M.L.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3799/2021, 26/2/2025
print
Τίτλος:
M.L.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3799/2021, 26/2/2025
Ημερομηνία:
26 Φεβρουαρίου 2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  3799/2021

26 Φεβρουαρίου, 2025

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

M.L.M.,

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

                                                      Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτήτρια: Κ. Κουπαρή (κα)

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Α. Αναστασιάδη (κα) για Ν. Δημητρίου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή αμφισβητεί την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 25.05.2021, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα της για διεθνή προστασία καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν.6(I)/2000 (στο εξής αναφερόμενος ως «o περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «Λ.Δ.Κ.»), την οποία εγκατέλειψε στις 04.12.2019 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές δια μέσου των οποίων διήλθε στις 08.12.2019 στις ελεγχόμενες περιοχές. Στις 13.12.2019 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας και υποβλήθηκε σε περιορισμένο αριθμό ερωτήσεων προκειμένου να αξιολογηθεί η ύπαρξη πιθανής ευαλωτότητας στο πρόσωπό της (βλ. ερ. 8 -5 δ.φ.). Στις 31.03.2020 το Γραφείο Κοινωνικών Υπηρεσιών Λακατάμιας εξέδωσε το έντυπο αναφοράς αναγκών επί του οποίου αναφέρεται ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, η Αιτήτρια εμπίπτει στην ομάδα των ατόμων  τα οποία  έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας, αναφέροντας ωστόσο ότι η Αιτήτρια λαμβάνει ειδικές υλικές συνθήκες υποδοχής (βλ. ερ. 19 δ.φ.). Στις 07.05.2020 οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Υπηρεσίας  απέστειλαν έγγραφο προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με θέμα «Εντοπισμός ευάλωτων προσώπων και παροχή ειδικής στήριξης» δια του οποίου αιτούνται όπως λάβουν αναφορά σχετικά με τις ειδικές ανάγκες υποδοχής της Αιτήτριας και άλλες ενέργειες (βλ. ερ. 20 δ.φ.). Ακολούθως, στις 20.10.2020 διενεργήθηκε η προφορική της συνέντευξη  από λειτουργό της Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το άσυλο (EASO και νυν EUAA, στο εξής αναφερόμενη ως «EASO») ο οποίος στις 23.03.2021, συνέταξε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Η εισήγηση αυτή εγκρίθηκε από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου ο οποίος με απόφασή του απέρριψε το υποβληθέν αίτημα της Αιτήτριας. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια, η οποία την παρέλαβε και την υπέγραψε ιδιοχείρως στις 10.06.2021, την οποία η ίδια παρέλαβε στις 23.06.2021. Εναντίον της απόφασης αυτής η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

  

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτου συνηγόρου της, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, παρατηρώ καταρχάς ότι η Αιτήτρια επέλεξε να συμπεριλάβει όλους τους ισχυρισμούς της, κάτω από έναν και μόνο τίτλο, ήτοι: «Κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας και επακόλουθη λανθασμένη εφαρμογή νομοθεσίας», αναπτύσσοντας αυτούς σε ενιαίο κείμενο χωρίς να υπάρχει σαφής διαχωρισμός των λόγων ακυρώσεως, αντίθετα με την επιταγή του Κανονισμού 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019. Κατά τον Κανονισμό 6, δομικά η αγόρευση πρέπει να χωρίζεται σε παραγράφους -ευκρινώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται- οι οποίες αντιστοιχούν σε κάθε νομικό σημείο που αναφέρονται εύληπτα και συνοπτικά.

 

Ωστόσο παρατηρώ ότι στο πλαίσιο του ενιαίου αυτού τίτλου, προωθούνται πλείονες λόγοι ακυρώσεως τους οποίους προσπάθησα να απομονώσω. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται  κατά πρώτον η Αιτήτρια ότι η διακριτική ευχέρεια των Καθ’ ων η αίτηση ασκήθηκε καταχρηστικά, καθώς δεν έλαβαν υπόψη τους συγκεκριμένα στοιχεία που καταδεικνύουν τη δίωξη ή τη σοβαρή βλάβη που υφίσταται. Είναι κατά δεύτερον η θέση της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας καθώς η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε χωρίς να εξεταστεί επαρκώς ο πυρήνας του φόβου της σχετικά με τον κίνδυνο που διατρέχει αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, ούτε και έγινε ενδελεχής εξέταση της κατάστασης στη χώρα καταγωγής της αλλά ούτε και τα αποδεικτικά στοιχεία που η ίδια προσκόμισε λήφθηκαν υπόψη. Κατά τρίτον, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται σε διεθνείς συμβάσεις προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Σύμβαση της Γενεύης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) δίνοντας ιδιαίτερα έμφαση στην παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης (non-refoulement), σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η επιστροφή ενός αιτούντος σε χώρα όπου διατρέχει κίνδυνο βασανιστηρίων ή άλλης απάνθρωπης μεταχείρισης.  Είναι τέλος η θέση της ότι παραβιάστηκε το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου καθώς οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να παραπέμψουν την Αιτήτρια σε ενδεδειγμένο ψυχολόγο.

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας πως η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Είναι περαιτέρω η θέση τους, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο η ίδια φέρει στους ώμους της, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή της, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου. Υποβάλλουν επιπλέον πως ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία και υποβλήθηκαν επαρκείς ερωτήσεις στην Αιτήτρια, ενώ το αίτημα διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας εξετάστηκε με καλή πίστη, αντικειμενικότητα και χωρίς προκατάληψη, μέσα στα πλαίσια του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας κατά τη διοικητική διαδικασία

 

Προτού προχωρήσω σε εξέταση των λόγων ακυρώσεως, καταγραφής χρήζουν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ως αυτοί προωθήθηκαν κατά την διοικητική διαδικασία:

 

Ειδικότερα, κατά το κρίσιμο στάδιο της υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή έπεσε θύμα απαγωγής από το στρατό στις 30 Νοεμβρίου και ακολούθως κρατήθηκε για 3 ημέρες. Κατά τη διάρκεια της κράτησής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κακοποιήθηκε σωματικά και σεξουαλικά. Καταληκτικά, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήρθε στην Κύπρο επειδή στη χώρα καταγωγής της δεν είναι ασφαλής (βλ. ερ. 1 και 13 δ.φ.).

 

Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη και σε σχέση με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια  δήλωσε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε αποκλειστικά στην Κινσάσα. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, η Αιτήτρια δήλωσε άγαμη και άτεκνη. Σε σχέση με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι γονείς και τα 4 αδέρφια της (2 αδερφές και 2 αδερφοί) εξακολουθούν να διαμένουν στην Κινσάσα. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο η Αιτήτρια  δήλωσε απόφοιτη πανεπιστημίου, ενώ σε σχέση με την εργασιακή της εμπειρία δήλωσε ότι στη χώρα καταγωγής της διατηρούσε επιχείρηση επιδιόρθωσης ενδυμάτων από το 2013 (βλ. ερ. 49 - 43 δ.φ.).

 

Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της,  η Αιτήτρια, κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και δη το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής της, δήλωσε το 2013 άνοιξε κατάστημα επεξεργασίας ενδυμάτων επειδή όμως απέκτησε πελάτες από διάφορες περιοχές στην Κινσάσα, αποφάσισε να  μεταφέρει την επιχείρησή της στο κέντρο της πόλης. Προέβαλε δε ότι εκ των πελατών της ήταν ένας επιφανής πολιτικός ηλικίας περίπου 60 ετών, ο οποίος ονομαζόταν Papa Colonel. Ο εν λόγω πελάτης τη συμπαθούσε και της άφηνε περισσότερα χρήματα από αυτά που η ίδια ζητούσε για την εργασία της. Το 2019 ωστόσο, ο εν λόγω άνδρας παρεξήγησε την ευγένεια της Αιτήτριας και ήθελε να συνάψουν ερωτική σχέση. Προέβαλε όμως η Αιτήτρια ότι αρνήθηκε επειδή δεν ήθελε να παντρευτεί με στρατιωτικό διότι θα κινδύνευε η ζωή της. Στις 07.10.2019, ο Papa Colonel επισκέφτηκε το κατάστημα της και της άφησε κάποια ρούχα για επιδιόρθωση και 50 δολάρια. Την επόμενη ημέρα όμως επισκέφτηκαν το κατάστημά της Αιτήτριας μέλη της συμμορίας Kuluna, τα οποία τη χτύπησαν στο στόμα και υφάρπαξαν τα χρήματα που είχε στο κατάστημα καθώς και κάποια ρούχα. Την επόμενη ημέρα επισκέφτηκαν το κατάστημά της η αστυνομία και ο στρατός, ο οποίος παρέδωσε το πόρισμά του για το περιστατικό στον Papa Colonel. Ο εν λόγω άνδρας ωστόσο κατηγόρησε την Αιτήτρια ότι συνεργάστηκε με τα μέλη της συμμορίας Kuluna προκειμένου να του κλέψουν τα ρούχα και τα χρήματα.  Η Αιτήτρια προέβαλε ότι δύο εβδομάδες αργότερα ο αδερφός της δέχτηκε επίθεση από το στρατό καθώς επέστρεφε στην οικία του επειδή η Αιτήτρια αρνήθηκε να συνάψει σχέση με τον Papa Colonel. Ως εκ τούτου, κατόπιν προτροπής της οικογένειάς της, η Αιτήτρια εγκαταστάθηκε στην περιοχή Delvaux Sola, όπου τη φιλοξένησε μία φίλη της ονόματι Grace.

 

Στη συνέχεια η Αιτήτρια δήλωσε ότι είχε ραντεβού στις 3 Νοεμβρίου με τον οδοντίατρο, πλην όμως όταν εισήλθε εντός ενός ταξί με σκοπό να μεταβεί στο νοσοκομείο διαπίστωσε ότι ο οδηγός δεν κατευθυνόταν εκεί. Στη συνέχεια το ταξί σταμάτησε και εισήλθαν εντός αυτού δύο αγνώστων στοιχείων άτομα, τα οποία τοποθέτησαν ένα πανί στη μύτη της με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της. Όταν η Αιτήτρια ανέκτησε τις αισθήσεις, διαπίστωσε ότι βρισκόταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και ότι της είχαν αφαιρέσει τα προσωπικά της αντικείμενα, ενώ της απαγόρευσαν να μιλάει με άλλους κρατούμενους. Η ίδια ωστόσο ρώτησε τους συγκρατούμενούς της για ποιο λόγο συνελήφθησαν και εκείνοι της απάντησαν ότι καθένας έχει την ιστορία του. Στη συνέχεια η Αιτήτρια προσέθεσε ότι τα άτομα που την κρατούσαν συνήθιζαν να μεταφέρουν την ίδια αλλά και τους κρατούμενους σε ένα άλλο δωμάτιο όπου τους κακοποιούσαν σεξουαλικά, στη δε συνέχεια τους επέστρεφαν στο κελί τους. Στις 4 Δεκεμβρίου η Αιτήτρια μεταφέρθηκε στο εν λόγω δωμάτιο, ισχυριζόμενη πως το άτομο που τη συνόδευσε εκεί ήταν το άτομο το οποίο την είχε αναισθητοποιήσει εντός του ταξί. Το εν λόγω άτομο τη ρώτησε σε ποια φυλή ανήκει και όταν εκείνη αποκρίθηκε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mukongo, εκείνος εξήλθε του δωματίου και της ζήτησε να περιμένει. Όταν ο εν λόγω άνδρας επέστρεψε, ζήτησε από την Αιτήτρια να ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες του. Στη συνέχεια της ζήτησε να επιβιβαστεί σε ένα στρατιωτικό όχημα και τη μετέφερε στις όχθες του ποταμού Congo, όπου την παρέδωσε στον ιδιοκτήτη ενός κανό, ο οποίος την μετέφερε στην άλλη όχθη του ποταμού, όπου την περίμενε ένας άγνωστος  άνδρας ο οποίος την βοήθησε να αναχωρήσει από την πόλη Brazaville με προορισμό την Κωνσταντινούπολη  (βλ. ερ. 43 – 40 δ.φ.).

 

Ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια προέβαλε ότι θα κινδυνεύσει η ίδια καθώς  και ο στρατιωτικός που τη βοήθησε να αποδράσει επειδή ανήκουν στην ίδια εθνοτική ομάδα. Κληθείσα να αποσαφηνίσει τις συγκεκριμένες δηλώσεις της, η Αιτήτρια απάντησε ότι πίσω από όλα αυτά βρισκόταν ο Papa Colonel, καθώς στη χώρα καταγωγής της οι επιφανείς άνδρες μπορούν να κάνουν ότι θέλουν σε μια γυναίκα και την οικογένειά της. Προσέθεσε δε ότι εάν δεχόταν να τον παντρευτεί, δεν θα ήταν πια ελεύθερη. Όπως δήλωσε άλλωστε, το άτομο που τη βοήθησε να δραπετεύσει, την ενημέρωσε πως τα άτομα που οδηγούνται στο συγκεκριμένο δωμάτιο δολοφονούνται, και ως εκ τούτου, ο Papa Colonel πιστεύει ότι είναι νεκρή (βλ. ερ. 40 1Χ δ.φ.).

 

Διερευνώντας το ανωτέρω αφήγημα, ο λειτουργός EASO υπέβαλε την Αιτήτρια σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, δίνοντάς της τη δυνατότητα να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς της. Ειδικότερα, αρχικά ζητήθηκε από την Αιτήτρια να προσδιορίσει το όνομα του Papa Colonel και εκείνη αποκρίθηκε ότι στη ΛΔΚ οι άνθρωποι συστήνονται με την επαγγελματική τους ιδιότητα και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος άνδρας της συστήθηκε ως Papa Colonel, επιδεικνύοντας άγνοια ως προς το πραγματικό του όνομα (βλ. ερ. 59 2Χ δ.φ.). Ζητηθείσα να αποσαφηνίσει πως γνωρίζει ότι ο Papa Colonel είναι σημαντικό πρόσωπο χωρίς καν να γνωρίζει το όνομά του, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο εν λόγω άνδρας ουδέποτε της αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα. Ως προς το ρόλο του αν λόγω άνδρα και το σώμα στο οποίο υπηρετεί, η Αιτήτρια απάντησε ότι ουδέποτε τον ρώτησε ποιος είναι ο βαθμός του, πλην όμως συνήθιζε να τον βλέπει στην τηλεόραση (βλ. ερ. 58 5Χ δ.φ.). Ως προς το λόγο για τον οποίο αγνοεί το όνομα του εν λόγω άνδρα, αν και τον έβλεπε συχνά στην τηλεόραση, η Αιτήτρια απάντησε ότι τον έβλεπε κατά τη διάρκεια των παρελάσεων και/ή την ημέρα που εορτάζεται  η ανεξαρτησία της ΛΔΚ.

 

Ζητηθείσα να στοιχειοθετήσει τις δηλώσεις της περί σύνδεσης της απαγωγή της με τον Papa Colonel, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, κατά την προσωπική της άποψη, ο εν λόγω άνδρας βρισκόταν πίσω από την επίθεση εναντίον της αφού είχε σχεδιάσει τα πάντα. Προσέθεσε μάλιστα ότι το αντιλήφθηκε, επειδή, όταν είχαν κλαπεί τα χρήματα και τα ρούχα του από το κατάστημά της, ήταν το μόνο πρόσωπο που δεν έδειξε κατανόηση (βλ. ερ. 58 1Χ δ.φ.). Κληθείσα να αποσαφηνίσει τη συγκεκριμένη της δήλωση, η Αιτήτρια προέβαλε ότι, όταν κλάπηκαν τα ρούχα και τα χρήματα από το κατάστημά της, εκείνη εξήγησε σε όλους τους πελάτες της τι είχε συμβεί, πλην όμως ο Papa  Colonel θύμωσε μαζί της και την κατηγόρησε ότι συνεργάστηκε με τη συμμορία Kuluna προκειμένου να κλέψουν τα χρήματα και τη στολή του. Επικαλέστηκε μάλιστα τις δηλώσεις στις οποίες προέβησαν τα άτομα που ξυλοκόπησαν τον αδερφό της (βλ. ερ. 58 , 57 1Χ δ.φ.).

 

Στη συνέχεια ζητήθηκε από την Αιτήτρια να προσδιορίσει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κρατήθηκε και εκείνη αποκρίθηκε ότι συνελήφθη στις 30.11 και εγκατέλειψε την Brazaville στις 04.12. Ερωτηθείσα εάν ο χώρος κράτησής της ήταν κάποιο επίσημο κτήριο ή εάν κρατήθηκε παράτυπα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι επρόκειτο για ένα μεγάλο σπίτι με πολλά δωμάτια, επί των οποίων βρισκόταν πλήθος στρατιωτών (βλ. ερ. 57 3Χ δ.φ.). Όταν η Αιτήτρια ρωτήθηκε εάν γνωρίζει το λόγο για τον οποίο κρατούντο οι συγκρατούμενοί της, εκείνη αρχικά απάντησε ότι τους απαγόρευσαν να μιλούν μεταξύ τους, πλην όμως οι συγκρατούμενοί της της συνέστησαν να ακολουθήσει τις διαταγές των στρατιωτών (βλ. ερ. 57 2Χ δ.φ.).

 

Στη συνέχεια ο λειτουργός EASO ζήτησε από την Αιτήτρια να προσδιορίσει πόσες φορές έπεσε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης κατά την κράτησή της και εκείνη προέβαλε ότι δεν ήταν μόνο μία φορά καθώς οι στρατιώτες εισέρχοντο εντός του χώρου κράτησής της και έπαιρναν όποιον κρατούμενο επιθυμούσαν. Ως προς το τι της είπαν οι φερόμενοι ως βιαστές της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι απλά την πήραν, η ίδια τους ενημέρωσε ότι ένιωθε πόνο στο στόμα της αυτοί όμως την αγνόησαν. Η Αιτήτρια δήλωσε μάλιστα ότι κάποιες φορές την κακοποίησαν σεξουαλικά αφού πρώτα την είχαν ξυλοκοπήσει. Ως προς τα ρούχα που φορούσαν οι φερόμενοι δράστες, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φορούσαν στρατιωτικά παντελόνια, μπότες και T-Shirts (βλ. ερ. 56 δ.φ.).

 

Ζητηθείσα ακολούθως να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο ο στρατιωτικός που τη βοήθησε να δραπετεύσει διακινδύνευσε τη ζωή του, η Αιτήτρια προέβαλε ότι ανήκαν στην ίδια εθνοτική ομάδα, ενώ προσέθεσε ότι σύμφωνα με πληροφορίες που της μετέφερε ο εν λόγω άνδρας, τα άτομα που κρατούντο στο δωμάτιο επί του οποίου κρατείτο και η ίδια επρόκειτο να δολοφονηθούν. Ως προς τις συνθήκες απόδρασής της, η Αιτήτρια δήλωσε πως ο εν λόγω άνδρας την πήρε από το δωμάτιο κράτησής της με σκοπό να τη βιάσει, πλην όμως όταν του απάντησε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mukongo, ο εν λόγω άνδρας του ζήτησε να τον περιμένει, στη δε συνέχεια επέστρεψε και της ζήτησε να τον ακολουθήσει. Ζητηθείσα να σχολιάσει τις δηλώσεις της περί του ότι  στο χώρο κράτησής της υπήρχε πλήθος στρατιωτών, η Αιτήτρια απάντησε ότι περάσανε μέσα από διαδρόμους και τούνελ και στη συνέχεια βρέθηκαν εκτός του κτηρίου.  Στους δε διαδρόμους δε συνάντησαν κανένα, ενώ ο άνδρας που τη βοήθησε της ζήτησε να τον κρατάει από το χέρι γιατί ήταν σκοτεινά. Προσέθεσε ότι σε κάποια στιγμή άκουσε ένα άνδρα να ρωτάει τον στρατιωτικό που τη βοήθησε που πάει και ο τελευταίος αποκρίθηκε ότι πάει να βάλει βενζίνη (βλ. ερ. 55 3Χ δ.φ.).

Ερωτηθείσα εάν ζήτησε τη βοήθεια των αρχών πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, ισχυριζόμενη ότι μόλις δραπέτευσε από το χώρο κράτησής τη μετέφεραν άμεσα στον ποταμό όπου την περίμενε το κανό, ο δε στρατιωτικός που τη βοήθησε να αποδράσει την ενημέρωσε πως θα πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα γιατί σκόπευαν να τη σκοτώσουν.

 

Ζητηθείσα εκ νέου να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται η απαγωγής της με τον Papa Colonel, η Αιτήτρια δήλωσε ότι όταν ο εν λόγω άνδρας τη ζήτησε σε γάμο, την ενημέρωσε ότι θα την καλύψει στους ανώτερους του ως προς την απώλειας της στολής του (βλ. ερ. 54 δ.φ.). Ακολούθως επανέλαβε και πάλι ότι ο Papa Colonel ήταν ο μόνος εκ των πελατών της, ο οποίος δεν έδειξε κατανόηση κατά την κλοπή που έλαβε χώρα στο κατάστημά της.

 

Ερωτηθείσα εάν έχει λάβει κάποια πρόσφατη ενημέρωση από τη μητέρα της σχετικά με την υπόθεσή της, η Αιτήτρια απάντησε ότι η μητέρα της δε θέλει να μιλάει για το συγκεκριμένο περιστατικό. Προσέθεσε ωστόσο ότι, ενδεχομένως, ο Papa Colonel πιστεύει ότι η Αιτήτρια απεβίωσε (βλ. ερ. 54 2Χ δ.φ.).

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης της Αιτήτριας, ο λειτουργός EASO διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από το τις δηλώσεις της Αιτήτριας: ο πρώτος αναφορικά με τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ, τη χώρα καταγωγής  και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της· ο δεύτερος  αναφορικά με τις δηλώσεις της περί του ότι απήχθη και έπεσε θύμα κακοποιητικής μεταχείρισης από ένα πελάτη της ο οποίος ήταν στρατιωτικός.

 

Κατά την αξιολόγηση των ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών, ο πρώτος εξ αυτών έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της κρίθηκαν ως λεπτομερείς και σαφείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης.

 

Ωστόσο ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί του ότι απήχθη και έπεσε θύμα κακοποιητικής μεταχείρισης από ένα πελάτη της ο οποίος ήταν στρατιωτικός έτυχε απόρριψης καθώς κρίθηκε πως ούτε η εσωτερική αλλά ούτε και η εξωτερική αξιοπιστία του τεκμηριώθηκε επαρκώς.

 

Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού  ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ, της χώρας καταγωγής και του τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής, ο λειτουργός EASO προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου που η Αιτήτρια ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στην Κινσάσα, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, καταλήγοντας ότι κατά την επιστροφή της εκεί, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει οιαδήποτε πραγματική, τρέχουσα και προσωπική απειλή. Ολοκληρώνοντας, ο φόβος της Αιτήτριας κρίθηκε ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.

 

Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός EASO κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν στοιχειοθέτησε  ότι αντιμετωπίζει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της σε έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να της εκχωρηθεί προσφυγικό καθεστώς.  Ελλείψει οιασδήποτε προσωπικής απειλής και/ή στοχοποίησης της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι κατά την επιστροφή της στη ΛΔΚ, η Αιτήτρια  θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας.

 

Ως προς την ανάλυση του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός EASO έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και καταληκτικά απορρίφθηκε το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω καταγραφεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την εισηγητική έκθεση του λειτουργού της EASO όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Αξιολόγησης χρήζει πρωτίστως, ο ισχυρισμός της συνηγόρου της Αιτήτριας περί παραβίασης του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου[1], καθώς ως προβάλλει: «ενώ θα μπορούσαν  οι αρμόδιοι λειτουργοί προς αποσαφήνιση του ενδεχόμενου κινδύνου της αιτούσας σε περίπτωση απέλασης, να κάνουν χρήση του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου και παραπομπής σε ενδεδειγμένο ψυχολόγο ούτως ώστε με έκθεσή του να συνδράμει στην ανάλυση του φόβου που ενυπάρχει ακόμα στο θύμα για να κατανοηθεί (sic) οι φοβίες που ανέπτυξε λόγω των απειλών των αστυνομικών και της μη παροχής βοήθειας από την αστυνομική αρχή που μετέβη, ωστόσο παραλείφθηκε η εφαρμογή των διατάξεων». Στο πλαίσιο της απαντητικής της αγόρευσης παραπέμπει και στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (υπό την ιδία μονομελή σύνθεση), στην F.E.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 6696/2021, 10.06.2024, όπου κρίθηκε ότι η εκεί απόφαση θα έπρεπε να ακυρωθεί, προκειμένου οι Καθ’ ων η αίτηση, μεταξύ άλλων: «να αξιολογήσουν, δια της κατάλληλης οδού, την ψυχιατρική/ψυχολογική κατάσταση της Αιτήτριας και ακολούθως αφού ληφθούν τα συμπεράσματα των εμπειρογνομώνων και τύχουν αξιολόγησης και εφόσον καθοριστούν οι κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις, αν αυτές τελικώς επιβάλλονται αναλόγως των συμπερασμάτων που θα ληφθούν, να εξετάσουν την αναγκαιότητα διεξαγωγής νέας συνέντευξη της Αιτήτριας».

 

Έχοντας εξετάσει τον ισχυρισμό αυτόν, επισημαίνω καταρχάς, ότι σύμφωνα με το εδάφιο 5, του άρθρου 9ΚΔ:

 

«9ΚΔ (5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε περίπτωση που οι ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες εμφανιστούν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου, διαπιστώσει σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας την ύπαρξη ειδικών αναγκών του αιτητή, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία και αποφασίζει για την ανάγκη παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής ή/και διαδικαστικών αναγκών σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4)».

 

Η υποχρέωση αυτή βαραίνει και το Δικαστήριο, το οποίο ως Δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας και προς διασφάλιση του δικαιώματος για αποτελεσματική δικαστική προστασία της Αιτήτριας, έχω υποχρέωση να εξετάσω το ζήτημα αυτό το οποίο διασυνδέεται με την ουσία της υπόθεσης.

 

Ενόψει τούτου και έχοντας εξετάσει λεπτομερώς το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, φρονώ πως ο ισχυρισμός αυτός της Αιτήτριας ευσταθεί καθώς είναι η διαπίστωση μου, για τους λόγους που θα αναλύσω διεξοδικά στη συνέχεια, ότι η διαδικασία παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις λόγω ανεπαρκούς διερεύνησης του προφίλ και της πιθανής ευαλωτότητας της Αιτήτριας, καθώς και των παραλείψεων που εντοπίζονται, ως αυτές θα επισημανθούν.

 

Ειδικότερα, εξετάζοντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι μετά την υποβολή του αιτήματος της Αιτήτριας για διεθνή προστασία και συγκεκριμένα στις 09.10.2019, Λειτουργός Πρώτης Υποδοχής, συμπλήρωσε έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών αιτητή διεθνούς προστασίας (βλ. ερυθρά 5-8 του δ.φ.), σημειώνοντας τα στοιχεία της Αιτήτριας και καταγράφοντας ότι είναι άτομο που πιθανόν να έχει υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες μορφές ψυχολογικής βίας, συμπληρώνοντας ότι η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι άτομο που έχει υποστεί σεξουαλικής φύσεως βασανιστήρια (συμπεριλαμβανομένου του βιασμού), καθώς και ότι την απήγαγαν στο Κονγκό, έχασε τις αισθήσεις της (την νάρκωσαν) και εκεί την κτυπούσαν (βλ. ερυθρά 6 και 7 του δ.φ.). Καταγράφεται επίσης στο σημείο (10) του εντύπου (βλ. ερυθρό 6 του δ.φ.) σε σχέση με τη συναισθηματική κατάσταση της Αιτήτριας ότι: «Νιώθει καταβεβλημένη, κλαίγοντας και λέγοντας ότι πέρασε πολύ δύσκολα». Σημειώνεται επίσης στο έντυπο, σημείο 12 αυτού (βλ. ερυθρό 6) ότι η Αιτήτρια «Αναβιώνει τραυματικά γεγονότα». Στις σημειώσεις του εντύπου αυτού (βλ. ερυθρό 5), καταγράφονται τα ακόλουθα από τη Λειτουργό Πρώτης Υποδοχής: «Η αιτήτρια αναφέρει ότι ένας άντρας που ήθελε να την αναγκάσει να είναι μαζί του κανόνισε να την απαγάγουν και εκεί υπέστη βία και βιασμό. Τώρα που βρίσκεται στην Κύπρο έχει διάφορα προβλήματα με την υγεία της (ειδικά το δόντι) και προσπαθεί να ηρεμήσει μετά από όλα αυτά που συνέβηκαν (sic). Εισήγηση για παραπομπή σε ψυχολόγο».

 

Στο ερυθρό 19 του δ.φ. εντοπίζεται Έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών αιτητή διεθνούς προστασίας, δυνάμει του άρθρου 95Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, συμπληρωμένο από το Γραφείο Κοινωνικών Υπηρεσιών Λακατάμιας, όπου σημειώνεται θετική ένδειξη (Ö), στο σημείο «Ειδικές ανάγκες που έχουν δηλωθεί από τον αιτητή/αιτήτρια» καθώς και στο σημείο «Άτομο που πιθανόν να έχει υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής φυσικής ή σεξουαλικής βίας όπως γυναίκες θύματα ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM)».

 

Στο ερυθρό 20 του δ.φ. εντοπίζεται επιστολή από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ημερ. 07.05.2020, προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με θέμα «Εντοπισμός ευάλωτων προσώπων και παροχή ειδικής στήριξης» με την οποία διαβιβάζεται έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών της Αιτήτριας (το ερυθρό 19) με την καταγραφή ότι «αναμένουμε την απόφαση σας για την ανάγκη παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής και ανάλογες ενέργειες σύμφωνα με τα εδάφια 6(α) (β) του νόμου».

 

Πρόσθετα στο ερυθρό 135 του δ.φ., εντοπίζεται επιστολή ημερ. 02.01.2020 από το Cyprus Refugee Council , η οποία ως προκύπτει από σχετική επί του εντύπου σφραγίδα, παραλήφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 14.01.2020 υπό τον τίτλο «Ενημέρωση για αιτητή ασύλου με ευαλωτότητες- Πιθανό θύμα βίας με βάση το φύλο- Πιθανό θύμα βασανιστηρίων – Αίτημα για αξιολόγηση και εφαρμογή ειδικών αναγκών υποδοχής και διαδικαστικών εγγυήσεων – [][2], Κονγκό, [][3]». Στην επιστολή αυτή καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«Στα πλαίσια εντοπισμού και αξιολόγησης ευαλωτότητας των νεοαφιχθέντων στο Κέντρο Προσωρινής Φιλοξενίας Πουρνάρα στην Κοκκινοτριμιθιά, σας ενημερώνουμε ότι η κα [], από το Κονγκό, με ημερ. γέν. [] αναφέρθηκε σε σεξουαλική παρενόχληση της από μέλη του στρατού του Κονγκό.

 

Σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο του 2000 (6(Ι)/2000) και άρθρο 9ΚΔ(1), απαιτείται ατομική εκτίμηση για να διαπιστωθεί αν το άτομο είναι αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν αυτές οι ειδικές ανάγκες υποδοχής. Κατά τη διενέργεια της προαναφερόμενης εκτίμησης, απαιτείται ατομική συνεκτίμηση για να διαπιστωθεί κατά πόσο το ίδιο πρόσωπο είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν οι διαδικαστικές του ανάγκες και να τύχει της αναγκαίας υποστήριξης και ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.

 

Εν όψει των αναφορών παρακαλούμε όπως προχωρήσετε σε αξιολόγηση της ευαλωτότητας και προσδιορισμό των ειδικών αναγκών υποδοχής και διαδικαστικών εγγυήσεων.

 

(…)».

 

Ως ανακύπτει από τα προαναφερόμενα, η ανάγκη εξέτασης της ευαλωτότητας της Αιτήτριας ήταν ζήτημα που απασχόλησε τις υπηρεσίες της Δημοκρατίας, οι οποίες απευθύνθηκαν στην Υπηρεσία Ασύλου, επισημαίνοντας αυτήν ακριβώς την αναγκαιότητα. Πρόσθετα, υπήρξε και η εισήγηση του Λειτουργού Πρώτης Υποδοχής για παραπομπή σε ψυχολόγο, η οποία παρέχει ένδειξη της κατάστασης υγείας και/ή της ψυχολογικής της κατάστασης και η οποία έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης. Ωστόσο, παρά την εισήγηση αυτή και παρά τις επισημάνσεις των λοιπών αρχών της Δημοκρατίας για αξιολόγηση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας, οι Kαθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε αξιολόγηση του αιτήματος της και στη λήψη απόφασης επί αυτού, χωρίς να έχουν πρωτίστως εξετάσει την αναγκαιότητα παραπομπής σε εμπειρογνώμονα και αξιολογήσει την ευαλωτότητα της Αιτήτριας, η οποία δεν επωφελήθηκε από καμία διαδικαστική εγγύηση, αφού ούτε και η αναγκαιότητα για χορήγηση τέτοιας και/ή τέτοιων εγγυήσεων εξετάστηκε ποτέ.

 

Ως εκ τούτου, διαφαίνεται ότι παρόλο που οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και ενδείξεις διαταραχής μετατραυματικού στρες (βλ. π.χ. αναφορά του Λειτουργού Πρώτης Υποδοχής «Αναβιώνει τραυματικά γεγονότα») στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, ουδεμία περαιτέρω ενέργεια έγινε από πλευράς τους, ούτε φαίνεται να παραπέμφθηκε η Αιτήτρια σε ιατρικές εξετάσεις, παρά την προϋπάρχουσα εισήγηση αλλά ούτε και εντοπίζεται η όποια επεξήγηση η αιτιολογία για την παράλειψη αυτή καθιστώντας ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο.

 

Ποια είναι όμως η επίδραση των παραλείψεων αυτών στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης;

 

Εξέταση του ερωτήματος αυτού, επιβάλλει την παραπομπή στο άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτητή

 

15.-(1) Όταν ο αρμόδιος λειτουργός κρίνει σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) και το εδάφιο (3) του άρθρου 16 και τα εδάφια (3) έως (5) του άρθρου 18, και με την επιφύλαξη της συγκατάθεσης του αιτητή, παραπέμπει τον αιτητή για εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο, όσον αφορά-

 

(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και

 

(β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας».

 

Ενόψει των προνοιών του άρθρου 15(1), τίθεται το ερώτημα κατά πόσον, ο λειτουργός EASO είχε δέσμια αρμοδιότητα ή διακριτική ευχέρεια να παραπέμψει την Αιτήτρια για εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο, δυνάμει του σχετικού νόμου.

Για τον χαρακτηρισμό της αρμοδιότητας καθοριστική σημασία έχει το γράμμα της διάταξης που την παρέχει. Η χρήση όρων όπως η Διοίκηση «οφείλει» ή «υποχρεούται» ή της οριστικής του ενεστώτα καθώς και η πρόβλεψη αυτοδίκαιης επέλευσης ορισμένης συνέπειας, εφόσον συντρέξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, συνηγορεί υπέρ του χαρακτηρισμού της αρμοδιότητας ως δέσμιας. Διακριτική ευχέρεια ή εξουσία παραχωρείται από τον κανόνα δικαίου με εκφράσεις όπως η Διοίκηση «δύναται», «δικαιούται», «επιλέγει», «κρίνει», ενεργεί «κατά την κρίση της». Συχνά, τα δύο είδη αρμοδιότητας συμπλέκονται .

 

Φρονώ λοιπόν ότι, ως είναι διατυπωμένο το γράμμα του άρθρου 15, αφήνεται περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στον λειτουργό ασύλου να καταλήξει κατά πόσο ο αιτών πρέπει να παραπεμφθεί ή όχι σε εμπειρογνώμονα. Ωστόσο, αυτό από μόνο του, δεν αρκεί για να κριθεί ότι δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση. Και τούτο διότι, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι η διακριτική ευχέρεια δεν αποτελεί αυθαίρετη εξουσία και δεν συνεπάγεται νομική αποδέσμευση της Διοίκησης. Κατά την άσκησή της, η Διοίκηση ενεργεί εντός του πλέγματος της νομιμότητας, το οποίο της χορηγεί, κατά περίπτωση, λιγότερο ή περισσότερο ευρεία εξουσία εκτίμησης. Επομένως, η αρμόδια αρχή αποφαίνεται υπό το πρίσμα της σκοπιμότητας εκάστης των πιθανών λύσεων, δηλαδή της καλύτερης, κατά την κρίση της, εξυπηρέτησης των σκοπών που επιδιώκονται με τον κανόνα δικαίου που της παρέχει τη σχετική αρμοδιότητα. Κατά συνέπεια, η διακριτική ευχέρεια συνάδει προς τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου, θεμέλιο της οποίας είναι η αρχή της νομιμότητας της Διοίκησης και ο δικαστικός έλεγχος των πράξεών της. H απονομή περιθωρίου εκτίμησης και ελιγμών στις διοικητικές αρχές είναι αναγκαία, αφενός, διότι η λειτουργία τους δεν έγκειται στη μηχανική εφαρμογή άκαμπτων κανόνων αλλά στην εκτίμηση, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών, της προσήκουσας λύσης τηρουμένων των επιταγών του δικαίου και, αφετέρου, διότι η ύπαρξη της διακριτικής ευχέρειας είναι αναπόδραστη συνέπεια της αδυναμίας μιας έννομης τάξης να προβλέψει, να προκαταλάβει και να προκαθορίσει με ακρίβεια κάθε εκδήλωση και εξέλιξη της ζώσας πραγματικότητας .

 

Έχοντας εξετάσει τα ενώπιόν μου δεδομένα είναι η κατάληξή μου ότι ο λειτουργός EASO δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, καθώς παρά το γεγονός ότι ήταν ενώπιόν του στοιχεία δυνάμενα να δημιουργήσουν τουλάχιστον υποψίες ότι η Αιτήτρια ενδέχεται να συνιστά θύμα σεξουαλικής βίας ή ότι η ψυχολογικής της κατάσταση ήταν βεβαρημένη, ωστόσο ούτε διερεύνησε επαρκώς αλλά ούτε και εν τέλει έπραξε αυτό που υποχρεούτο να πράξει. Η αναγκαιότητα αυτή κρίνεται ιδιαίτερα επιτακτική αν ληφθεί υπόψη ότι δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου, τα πρόσωπα με πνευματικές διαταραχές και τα  άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας χρήζουν ειδικής μεταχείρισης (άρθρο 9ΚΓ του Νόμου) και προβλέπονται για αυτά ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Η σχετική αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΔ του Νόμου σε οποιοδήποτε μάλιστα στάδιο της διαδικασίας εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας.

 

Βάσει λοιπόν της εθνικής νομοθεσίας της Κύπρου και του γενικότερου νομικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν ευχέρεια να παραπέμπουν αιτούντες διεθνή προστασία σε ιατρική ή ψυχολογική εκτίμηση, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο. Ωστόσο, η ευχέρεια αυτή δεν μπορεί να ασκείται αυθαίρετα ή να χρησιμοποιείται κατά τρόπο που να αναιρεί την υποχρέωση του κράτους να διερευνήσει με επιμέλεια τους ισχυρισμούς ευάλωτων ατόμων, ειδικά όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις κακοποίησης, βασανιστηρίων ή σεξουαλικής βίας. Το ενωσιακό δίκαιο και η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλουν στα κράτη μέλη ενισχυμένες εγγυήσεις για την προστασία ευάλωτων ομάδων, κατά τρόπο ούτως ώστε εύλογα να συνάγεται ότι η παράλειψη παραπομπής σε εξειδικευμένη αξιολόγηση μπορεί να συνιστά παραβίαση των αρχών της δίκαιης διαδικασίας και της υποχρέωσης επιμελούς εξέτασης των αιτήσεων ασύλου.

 

Σύμφωνα με την Οδηγία 2013/32/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να εντοπίζουν αιτούντες που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες και να προσαρμόζουν τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός τους στις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Ιδιαίτερα, όταν ένας αιτών προβάλλει ισχυρισμούς για βασανιστήρια, σεξουαλική βία ή άλλες μορφές σοβαρής κακοποίησης, το κράτος οφείλει να εξετάσει αν απαιτείται ιατρική ή ψυχολογική γνωμάτευση για τη στήριξη των ισχυρισμών του.

 

Η άνωθεν παράλειψη συνιστά παράλειψη μείζονος σημασίας προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον το ίδιο πρόσωπο είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και, εάν είναι, να προσδιοριστούν οι διαδικαστικές του ανάγκες και να τύχει της αναγκαίας υποστήριξης και των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Πρόσθετα, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι η αξιολόγηση ευαλωτότητας της Αιτήτριας είναι ιδιαιτέρως σημαντική στο βαθμό που μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστό ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος θα πρέπει να απομονωθεί και να αξιολογηθεί και ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν και ως στοιχείο του προφίλ της, ενώ διαπίστωση ευαλωτότητας συναρτάται τόσο με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της εν γένει, όσο και με την αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

 

Αντίστοιχο ζήτημα είχα την ευκαιρία να εξετάσω προσφάτως, στα πλαίσια της υπόθεσης αρ. 6696/2021, F.E.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, 10.06.2024 (στο εξής αναφερόμενη ως «η F.E.A.») με τα όσα διαλαμβάνονται στην απόφαση αυτή να είναι σχετικά και προς τούτο παραπέμπω στο  ακόλουθο απόσπασμα:  

 

«Σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, η ευαλωτότητα αιτητών διεθνούς προστασίας συνδέεται τόσο με ανάγκες ειδικών συνθηκών υποδοχής[4] όσο και με ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις[5] που θα πρέπει να διασφαλισθούν ώστε αφενός τα κράτη να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και, αφετέρου, «να δημιουργούνται οι συνθήκες που είναι αναγκαίες για την πραγματική πρόσβασή τους στις διαδικασίες και για την επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησής τους διεθνούς προστασίας».[6]

 

Η υποχρέωση για εξέταση του κατά πόσο ένας αιτητής χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων παρίσταται επιτακτική, αφού σύμφωνα με το άρθρο 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ τα κράτη-μέλη έχουν την υποχρέωση να «εκτιμούν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, εάν ο αιτών χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου)[7]. Η αξιολόγηση δε των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, δύναται να λαμβάνει χώρα από κοινού με την αξιολόγηση της ευαλωτότητας για σκοπούς διερεύνησης ειδικών συνθηκών υποδοχής[8], εξ' ου και συχνά οι δύο αυτοί όροι και διαδικασίες ταυτίζονται.

 

Επισημαίνω ότι η ως άνω πρόνοια της Οδηγίας έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με το άρθρο 10Α του περί Προσφύγων Νόμου όπου προβλέπεται το νομικό πλαίσιο για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των αιτητών που χρειάζονται ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό έχει το εξής περιεχόμενο (-έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«10Α.-(1) Η Υπηρεσία Ασύλου, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την υποβολή της αίτησης, διαπιστώνει αν ο αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9ΚΔ.

 

(2) Σε περίπτωση που η Υπηρεσία Ασύλου διαπιστώσει ότι αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, του παρέχεται επαρκής υποστήριξη σύμφωνα με το εδάφιο (6) του άρθρου 9ΚΔπεριλαμβανομένου επαρκούς χρόνου, ώστε ο αιτητής να μπορεί να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του παρόντος Νόμου καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας και για να καταστεί δυνατό να προβάλει τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης.

 

(3) [.]

 (4) […] Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια για προσδιορισμό των αιτητών που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, λαμβάνει χώρα πριν από τη λήψη απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης.» 

 

Κατά το γράμμα λοιπόν της άνωθεν διάταξης, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να αξιολογούν τους αιτούντες διεθνούς προστασίας, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την υποβολή της αίτησης και εν πάση περιπτώσει πριν τη λήψη απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης τους για διεθνή προστασία, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Η εν λόγω υποχρέωση απορρέει και από την ανάγκη να προσδιοριστούν οι ειδικές διαδικαστικές  εγγυήσεις που δύναται να απολαύει ένας αιτητής και κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξής του ενώπιόν της Υπηρεσίας Ασύλου, στη βάση εκθέσεων εμπειρογνωμόνων. Όταν πράγματι διαπιστωθούν ανάγκες παροχής ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, πρέπει περαιτέρω να αξιολογείται η φύση αυτών των αναγκών, προκειμένου να παρέχεται «επαρκής υποστήριξη». Παρότι η τελευταία αυτή έννοια της «επαρκούς υποστήριξης» δεν εξειδικεύεται στην ενωσιακή νομοθεσία[9], το άρθρο 9ΚΔ(6) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τουλάχιστον την κατάλληλη υποστήριξη των αιτητών καθ'όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθώς και την περαιτέρω κατάλληλη παρακολούθηση της κατάστασής τους.

 

Το άρθρο 9ΚΔ του περί Προσφύγων Νόμου προβαίνει σε λεπτομερή ανάλυση των διαδικασιών και των προϋποθέσεων για την παροχή ειδικών αναγκών υποδοχής και διαδικαστικών αναγκών σε αιτούντες διεθνούς προστασίας, το οποίο εν τάχει, προβλέπει τα ακόλουθα:

 

Καθορίζει καταρχάς την ανάγκη για ατομική εκτίμηση των αναγκών του κάθε αιτούντος, προκειμένου να διαπιστωθεί αν εμφανίζει ειδικές ανάγκες υποδοχής επιβάλλοντας την αναγκαιότητα προσδιορισμού των αναγκών αυτών σε περίπτωση μίας τέτοιας διαπίστωσης. Αυτή η εκτίμηση μπορεί να περιλαμβάνει ιατρικές εξετάσεις και συνεντεύξεις με ειδικούς [βλ. 9ΚΔ(1)] .

 

Στη συνέχεια, προσδιορίζει τους φορείς και τις αρμοδιότητες αυτών που εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή, όπως οι υπεύθυνοι στους χώρους υποβολής αιτήσεων, οι ιατροί και οι ψυχολόγοι που πραγματοποιούν ιατρικές εξετάσεις και οι κοινωνικοί λειτουργοί που εργάζονται σε κέντρα φιλοξενίας [βλ. 9ΚΔ(3)(α), (β), (γ)].

 

Επιπλέον, περιγράφεται η διαδικασία παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής από την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την παροχή των κατάλληλων διαδικαστικών εγγυήσεων με βάση τις πληροφορίες που παρέχονται από τους προαναφερθέντες φορείς [βλ.9ΚΔ(4)(β)(i)]

 

Τέλος, καθορίζει ότι μόνο τα ευάλωτα άτομα μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν ειδικές ανάγκες υποδοχής και επομένως επωφελούνται της ειδικής στήριξης που παρέχεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου [ βλ. 9ΚΔ(7)]».

Καταλήγω συνεπώς ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε καμία διαπίστωση εάν η Αιτήτρια χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, ενώ καταγράφουν, αρχικώς ότι αποτελεί άτομο που πιθανόν να έχει δεχθεί σεξουαλικής φύσεως βασανιστήρια και συγκεκριμένα πράξεις βιασμού.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και το άρθρο 10Α του περί Προσφύγων Νόμου, η Υπηρεσία Ασύλου υποχρεούται να εκτιμήσει αν ο αιτών (στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια) χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων πριν την έκδοση απόφασης. Επί της παρούσης, παρά το γεγονός ότι:

 

(α) στις 13.12.2019, στο Έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών αιτητή διεθνούς προστασίας καταγράφηκε η εισήγηση για παραπομπή σε ψυχολόγο (δες ερυθρό 5 του δ.φ.) από τη Λειτουργό Πρώτης Υποδοχής·

 

(β)  στις 02.01.2020, το Κυπριακό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (Cyprus Refugee Council) τόνισε τις αναφορές της Αιτήτριας σε σεξουαλική παρενόχλησή της από μέλη του στρατού του Κονγκό, επισημαίνοντας ότι «απαιτείται ατομική εκτίμηση για να διαπιστωθεί αν το άτομο είναι αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν (…) οι διαδικαστικές του ανάγκες και να τύχει της αναγκαίας υποστήριξης και των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων»·

 

(β) στις 07.05.2020 οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας διαβίβασαν έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών της Αιτήτριας, στο οποίο καταγράφονται οι ειδικές ανάγκες που έχουν δηλωθεί από την ίδια (βλ. ερυθρό 20 του δ.φ.) και ρητά αναφέρουν πως «αναμένουμε την απόφαση σας για την ανάγκη παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής και ανάλογες ενέργειες (…)»·

 

ωστόσο, δεν προκύπτει από πουθενά κατά πόσο η Υπηρεσία Ασύλου προχώρησε τελικώς, σε οποιονδήποτε στάδιο και ειδικότερα πριν τη λήψη απόφασης  στην διερεύνηση και καθορισμό του κατά πόσο η Αιτήτρια συνιστά ευάλωτο πρόσωπο που χρήζει παροχής ειδικών διαδικαστικών αναγκών. Ούτε από το ενώπιόν μου υλικό προκύπτει κατά πόσο η Αιτήτρια παραπέμφθηκε τελικώς σε ψυχολόγο ως ήταν η σύσταση της Λειτουργού Πρώτης Υποδοχής.

 

Πρόσθετα των ανωτέρω, εξετάζοντας τα όσα η Αιτήτρια αφηγήθηκε κατά τη συνέντευξή της διαπιστώνω ότι αναδύονται δια μέσου αυτής, σοβαρές ενδείξεις ψυχολογικής επιβάρυνσης και ευαλωτότητας της Αιτήτριας. Ειδικότερα:

 

Η πρώτη ένδειξη ευαλωτότητας αφορά τα ιατρικά της προβλήματα και την κατάσταση της σωματικής της υγείας. Η Αιτήτρια αναφέρει κατά το αρχικό κιόλας στάδιο της συνέντευξής της ότι βρίσκεται υπό ιατρική θεραπεία και λαμβάνει φάρμακα, ενώ έχει αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα με την υγεία της, συμπεριλαμβανομένων οδοντιατρικών ζητημάτων και πιθανής μόλυνσης. Οι ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, όπως το Mantoux test και οι ακτινογραφίες, υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να πάσχει από μια σοβαρή ίσως πάθηση, πιθανώς μολυσματική, η οποία απαιτεί συνεχή ιατρική φροντίδα. Επίσης, δηλώνει ότι έχει δυσκολία στη λήψη τροφής λόγω πόνου στο στόμα της, γεγονός που επηρεάζει τη γενική της φυσική κατάσταση και πιθανώς την αντοχή της να συμμετάσχει σε μια απαιτητική διαδικασία συνέντευξης.

 

Πέραν όμως από τα ιατρικά προβλήματα, η μαρτυρία της περιλαμβάνει περιγραφές βίας, κάτι που αποτελεί μία από τις βασικές ενδείξεις ευαλωτότητας. Αναφέρει ότι «(…) they hit me with the machetes on my mouth, and I started bleeding [note: the applicant cries]. After hitting me, I was bleeding from my mouth and my nose, I was feeling pain(…)» (βλ. ερ.42) . Ως στη συνέχεια περιγράφει «(…) I was bleeding and shouting (…) And I noticed that I lost my tooth, I can show you [the applicant shows a false tooth] (…) I was at home, because I was feeling pain(…)».

 

Πρόσθετα, πέραν από τη σωματική βία, η μαρτυρία της αποκαλύπτει ότι υπήρξε ενδεχομένως θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Περιγράφει συγκεκριμένα πως: «They were coming to take us one after the other out of the room, they move you in another room, in that room they raped you. If you try to resist they will beat you. (….)», «So the military came, they switch off the light, they took one of us, they prohibited to talk each other, and when they switched on the lights, I could notice marks of blood on the wall and the room was smelling bad.».  Οι περιγραφές της Αιτήτριας, αποκαλύπτουν ένα άτομο εξαντλημένο «I was not able to eat because I was feeling pain to my mouth and I had no appetite», ενώ οι μετέπειτα δηλώσεις της παρουσιάζουν την ίδια εξασθενημένη: «I was so weak because I did not eat, it was very hard to me to follow him, at the moment I was about to fall down, he took my hand and we walked». (βλ. ερυθρό 41 του δ.φ.)

 

Ερωτηθείσα στη συνέχεια σε σχέση με τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και συγκεκριμένα πόσες φορές αυτά συνέβησαν η Αιτήτρια απαντά: «It was not only once, whoever could come and take me. They came in the room, they choose one and they bring one of us, even the boy» (βλ. ερυθρό 38 του δ.φ.). Ακολουθεί στη συνέχεια η πιο κάτω συζήτηση:

«

-      How many people were there in the room when the sex assaults happened?

-      When they came, they switched on the light, they took you, sometimes it was one person, some other two persons.

-      Do you remember what did they say to you?

-      They just took me, I was feeling pain in my mouth, I was telling them that I was feeling pain they did not care, I was crying, they sometime bit me, after they did what they have to do.

(…)

-      He came as usual and he took me, he switched on the light, he took me in the other room, I was feeling pain and I started begging him, I was crying (…) I beg him(…)» (βλ. ερ. 37 του δ.φ.).  

 

Το Δικαστήριο, χωρίς βεβαίως να ασκεί εμπειρογνωμοσύνη ούτε να διαθέτει εξειδικευμένη επιστημονική ιδιότητα, δύναται, ωστόσο, να λάβει υπόψη του ότι, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες και διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας θυμάτων τραυματικών εμπειριών (ως αυτές προκύπτουν από τον Οδηγό της EASO[10]), η χρήση απρόσωπης γλώσσας ενδέχεται να συνδέεται με ψυχολογικούς μηχανισμούς που έχουν παρατηρηθεί σε περιπτώσεις θυμάτων βασανιστηρίων και σεξουαλικής βίας. Στη βάση τούτων, παρατηρείται ότι η Αιτήτρια, σε ορισμένα σημεία της περιγραφής της για την καταγγελλόμενη σεξουαλική κακοποίηση, χρησιμοποιεί απρόσωπη διατύπωση («they move you in another room, in that room they raped you. If you try to resist they will beat you»), αποφεύγοντας την άμεση αναφορά στον εαυτό της. Σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, η χρήση γενικευμένης ή απρόσωπης γλώσσας μπορεί να αποτελεί συνηθισμένη αντίδραση σε τραυματικά γεγονότα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις θυμάτων βασανιστηρίων και σεξουαλικής βίας. Η αποστασιοποίηση από την προσωπική εμπειρία μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας που επιτρέπει στο άτομο να αναφερθεί σε αυτήν χωρίς να την ξαναζήσει πλήρως. Δεν μπορεί να αποκλειστεί λοιπόν το ενδεχόμενο η αποστασιοποίηση αυτή να σχετίζεται με μηχανισμούς άμυνας που έχουν παρατηρηθεί σε περιπτώσεις μετατραυματικού στρες (PTSD), όπου τα θύματα συχνά δυσκολεύονται να αναφερθούν άμεσα στις προσωπικές τους εμπειρίες, καθώς η ανάκλησή τους προκαλεί έντονο ψυχικό πόνο.

 

Πρόσθετα η επιλογή του «you» αντί του «I» ενδέχεται να εξυπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς, όπως η απόπειρα γενίκευσης της εμπειρίας ώστε να γίνει κατανοητή ως μέρος μιας ευρύτερης πρακτικής που εφαρμόστηκε σε άλλα άτομα που βρέθηκαν στην ίδια συνθήκη. Παράλληλα, μπορεί να αντανακλά συναισθήματα ντροπής ή φόβου αναφορικά με την ανοιχτή αναφορά σε μια προσωπικά τραυματική εμπειρία, ιδίως όταν αυτή συνδέεται με σεξουαλική βία.

 

Σε πολλές περιπτώσεις θυμάτων σεξουαλικής βίας, υπάρχει έντονο στίγμα, ειδικά αν προέρχονται από κοινωνίες όπου η σεξουαλική κακοποίηση θεωρείται ντροπή ή ακόμα και λόγος στιγματισμού του θύματος, όπως ακριβώς συμβαίνει στη ΛΔΚ[11]. Υπό αυτή την έννοια, η γλωσσική επιλογή της Αιτήτριας ενδέχεται να αντανακλά μια προσπάθεια αποστασιοποίησης από το προσωπικό της βίωμα, χωρίς ωστόσο να αναιρεί την ουσία των καταγγελλόμενων γεγονότων.

 

Φρονώ λοιπόν εκ των ανωτέρω ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ευαλωτότητας της Αιτήτριας, οι οποίες ενδέχεται να συνδέονται με ψυχολογικό τραύμα. Η μαρτυρία της περιλαμβάνει αναφορές σε βίαιες εμπειρίες, οι οποίες παραπέμπουν σε άτομο που ενδέχεται να έχει υποστεί τόσο σωματική όσο και σεξουαλική βία. Ως έχει ήδη επισημανθεί, η ίδια περιγράφει ότι δέχθηκε επίθεση από εγκληματική ομάδα, ότι ξυλοκοπήθηκε μέχρι να αιμορραγήσει από τη μύτη και το στόμα, ενώ αργότερα φέρεται να έπεσε θύμα απαγωγής και να κρατήθηκε σε άγνωστο μέρος υπό απάνθρωπες συνθήκες. Αναφέρει, επίσης, ότι υπέστη επανειλημμένους βιασμούς, ότι βρισκόταν σε κατάσταση τρόμου και ότι δεν της επιτρεπόταν η επικοινωνία με άλλα άτομα.

 

Ο τρόπος με τον οποίο εξιστορεί τα γεγονότα, καθώς και οι λεπτομέρειες που παραθέτει, ενδέχεται να παραπέμπουν σε ψυχολογική επιβάρυνση, με στοιχεία που, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, έχουν παρατηρηθεί σε άτομα που έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες, συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων που συνδέονται με μετατραυματικό στρες (PTSD). Υπενθυμίζω πως, παρά το γεγονός ότι ο Λειτουργός Πρώτης Υποδοχής είχε εντοπίσει την ανάγκη της Αιτήτριας για ψυχολογική υποστήριξη και είχε εισηγηθεί την παραπομπή της σε ψυχολόγο, δεν προκύπτει ότι η εισήγηση αυτή ελήφθη υπόψη κατά τη διαδικασία εξέτασης της υπόθεσής της. Ο λειτουργός της EASO προχώρησε στη συνέντευξη χωρίς να διερευνήσει περαιτέρω την ψυχική/ψυχολογική της κατάσταση και χωρίς να αξιολογήσει τις ενδείξεις ευαλωτότητας που προέκυπταν από τη μαρτυρία της.

 

Η απόφαση του λειτουργού EASO να αγνοήσει τα στοιχεία ευαλωτότητας και να προχωρήσει απρόσκοπτα στη συνέντευξη είναι ιδιαίτερα προβληματική. Σύμφωνα με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο για το άσυλο, οι αιτούντες που θεωρούνται ευάλωτα άτομα δικαιούνται ειδική μεταχείριση, όπως η προσαρμογή της διαδικασίας συνέντευξης ώστε να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες τους. Στην προκειμένη περίπτωση, θα έπρεπε να είχε εξεταστεί το ενδεχόμενο της εκ των προτέρων εξέτασης της Αιτήτριας από εμπειρογνώμονα πριν τη συνέντευξη, ώστε να διαπιστωθεί εάν ήταν σε θέση να διεκπεραιώσει αυτήν χωρίς ειδική στήριξη. Ενδεχομένως, η παρουσία ψυχολόγου κατά τη συνέντευξη να ήταν απαραίτητη για την προστασία της, ενώ θα μπορούσε να της δοθεί περισσότερος χρόνος προτού κληθεί να ξαναζήσει τα -κατ’ ισχυρισμόν- τραυματικά της βιώματα μέσω της αφήγησής της. Η έλλειψη διερεύνησης της ευαλωτότητάς της δεν είναι μόνο διαδικαστικό σφάλμα αλλά ενδέχεται να έχει επηρεάσει αρνητικά και την ίδια τη συνέντευξη. Τα θύματα βασανιστηρίων και σεξουαλικής βίας συχνά δυσκολεύονται να δώσουν συνεκτικές αφηγήσεις λόγω του τραύματος, ενώ η επαναδιήγηση τέτοιων εμπειριών μπορεί να τα επιβαρύνει ψυχολογικά. Το γεγονός ότι δεν εξετάστηκε κατά πόσο η Αιτήτρια έχρηζε κατάλληλης στήριξης, ενόψει των ενδείξεων που επισημάνθηκαν, εγείρει ερωτηματικά ως προς το κατά πόσο η συνέντευξη διεξήχθη με τρόπο που να σέβεται τις διεθνείς αρχές προστασίας των ευάλωτων αιτούντων άσυλο.

 

Συμπερασματικά, φρονώ πως υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις που καθιστούσαν αναγκαία την εξέταση της πιθανότητας παραπομπής της σε ιατρική ή/και ψυχολογική αξιολόγηση. Η μη διερεύνηση αυτής της δυνατότητας ενδέχεται να έχει επηρεάσει την ορθότητα της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της, ιδίως ως προς την εκτίμηση της ευαλωτότητάς της και των συνεπειών των καταγγελλόμενων βιαιοτήτων στη συνοχή και αξιοπιστία της μαρτυρίας της. Κατ’ επέκταση, οι ενδείξεις αυτές επέβαλλαν τουλάχιστον την διερεύνηση του κατά πόσο η Αιτήτρια χρήζει ή όχι διαδικαστικών εγγυήσεων. Ο λειτουργός της EASO είχε υποχρέωση να διερευνήσει την περίπτωσή της με ευαισθησία και να διασφαλίσει ότι είχε πρόσβαση στις απαραίτητες διευκολύνσεις πριν και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Η παράλειψη αυτή συνιστά σοβαρή αποτυχία στη διαδικασία αξιολόγησης και θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθή διαχείριση της υπόθεσής της.

 

Προσθέτω ότι δυνάμει του εδαφίου (5) του άρθρου 15 «Σε περίπτωση ύπαρξης ενδείξεων σοβαρής βλάβης, ο αρμόδιος λειτουργός πραγματοποιεί τη συνέντευξη του αιτητή ύστερα από συνεννόηση και σε συνεργασία με αρμόδιο ιατρό».

 

Η διαδικασία λοιπόν την οποία ακολούθησαν οι Καθ’ ων η αίτηση είναι εσφαλμένη. Αυτό, πρόσθετα, συνιστά παράβαση της υποχρέωσης για πλήρη εκτίμηση της ευαλωτότητας πριν την τελική απόφαση και συνιστά σοβαρή διαδικαστική παράλειψη, καθώς η γνωμάτευση εμπειρογνωμόνων θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά την εκτίμηση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας και τη χορήγηση των απαραίτητων διαδικαστικών εγγυήσεων.

 

Το Δικαστήριο τονίζει ότι η διοικητική διαδικασία ασύλου δεν αφορά μόνο την ουσιαστική εξέταση των ισχυρισμών του αιτούντος, αλλά επίσης την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικαστικών κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων, ιδιαιτέρως αυτών που βρίσκονται σε κατάσταση ευαλωτότητας. Η τήρηση των κανόνων αυτών αποτελεί εγγύηση για τη δίκαιη μεταχείριση των αιτούντων και την ορθή εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

 

Σύμφωνα με τον οδηγό δικαστικής ανάλυσης του Οργανισμού Ασύλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ευαλωτότητα στο πλαίσιο των αιτημάτων διεθνούς προστασίας[12] η ευαλωτότητα πρέπει να αξιολογείται τόσο για τις ιδιαιτέρες ανάγκες που προκύπτουν στα πλαίσια των υλικών συνθηκών υποδοχής[13] και για την εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων κατά την εξέταση των αιτημάτων ασύλου[14]  -όπως αναλύθηκε ήδη- όσο και για την αξιολόγησή της ως ιδιαίτερη περίσταση κατά την εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας[15].

 

Για τους λόγους λοιπόν που επεξηγήθηκαν, είναι η κατάληξη μου ότι στοιχειοθετείται λόγος ακυρώσεως που έγκειται σε παράβαση του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου καθώς και σε έλλειψη δέουσας υπό τις  περιστάσεις έρευνας. Η έλλειψη αυτή δεν μπορεί παρά, εκ των δεδομένων που προαναφέρθηκαν, να καταστήσει αναπόφευκτα και εύλογή την πιθανότητα πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα. Σημειώνεται ότι, αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι ακόμη και η πιθανολόγηση της ορθότητας ισχυρισμού περί εσφαλμένου πραγματικού βάθρου της προσβαλλόμενης πράξης, όπως και η απλή θεμελίωση ενδεχομένου πλάνης, αρκεί για να ακυρωθεί αυτή και να εξεταστεί το θέμα από το αρμόδιο διοικητικό όργανο πάνω στην ορθή πραγματική του βάση απαλλαγμένο από τις πλημμέλειες που εντοπίστηκαν[16]. Ως εκ τούτου, πλήττεται η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και οι σχετικοί λόγοι ακυρώσεως επιτυγχάνουν. 

 

Η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου

 

Ενόψει της ανωτέρω κατάληξής μου, με έχει προβληματίσει η έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, δεδομένης της υποχρέωσης του να προβαίνει σε ουσιαστικό έλεγχο της προσφυγής, εξετάζοντας την ανάγκη χορήγησης  καθεστώτος διεθνούς προστασίας και τροποποιώντας, εάν κριθεί εύλογο, την προσβαλλόμενη απόφαση.  

 

Ωστόσο, φρονώ πως τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τέτοια που εμποδίζουν το παρόν Δικαστήριο στο να προχωρήσει σε περαιτέρω εξέτασή της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας. Διαπίστωση η οποία οδηγεί αναπόφευκτα σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και παραπομπής της υπόθεσης προς επανεξέταση από την αρμόδια διοικητική αρχή.

 

Με το ζήτημα αυτό έχω απασχοληθεί και στην F.E.A. (ανωτέρω), στα πλαίσια της οποίας προχώρησα στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

 

«Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα ως προς το κατά πόσο η πλήρης και ex nunc δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, δύναται να έλθει, να «διορθώσει» τα διαδικαστικά αυτά σφάλματα προχωρώντας το ίδιο στην εξέταση, τόσο των ισχυρισμών της Αιτήτριας που αποκαλύπτουν ενδεχόμενο εμπορίας προσώπων, όσο και λαμβάνοντας ακολούθως υπόψη του, κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ότι αυτή είναι ευάλωτο πρόσωπο.

 

Αδυνατώ να αντιληφθώ πως αυτό μπορεί να είναι εφικτό.

 

Υπενθυμίζω, ότι ακόμα και στα πλαίσια της πλήρους δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να οδηγούμαστε, σε μία, κατά τα άλλα απαράδεκτη μετατροπή του δικαστικού ελέγχου σε υποκατάσταση της διοικητικής εκτιμήσεως.

 

Ως πολύ ορθώς αναφέρθηκε και από την αδελφή μου Δικαστή Χ. Πλαστήρα, στην απόφαση της ημερομηνίας 07.11.2023, στην υπόθεση με αρ. 5999/2021, AD. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

  

«Το γεγονός ότι ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου δεν είχε ενώπιον του τα αποτελέσματα των ιατρικών υπηρεσιών, κατά παράβαση του άρθρου 18 εδάφιο 4 του Περί Προσφύγων Νόμου, για να προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης του αιτητή, αποτελεί σοβαρή πλημμέλεια στην όλη διοικητική διαδικασία, όπου το παρόν Δικαστήριο αδυνατεί, ενόψει τούτου, να ασκήσει περαιτέρω έλεγχο ήτοι να προβεί σε έλεγχο ουσίας, μιας και απουσιάζει ένα σημαντικό στοιχείο, το οποίο δεν βρίσκεται ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για να μπορούσε το παρόν Δικαστήριο να προβεί σε οποιοδήποτε περαιτέρω έλεγχο.

 

(…)».

 

Ομοίως, στην υπόθεση A.K.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1259/22, 09.02.2024. λέχθηκαν τα ακόλουθα από την Πρόεδρο του παρόντος Δικαστηρίου, κα Μ. Παπαντωνίου:

 

 «Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θέση μου είναι ότι στην παρούσα υπόθεση δεν δύναμαι να προχωρήσω σε ουσιαστική εξέταση του αιτήματος του Αιτητή.  Βασικότερος λόγος είναι το γεγονός ότι δεν φαίνεται να ετοιμάστηκε ιατρική/ψυχολογική έκθεση για τον Αιτητή, παρά το ότι παρακολουθείται από τις ιατρικές υπηρεσίες του κράτους, με την οποία να δίδεται καθοδήγηση για τον ορθό τρόπο ακρόασης του Αιτητή δεδομένων των ψυχολογικών/ ψυχιατρικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει.  Επίσης δεν υπάρχει πουθενά στο φάκελο έκθεση εμπειρογνώμονα, για τον τρόπο που τα ψυχολογικά/ψυχιατρικά προβλήματα και/ή θέματα ψυχικής υγείας του Αιτητή, ενδεχομένως επηρεάζουν τον τρόπο έκφρασης του και τις πληροφορίες που αυτός δίδει σε σχέση με τα περιστατικά που βίωσε στη χώρα του.  Τέλος, παρά το ότι υπάρχουν υποψίες ότι πρόκειται για άτομο - θύμα βασανιστηρίων, η πληροφορία αυτή ουδέποτε επιβεβαιώθηκε από τις αρμόδιες αρχές».

 

Συμφωνώ με την προσέγγιση του Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες αποφάσεις, τα εκεί λεχθέντα τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής και στην υπό εξέταση υπόθεση. Επισημαίνω πρόσθετα ότι εν προκειμένω εντοπίζω παράλειψη διεξαγωγής διαδικασιών που προηγούνται ακόμη και του κρίσιμου σταδίου της συνέντευξης. Διαδικασιών που σκοπούν στην αξιολόγηση τυχόν αναγκών προς παροχή διαδικαστικών εγγυήσεων, ενδεχομένως απαραίτητων προς την διεξαγωγή μίας δίκαιης και ορθής αξιολόγησης του αιτήματος ασύλου της Αιτήτριας.

 

(…)

 

Επανερχόμενοι στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, παρατηρώ πως παρά τις υποψίες που εύλογα ανακύπτουν από τα ενώπιόν μου δεδομένα, οι Καθ' ων η αίτηση δεν έδρασαν ως όφειλαν με αποτέλεσμα να μην μπορεί με ασφάλεια να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να έχει ψυχολογικά και/ή ψυχιατρικά προβλήματα και/ή να είναι τελικώς θύμα εμπορίας προσώπων. Η αξιολόγηση αυτή θα καθόριζε και την αναγκαιότητα ή όχι για παροχή διαδικαστικών εγγυήσεων στην Αιτήτρια. Τυχόν κρίση ότι τελικώς απαιτείτο η παροχή τέτοιων εγγυήσεων, στην απουσία αυτών, απειλείται σημαντικά η δικαιοσύνη και την αξιοπιστία της διενεργηθείσας συνέντευξης ασύλου και δύναται να υπονομεύσει την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητα της διαδικασίας, καθώς και τα δικαιώματα της Αιτήτριας.

 

Ακόμη και με την εξουσία που έχει το παρόν Δικαστήριο για ex nunc και πλήρη έλεγχο, εάν η αρχική συνέντευξη ήταν θεμελιωδώς ελαττωματική, λόγω απουσίας διαδικαστικών εγγυήσεων, ενδέχεται να απαιτείται νέα συνέντευξη για να διορθωθούν τα διαδικαστικά ελαττώματα.

 

Πρωταρχικό μέλημα είναι, άλλωστε, η προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος άσυλο, -ειδικά όταν πρόκειται για ευάλωτα άτομα όπως ενδεχομένως να είναι η εδώ Αιτήτρια- και η διασφάλιση μιας δίκαιης και ορθής διαδικασίας. Οι διαδικαστικές ελλείψεις μπορούν να οδηγήσουν σε μια ανεπαρκή και άδικη αξιολόγηση του αιτήματος άσυλο, επομένως η διασφάλιση των διαδικαστικών εγγυήσεων είναι αναγκαία για την προστασία των δικαιωμάτων και την εξασφάλιση μιας δίκαιης απόφασης.

 

Επισημαίνω ότι μπορεί μεν το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της ex nunc δικαιοδοσίας του να διαθέτει μεγάλο περιθώριο ευελιξίας, ωστόσο εξακολουθεί να δεσμεύεται από βασικά νομικά πρότυπα  που δίνουν προτεραιότητα σε δίκαιες διαδικασίες. Εάν καταδειχθεί μέσα από τις διαδικασίες που ως, προλέχθηκε, όφειλαν να διενεργηθούν, η αναγκαιότητα για παροχή διαδικαστικών εγγυήσεων, τότε είναι αναπόφευκτη η κρίση ότι η αρχική διαδικασία συνέντευξης δεν πληρούσε αυτά τα πρότυπα λόγω απουσίας διαδικαστικών εγγυήσεων και ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί μια δίκαιη απόφαση είναι η διενέργεια νέας συνέντευξης με τις κατάλληλες εγγυήσεις.».

 

Πρόσθετα των όσων αναπτύχθηκαν στην προρρηθείσα απόφαση, επιθυμώ να επεξηγήσω περαιτέρω υπό ποιες προϋποθέσεις ένα Δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, το οποίο προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας, εξετάζοντας πλήρως και ex nunc τις ενώπιόν του υποθέσεις, ως είναι το παρόν, οφείλει παρά ταύτα να προχωρήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση. Επί αυτού παραπέμπω στα όσα αναλυτικά επεξήγησα με την πρόσφατη απόφασή μου στην F.E.E.[17].

 

Επισημαίνω σχετικώς ότι ακόμη και όταν το Δικαστήριο έχει πλήρη δικαιοδοσία, δεν πρέπει να μετατρέπεται σε υποκατάστατο της διοίκησης κατά τον έλεγχο των αποφάσεών της, ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου απαιτείται ειδική γνώση και εμπειρογνωμοσύνη (π.χ. ιατρικές γνωματεύσεις), όπως είναι η εκτίμηση της ευαλωτότητας ενός αιτούντος ασύλου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το βασικό σφάλμα της διοίκησης είναι η έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση: (α) με την αναγκαιότητα ή όχι παραπομπής σε εμπειρογνώμονα, (β) με την ευαλωτότητα της Αιτήτριας και τη συνεπακόλουθη αξιολόγηση του κατά πόσον η Αιτήτρια χρήζει ή όχι διαδικαστικών εγγυήσεων. Εφόσον το ζήτημα της ευαλωτότητας της Αιτήτριας δεν εξετάστηκε από τη διοίκηση η οποία είναι και η μόνη αρμόδια αρχή προς εξέταση της, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει σε πλήρη ουσιαστική εξέταση της αίτησης για διεθνή προστασία χωρίς να παραβιάσει τη δικαιοδοτική του φύση.

 

Το Δικαστήριο δεν είναι ασφαλώς το αρμόδιο όργανο για την διενέργεια ιατρικής εξέτασης αλλά ούτε και για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της και καθορισμό των διαδικαστικών εγγυήσεων οι οποίες είναι, εκ των συνθηκών, αρμόζουσες. Ο νόμος προβλέπει ότι τέτοιες εκτιμήσεις γίνονται από τους αρμόδιους φορείς της διοίκησης, οι οποίοι έχουν την εξειδικευμένη γνώση και τα κατάλληλα μέσα για να το πράξουν, ενώ το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναλάβει το ρόλο της διοίκησης και να αποφασίσει για την ουσία της αίτησης ασύλου χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι προβλεπόμενες διοικητικές διαδικασίες.

 

Έχει επανειλημμένα επισημανθεί ο διττός ρόλος του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το οποίο εξετάζει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία των διοικητικών αποφάσεων. Ρόλος ο οποίος αναδύεται από το ίδιο το νομοθέτημα[18] που είναι υπεύθυνο και για την ίδια την ύπαρξη του.  Αυτό βεβαίως, στο βαθμό που δεν υφίσταται νομοθετική πρόβλεψη που να απονέμει αποκλειστική αρμοδιότητα σε διοικητικό φορέα. Στην προκειμένη περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου έχει ρητά την αποκλειστική αρμοδιότητα να αξιολογεί τις ειδικές ανάγκες υποδοχής και τις διαδικαστικές ανάγκες των ευάλωτων προσώπων. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο από τις πρόνοιες του άρθρου 9ΚΔ(1), (3)(ε) και 4(β), ενώ το εδάφιο (5) του ίδιου άρθρου ρητά προβλέπει ότι:

 

«(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε περίπτωση που οι ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες εμφανιστούν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου, διαπιστώσει σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας την ύπαρξη ειδικών αναγκών του αιτητή, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία και αποφασίζει για την ανάγκη παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής ή/και διαδικαστικών αναγκών σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4)».

 

Είναι κατά τούτο ξεκάθαρο ότι αποκλειστική εξουσία απόφασης επί των αναγκών παροχής διαδικαστικών εγγυήσεων έχει η Υπηρεσία Ασύλου. Το δε Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, έστω και στο πλαίσιο των διευρυμένων εξουσιών του, αδυνατεί να αναλάβει το έργο αυτό, διακινδυνεύοντας να παραβιάσει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και να προβεί σε μία πλήρη υποκατάσταση της διοίκησης. Παρά τις διευρυμένες λοιπόν εξουσίες που έχει το παρόν Δικαστήριο σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις (διεθνούς προστασίας), ωστόσο ο δικαστικός έλεγχος ουσίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει, όσο πλήρης κι αν είναι, το στάδιο διοικητικής κρίσης για ζητήματα για τα οποία δεν έχει αποφανθεί η διοίκηση σε πρώτο βαθμό. Ως χαρακτηριστικά σημειώνεται από τον Γ. Δελλή, στο σύγγραμμα του «Η Διοικητική Δικαιοσύνη σε αναζήτηση ταχύτητας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013», σελ. 329, «η ευρύτητα του ελέγχου ο οποίος ασκείται στις διαφορές ουσίας κακώς παρουσιάζεται ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τις διοικητικές παρατυπίες».

 

Υπενθυμίζω πρόσθετα, ότι  δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 10Α το οποίο αναφέρεται στους αιτητές που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, προβλέπεται ότι «Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια για προσδιορισμό των αιτητών που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, λαμβάνει χώρα πριν από τη λήψη απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης».

 

Είναι λοιπόν δεδομένο ότι προς πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας, επιβάλλεται να εξεταστεί η αναγκαιότητα παροχής διαδικαστικών εγγυήσεων. Αν κριθεί ότι αυτές ήταν απαραίτητες και παραλήφθηκαν, τότε η μη παροχή τους, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, υποσκάπτει τη νομιμότητα και ορθότητα της συνέντευξης. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η διεξαγωγή εξ υπαρχής της συνέντευξης ασύλου της Αιτήτριας, θα είναι μονόδρομος.

 

Προχωρώ όμως και ένα βήμα παραπέρα. Παρά την ex nunc και πλήρη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, οι διαδικαστικές εγγυήσεις που έπρεπε να είχαν παρασχεθεί στην Αιτήτρια δεν μπορούν να αναπληρωθούν πλήρως στο πλαίσιο μιας δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τα νέα στοιχεία, αλλά δεν μπορεί να αναπαράγει τις εξειδικευμένες διαδικασίες που θα έπρεπε να είχαν προηγηθεί, όπως η υποστήριξη της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη ή η εξειδικευμένη εκτίμηση της ιατρικής και ψυχολογικής της κατάστασης από εμπειρογνώμονες πριν από την απόφαση. Ούτε είναι δυνατόν να αναμένεται από το Δικαστήριο να αποφασίσει ποιες διαδικαστικές εγγυήσεις πρέπει να δοθούν στην Αιτήτρια και ακολούθως να διεξάγει εξ υπαρχής ακρόαση παρέχοντας τις εγγυήσεις αυτές. Πέραν του ότι κωλύεται εκ των νομοθετημένων προνοιών να αναλάβει εξουσία που ρητώς έχει ανατεθεί στην διοικητική αρχή, το Δικαστήριο δεν διαθέτει τους απαραίτητους μηχανισμούς για να αποδώσει ορθά και πλήρως τις διαδικαστικές εγγυήσεις που απαιτούνται στην περίπτωση ευάλωτων αιτούντων.

 

Επισημαίνω ότι η  έννοια της ευαλωτότητας είναι πολυεπίπεδη και πολύπλοκη. Απαιτεί την εφαρμογή ειδικών διαδικασιών που δεν είναι μόνο νομικής φύσης αλλά και ιατρικής, ψυχολογικής και κοινωνικής. Οι διοικητικές αρχές έχουν τους μηχανισμούς και τα εργαλεία για να προσεγγίσουν αυτές τις περιπτώσεις με τρόπο ολοκληρωμένο, εξασφαλίζοντας ότι η αίτηση θα αξιολογηθεί υπό το πρίσμα όλων των ενδεχόμενων διαστάσεων που περιβάλλουν αυτήν. Αυτή  λοιπόν η διαδικασία είναι πρωτίστως διοικητική και εμπίπτει στις αρμοδιότητες των αρμόδιων διοικητικών υπηρεσιών. Οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει το δίκαιο, ειδικά για άτομα που μπορεί να είναι θύματα κακοποίησης ή σεξουαλικής βίας, πρέπει να παρέχονται από το πρώτο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή κατά τη συνέντευξη ενώπιον των αρμόδιων αρχών. Αν το Δικαστήριο αναλάμβανε αυτόν το ρόλο, θα διακινδύνευε να μειώσει την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας ενώ θα αντιμετώπιζε δυσχέρειες στην παροχή αυτών των εγγυήσεων καθώς δεν διαθέτει ούτε την υποδομή αλλά ούτε τα εργαλεία για να προσφέρει την κατάλληλη προστασία και ψυχολογική υποστήριξη που μπορεί να χρειάζεται ένας αιτητής.

 

Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου, παραμένει ρόλος επιθεώρησης και ελέγχου της διοίκησης ως προς το κατά πόσο αυτή τήρησε τις προβλεπόμενες διαδικασίες και αν έλαβε υπόψη της όλα τα κρίσιμα στοιχεία και δεν μπορεί να αναμένεται από το Δικαστήριο να διεξάγει εκ νέου και εξ υπαρχής την διαδικασία ασύλου, μετατρέποντας εαυτόν σε μία δεύτερη διοίκηση. Το Δικαστήριο διατηρεί τον ρόλο του ως κριτής της ορθότητας των διοικητικών αποφάσεων, όχι ως διοικητικό όργανο που αναλαμβάνει πρωτογενείς αποφάσεις για το άσυλο. Ανάληψη από το Δικαστήριο πλήρους διαδικαστικής εξουσίας, ενέχει τον κίνδυνο να εμπλακεί σε θέματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της δικαστικής αποστολής του.

 

Το επιχείρημα λοιπόν της μη υποκατάστασης της διοικητικής κρίσης παραμένει ισχυρό ακόμη και υπό το φως της πλήρους δικαιοδοσίας με την οποίαν το παρόν Δικαστήριο εξοπλίζεται.         

 

Το ΔΕΕ έχει επισημάνει πως μολονότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν στο εθνικό τους δίκαιο ότι τα εθνικά δικαστήρια θα έχουν την εξουσία να εξετάζουν τις ανάγκες διεθνούς προστασίας του εκάστοτε αιτούντος, ωστόσο, τα εν λόγω δικαστήρια δεν θα πρέπει οπωσδήποτε να υποχρεούνται να διεξάγουν τη σχετική εκτίμηση, διότι, αναλόγως των στοιχείων του φακέλου, ενδέχεται να καταλήξουν στην κρίση ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη για τον σκοπό αυτό.

 

Επί του σημείου τούτου, παραπέμπω στα όσα λέχθηκαν από το ΔΕΕ στην απόφαση C-517/17, Milkiyas Addis κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 16.07.2020:

  

«73. Εν κατακλείδι, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν, στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης, δόθηκε ή μπορεί ακόμη να δοθεί στον Μ. Addis η δυνατότητα ακρόασης, τηρουμένων πλήρως των προϋποθέσεων και των θεμελιωδών εγγυήσεων που έχουν εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να εκθέσει αυτοπροσώπως, σε γλώσσα την οποία κατέχει, την άποψή του σχετικά με την εφαρμογή στην περίπτωσή του του λόγου που προβλέπεται από το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής. Σε περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εξασφαλιστεί στον ενδιαφερόμενο στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής, σ’ αυτό εναπόκειται να ακυρώσει την απορριπτική απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον της αποφαινόμενης αρχής».

 

Ως επίσης λέχθηκε προσφάτως στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C‑406/22, CV κατά Ministerstvo vnitra České republiky, Odbor azylové a migrační politiky, 04.10.2024 (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«87. Υπό το πρίσμα αυτό, όσον αφορά το περιεχόμενο του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, όπως το δικαίωμα αυτό ορίζεται στο εν λόγω άρθρο 46, παράγραφος 3, το Δικαστήριο έκρινε ότι η φράση «μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων» έχει την έννοια ότι, βάσει της διάταξης αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαμορφώνουν την εθνική τους νομοθεσία κατά τρόπο τέτοιον ώστε η εξέταση των εν λόγω προσφυγών να περιλαμβάνει τον δικαστικό έλεγχο του συνόλου των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που επιτρέπουν στον δικαστή να προβεί στην εκτίμηση της υπόθεσης βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 110).

 

88.  Στο πλαίσιο αυτό, καταρχάς, ο όρος «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης κατά της οποίας βάλλει η προσφυγή. Ειδικότερα, μια τέτοια εκτίμηση επιτρέπει την εξαντλητική εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, χωρίς να χρειάζεται να αναπεμφθεί ο φάκελος στην αποφαινόμενη αρχή. Η εξουσία που απονέμεται επομένως στον δικαστή να λαμβάνει υπόψη νέα στοιχεία τα οποία δεν έχουν κριθεί από την εν λόγω αρχή εντάσσεται στο πλαίσιο του σκοπού της οδηγίας 2013/32, όπως αυτός υπενθυμίστηκε στη σκέψη 78 της παρούσας απόφασης (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψεις 111 και 112).

 

89      Εν συνεχεία, ο επιθετικός προσδιορισμός «πλήρης» που παρατίθεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που ανέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης της εν λόγω αρχής (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 113).

 

90      Τέλος, με την έκφραση «κατά περίπτωση» που περιλαμβάνεται στο χωρίο «ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία [2011/95]» καθίσταται εμφανές ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση την οποία οφείλει να διεξαγάγει ο δικαστής δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να αφορά την επί της ουσίας εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας και ότι μπορεί συνεπώς να αφορά τις διαδικαστικές πτυχές μιας αίτησης διεθνούς προστασίας (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 115)».

 

Σχετικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στις Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Νικόλα Αιμιλίου, της 30ης Μαΐου 2024, στην ίδια αυτή υπόθεση [C‑406/22, βλ. ανωτέρω] (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«161. Επιπλέον, από τη μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ως πλήρης και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, στο πλαίσιο της οποίας εξετάζονται, κατά περίπτωση, και οι ανάγκες διεθνούς προστασίας του αιτούντος, νοείται η «εξαντλητική και επικαιροποιημένη» εξέταση και ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε, προδιαγράφοντας κατά τον τρόπο αυτό την εμβέλεια του δικαστικού ελέγχου, να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο την εξουσία να αποφαίνεται κατά τρόπο δεσμευτικό «επί του ζητήματος αν ο συγκεκριμένος αιτών πληροί τις προϋποθέσεις […] ώστε να του χορηγηθεί διεθνής προστασία», οσάκις το εν λόγω δικαστήριο διαθέτει «όλα τα αναγκαία σχετικά πραγματικά και νομικά στοιχεία»

174. Πράγματι, ο μόνος τρόπος διά του οποίου μπορεί το εθνικό δικαστήριο να διασφαλίσει την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης (…) είναι είτε να διεξαγάγει την εξέταση το ίδιο, είτε να αναπέμψει τον φάκελο στην αποφαινόμενη αρχή. Υπενθυμίζω ότι τόσο από το γράμμα του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 («κατά περίπτωση»), όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, μολονότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν στο εθνικό τους δίκαιο ότι τα εθνικά δικαστήρια θα έχουν την εξουσία να εξετάζουν τις ανάγκες διεθνούς προστασίας του εκάστοτε αιτούντος, ωστόσο τα εν λόγω δικαστήρια δεν θα πρέπει οπωσδήποτε να υποχρεούνται να διεξάγουν τη σχετική εκτίμηση, διότι, αναλόγως των στοιχείων του φακέλου, ενδέχεται να καταλήξουν στην κρίση ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη για τον σκοπό αυτό (βλ. απόφαση Bundesrepublik Deutschland (Παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης), σκέψη 67). Όσον αφορά τα «ειδικά μέσα και [το] εξειδικευμένο προσωπικό» που διαθέτει η εκάστοτε αποφαινόμενη αρχή, βλ. απόφαση Torubarov (σκέψη 64) ή απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Addis (C‑517/17, EU:C:2020:579, σκέψη  61)».

 

      (βλ. και υποσημείωση αρ. 107 της απόφασης)

 

Ενόψει των όσων εκτενώς αναλύθηκαν ανωτέρω, είναι η καταληκτική μου κρίση πως το παρόν Δικαστήριο, στην υπό εξέταση υπόθεση, δε διαθέτει «όλα τα αναγκαία σχετικά πραγματικά και νομικά στοιχεία» για να προχωρήσει σε εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας και ως προς το σημείο αυτό, δεν έχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Ωστόσο, ως προκύπτει από την σκέψη 90 της CV (απόφαση ανωτέρω) η πλήρης και ex nunc εξέταση την οποία οφείλει να διεξαγάγει ο δικαστής μπορεί να αφορά τις διαδικαστικές πτυχές μιας αίτησης διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω λοιπόν το Δικαστήριο, ασκώντας την πλήρη αυτή δικαιοδοσία του, κρίνει ότι υπό το φως των στοιχείων που έχουν προκύψει, θα ήταν αναγκαίο να διερευνηθεί περαιτέρω η ψυχολογική και ιατρική κατάσταση της Αιτήτριας. Τα δεδομένα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 15(1) του Νόμου, δικαιολογούν την παραπομπή της σε εξειδικευμένη αξιολόγηση. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια πρέπει να παραπεμφθεί σε ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση, ώστε να διαπιστωθεί η κατάσταση της Αιτήτριας (ιατρική και ψυχολογική) ώστε να διαπιστωθεί αν η κατ’ ισχυρισμόν κακοποίηση είχε επιπτώσεις που επηρεάζουν την αξιολόγηση της υπόθεσής της.

 

Ενόψει των πιο πάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται και η υπόθεση παραπέμπεται προς επανεξέταση στους Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι, υπό το φως των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, θα πρέπει:

 

(α) να προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες για εξέταση, δια των αρμοδίων αρχών, της ιατρικής/ψυχολογικής κατάστασης της Αιτήτριας και

 

(β) ακολούθως, αφού ληφθούν τα συμπεράσματα των εμπειρογνωμόνων και τύχουν αξιολόγησης και εφόσον καθοριστούν οι κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις, αν αυτές τελικώς επιβάλλονται αναλόγως των συμπερασμάτων που θα ληφθούν, να εξετάσουν την αναγκαιότητα διεξαγωγής νέας συνέντευξής της Αιτήτριας.

 

Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η κατάληξη μου ότι η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2018). Επιδικάζονται έξοδα πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου.

 

Νοείται ότι κατά την επανεξέταση της επίδικης απόφασης οι Καθ' ων η αίτηση δεσμεύονται από τις ως άνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και οφείλουν να προχωρήσουν τάχιστα και κατά προτεραιότητα στις επιβαλλόμενες ενέργειες ούτως ώστε να εξεταστεί άμεσα το αίτημα ασύλου της Αιτήτριας, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Ισχυρισμός δεόντως δικογραφημένος στο πλαίσιο της τροποποιημένης προσφυγής της Αιτήτριας, δια της παραγράφου 4 αυτής.

[2] Στο σημείο αυτό καταγράφεται το ονοματεπώνυμο της Αιτήτριας.

[3] Στο σημείο αυτό καταγράφεται η ημερομηνία γέννησης της Αιτήτριας.

[4] Άρθρο 2(ια) και άρθρο 21 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση).

[5] Άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 , σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)

[6] Αιτιολογική Σκέψη 29 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ό.π.

[8]  Άρθρο 24(2) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ό.π.

[9] Refugee Support Aegean, Legal Note- Ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις στη διαδικασία ασύλου Παρατηρήσεις επί της νομολογίας, Ιούνιος 2022, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://rsaegean.org/wp-content/uploads/2022/06/RSA_SpecialProceduralGuarantees.pdf

[10]  Βλ. Δικαστική Ανάλυση- Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκου συστήματος ασύλου EASO, 2018) ειδικότερα σελ. 191-206 https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-.pdf?utm_source=chatgpt.com

[11] Για παράδειγμα, μετά τον βιασμό, οι γυναίκες απορρίπτονται συχνά από τις κοινότητές τους, ανεξάρτητα από το αν έχουν παιδιά ή όχι. Βλ. Kvinnatillkvinna, Equal Power Lasting Peace, The Democratic Republic of Congo. No peace for women, 2018, σελ. 9. 13-Equal-power-lasting-peace-DRC_ENG.pdf (kvinnatillkvinna.org),  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023) The Kvinna till Kvinna Foundation is a Swedish based foundation that is able to support women in conflict-affected areas through financial support from government agencies, institutions, foundations, organisations, companies and individual private donors.

[12] EASO, Judicial Analysis - Vulnerability in the context of applications for International Protection, 2021, διαθέσιμο σεhttps://euaa.europa.eu/sites/default/files/Vulnerability_CJ_EN.pdf  

[13] Αιτιολογική σκέψη 14 και άρ. 2(κ), 21 και 22 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση)

[14] Αιτιολογικές σκέψεις 27, 29 και 31 και άρ. 2(δ) και 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)

[15] Άρ. 20 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)

[16] Κ. ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων, (1992) 3 Α.Α.Δ. 228, Ιορδανού ν. Ε.Δ.Υ (1997) 3 Α.Α.Δ. 250

[17] Βλ. F.E.E. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, προσφυγή αρ. 595/2022, 30.09.2024

 

[18] Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (73(I)/2018)

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο