Τ. S. O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου κ.α., Υπόθεση αρ.3297/23, 13/2/2025
print
Τίτλος:
Τ. S. O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου κ.α., Υπόθεση αρ.3297/23, 13/2/2025
Ημερομηνία:
13 Φεβρουαρίου 2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.3297/23

 

                                                          13 Φεβρουαρίου 2025       

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Τ. S. O.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κα A. Κίτσιου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση                          Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα            

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 28/08/23 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο, ο αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές παρατύπως, μέσω κατεχομένων, στις 26/10/21, και υπέβαλε την επίδικη αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 29/11/21 (ερ.1-3, 36).

Στις 12/07/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία όπου δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.24-36). Μετά το πέρας της συνέντευξης, ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 04/08/23 αποφασίστηκε να μην παραχωρηθεί διεθνής προστασία στον αιτητή (ερ.55-64). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του επιδόθηκε διά χειρός στα αγγλικά, που είναι και η μητρική του γλώσσα, στις 28/08/23 (ερ.65, 3).

Η αίτηση αποτελείται από χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ.1 επί του οποίου δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και χωρίς έκθεση γεγονότων. Αυτό που αναφέρει ο αιτητής είναι ότι ο συγκάτοικος του πέθανε από τροφική δηλητηρίαση και τα μέλη της οικογένειας του κατηγόρησαν τον αιτητή ότι τον σκότωσε και γι’ αυτό δεν αισθάνεται ασφαλής στη χώρα καταγωγής του.

Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της. Με βάση λοιπόν τα διαλαμβανόμενα στο αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος αλλά και το άρθρο 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας».

Στην αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής λόγω καθότι απειλούνταν από την οικογένεια του συγκατοίκου του, που λανθασμένα τον κατηγόρησε ότι τον σκότωσε, καθώς - ως αναφέρει - αυτός απεβίωσε από τροφική δηλητηρίαση, όταν έφαγε τυχαία φαγητό του αιτητή.         

Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής κατ’ ουσία επανέλαβε τα ως άνω, αναφέροντας ότι ο συγκάτοικος του είχε φάει από το φαγητό που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του, κατόπιν μιας εξόδου του. Το πρωί ο αιτητής είχε εντοπίσει τον συγκάτοικο του νεκρό και στη συνέχεια, μαζί με τους γείτονες, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου είχαν διαπιστώσει πως ο αποθανών είχε δηλητηριαστεί. Κατά τους ισχυρισμούς του αιτητή ο συγκάτοικος του είχε δηλητηριαστεί προτού φάει από το φαγητό που αυτός είχε ετοιμάσει, καθώς και ο αιτητής είχε φάει το ίδιο φαγητό, χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε. Ωστόσο, η οικογένεια του θύματος δεν πίστευε τον αιτητή και στις 21/7/2021 του επιτέθηκαν, μαχαιρώνοντας τον στο χέρι και τον ώμο. Κατόπιν ταξίδεψε στο Lagos στον εξάδελφο του, ο οποίος του εισηγήθηκε να έρθει στην Κύπρο για να προστατευτεί.

Ερωτηθείς ο αιτητής εάν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην αστυνομία αναφορικά με το περιστατικό της ισχυριζόμενης δηλητηρίασης, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι η οικογένεια του συγκατοίκου του τον κατηγόρησε για τον θάνατο του και ούτε μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει την οικογένεια. Ακόμη, δήλωσε ότι σύμφωνα με τον ιατρό, ήταν σύμπτωση το γεγονός ότι το θύμα απεβίωσε μετά την κατανάλωση του φαγητού του αιτητή, ωστόσο, η οικογένεια δεν τον πίστεψε. Περαιτέρω, όπως ισχυρίστηκε ο αιτητής, τα 4 αδέλφια του θύματος του είχαν επιτεθεί, εντούτοις κατάφερε να ξεφύγει από την πίσω πόρτα, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ακόμη ο αιτητής δήλωσε ότι είχε μεταβεί στο νοσοκομείο, ωστόσο, δεν είχε στην κατοχή του κάποια ιατρική έκθεση. Επιπρόσθετα, κληθείς να διευκρινίσει εάν η οικογένεια του θύματος τον είχε εντοπίσει στο Lagos, ο αιτητής απάντησε αρνητικά. Αρνητικά απάντησε, επίσης, στην ερώτηση εάν από την ημέρα του θανάτου του συγκατοίκου του τού συνέβη οτιδήποτε ή εάν τον προσέγγισε οποιοσδήποτε από την οικογένεια του θύματος. Ερωτηθείς, τέλος, τι θα του συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει απάντησε ότι θα δολοφονηθεί.

Κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και αξιολόγησαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.

Ο 1ος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ήτοι χώρα καταγωγής, οικογενειακή του κατάσταση και τον τόπο διαμονής του (Anambra State), και έγινε δεκτός.

Ο 2ος ισχυρισμός αφορά ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του αιτητή από την οικογένεια του συγκάτοικου του, λόγω της κατηγορίας της δολοφονίας του (συγκάτοικου του), ο οποίος απορρίφθηκε καθώς, ως κρίθηκε, στους ισχυρισμούς εντοπίστηκαν ασάφειες, αοριστίες, έλλειψη ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών.

Συγκεκριμένα, επί του 2ου ως άνω ισχυρισμού, κρίθηκε πως ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες, οι ισχυρισμοί του επί των επιθέσεων που κατ’ ισχυρισμό δέχθηκε δεν ήταν ευλογοφανείς και αδυνατούσε να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα επί τούτου. Ειδικότερα, ως κρίθηκε, στερείται ευλογοφάνειας ο ισχυρισμός του αιτητή ότι κατάφερε να ξεφύγει από την πίσω πόρτα, ενώ είχε μαχαιρωθεί από τέσσερις άνδρες. Επιπλέον εντοπίστηκαν ασυνέπειες και αντιφάσεις αφού, ενώ είχε δηλώσει στη συνέντευξη ευαλωτότητας ότι το περιστατικό της κατ’ ισχυρισμό επίθεσης που δέχθηκε συνέβη το 2018, στη συνέντευξη του είχε αναφέρει ότι το περιστατικό έγινε το 2021, αναφέροντας - όταν ρωτήθηκε σχετικά - ότι είχε γίνει λάθος. Επιπρόσθετα, στην αίτηση διεθνούς προστασίας αναφέρθηκε σε δολοφόνους που κατ’ ισχυρισμό είχε στείλει η οικογένεια του συγκάτοικου του, ωστόσο κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι ήταν τα αδέλφια του θύματος. Κληθείς να διευκρινίσει απάντησε ότι πίστευε ότι ήταν δολοφόνοι, ωστόσο αργότερα κατάλαβε ότι ήταν τα αδέλφια του συγκατοίκου του. Τέλος κρίθηκε ότι ο φόβος δίωξης του αιτητή υποβιβάζεται εκ του ότι - σε κάθε περίπτωση - δεν του συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό ούτε τον προσέγγισε κανείς μέχρι την στιγμή που αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα. Δεδομένης της προσωπικής φύσεως των ισχυρισμών του αιτητή κρίθηκε ότι δεν είναι σκόπιμη η αναζήτηση πληροφοριών σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.

Συνεπεία των ανωτέρω, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Anambra State), σε συνάρτηση με το προφίλ του αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης και η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη.

Στα πλαίσια των γραπτών του αγορεύσεων όσο και προφορικά κατά τις διευκρινήσεις, ουδέν πρόσθεσε επί των ισχυρισμών του ο αιτητής, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσία τα όσα είχε αναφέρει κατά την επίδικη αίτηση.

Το μόνο που πρόσθεσε είναι τρία έγγραφα, τα οποία επισύναψε στην απαντητική του αγόρευση, τα οποία αφορούν αντίγραφο φερόμενου αποσπάσματος από ημερολόγιο ενεργειών της τοπικής αστυνομίας της πολιτείας Anambra, όπου, ως στο έγγραφο αναφέρεται, περιγράφεται το ιστορικό με τον θάνατο του συγκάτοικο του και την κατ’ ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε, αντίγραφο φερόμενης αφίσας, όπου κηρύσσεται ο αιτητής ως καταζητούμενο πρόσωπο για δολοφονία και φερόμενη ιατρική έκθεση από νοσοκομείο.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή επί της ουσίας αυτής, ελήφθη στα πλαίσια ορθής και επιμελούς διαδικασίας, και, με αναφορές στα ευρήματα αξιοπιστίας του αιτητή και στην τελική τους κατάληξη, αναφέρουν ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και τα επιμέρους ευρήματα τους είναι εύλογα και ορθά.

Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω, διερχόμενος με προσοχή το πρακτικό της συνέντευξης αλλά και την επίδικη έκθεση των καθ’ ων η αίτηση,  αποδέχομαι – ως ήταν και η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση - ότι οι ελλείψεις εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών σχετικά με τα όσα ανέφερε για τον θάνατο του συγκάτοικου του και την μετέπειτα ισχυριζόμενη δίωξη του από μέλη της οικογένειας του, η ασυνέχεια των ισχυρισμών του και οι αντιφάσεις στο αφήγημα του αιτητή είναι αρκετά για να διαβρώσουν την εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία των εν λόγω ισχυρισμών. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του διατηρεί χρονική συνέχεια και συνέπεια και άπαντα τα λεγόμενα του σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμό επιθέσεις που δέχθηκε στερούνται κάθε ψήγματος βιωματικής λεπτομέρειας ή στοιχείου. Δεν έχω λοιπόν τίποτε να προσθέσω στα όσα λεπτομερώς καταγράφονται σχετικά στα ερ.59-60.

Θα συμφωνήσω λοιπόν με την πορεία της εξέτασης των καθ’ ων η αίτηση και με όλα τα επιμέρους ευρήματα και συμπεράσματα αυτών, ως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση που ετοίμασαν και παρατίθενται πιο πάνω.

Αναφορικά τώρα με τα έγγραφα που επισυνάπτει ο αιτητής στην απαντητική αγόρευση του, σημειώνω τα εξής.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.54, αναφέρεται ότι, «[τα] έγγραφα που έχει ο αιτών στη διάθεσή του δεν περιορίζονται στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του. Αντιθέτως, ο αιτών έχει στη διάθεσή του τα έγγραφα όταν εύλογα αναμένεται ότι μπορεί να τα λάβει (122). Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ατομικές και ευρύτερες περιστάσεις του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων των περιστάσεων στη χώρα καταγωγής ή στον τόπο συνήθους διαμονής του. Τα έγγραφα τα οποία εύλογα αναμένεται ότι μπορεί να λάβει ο αιτών πρέπει να αξιολογούνται σε συνάρτηση με το προσωπικό ιστορικό και τις περιστάσεις του αιτούντος και δεν πρέπει να επηρεάζονται από μη εύλογες παραδοχές ή προκαταλήψεις όσον αφορά τα έγγραφα που θα πρέπει να είναι διαθέσιμα.».

Στις σελ.107-108 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Ενόψει και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών είναι κατάληξη μου ότι ουδέν εκ των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής στα πλαίσια της παρούσης δύναται να θεωρηθεί αξιόπιστο και συνεπώς ουδόλως διαφοροποιεί την κατάληξη μου.

Εξηγώ.

Τα τρία έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής στερούνται - το καθένα με βάση τον φερόμενο σκοπό σύνταξης του - εύλογα αναμενόμενα στοιχεία. Πρώτον, το φερόμενο ημερολόγιο ενεργειών της αστυνομίας απέχει από το να περιέχει αυτό που θα αναμενόταν ως καταγραφή μιας τέτοιας καταγγελίας για επίθεση και περιλαμβάνει αχρείαστες για τον σκοπό του αναφορές στο ιστορικό του αιτητή με τον συγκάτοικο του αλλά και χαρακτηρισμούς όπως «ευτυχώς» και «μοιραία ημέρα», που ομοίως δεν αναμένονται σε τέτοιο έγγραφο. Δεύτερον, η φερόμενη αφίσα καταζητούμενου προσώπου είναι προφανές εξ όψεως ότι πρόκειται για ένα έγγραφο πρόχειρα κατασκευασμένο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και στερείται εύλογα αναμενόμενων σε ένα τέτοιο έγγραφο στοιχείων, όπως, μεταξύ άλλων τον εκδότη του και ημερομηνία σύνταξης. Η δε ιατρική αναφορά, ομοίως με τα ανωτέρω, στερείται κάθε εύλογα αναμενόμενου στοιχείου προκειμένου για τέτοιο έγγραφο, ήτοι το σε τι εξετάσεις υποβλήθηκε ο αιτητής, τι φαρμακευτική αγωγή του δόθηκε και πιο λεπτομερή περιγραφή των τραυμάτων που είχαν διαγνωσθεί. Επί δε των δύο πρώτων εγγράφων, ήτοι του ημερολογίου ενεργειών και της αφίσας καταζητούμενου προσώπου, σημειώνω ότι, επιπροσθέτως των όσων πιο πάνω αναφέρω, αμφότερα τα έγγραφα έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα όσα ο αιτητής ανέφερε κατά τη συνέντευξη, όπου ανέφερε ότι ούτε ο ίδιος κατάγγειλε την κατ’ ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε στη αστυνομία αλλά ούτε και η αστυνομία κίνησε κάποια διαδικασία εναντίον του αιτητή (ερ.27 - 3Χ, ερ.28 - 3Χ, 5Χ). Συνεπώς ουδέν εκ των δύο αυτών εγγράφων συνάδει με τα όσα ο ίδιος ο αιτητής είχε αναφέρει. Πέραν των ως άνω ουδεμία αιτιολογία δόθηκε εκ του αιτητή για την καθυστέρηση στην προσκόμιση των ανωτέρω εγγράφων, παρότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να εξασφαλίσει και να προσκομίσει αυτά τα έγγραφα προηγουμένως.

Συνεπεία των ανωτέρω, αποτιμώντας την αξιοπιστία των προσκομισθέντων εγγράφων σε συνάρτηση με το σύνολο των στοιχείων που έχω ενώπιον μου και κατ’ αντιπαραβολή με τα λεγόμενα του αιτητή, είναι κατάληξη μου ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούν εκ των υστέρων πονήματα του ιδίου ή κατ’ εντολή του ιδίου από τρίτο πρόσωπο, στερούνται γνησιότητας και αξιοπιστίας και ουδεμία αποδεικτική ή ενισχυτική αξία μπορεί να αποδοθεί σ’ αυτά σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή.

Ενόψει των ως άνω απομένει μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (πολιτεία Anambra, Onitsha).

Σε πρόσφατη αναφορά του ACLED για την περίοδο 16/09/23 με 13/09/24 στην πολιτεία Anambra (τόπος διαμονής του αιτητή) καταγράφονται 120 περιστατικά ασφαλείας και 147 θάνατοι. Σε αυτά περιλαμβάνονται 53 μάχες (81 θάνατοι),  58 περιστατικά βίας κατά αμάχων (61 θάνατοι), 3 περιστατικά εκρήξεως / απομακρυσμένης βίας (καμία απώλεια), 4 περιστατικά εξεγέρσεων (3 θάνατοι) και 2 διαμαρτυρίες (2 θάνατοι).[1] Ο πληθυσμός της πολιτείας ανέρχεται περί τα 6 εκατομμύρια κατοίκων.[2] 

Κατά την περίοδο 24/06/23 - 21/06/24, στην ίδια βάση δεδομένων, καταγράφηκαν στην πόλη Onitsha (πολιτεία Anambra), 13 περιστατικά βίας, ήτοι 6 περιστατικά διαδηλώσεων, 4 περιστατικά βίας εναντίων των πολιτών/αμάχων, 2 περιστατικά μαχών, 1 περιστατικό ταραχών και δεν καταγράφηκαν περιστατικά εκρήξεων / βίας εξ αποστάσεως.[3] Από τα εν λόγω περιστατικά, προέκυψαν 5 ανθρώπινες απώλειες, ήτοι 1 σε διαδήλωση, 1 από τα περιστατικά βίας εναντίων αμάχων, 1 από τα περιστατικά μαχών και 2 από τα περιστατικά ταραχών/εξεγέρσεων.[4] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Onitsha ανέρχεται περί το 1 εκατομμύριο κατοίκους.[5]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν [6] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN). Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ως στην αιτιολογική σκέψη 35 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»  

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υπάρχουν «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ενόψει των όσων ανωτέρω αναφέρονται θεωρώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν στην απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα και δια τούτο, κατά την λήψη της απόφασης, λήφθηκαν δεόντως και σύμφωνα με τα όσα απαιτεί η οικεία νομοθεσία υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, είναι δε πλήρως αιτιολογημένη.

Σημειώνεται καταληκτικά ότι η Νιγηρία έχει καθοριστεί στις Κ.Δ.Π. 198/2020, 225/2021, 202/2022, 166/2023 και 191/2024, που εκδόθηκαν δυνάμει του αρ.12Βτρις του Νόμου, ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας και στην παρούσα ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε στη βάση του οποίου θα μπορούσε να «θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής […] στη συγκεκριμένη περίπτωσή», στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Acled Explorer, Africa, Nigeria, Anambra, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/explorer/ (ημ. προσβ. 20/9/2024)

[2]  City Population, Nigeria, Anambra, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA004__anambra/  (20/9/2024)

[3] Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), ACLED Explorer, https://acleddata.com/explorer/ (Metric: Event Counts, Date range: 24/06/2023-21/06/2024, Region: Africa, Country: Nigeria, Admin: Anambra, Location: Onitsha) [ημερ. πρόσβασης 26/06/2024]

[4] Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), ACLED Explorer, https://acleddata.com/explorer/ (Metric: Fatality Counts, Date range: 24/06/2023-21/06/2024, Region: Africa, Country: Nigeria, Admin: Anambra, Location: Onitsha) [ημερ. πρόσβασης 26/06/2024]

[5] CITY POPULATION, Africa/NIGERIA: States & Agglomerations/Agglomerations: Onitsha (Agglomeration in Anambra) [Table], https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [ημερ. πρόσβασης 26/06/2024]

[6] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο