
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ.227/24
5 Φεβρουαρίου 2025
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)
Αίτηση από:
Z. F.
Αιτητής
Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Κα Ν. Κουρσάρης, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Κος Τ. Abdullah, μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Farsi στα Ελληνικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση νομικής αρωγής, προκειμένου να διορίσει δικηγόρο για να χειριστεί την προσφυγή αρ.4985/24 που ήδη καταχώρησε κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.12/12/24, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε στις 25/10/24.
Ως προκύπτει από το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας, ο αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές παράτυπα, μέσω κατεχομένων, στις 12/10/24 μετά από περί τα 8 χρόνια παραμονής στην Τουρκία, και στις 25/07/24 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη στην προσφυγή αρ.4985/24 απόφαση.
Η παρούσα στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, στις διατάξεις του άρθρου 6Β (2) (α) και 6Β (2) (ββ), που ορίζει τα ακόλουθα:
«(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
[…]
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Κατά την εξέταση αιτήσεως νομικής αρωγής το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς να αποφασίζεται οριστικά η τύχη της προσφυγής που σε κάθε περίπτωση έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ή να προωθήσει (αν έχει ήδη καταχωρηθεί) με ίδια μέσα ο αιτητής, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της δεν επηρεάζει και δεν προδικάζει την έκβαση της (βλ. Durgo Man v. Δημοκρατίας, Νομ. Αρ. 278/09, ημ.15/07/09).
Στην απόφαση στην αίτηση Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SINGH KHUSHWANT του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι ο Αιτητής δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματός του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου. Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.
[…]
Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης.
[…]. Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιόν του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή.».
Από τα συνημμένα στο Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα προκύπτουν τα ακόλουθα.
Στην αίτηση ασύλου ο αιτητής κατέγραψε ότι γεννήθηκε και διέμενε στην Kabul και 8 χρόνια προτού αφιχθεί στη Δημοκρατία διέμεναν στην Τουρκία μαζί με την οικογένειά του. Ο αιτητής είναι σουνίτης μουσουλμάνος, άγαμος, άτεκνος, υγιής, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και κατά τη διάρκεια που βρισκόταν στην Τουρκία εργαζόταν σε κατάστημα κινητών τηλεφώνων και βοηθούσε τον πατέρα του με την επιχείρηση που διατηρούσε. Η οικογένεια του αποτελείται από τους γονείς και τα έξι αδέρφια του. Ο πατέρας του μαζί με ένα αδερφό του αιτητή διαμένουν στην Τουρκία, η μητέρα οι δύο αδερφοί και δύο αδερφές του βρίσκονται στη Δημοκρατία και μια αδερφή του διαμένει στην Αμερική.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, ο αιτητής επανέλαβε τα όσα κατέγραψε στην αίτησή του περί της απαγωγής του πατέρα του και πρόσθεσε ότι τον είχαν κρατούμενο για 24 ώρες και αφού δόθηκαν τα λύτρα από τον θείο του, αφέθηκε ελεύθερος. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο αιτητής ανέφερε ότι χρονικά η απαγωγή συνέβη το 2014 ή 2015 και ότι τον πατέρα του απήγαγαν τυχαία πρόσωπα με σκοπό να κερδίσουν χρήματα. Ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για το περιστατικό όμως ανέφερε ότι η απαγωγή διαπράχθηκε σε κάποια άλλη πόλη, χωρίς να θυμάται σε ποια. Ερωτηθείς για τον λόγο της απαγωγής του πατέρα του ανέφερε ότι αυτός είναι πλούσιος και αυτό συμβαίνει σε πλούσιους από απαγωγείς. Μετά την απελευθέρωσή του πατέρα του λάμβαναν τηλεφωνήματα και απειλές από τους απαγωγείς να μην το αναφέρουν στην αστυνομία. Στη συνέχεια, ο πατέρας του αιτητή μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και ακολούθησαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Σε ερώτηση αν ο ίδιος ο αιτητής επηρεάστηκε, παρενοχλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, απάντησε αρνητικά.
Τέλος ως προς τις συνέπειες σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα του, ο αιτητής ανέφερε ότι λόγω του πατρικού του ονόματος, θα βρεθεί σε κίνδυνο και ανέφερε ότι δεν μπορεί να εγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή καθότι «παντού είναι το ίδιο», ωστόσο οι αρχές της χώρας θα του επιτρέψουν την είσοδο σε αυτή.
Η Υπηρεσία Ασύλου, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.
1. Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής εξαιτίας ενός μεμονωμένου περιστατικού απαγωγής του πατέρα του πριν από 9 χρόνια
Αμφότεροι οι ως άνω ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί ως αξιόπιστοι.
Στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών, κατόπιν επισκόπησης και αξιολόγησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Καμπουλ), σε συνάρτηση με το προφίλ και τις προσωπικές περιστάσεις του, λαμβανομένου υπόψη ότι το περιστατικό της απαγωγής του πατέρα του επρόκειτο για μεμονωμένο συμβάν, πριν από περί τα 10 έτη αλλά και του ότι ο ίδιος ουδέποτε στοχοποιήθηκε, η Υπηρεσία κατέληξε ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα, κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής, αυτός να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη.
Στον αιτητή μεταφράστηκε το σημείωμα για Γενικού Εισαγγελέα και του δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί, αφότου του εξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία για την έγκριση αιτήσεων ως η παρούσα, ως και ανωτέρω καταγράφεται. Κατά την ακρόαση ο αιτητής ανέφερε ότι όσα είχε πει στη συνέντευξη είναι αλήθεια, ότι εδώ στη Δημοκρατία έχει και την οικογένεια του, την οποία στηρίζει οικονομικά, και ότι δεν έχει χρήματα.
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων σε συνάρτηση με το νομικό πλαίσιο επί αιτήσεων νομικής αρωγής, ως ανωτέρω καταγράφεται.
Σύμφωνα με το αρ.3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000) (στο εξής ο Νόμος) και αρ.2 (δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (στο εξής η Οδηγία), ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται πρόσωπο που «λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».
Σύμφωνα με το αρ.3Γ (1) του Νόμου, η πράξη που προκαλεί βάσιμο φόβο δίωξης θα πρέπει να «είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών· ή να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον [πιο πάνω]».
Στο αρ.19 του Νόμου αναφέρεται ότι χρήζει συμπληρωματικής προστασίας πρόσωπο που «[…] δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.»
Έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του σημειώματος του Γεν. Εισαγγελέα, των συνημμένων σ’ αυτό εγγράφων αλλά και των δηλώσεων του αιτητή στα πλαίσια της παρούσης παρατηρώ κατ’ αρχήν ότι ουδείς λόγος έχει τεθεί ενώπιον μου στη βάση του οποίου θα μπορούσε να γίνει λόγος για προσφυγικό καθεστώς αφού τα όσα ο αιτητής ανέφερε, τόσο στην Υπηρεσία όσο και στα πλαίσια της παρούσης, δεν τελούν σε συνάρτηση με κάποιο λόγο δίωξης, ως στο αρ.3 του Νόμου προνοούνται. Τούτο γιατί εν προκειμένω το μόνο που ανέφερε ο αιτητής είναι το περιστατικό της απαγωγής του πατέρα του προ 9 ετών, το οποίο - ως ο ίδιος ανέφερε - επρόκειτο για μεμονωμένο συμβάν, από άγνωστα άτομα, στα πλαίσια εγκληματικής δράσης τους, με αμιγώς οικονομικά κίνητρα, που ουδεμία σύνδεση έχουν με «λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων».
Σε συνάρτηση τώρα με την πτυχή της συμπληρωματικής προστασίας και πάλι ελλείπει οιαδήποτε αναφορά σε κίνδυνο «θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή […] βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή», κατά τα διαλαμβανόμενα στο αρ.19 (2) (α) ή (β) του Νόμου.
Ενόψει των ως άνω απομένει εν προκειμένω μια επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Καμπούλ), στη βάση του αρ.19 (2) (γ).
Κατόπιν αναζήτησης στη βάση δεδομένων ACLED προέκυψε ότι για το διάστημα από 06/01/24 έως 03/01/25 καταγράφηκαν στη Καμπούλ (πρωτεύουσα του Αφγανιστάν) 254 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 404 θάνατοι αμάχων. Εξ αυτών 65 αφορούσαν βία κατά αμάχων (266 θάνατοι), 126 μάχες (288 θάνατοι), 30 αφορούσαν απομακρυσμένη βία (90 θάνατοι), 32 διαδηλώσεις (0 θάνατοι) και μία εξέγερση (3 θάνατοι) .[1] Ο πληθυσμός της Καμπούλ είναι περί τα 4 ½ εκατομμύρια κατοίκων. [2]
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του EUAA, κατά την περίοδο 01/07/22-12/01/24, στην πρωτεύουσα Καμπούλ καταγράφηκαν 199 θάνατοι αμάχων, τα οποία προέκυψαν από 245 περιστατικά ασφαλείας. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι τα επίπεδα αδιάκριτης βίας στην περιοχή δεν είναι τόσο υψηλά ώστε να στοιχειοθετείται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου εκ μόνης της παρουσίας του εκεί, και δια τούτο απαιτείται η συνδρομή προσωπικών περιστάσεων προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία στη βάση του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου. Ως περαιτέρω αναφέρεται, προκειμένου να διακριβωθεί το επίπεδο κινδύνου κατά περίπτωση θα πρέπει να συνυπολογίζονται οι προσωπικές του περιστάσεις σε συνάρτηση με την ηλικία, το φύλο, την κατάσταση υγείας, την γνώση της περιοχής και την οικονομική κατάσταση του αιτητή. [3]
Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης της Υπηρεσίας Ασύλου, ως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση, καθώς είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο διαμονής του δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή και δεν μπορώ να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω [4] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN και C-465/07, Elgafaji, ημ.17/02/09), δεδομένης άλλωστε και της ρητής παραδοχής του ότι ουδέν συνέβη στον ίδιο και την οικογένεια του πλην του περιστατικού απαγωγής του πατέρα του προ 9 ετών με σκοπό την καταβολή λύτρων.
Σημειώνω επί των ανωτέρω ότι ο αιτητής είναι νεαρός άνδρας (26 ετών), υγιής, με δευτεροβάθμια μόρφωση, έχει διαμείνει περί τα 18 έτη στην Καμπούλ, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, καλή οικονομική κατάσταση (ερ.29 - Χ3) και χωρίς να έχει υποστεί στο παρελθόν δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων ως καταγράφονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής εξετάστηκε επιμελώς και ερευνήθηκε δεόντως από την Υπηρεσία Ασύλου και δεν τέθηκε ενώπιον μου στοιχείο που να δεικνύει ότι η προσφυγή που καταχώρησε και συνδέεται με την παρούσα διατηρεί πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου παρέλκει η ανάγκη εξέτασης της οικονομικής δυνατότητας του αιτητή.
Σημειώνεται ότι το αποτέλεσμα της παρούσας δεν προδικάζει το αποτέλεσμα της προσφυγής που καταχώρησε, την οποία ο αιτητής έχει κάθε δικαίωμα να προωθήσει με ίδια μέσα.
Η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα του μεταφραστή να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ACLED, explorer, [εφαρμοσμένες παράμετροι: Country View, Event Date: 06/01/24-03/01/25, Event Type: Battles; Violence against civilians; Explosions/Remote Violence; Riots; Region: Asia, Country Afghanistan, Kabul, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/explorer/
[2] https://www.citypopulation.de/en/afghanistan/cities/
[3] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-05/2024_CG_AFG_Final.pdf σελ.115-119
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο