C. C. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 5806/22, 7/2/2025
print
Τίτλος:
C. C. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 5806/22, 7/2/2025
Ημερομηνία:
7 Φεβρουαρίου 2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπόθεση Αρ.: 5806/22

 

7 Φεβρουαρίου, 2025

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ:

C. C. A.

Αιτητού

 

και 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 ......... 

M. Παπαλοΐζου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ν, Ιερωνυμίδης (κ.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 1.9.2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2022 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος).

 

Γεγονότα

 

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία. Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και περί τις 5.4.2021 υπέβαλε  αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 23.8.2022, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή. Εν συνεχεία, υποβλήθηκε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο την 1.9.2022. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 1.9.2022, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

2.             Στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, ο Αιτητής εμφανιζόταν αρχικώς αυτοπροσώπως ενώ από τις 3.11.2022 και έπειτα εκπροσωπείται από συνήγορο. Στο πλαίσιο του τροποποιημένου δικογράφου της προσφυγής του, το οποίο καταχώρισε ο Αιτητής στις 22.2.2023, κατά την καταγραφή των γεγονότων, προβάλλει τον καινοφανή ισχυρισμό ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο αυτός εγκατέλειψε τη χώρα του είναι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός, ισχυριζόμενος ότι είναι ομοφυλόφιλος (βλ. σελ. 3). Ακολούθως στις 8.5.2023, ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία παρά την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, εγκρίθηκε από το παρόν Δικαστήριο και ο Αιτητής προχώρησε στις 14.6.2023 στην καταχώρισε ένορκης δήλωσης συνοδευόμενης ως τεκμήριο κλήτευσης του Αιτητή από τις αστυνομικές αρχές της Νιγηρίας. Εκατέρωθεν οι πλευρές καταχώρισαν τη γραπτή τους αγόρευσης στο πλαίσιο των οδηγιών του Δικαστηρίου.  Στις 19.10.2023, ο Αιτητής καταχώρισε και δεύτερη αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ο Αιτητής καταχώρισε στις 16.11.2023, δεύτερη ένορκη δήλωση συνοδευόμενη από Τεκμήρια, προς απόδειξη του καινοφανούς ισχυρισμού του περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Εκατέρωθεν οι πλευρές  καταχώρισαν αγορεύσεις επί του καινοφανούς ισχυρισμού τόσο ως προς την ουσία του όσο και ως προς τη διαδικασία της περαιτέρω εξέτασής του.

 

Νομικοί ισχυρισμοί

3.             Ο Αιτητής δια της συνηγόρου του, προωθεί με τη γραπτή του αγόρευση ως πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία την κατ’ ισχυρισμό δίωξή του εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Προς τούτο, ο Αιτητής εξηγεί ότι επειδή έτυχε χλευασμού και κοινωνικής απόρριψης στη χώρα του σε συνάρτηση με τη δίωξη που υφίστατο στη χώρα του, δεδομένου ότι διέμενε με ομοεθνείς του στο κέντρο υποδοχής δεν ανέφερε κατά τη διοικητική διαδικασία τον πραγματικό λόγο δίωξής του. Ο πραγματικός πυρήνας του αιτήματος του καταγράφεται για πρώτη φορά στο τροποποιημένο δικόγραφο της προσφυγής του Ο Αιτητής παραπέμπει στη προσκομισθείσα από τον ίδιο μαρτυρία, ήτοι την ένορκη δήλωσή του όπου καταγράφονται οι πραγματικοί λόγο που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του και κλήτευσή του από τις αρχές της χώρας καταγωγής του. Ο Αιτητής παραθέτει απόσπασμα της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) στην υπόθεση ημερομηνίας 4.10.2018, Ahmedbekova, C-652/16, ECLI:EU:C:2018:801, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο δύναται και οφείλει να εξετάσει τον νέο αυτό ισχυρισμό και τη συναφή μαρτυρία. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η ομοφυλοφιλία διώκεται ποινικά στη χώρα καταγωγής του, δεδομένο που τον εκθέτει σε σοβαρό κίνδυνο να διωχθεί. Αναπτύσσοντας το συλλογισμό του, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δικαιολογείται η υπαγωγή του στο προσφυγικό καθεστώς καθώς ο ίδιος διατρέχει βάσιμο φόβο δίωξης. Ως προς τις περιστάσεις του ισχυρισμού του, δηλώνει ότι εντοπίστηκε από ομάδα ομοεθνών του στην οικεία του συντρόφου του τη στιγμή της ερωτικής πράξης. Αυτό είχε ως συνέπεια να διωχθούν από την κοινότητά του αλλά και να ερημωθούν σχετικά οι αρχές της χώρας τους. Ο σύντροφος του Αιτητή, ως ισχυρίζεται συνελήφθη και καταδικάστηκε σε δεκατετραετή ποινή φυλάκισης. Ο Αιτητής παραπέμπει σε συναφή νομολογία και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προς υποστήριξη των πραγματικών και νομικών του θέσεων, αφενός των ισχυρισμών του περί δίωξής του ως ομοφυλόφυλου και αφετέρου του δικαιώματός του να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα. 

 

4.             Στη γραπτή τους αγόρευση οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν καταρχάς την ορθότητα της επίδικης απορριπτικής απόφασής του, όπου ο Αιτητής κρίθηκε, μεταξύ άλλων, αναξιόπιστος ως προς τον συναφή με τον πυρήνα του αιτήματος του ισχυρισμό. Επισημαίνουν περαιτέρω, ότι τα όσα αναπτύσσει στη γραπτή του αγόρευση αποτελούν καινοφανείς ισχυρισμούς, τους οποίους ο ίδιος ουδέποτε διατύπωσε κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, καίτοι αφορούσαν σε περιστάσεις προγενέστερες τη αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του και παρά την υποβολή σε αυτόν ανοικτού τύπου ερωτήσεων επιδιώκοντας να συνδράμουν τον Αιτητή κατά την έκθεση των ισχυρισμών του. Επαναλαμβάνουν τέλος τη θέση τους ότι ορθώς απορρίφθηκε η αίτησής του  για διεθνή προστασία αφού οι περιστάσεις του δεν δίδουν έρεισμα για υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

5.             Μετά από την αποδοχή από το παρόν Δικαστήριο των αιτήσεων προσαγωγής μαρτυρίας από τον Αιτητή ζητήθηκε από τα μέρη να τοποθετηθούν εκ νέου, κυρίως ως προς το διαδικαστική πτυχή της εξέτασης του καινοφανούς ισχυρισμού του Αιτητή.

 

6.             Προς τούτο οι Καθ’ ων η αίτηση, τοποθετήθηκαν ως ακολούθως. Παραπέμποντας στην απόφαση του ΔΕΕ στη υπόθεση  Ahmedbekova, C-652/16, ανωτέρω, επισημαίνουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα καινοφανής ισχυρισμός  θα πρέπει να εξεταστεί από την αποφαινόμενη αρχή (εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο), ήτοι εάν ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε εγκαίρως και επιπλέον, εάν διατυπώθηκε σαφώς ώστε να μπορεί να εξεταστεί. Παραπέμπουν ακολούθως σε έτερη απόφαση του ΔΕΕ (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 25 Ιουλίου 2018, Alheto, C-585/16, EU:C:2018:584) αναφορικά με την έννοια του ex nunc ελέγχου στο πλαίσιο του ενδίκου μέσου που προβλέπει το άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και της υποχρέωσης των κρατών μελών αν διαμορφώσουν κατά τέτοιο τρόπο τη νομοθεσία τους ώστε ο δικαστικών έλεγχος να περιλαμβάνει το σύνολο των πραγματικών και νομικών ζητημάτων βάσει των οποίων ο δικαστής θα δύναται να προβεί σε επικαιροποιημένη εξέταση της υπόθεσης. Στη βάση της ίδιας απόφαση επισημαίνουν ότι όταν ο αιτών μεταβάλει τους λόγους της αίτησής του καίτοι σχετίζεται με γεγονότα που έχουν συμβεί πριν από την έκδοση της απόφαση της αποφαίνουσας αρχής, θα πρέπει και η αποφαίνουσα αρχή να έχει τη δυνατότητα να εξετάσει το νέο αυτό διάβημα (σελ. 5 της συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης των Καθ’ ων η αίτηση). Οι Καθ’ ων η αίτηση στη συνέχεια εισηγούνται, παρά την ανωτέρω ανάλυση, ότι το παρόν Δικαστήριο έχει τη εξουσία να εξετάσει μόνο τα στοιχεία που βρίσκονται στο διοικητικό φάκελο, ήτοι τους ισχυρισμούς περί περιουσιακών διαφορών, και να αγνοήσει τους επιπρόσθετους ισχυρισμούς που προβάλει ο Αιτητής (βλ. σελ. 6 της συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης των Καθ’ ων η αίτηση).

 

7.             Στο πλαίσιο της απαντητικής του αγόρευσης, ο Αιτητής, αναφερόμενος στο ιστορικό της διαδικασίας, υποστηρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας εξέτασης της παρούσας προσφυγής, περιλαμβανομένου του νέου ισχυρισμού που προβάλλει ο Αιτητή. 

 

Το νομικό πλαίσιο

8.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

 

9.             Το Άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: o Χάρτης), προβλέποντας περί του δικαιώματος ασύλου, ορίζει τα εξής:

 «Το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής οριζόμενες ως «οι Συνθήκες»).».

 

10.          ο Άρθρο 47 του Χάρτη θεσπίζει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου ορίζοντας ότι:

«Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του.

Σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, παρέχεται δικαστική αρωγή, εφόσον η αρωγή αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η πρόσβαση στη δικαιοσύνη.».

 

11.          Το άρθρο 46 παράγραφοι 1 και 3, της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας  (στο εξής: η Οδηγία 2013/32/EE), το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής», προβλέπει τα εξής:

 

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:

α)       απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων των αποφάσεων:

i)        με τις οποίες κρίνουν αίτηση ως αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας,

ii)       με τις οποίες η αίτηση κρίνεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2,

iii)       που λαμβάνονται στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσης κράτους μέλους όπως περιγράφεται στο άρθρο 43 παράγραφος 1,

iv)      να μη διεξαχθεί εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 39·

β)       άρνηση να αρχίσει εκ νέου η εξέταση της αίτησης η οποία σταμάτησε σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28·

γ)       απόφαση ανάκλησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 45.

[…].

 

3.   Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.».

 

12.          Ο Διαδικαστικός 19 του Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, ως έχει τροποποιηθεί προβλέπει τα εξής:

 

«19. Καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώση τοιαύτας οδηγίας, αι οποίαι απαιτούνται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.».

 

13.          Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ' ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

14.          Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 και 2020 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

15.          Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του όρου πρόσφυγας και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτόν τον ορισμό.

 

16.          Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις, όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Κατάληξη

17.          Το κρίσιμο ζήτημα που καλείται το παρόν Δικαστήριο να εξεταστεί καταρχάς αφορά στη διαδικασία εξέταση του καινοφανούς ισχυρισμού που προβάλλει ο Αιτητής με το τροποποιημένο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής, όπου μεταβάλλοντας τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία, επικαλείται ότι διώκεται στη χώρα ένεκα του σεξουαλικού του προσανατολισμού.

 

18.          Προς υποστήριξη της δήλωσής του,  ο Αιτητής προσκόμισε την ακόλουθη μαρτυρία. Ένορκη δήλωση ημερομηνίας 14.6.2023, στη οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 κλήση του Αιτητή από την αστυνομία της Νιγηρίας για διερεύνηση υπόθεσης ομοφυλοφυλίας. Στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσής του, ο Αιτητής αναφέρει ότι κατάγεται από τη Νιγηρία και την περιοχή Ngwo, Udi LGA, της πολιτείας Enugu, ως τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του. Ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας υποδεικνύει το σεξουαλικό του προσανατολισμό και ως προς τις συναφείς περιστάσεις αναφέρει ότι προτού εγκαταλείψει τη χώρα του διατηρούσε δεσμό με το πρόσωπο ονόματι «D.C.», ο οποίος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε δεκατέσσερα χρόνια φυλάκισης λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Αναφέρεται στη συνέχεια σε περιστατικό εντοπισμού τους στην οικία του συντρόφου του κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης από κατοίκους της κοινότητάς του και στην κλήση και των δύο στην αστυνομία. Ακολούθως, εξηγεί τον τρόπο που εξασφάλισε την κλήση από την αστυνομία. Υποστηρίζει ότι σε περίπτωση επιστροφή του στη χώρα του θα του επιβληθούν σοβαρές κυρώσεις.

 

19.          Με τη δεύτερη ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 16.11.2023, ο Αιτητής προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αναφορικά με το σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ειδικότερα, προσκομίζει φωτογραφικό υλικό της συμμετοχής του σε πορεία της κυπριακής κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ (Τεκμήριο 1), εκτύπωση μηνυμάτων που κατ΄ισχυρισμό αντήλλαξε με φιλικό του πρόσωπο στη Νιγηρία, με περιεχόμενο συναφές με το σεξουαλικό του προσανατολισμό (Τεκμήριο 2) και τέλος, βεβαίωση από τον πρόεδρο της κυπριακής κοινότητας  ΛΟΑΤΚΙ ότι ο Αιτητής συμμετέχει στις δραστηριότητες της εν λόγω ομάδας.

 

20.          Αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τον Αιτητή, ότι ο ισχυρισμός που προέβαλε κατά τη διοικητική διαδικασία τη αίτησης του περί δίωξής του ένεκα περιουσιακών διαφορών δεν είναι αναληθής. Επιπλέον, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του περί της χώρας και του τόπου καταγωγής του και των λοιπών στοιχείων του προφίλ του, πλην του σεξουαλικού του προσανατολισμού, είναι αποδεκτός και από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

21.          Έχοντας θέσει το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, εξετάζεται στη συνέχεια το διαδικαστικό ζήτημα που εγείρεται ως προς την περαιτέρω εξέταση από το παρόν Δικαστήριο, των νέων ισχυρισμών που προβάλλει ο Αιτητής στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας  αφενός, του σεξουαλικού του προσανατολισμού και αφετέρου της δίωξής του από τις αρχές της χώρας του ένεκα του σεξουαλικού του προσανατολισμού.

 

22.          Άμεσα συναφής με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση  Ahmedbekova, C-652/16, ανωτέρω, καθώς το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης περί μη χορηγήσεως διεθνούς προστασίας είναι υποχρεωμένο να εξετάσει τους λόγους χορήγησης διεθνούς προστασίας οι οποίοι, μολονότι σχετίζονται με τα γεγονότα ή τις απειλές που φέρονται να έχουν συμβεί πριν από την έκδοση της απόφασης ή ακόμη και πριν από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλήθηκαν εντούτοις για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία της προσφυγής. Το εκεί προδικαστικό ερώτημα είναι απόλυτα συναφές με το υπό εξέταση ερώτημα όπου οι ανωτέρω ισχυρισμοί του Αιτητή, οι οποίοι προφανώς αφορούν σε περιστάσεις πριν την είσοδο του Αιτητή στη Δημοκρατία το 2021 και άρα προ της εκδόσεων της επίδικης απόφασης, προβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Προς τούτο κρίνεται σκόπιμη η αυτούσια παράθεση της απάντησης του ΔΕΕ στο ανωτέρω ερώτημα (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 ορίζει το περιεχόμενο του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που πρέπει, κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, να αναγνωρίζεται στους αιτούντες διεθνή προστασία έναντι των αποφάσεων επί της αιτήσεώς τους (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 105). Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την εν λόγω οδηγία μεριμνούν ώστε το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται η απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας να προβαίνει, σε πρώτο τουλάχιστον βαθμό, σε «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, [σε] εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία [2011/95]».

 

93      Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση «ex nunc» καταδεικνύει ότι ο δικαστής υποχρεούται, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής. Όσον αφορά το επίθετο «πλήρης», η χρήση του επιθέτου αυτού επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα μπορούσε να λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που αφορούν το διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης της αρχής αυτής (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψεις 111 και 113).

 

94      Μολονότι από το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διαμορφώνουν τη νομοθεσία τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εξέταση των προσφυγών να περιλαμβάνει τον δικαστικό έλεγχο του συνόλου των πραγματικών και νομικών ζητημάτων βάσει των οποίων δύναται ο δικαστής να προβεί σε επικαιροποιημένη εξέταση της υπόθεσης (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 110), εντούτοις δεν προκύπτει ότι ο αιτών διεθνή προστασία μπορεί, χωρίς να προηγηθεί συμπληρωματικός έλεγχος της περίπτωσής του από την αποφαινόμενη αρχή, να μεταβάλει τους λόγους της αίτησής του και, συνεπώς, τα όρια της συγκεκριμένης υπόθεσης, επικαλούμενος, κατά τη διαδικασία της προσφυγής, λόγο παροχής διεθνούς προστασίας ο οποίος, καίτοι σχετίζεται με γεγονότα ή απειλές που φέρονται να έχουν συμβεί πριν από την έκδοση της απόφασης της εν λόγω αρχής ή ακόμη και πριν από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, αλλά δεν προβλήθηκε ενώπιον της εν λόγω αρχής.

 

95      Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι από το άρθρο 2, στοιχεία δʹ και στʹ, καθώς και από τα άρθρα 10 και 15 της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι η διεθνής προστασία μπορεί να χορηγηθεί εάν υπάρχει βάσιμος φόβος δίωξης είτε για λόγους σχετικούς με τη φυλή, τη θρησκεία, την ιθαγένεια, την ιδιότητα του μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τις πολιτικές πεποιθήσεις, λόγους οι οποίοι ορίζονται, ο καθένας χωριστά, στο άρθρο 10, είτε για λόγους σχετικούς με τις περιπτώσεις σοβαρής βλάβης που απαριθμούνται στο άρθρο 15.

 

96      Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας από την αποφαινόμενη αρχή, η οποία αποτελεί διοικητικό ή οιονεί δικαστικό όργανο που διαθέτει ειδικά μέσα και εξειδικευμένο προσωπικό, αποτελεί ουσιώδες στάδιο των κοινών διαδικασιών τις οποίες θεσπίζει η οδηγία 2013/32 και ότι το αναγνωριζόμενο από το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας δικαίωμα του αιτούντος σε διενέργεια πλήρους και ex nunc εξέτασης ενώπιον δικαστηρίου δεν αναιρεί την υποχρέωση του εν λόγω προσώπου να συνεργάζεται με το διοικητικό ή οιονεί δικαστικό όργανο (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 116).

 

97      Το ουσιώδες αυτό στάδιο ενώπιον της αποφαινόμενης αρχής θα παρακάμπτονταν εάν ο αιτών μπορούσε, χωρίς καμία διαδικαστική συνέπεια, να επικαλεστεί, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση ή την αντικατάσταση από το δικαστήριο της απορριπτικής απόφασης της αρχής αυτής, λόγο χορήγησης διεθνούς προστασίας ο οποίος, μολονότι σχετίζεται με γεγονότα ή απειλές που φέρονται να έχουν προηγηθεί, εντούτοις δεν προβλήθηκε ενώπιον της εν λόγω αρχής και, συνεπώς, δεν κατέστη δυνατόν να εξεταστεί από αυτήν.

 

98      Κατά συνέπεια, η προβολή για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία της προσφυγής ενός εκ των λόγων χορήγησης διεθνούς προστασίας που παρατίθενται στη σκέψη 95 της παρούσας απόφασης, σχετιζόμενου με γεγονότα ή απειλές που συνέβησαν πριν από την έκδοση της απόφασης ή ακόμη και πριν από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, πρέπει να χαρακτηριστεί ως «νέο διάβημα» κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32. Όπως προκύπτει από την εν λόγω διάταξη, συνέπεια του χαρακτηρισμού αυτού είναι ότι το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της προσφυγής υποχρεούται να εξετάσει τον συγκεκριμένο λόγο στο πλαίσιο της εξέτασης της απόφασης που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι οι «αρμόδιες αρχές», στις οποίες περιλαμβάνεται όχι μόνον το δικαστήριο, αλλά και η αποφαινόμενη αρχή, είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν το νέο διάβημα στο προαναφερθέν πλαίσιο.»

 

99      Για να διαπιστωθεί εάν έχει τη δυνατότητα να εξετάσει το νέο διάβημα στο πλαίσιο της προσφυγής, το εν λόγω δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει εάν, βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων, ο λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιόν του προβλήθηκε εγκαίρως κατά τη διαδικασία της προσφυγής και διατυπώθηκε κατά τρόπον αρκούντως σαφή ώστε να μπορεί να εξεταστεί.

 

100    Εφόσον από την εξακρίβωση αυτή διαπιστωθεί ότι ο δικαστής δύναται να λάβει υπόψη του τον συγκεκριμένο λόγο κατά την εξέταση της προσφυγής, οφείλει να ζητήσει από την αποφαινόμενη αρχή να προβεί, εντός προθεσμίας σύμφωνης με τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 2013/32 σκοπό της ταχείας διεκπεραίωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 109), στην εξέταση του συγκεκριμένου λόγου, εξέταση της οποίας το αποτέλεσμα και το σκεπτικό στο οποίο αυτό στηρίχθηκε πρέπει να γνωστοποιηθούν στον αιτούντα και στον δικαστή πριν αυτός προβεί στην ακρόαση του αιτούντος και στην αξιολόγηση της συγκεκριμένης περίπτωσης. […]

 

103    Βάσει των προεκτεθέντων, στο όγδοο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, συνδυαζόμενο με την αναφορά σε ένδικο βοήθημα στο άρθρο 40, παράγραφος 1, της οδηγίας, έχει την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης περί μη χορηγήσεως διεθνούς προστασίας υπέχει καταρχήν την υποχρέωση να εξετάσει, ως «νέο διάβημα» και αφού ζητήσει την εξέτασή τους από την αποφαινόμενη αρχή, τους λόγους χορήγησης διεθνούς προστασίας οι οποίοι, μολονότι σχετίζονται με τα γεγονότα ή τις απειλές που φέρονται να έχουν συμβεί πριν από την έκδοση της απόφασης ή ακόμη και πριν από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλήθηκαν εντούτοις για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία της προσφυγής. Αντιθέτως, το εν λόγω δικαστήριο δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση αν διαπιστώσει ότι οι λόγοι αυτοί ή τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της προσφυγής ή δεν προβλήθηκαν κατά τρόπον αρκούντως συγκεκριμένο ώστε να μπορούν να εξεταστούν δεόντως, ή ακόμη, προκειμένου περί πραγματικών στοιχείων, αν διαπιστώσει ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι σημαντικά ή δεν διαφέρουν επαρκώς από τα στοιχεία που ήδη έλαβε υπόψη της η αποφαινόμενη αρχή.».

 

23.          Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 46 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32, το οποίο προβλέπει για την «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων», μεταφέρθηκε στην εθνική έννομη τάξη με το άρθρο 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου. Επιβεβαιώνοντας το εύρος των εξουσιών του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκείται η πραγματική προσφυγή του άρθρου 46, το ΔΕΕ επιβεβαιώνει ότι στο πλαίσιο του ex nunc που αυτό διενεργεί εξετάζει και ισχυρισμούς που έχει επιληφθεί της προσφυγής όχι απλώς δύναται αλλά υποχρεούται (βλ. Ahmedbekova, C-652/16, σκέψη 98 ανωτέρω) να εξετάσει συγκεκριμένο καινοφανή ισχυρισμό στο πλαίσιο της εξέτασης της απόφασης που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι οι «αρμόδιες αρχές», στις οποίες περιλαμβάνεται όχι μόνον το δικαστήριο, αλλά και η αποφαινόμενη αρχή, είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν το νέο.

 

24.          Προϋπόθεση εξέτασης του νέου διαβήματος είναι ο λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου να προβλήθηκε εγκαίρως κατά τη διαδικασία της προσφυγής και να διατυπώθηκε κατά τρόπον αρκούντως σαφή ώστε να μπορεί να εξεταστεί (βλ. Ahmedbekova, C-652/16, σκέψη 99). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το ιστορικό της δικαστικής διαδικασίας, η παρούσα προσφυγή καταχωρίστηκε στις 13.9.2022 από τον ίδιο τον Αιτητή, ο οποίος στις 3.11.2022 διόρισε δικηγόρο. Στις 23.11.2022, ο Αιτητής δια του συνηγόρου υπέβαλε αίτηση για τροποποίηση του δικογράφου της προσφυγής εγείροντας εκεί για πρώτη φορά τους καινοφανείς ισχυρισμούς του, οι οποίοι διαφοροποιούν τον πυρήνα του αιτήματός τους, και τους οποίους επιχείρησε να τεκμηριώσει με την προσκομισθείσα μαρτυρία, όπως καταγράφεται ανωτέρω. Με βάση τα ενώπιόν μου δεδομένα κρίνω ότι οι νέοι ισχυρισμοί προβλήθηκα  εγκαίρως στο πλαίσιο της διαδικασίας της παρούσας προσφυγής, καθώς προβλήθηκαν λίγο μετά την καταχώριση της προσφυγής και άμα τη εκπροσώπηση του Αιτητή από συνήγορο. Περαιτέρω, διαπιστώνεται με βάση τα όσα ο Αιτητής προβάλλει στο εισαγωγικό δικόγραφο και σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι ο τρόπος που προβλήθηκαν είναι αρκούντως σαφής ώστε να μπορούν να εξεταστούν. Επισημαίνεται δε ότι οι ισχυρισμοί περί δίωξης προσώπου ένεκα του σεξουαλικού του προσανατολισμού δίδουν έρεισμα, εφόσον γίνουν δεκτοί, για αναγνώρισης ενός προσώπου ως πρόσφυγα. (Βλ. άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου – δίωξη ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας και απόφαση του ΔΕΕ της 19ης Σεπτεμβρίου 2021, στην υπόθεση C-18/20, ΧΥ).

 

25.          Ακολούθως, στο πλαίσιο που υπαγορεύει η ανωτέρω δεσμευτική νομολογία του ΔΕΕ, ενόψει της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου (βλ. για την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου Άρθρο 1Α του Συντάγματος και η κλασική απόφαση του ΔΕΕ της 15ης Ιουλίου 1964, στην υπόθεση 6/64, Flaminio Costa και ENEL, ECLI:EU:C:1964:66), εφόσον το δικαστήριο διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις οφείλει να ζητήσει από την αποφαινόμενη αρχή να προβεί, εντός προθεσμίας σύμφωνης με τον επιδιωκόμενο σκοπό της ταχείας διεκπεραίωσης, στην εξέταση του συγκεκριμένου λόγου, εξέταση της οποίας το αποτέλεσμα και το σκεπτικό στο οποίο αυτό στηρίχθηκε πρέπει να γνωστοποιηθούν στον αιτούντα και στον δικαστή πριν αυτός προβεί στην ακρόαση του αιτούντος και στην αξιολόγηση της συγκεκριμένης περίπτωσης Ahmedbekova, C-652/16, ανωτέρω, σκέψη 100)

 

26.          Είναι γεγονός, ότι δεν υπάρχει ρητή δικονομική διάταξη στην ημεδαπή έννομη τάξη ούτε και στην Οδηγία 2013/32/ΕΕ, με την οποία να προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής της δικαστικής διαδικασίας προκειμένου να δοθεί στην αποφαινόμενη αρχή, εν προκειμένω τον Προϊστάμενο, η δυνατότητα να εξετάσει τον καινοφανή ισχυρισμό.

 

27.          Εντούτοις, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του ΔΕΕ, ελλείψει σχετικών κανόνων της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των υποκειμένων δικαίου, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, υπό τον όρο, ωστόσο, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευμενείς από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ. Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 2020 στην υπόθεση C-564/18. LH. ECL1 :EU:C:2020:21 8. σκέψη 63.).

 

28.          Καίτοι η Οδηγία 2013/32/ΕΕ αναγνωρίζει στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο ευελιξίας, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, να τηρούν το άρθρο 47 του Χάρτη το οποίο κατοχυρώνει, υπέρ κάθε προσώπου του οποίου προσεβλήθησαν τα δικαιώματα και παραβιάσθηκαν οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. Τα χαρακτηριστικά της προσφυγής του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32 πρέπει να καθορίζονται τηρουμένου του άρθρου 47 του Χάρτη, το οποίο αποτελεί επιβεβαίωση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (Βλ. Αποφάσεις της 26ης Ιουλίου 2017, Sacko, C-348/16, EU:C:2017:591, σκέψη 31, και της 25ης Ιουλίου 2018.).

 

29.          Το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει ότι, προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

 

30.          Το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι η συγκεκριμένη διάταξη έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, υποχρεούνται να διαμορφώνουν την εθνική τους νομοθεσία κατά τρόπο τέτοιον ώστε, η εξέταση των προσφυγών αυτών να περιλαμβάνει τον δικαστικό έλεγχο του συνόλου των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που επιτρέπουν στον δικαστή να προβεί στην εξέταση της υπόθεσης βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων (Απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2018 στην υπόθεση C-585/16, Alheto. ECLI:EU:C:2018:584, σκέψη 110.)

 

31.          Το ΔΕΕ έκρινε επίσης  ότι ο «πλήρης» χαρακτήρας της εξέτασης κατά το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα μπορούσε να λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που αφορούν το διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης της αρχής αυτής (Βλ. Απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 2018 στην υπόθεση C-652/16. Ahmedbekova, ECLI:EU:C:2018:801. σκέψη 93. (9) Απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2018 στην υπόθεση C-585/16, Alheto, ECLI:EU:C:201 8:584. σκέψη 113.)

 

32.          Ως έχει εξάλλου κριθεί από το ΔΕΕ, το άρθρο 46 παράγραφος  3, όπου προβλέπεται η απαίτηση του πλήρους και ex nunc ελέγχου, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, συνιστά ενωσιακό κανόνα δικαίου ο οποίος αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626)  Ως προς τις προϋποθέσεις ανάπτυξης άμεσου αποτελέσματος εκ των διατάξεων μίας Οδηγίας, βάσει της νομολογίας του ΔΕΕ, τούτο λαμβάνει χώρα  «σε κάθε περίπτωση που οι διατάξεις μιας οδηγίας είναι, από άποψη περιεχομένου, απηλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλούνται έναντι του κράτους ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, είτε όταν το κράτος αυτό παραλείπει να μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο είτε όταν προβαίνει σε πλημμελή μεταφορά της εν λόγω οδηγίας.» (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 22 Ιουνίου 1989, Fratelli Constanzo v. Comune di Milano, C-103/88, EU:C:1989:256, σκέψη 29) Στην απόφαση Van Duyn το ΔΕΕ αξιολόγησε, προκειμένου να προβεί σε συμπεράσματα επί του άμεσου αποτελέσματος διάταξης Οδηγίας, ότι «Η διάταξη αυτή, […] προβλέπει μιαν υποχρέωση χωρίς καμία επιφύλαξη ή όρο, και που από τη φύση της δεν απαιτεί την παρεμβολή καμιάς πράξεως των οργάνων είτε της Κοινότητας, είτε των κρατών-μελών […] (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 1974, Van Duyn v. Home Office, C-41/74, EU:C:1974:133, σκέψη 13) Στην απόφαση Becker το ΔΕΕ προέβη σε εκτίμηση περί του άμεσου αποτελέσματος διάταξης η οποία περιείχε «προϋποθέσεις» (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 19 Ιανουαρίου 1982, Becker, C-8/81, EU:C:1982:7, σκέψεις 27-40).

 

33.          Ως εκ τούτου, ελλείψει ρητής εθνικής διάταξης προσβλέπουσας τη δυνατότητα αναστολής της ενώπιόν μου διαδικασίας και ερμηνεύοντας το εθνικό δίκαιο ήτοι το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το οποίο προβλέπει την πλήρη και από τούδε και στο εξής εξέταση των γεγονότων και νομικών ζητημάτων απορριπτικής απόφασης, επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, σε συνάρτηση με άρθρο 46 και του άρθρου 47 του Χάρτη (βλ. Απόφαση του Δικαστηρίου της 29η- Ιουλίου 2019 στην υπόθεση C-556/17, Torubarov, ECLI:EU:C:2019:626, σκέψη 73), της νομολογία του ΔΕΕ (βλ. ιδίως υπόθεση C-652/16. Ahmedbekova), υπό το φως της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, της αρχής της  αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του σκοπού της ταχείας διεκπεραίωσης της εξέτασης των αιτήσεων ασύλου,  αποφασίζεται η αναστολή της παρούσας διαδικασίας μέχρι και τις 2.4.2025. Δεν παροράται εξάλλου, η ευρεία εξουσία που το παρόν Δικαστήριο διαθέτει για την έκδοση οδηγιών προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο βεβαίως περιλαμβάνει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να ασκήσει την έκταση του ελέγχου που επιβάλλει το ενωσιακό και ημεδαπό δίκαιο επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, δυνάμει του Κανονισμού 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, ως έχει τροποποιηθεί, σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχει τροποποιηθεί. Υπογραμμίζεται τέλος, ότι η δυνατότητα του παρόντος δικαστηρίου για ακύρωση της επίδικης απόφασης δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εν προκειμένω λύση καθώς αυτή η εξουσία έπεται, καταρχήν, της πραγματοποίησης του ex nunc και πλήρους ελέγχου από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι και το ζητούμενο εν προκειμένω.

 

34.           Υπό τω φως των ανωτέρω, εντέλλονται οι Καθ΄ ων η αίτηση να προχωρήσουν σε εξέταση και αξιολόγηση των καινοφανών ισχυρισμών του Αιτητή (σεξουαλικός προσανατολισμός και δίωξη από τις αρχές της χώρας του) και σε περίπτωση που κάποιος ή και το σύνολο αυτών γίνουν αποδεκτοί να προβούν σε εκ νέου αξιολόγηση της αίτησής του για διεθνή προστασία. Το πόρισμα των Καθ΄ ων η αίτηση και το σκεπτικό, στο οποίο αυτοί θα στηριχθούν να γνωστοποιηθεί στον Αιτητή και στο Δικαστήριο μέχρι 28.3.2025.  Καμία διαταγή για έξοδα.

 

 

 

                                                                                       

                                                                             Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο