίας.
Επιπλέον, η αφήγηση του Αιτητή περιέχει σημαντικές ασυνέπειες και κενά, τα οποία υπονομεύουν την αξιοπιστία της. Ειδικότερα, παρά το ότι ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε πυροβολισμό από μέλη μαφιόζικης οργάνωσης, ωστόσο δεν μπόρεσε να προσδιορίσει βασικές πληροφορίες, όπως το όνομα της οργάνωσης, τον αριθμό των μελών της ή τις δραστηριότητές της. Τούτο δε λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως ισχυρίστηκε, στην εν λόγω ομάδα φέρεται να άνηκε ως μέλος ο αδελφός του. Πέραν τούτου, ο Αιτητής επέδειξε πλήρη άγνοια ως προς τη θέση του αδελφού του στην οργάνωση, το χρόνο κατά τον οποίο εκείνος ενετάχθη στους κύκλους της αλλά και ποιες ήταν οι δραστηριότητές της. Πρόσθετα, ο Αιτητής προέβαλε ότι δεν γνωρίζει καμία πληροφορία ως προς το περιστατικό της σύγκρουσης ανάμεσα στην οργάνωση στην οποίαν ανήκε ο αδελφός του και την οργάνωση που φέρεται να τον εκδιώκει στη χώρα καταγωγής του, αγνοώντας, ως προανέφερα, ακόμα και την ονομασία αυτής. Οι σοβαρές αυτές ελλείψεις στο αφήγημα του Αιτητή δημιουργούν ερωτηματικά σχετικά με το κατά πόσο η αφήγηση του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα
Επιπλέον, ο Αιτητής δεν εξήγησε γιατί οι αρχές της χώρας καταγωγής του δεν μπορούσαν να τον προστατεύσουν και γιατί ο ίδιος δεν προσέφυγε ποτέ σε αυτές. Ο ίδιος ρωτήθηκε πολλές φορές για τους λόγους που δεν κατήγγειλε ποτέ το περιστατικό στις αρχές της χώρας του, με τον Αιτητή να επικαλείται ότι «δεν μου ήρθε στο μυαλό». Ενώ αυτό μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από τον φόβο ή την έλλειψη εμπιστοσύνης στις αρχές, η απουσία καταγγελίας αποδυναμώνει τον ισχυρισμό ότι αντιμετώπιζε άμεσο κίνδυνο. Επιπλέον, ο Αιτητής δεν παρείχε πληροφορίες που να αποδεικνύουν ότι η οργάνωση δραστηριοποιείται σε όλη τη χώρα, καθιστώντας έτσι ανέφικτη τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης.
Σημειώνεται ότι η διεθνής προστασία παραχωρείται μόνο όταν δεν μπορεί να υπάρξει επαρκής και αποτελεσματική εθνική προστασία αφού αυτή είναι δευτερογενής της χώρας καταγωγής[2].
Επιπλέον, ενώ ο Αιτητής ανέφερε ότι τα μέλη της μαφίας είχαν αρχίσει να τον επισκέπτονται στο σπίτι του τον Φεβρουάριο του 2021 και η τελευταία φορά που ενόχλησαν τον ίδιο και τη μητέρα του ήταν τον Αύγουστο του 2021, παρατηρώ ότι εγκατέλειψε την πατρίδα του τον Νοέμβριο του ιδίου έτους δηλαδή μήνες αργότερα, χωρίς να τον ενοχλήσει κανείς. Εάν πράγματι η ζωή του Αιτητή κινδύνευε, θα ήταν εύλογο όπως ο ίδιος εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του αμέσως και με την πρώτη ευκαιρία και όχι μήνες αργότερα. Όπως πολύ ορθά επισημαίνει και ο λειτουργός EUAA, οι δηλώσεις του Αιτητή αξιολογούνται ως επιφανειακές, γενικόλογες και στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας, ενώ οι, ως επί το πλείστον αόριστοι ισχυρισμοί του δεν παραπέμπουν σε άτομο που είχε βιωματική εμπειρία.
Παρότι λοιπόν η προσκομισθείσα μαρτυρία παρέχει αντικειμενική απόδειξη της ύπαρξης του σφαιριδίου, αυτή δεν επαρκεί για να καλύπτει τις ελλείψεις και τις ασάφειες της αφήγησης του Αιτητή η οποία παραμένει γενική και αόριστη, γεγονός που καθιστά δύσκολη την αποδοχή της ως αξιόπιστης.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του, δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει τόσο την οργάνωση της οποίας ο αδερφός του φέρεται να ήταν μέλος όσο και την οργάνωση η οποία φέρεται να τον εκδιώκει στη χώρα καταγωγής του, αλλά και δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής εκ της αοριστίας, της γενικότητας και της έλλειψης ευλογοφάνειας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή, δεν προκύπτει ανάγκη για περαιτέρω εξέταση της εξωτερικής του συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.
Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EUAA, "Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System"[3], όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»
Κατά τα ως άνω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτός απορρίπτεται.
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, καθώς ο συνδεόμενος με τον εκπεφρασμένο φόβο του Αιτητή ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, ο συναφώς εκπεφρασμένος φόβος του δεν κρίθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«19.-(1) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής».
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[4] ότι συνιστούν:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[5], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Περαιτέρω, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ν Staatssecretaris van Justitie[6]:
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[7] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Uminete, της πολιτείας Delta, της Νιγηρίας, όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει. Από την έρευνα αυτή, προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), μια πρωτοβουλία της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, η Νιγηρία είναι αναμεμειγμένη σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συρράξεις ενάντια στις μη κρατικές ένοπλες ομάδες Boko Haram και ISWAP (Islamic State in West Africa Province)[8].
· Σύμφωνα με τη σύνοψη της κατάστασης ασφαλείας του ACCORD ωστόσο, η οποία δημοσιεύτηκε στις 8 Μαΐου 2024, στην πολιτεία Delta αναφέρθηκαν 47 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων τα 21 οδήγησαν σε 59 απώλειες ανθρώπινων ζωών. Οι ακόλουθες τοποθεσίες στην πολιτεία Delta συγκαταλέγονται μεταξύ των πληγέντων: Agadama, Agbor, Asaba, Effurun, Egbudu-Akah, Evwreni, Forcados, Ishiagu, Jesse, Kiagbodo, Koko, Kwale, Mosogar, Ogharefe, Ogwashi-Uku, Ohoro, Ohwase, Okere, Okoloba, Okpanam, Okuama, Onicha-Olona, Osubi, Otu-Jeremi, Ozoro, Ughelli, Uwheru, Warri[9]. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, αναφορικά με το δεύτερο τρίμηνο του 2024 στην πολιτεία Delta αναφέρθηκαν 42 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων τα 18 οδήγησαν σε 25 απώλειες ανθρώπινων ζωών. Οι ακόλουθες τοποθεσίες στην πολιτεία Delta συγκαταλέγονται μεταξύ των πληγέντων: Abavo, Agbor, Akugbene, Asaba, Ashaka, Effurun, Egbo, Evwreni, Ibusa, Inene, Kwale, Obiaruku Quarters, Ogbe-Udu, Ogbinbiri, Oghara, Ogwashi-Uku, Ohoro, Okoloba, Okuama, Okwagbe, Olota, Orogun, Oteri, Oviri-Ogor, Ozoro, Ughelli, Warri[10]. Παρατηρείται ωστόσο ότι η πόλη Umunede της πολιτείας Delta, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν αναφέρεται ως περιοχή η οποία πλήττεται από συγκρούσεις σύμφωνα με τις αντληθείσες πληροφορίες.
· Παράλληλα, σύμφωνα άλλωστε με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το διάστημα από την 13.01.2024 έως τις 10.01.2025 στην πόλη πολιτεία Delta, καταγράφηκαν 137 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν το θάνατο 141 ανθρώπων. Ειδικότερα, 73 εξ αυτών καταγράφηκαν ως περιστατικά μαχών (104 θάνατοι), 48 καταγράφηκαν ως περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων (28 θάνατοι), 11 περιστατικά καταγράφηκαν ως εξεγέρσεις (7 θάνατοι), 3 περιστατικά καταγράφηκαν ως διαμαρτυρίες (2 θάνατοι) και 2 περιστατικά καταγράφηκαν ως εκρήξεις και/ή απομακρυσμένη βία χωρίς ωστόσο να έχουν επιφέρει κάποια απώλεια[11]. Κατά την ανωτέρω ωστόσο περίοδο (13/01/2024 μέχρι 10/01/2025) συγκεκριμένα στην πόλη Uminede, καταγράφηκε συνολικά μόνο ένα περιστατικό βίας κατά των αμάχων το οποίο επέφερε το θάνατο ενός ανθρώπου[12].
· Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Delta εκτιμάται ότι το 2022 ανερχόταν στους 5,636,100 περίπου κατοίκους[13], της δε πόλης Umunede σε περίπου 8.331 κατοίκους[14],[15].
Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα, δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πόλη Umunede, Delta State ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ). Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, μορφωμένος, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία χωρίς να παρουσιάζει θέματα ευαλωτότητας ή κάποιο χαρακτηριστικό ή στοιχείο που να συμβάλλει με οποιοδήποτε τρόπο στην επίταση του κινδύνου να υποστεί σοβαρή βλάβη. Επισημαίνω τέλος, ότι δεν έχουν εγερθεί ή/και αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του Αιτητή που να υποδηλώνουν και να δείχνουν ειδικώς ότι θα τεθεί σε κατάσταση που αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης και δυνατόν να μπορούσε να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.
Υπό το φως των ανωτέρω, και έχοντας ενώπιόν μου τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, την ίδια την επίδικη απόφαση και τις δηλώσεις του Αιτητή σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, δεν διαπιστώνω να υφίσταται οποιαδήποτε πλημμέλεια σε σχέση με αυτήν. Κρίνω δε ότι ορθώς και κατόπιν δέουσας έρευνας οι Καθ΄ ων η αίτηση κατά την έκδοση της επίδικης απόφασής τους κατέληξαν ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Αιτητής δεν θα μπορούσαν καθ' αυτοί να οδηγήσουν σε υπαγωγή του στο καθεστώς των άρθρων 3 ή 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Κατά τούτου και ο λόγος ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας ως προωθήθηκε από τον Αιτητή είναι υποκείμενος σε απόρριψη ως αβάσιμος.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 31.05.2024 (Κ.Π.Δ. 191/2024), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Με βάση το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Υπόθ. αρ. 128/2008, JAMAL KAROU v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010
[2] EASO, 'Practical Guide: Qualification for International Protection' (2018), 36 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/easo-practical-guide-qualification-for-international-protection-2018.pdf (ημερομηνία τελευταία πρόσβασης 17.11.2022)
[3] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System, February 2023, σ. 169
[4] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[6]Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[7] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[8] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-nigeria (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/01/2025)
[9] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation, 'Nigeria, first quarter 2024: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED)', 8 May 2024, 4-5, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2109664/2024q1Nigeria_en.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/01/2025)
[10] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation, 'Nigeria, second quarter 2024: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED)', 7 August 2024, 4-5, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2113508/2024q2Nigeria_en.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/01/2025)
[11] ΑCLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο: https://acleddata.com/explorer/ (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Battles / Violence against civilians / Explosions/Remote violence / Riots / Protests) DATE RANGE: 13/01/2024-10/01/2025, REGION: Africa, COUNTRY: Nigeria , ADMIN UNIT: Delta State) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 17/01/2025]
[12] ΑCLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο: https://acleddata.com/explorer/ (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Battles / Violence against civilians / Explosions/Remote violence / Riots / Protests) DATE RANGE: 13/01/2024-10/01/2025, REGION: Africa, COUNTRY: Nigeria , ADMIN UNIT: Delta State, LOCATION: Umunede ) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 17/01/2025]
[13] City Population, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/01/2025)
[14] https://ng.geoview.info/umunede,2320417, (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/01/2025)
[15] https://places-in-the-world.com/nigeria/umunede/2320417, (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/01/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο