C. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1287/23, 27/3/2025
print
Τίτλος:
C. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1287/23, 27/3/2025
Ημερομηνία:
27 Μαρτίου 2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1287/23

 

27 Μαρτίου 2025

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

C. M.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Δ. Κακουλλής, Δικηγόρος για τον αιτητή

Κα Μ. Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.13/04/23, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 25/04/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, αντισυνταγματικής και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και έκδοση απόφασης «επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή [...] για διεθνή προστασία […] προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).

Ως προκύπτει από την Ένσταση και τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από άγνωστο παρατύπως, μέσω  κατεχομένων, στις 16/08/18 και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας την ίδια μέρα (ερ.1-3, 9-11, 167, 173).

Σημειώνεται ότι έγινε συνέντευξη σε σχέση με την ως άνω αίτηση και, κατόπιν ετοιμασίας έκθεσης, εκδόθηκε απόφαση ημ.24/02/20, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε και του δόθηκε ενημερωτική επιστολή για την ως άνω απόφαση της Υπηρεσίας στις 23/02/20 (ερ.28-111). Ακολούθως, στις 24/02/21, μετά από οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, η ως άνω απόφαση των καθ’ ων η αίτηση ακυρώθηκε (ερ.129) και έγινε εκ νέου εξέταση της επίδικης αιτήσεως διεθνούς προστασίας ως ακολούθως.

Κατά την επαναξέταση της επίδικης αίτησης διεθνούς προστασίας πραγματοποιήθηκε στις  06/02/23 συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του, και στις 21/02/23 ανάγνωση του πρακτικού της συνέντευξης (readback) προκειμένου να επιβεβαιώσει την ορθότητα των καταγραφέντων (ερ.154-173). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 28/02/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.201-212).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του επιδόθηκε διά χειρός στις 13/04/23, κατόπιν μετάφρασης του περιεχομένου της από διερμηνέα σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν (ερ.213, 2).

Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής καταγράφει ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς καταζητείτο, ως αναφέρει, λόγω διαδηλώσεων στις 31/12/17 και 25/02/18, γιατί το «πρόσωπο [του] εμφανίστηκε ανάμεσα στα άτομα τα οποία [οι αρχές] αναζητούσαν» και γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα για να διασφαλίσει τη ζωή του. Ο αιτητής, ως αναφέρει, ανήκε στον «στρατό του UDPS» και ο πατέρας του πέθανε στη διαδήλωση στις 25/02/18.

Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι ανήκει στη φυλή Muyaka, είναι άγαμος, άτεκνος, γεννήθηκε και έζησε όλη του τη ζωή σε διάφορες κοινότητες της Κινσάσα, ολοκλήρωσε 11 έτη εκπαίδευσης, η μητέρα του έχει αποβιώσει (σε άγνωστο χρόνο, «πολύ παλιά»), ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και απεβίωσε όταν δέχθηκε πυρά σε μια πορεία το 2018 και έχει μια μικρότερη αδελφή, με την οποία δεν διατηρεί επαφή (ερ.169). Ο αιτητής δεν έχει εργαστεί στη χώρα καταγωγής και συντηρείτο από τον πατέρα του.

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν λόγω των διαδηλώσεων που έγιναν, όπου έλαβε μέρος, μοιράζοντας φυλλάδια, τα οποία πετούσε στον αέρα, καθώς, αν εντοπιζόταν– ως ανέφερε – θα κινδύνευε. Ως επί τούτου ανέφερε ο ίδιος βρισκόταν μπροστά με πανό αλλά το κύριο συμβάν που οδήγησε στη φυγή του από τη χώρα ήταν στις 25/02/18, όπου ο αιτητής αντιμετώπισε πρόβλημα και ο πατέρας του σκοτώθηκε. Ως ανέφερε, διαδήλωναν ειρηνικά στην αρχή όμως μετά ήρθε η αστυνομία και άνοιξε πυρ εναντίον τους και πολλοί σκοτώθηκαν, μεταξύ των οποίων δύο φίλοι του αιτητή ένας εκ των ηγετών των διαδηλωτών (της νεολαίας) και ο πατέρας του αιτητή. Τότε ο αιτητής, αφότου τον είδαν, στοχοποιήθηκε, πράγμα που δεν γνώριζε κατά τη διαδήλωση και πήγε σπίτι του. Κατά τις 6 το απόγευμα της ίδιας μέρας, ένας φίλος του πατέρα του, που γνώριζε τι έγινε, τον επισκέφτηκε, του έκανε κάποιες ερωτήσεις και του είπε ότι δεν μπορεί να μείνει (σπίτι), γιατί θα δημιουργηθεί πρόβλημα για όλους και γι’ αυτό πρέπει να πάει μαζί του. Όταν ο αιτητής τον ρώτησε τι έγινε αυτός του είπε ότι γνωρίζει ο ίδιος τι έκανε και του είπε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε από πυρά και ότι ο ίδιος πρέπει να φύγει το συντομότερο, καθώς είναι στόχος και δεν μπορεί να κινείται ελεύθερα πλέον, λόγω του ρόλου του στη διαδήλωση, όπου μοίραζε φυλλάδια.

Ερωτώμενος τι θα του συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει ο αιτητής ανέφερε ότι ο νέος πρόεδρος είναι κλόουν (clown) και ότι υπάρχουν συγκρούσεις στην επαρχία του, όπου άτομα της φυλής Kasai «κάνουν πολύ κακά πράγματα» σε άτομα της φυλής του ιδίου τη Muyaka και έχει τραυματιστεί ψυχικά από τον θάνατο του πατέρα του.

Ερωτώμενος για τις διαδηλώσεις το 2017 και 2018, στις οποίες κατ’ ισχυρισμό του είχε λάβει μέρος, ο αιτητής ανέφερε ότι αυτές οργανώθηκαν από την καθολική εκκλησία λόγω του «τρόπου με τον οποίο κυβερνιόταν η χώρα και λόγω των συγκρούσεων στην υπόλοιπη χώρα, στις οποίες πέθαινε πολύς κόσμος». Ερωτώμενος που έγιναν οι διαδηλώσεις ανέφερε ότι ήταν παντού στην Κινσάσα, όπου άτομα από όλες τις κοινότητες συναντήθηκαν στην λεωφόρο 30 Juin και από εκεί πήγαν στο Palais du purple, όπου τους επιτέθηκαν αστυνομικές δυνάμεις. Ερωτώμενος για τον ακριβή σκοπό της διαδήλωσης ο αιτητής ανέφερε πως έγινε για την ειρήνη στα ανατολικά της χώρας.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι η αστυνομία αρχικά τους προσπέρασε όμως μετά επανήλθαν και άρχισαν να επιτίθενται στο πλήθος από πίσω, άνοιξαν πυρ και τότε επικράτησε χάος, πανικός και το πλήθος άρχισε να τρέχει. Ο ίδιος ήταν στο μπροστινό μέρος των διαδηλωτών και έδειχνε στην αστυνομία τα πανό τους, άρχισαν να ρίχνουν ζεστό νερό, μετά άνοιξαν πυρ εναντίον τους και τους είπαν να μην προχωρήσουν όμως αυτοί δεν τους άκουγαν και τότε το πλήθος διαλύθηκε και ορισμένοι, μεταξύ των οποίων και ο αιτητής, κρύφτηκαν στη Lemba, σε μια καθολική εκκλησία, όπου σκοτώθηκε από πυρά ένας εκ των ηγετών της νεολαίας, ο Rossy Mucendi. Μετά απ’ αυτό ο αιτητής – ως ανέφερε – έτρεχε για τη ζωή του. Ερωτώμενος σχετικά με το τι έγινε κατά τη διαδήλωση ο αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος και ο πατέρας του ήταν σε διαφορετικά γκρουπ, όμως τον είδε.

Ερωτώμενος με ποια ιδιότητα ο ίδιος συμμετείχε στη διαδήλωση ο αιτητής ανέφερε ότι αρχικά απλά ακολουθούσε τον πατέρα του, όμως μετά έγινε μέλος της νεολαίας και του UDPS. Ερωτώμενος για το UDPS ο αιτητής ανέφερε ότι ο κύριος σκοπός του ήταν να ενημερώσει τον κόσμο για τη κυβέρνηση και τη χώρα και ήταν κόμμα της αντιπολίτευσης, που ιδρύθηκε από τον Etienne Thsisekedi και, μετά τον θάνατο του, ο γιός του Felix έλαβε τα ηνία και έγινε «μπέρδεμα». Ερωτώμενος για το όνομα του κινήματος της νεολαίας ο αιτητής ανέφερε πως δεν το θυμάται, όμως – ως ανέφερε – σκοπός του ήταν η αφύπνιση των νέων για να παλέψουν για τα δικαιώματα τους. Ερωτώμενος πότε εντάχθηκε ανέφερε ότι το έκανε όταν ήταν 16 ετών (2016), μετά που έμαθε γι’ αυτό μετά από ένα αγώνα ποδοσφαίρου. Ερωτώμενος αν είχε στοχοποιηθεί πριν τις διαδηλώσεις στις οποίες είχε αναφερθεί ο αιτητής ανέφερε ότι όταν πήγαινε να μοιράσει φυλλάδια γινόταν στόχος. Σε ερώτηση αν ήταν εγγεγραμμένο μέλος του κινήματος ο αιτητής ανέφερε ότι αρχικά ήθελε απλά να βοηθήσει αλλά μετά ανέλαβε το ρόλο να μοιράζει φυλλάδια και ανέφερε ότι κάποια στιγμή του έδωσαν αίτηση (σ.σ. για να εγγραφεί στο κίνημα) και την υπόγραψε χωρίς να τη διαβάσει. Ερωτώμενος αν ο πατέρας του ήταν μέλος στο UDPS και ποιος ήταν ο ρόλος του ο αιτητής ανέφερε ότι συμμετείχε σε συναντήσεις και λάμβανε εντολές από την ηγεσία και τις μετέφερνε στη βάση.

Σε σχέση με τη διαδήλωση στις 25/02/18, ερωτώμενος μετά από πόση ώρα που ο ίδιος βρισκόταν στο σπίτι του ήρθε ο φίλος του πατέρα του (που τον ενημέρωσε ότι ο κινδύνευε και ότι ο πατέρας του είχε σκοτωθεί), ο αιτητής ανέφερε πως ήταν 2-3 ώρες μετά, όταν είχε νυχτώσει, και ότι στο σπίτι τότε βρίσκονταν η αδελφή και η θεία του και ακολούθως ήρθε και ο σύζυγος της τελευταίας, όμως δεν τους ανέφερε τίποτε (ούτε για τον θάνατο του πατέρα του), καθώς φοβόταν ότι θα του φώναζαν και δεν ήθελε – ως ανέφερε – να πληγώσει τα συναισθήματα τους. Έκτοτε ο αιτητής έμεινε για δύο μήνες στο σπίτι του φίλου του πατέρα του, χωρίς να βγαίνει έξω. Στον αιτητή υποδείχθηκε ότι στην αίτηση όσο και στην αρχή στη συνέντευξης, είχε αναφέρει ότι έφυγε από τη χώρα τον Αύγουστο 2018, που είναι 5-6 μήνες μετά τη διαδήλωση, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς του ότι έμεινε στο σπίτι του φίλου του πατέρα του για 2 μήνες. Επί τούτου ο αιτητής ανέφερε ότι τον υπόλοιπο καιρό ο φίλος του πατέρα του τον έστειλε να μείνει σε άλλο μέρος, σε ένα μεγάλο σπίτι υπό κατασκευή, όπου τον επισκεπτόταν συχνά. Κατά τον χρόνο αυτό ο αιτητής δεν επικοινωνούσε με κανένα καθώς, ως ανέφερε, δεν είχε τηλέφωνο και ο φίλος του πατέρα του, όταν τον ρωτούσε για τους συγγενείς του ο αιτητής, του έλεγε να μην ανησυχεί και έτσι σταμάτησε να ρωτά.

Όταν υποδείχθηκε στον αιτητή ότι θα ήταν αναμενόμενο από ένα άτομο στη θέση του, ο οποίος – ως του ανέφερε ο φίλος του πατέρα του – αναζητείτο από τις αρχές, να επικοινωνήσει με την οικογένεια του και να προσπαθήσει να επιβεβαιώσει ότι όντως καταζητείται, ο αιτητής ανέφερε ότι το 2020 μίλησε με την αδελφή του, η οποία του ανέφερε ότι άτομα από «το γραφείο» τον αναζήτησαν προ ολίγων τότε ημερών και όταν ζήτησε να μιλήσει με τη θεία του η αδελφή του ανέφερε στον αιτητή ότι η θεία του δεν επιθυμεί να μιλήσει μαζί του, καθώς δεν ήθελε να έχει προβλήματα. Ερωτώμενος αν επικοινώνησε ξανά με την αδελφή του ο αιτητής ανέφερε ότι διατηρούσε επαφή μεταξύ 2020-2022, όμως έκτοτε – ως πληροφορήθηκε από κάποιο άτομο ο αιτητής – η αδελφή του έφυγε για άγνωστο μέρος, λόγω σύγκρουσης μεταξύ των φυλών Kasai και Badundu και έκτοτε δεν έχει νέα της.  Όταν ρωτήθηκε ο αιτητής γιατί αποφάσισε να φύγει από τη χώρα 6 μήνες μετά τη διαδήλωση, βασιζόμενος αποκλειστικά σε πληροφορίες που είχε λάβει από φίλο του πατέρα του, αυτός αποκρίθηκε ότι ο φίλος του πατέρα του «είχε όλες τις πληροφορίες» και η αδελφή του, με την οποία προσπάθησε να επικοινωνήσει, δεν ήθελε να έχει επαφή μαζί του. Ερωτώμενος αν ο φίλος του πατέρα του ζήτησε από τον αιτητή αντάλλαγμα για τη βοήθεια που του παρείχε ο αιτητής απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι ό,τι έκανε το έκανε λόγω της καλής σχέσης του με τον πατέρα του.

Όταν ο αιτητής ρωτήθηκε αν πιστεύει ότι 5 χρόνια μετά τα κατ’ ισχυρισμό συμβάντα ο ίδιος εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνο, ο αιτητής απάντησε ότι το πιστεύει έντονα, καθώς ο πρόεδρος είναι κλόουν (κατά την ανάγνωση του πρακτικού ο αιτητής ανέφερε ότι δεν τον είχε ονομάσει κλόουν) και είναι της φυλής Kasai, η οποία είναι υπεύθυνη για τη φυγή ατόμων της φυλής Badundu, και ότι η νέα κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της και έτσι δεν θα έχει ποτέ ο αιτητής ασφάλεια στη ΛΔΚ. Σε ακόλουθη ερώτηση αν ο αιτητής θα εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο εκ των συμβάντων στη διαδήλωση στις 25/02/18 αυτός αποκρίθηκε ότι θα έχει πρόβλημα και θα είναι τραυματισμένος (ψυχικά) για μια ζωή, καθώς είδε ανθρώπους να πεθαίνουν.

Ερωτώμενος γιατί πιστεύει ότι εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο, δεδομένου ότι το κόμμα το οποίο υποστήριζε βρίσκεται σήμερα στην εξουσία, ο αιτητής ανέφερε ότι ο νέος πρόεδρος της χώρας (που είναι ο πρόεδρος του UDPS) βρίσκεται σε συμμαχία με τον J. Kabila (προηγούμενος πρόεδρος της χώρας) και δεν ακολουθούν το όραμα του πατέρα του πρώτου και η κατάσταση στα ανατολικά της χώρας έχει χειροτερεύσει έκτοτε. Όταν ο αιτητής ρωτήθηκε για τη φυλετική σύγκρουση στην οποία αναφέρθηκε αποκρίθηκε ότι θεωρεί ότι τα προβλήματα άρχισαν το 2022 και ότι πολλά άτομα της φυλής Badundu έφυγαν από το κόμμα. Δεν προσκόμισε κάποιο έγγραφο στη συνέντευξη ο αιτητής και ανέφερε ότι επιθυμεί να μείνει στη Δημοκρατία και να ζήσει μια φυσιολογική ζωή.

Οι καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν 4 ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως, τους οποίους εξέτασαν.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής συμμετείχε σε διαδηλώσεις ενάντια στην κυβέρνηση

3.    Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι στοχοποιήθηκε από τις αρχές, λόγω συμμετοχής του σε διαδήλωση τον Φεβρουάριο 2018 ενάντια στην κυβέρνηση

4.    Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι επί του παρόντος υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ των φυλών Kasai και Muyaka

Εκ των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο και 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, όμως απέρριψαν τους 3ο και 4ο ουσιώδεις ισχυρισμούς του αιτητή.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως καταγράφουν η καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, κρίθηκε ότι πληρούται τόσο η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, τα οποία διατηρούσαν συνοχή και λεπτομέρειες, όσο και συνάδουν όσα ανέφερε σχετικά με τη διαδήλωση στις 25/02/18, με διαθέσιμες πληροφορίες που εντοπίστηκαν.

Επί του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι, παρόλο που ο αιτητής υπήρξε σαφής και λεπτομερής αναφορικά με τα όσα έγιναν στη διαδήλωση στις 25/02/18 (δεδομένου και του ότι ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός), εντούτοις, τα όσα ανέφερε σχετικά με τα όσα κατ’ ισχυρισμό ακολούθησαν, ήτοι της στοχοποίησης του, των όσων αυτός είχε πληροφορηθεί από φίλο του πατέρα του και η φυγή του από τη χώρα, δεν διατηρούσαν συνοχή, έλειπαν εξ αυτών λεπτομέρειες, ευλογοφάνεια και έβριθαν κενών, ασαφειών και αντιφάσεων, ως αυτές λεπτομερώς καταγράφονται στα ερ.206-207. Μεταξύ των όσων αξιολογήθηκαν αρνητικά ως προς την εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή ήταν το ότι δεν ανέφερε – ως ισχυρίστηκε – σε κανένα εκ της οικογένειας του τα όσα είχε τότε πληροφορηθεί αναφορικά με τη στοχοποίηση του ιδίου και τον θάνατο του πατέρα του, επί τούτου δε κρίθηκε ως μη ευλογοφανής η απόκριση του ότι δεν το έπραξε για να μην του φωνάζουν και να μην τους πληγώσει, ως και μη ευλογοφανές κρίθηκε το ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, έφυγε από το σπίτι χωρίς να αναφέρει τίποτε στην αδελφή και τη θεία του που βρίσκονταν εκεί όταν ήλθε ο φίλος του πατέρα του. Ομοίως δεν έγινε πιστευτό το ότι αρκέστηκε για όλα όσα έμαθε στον λόγο του φίλο του πατέρα του, χωρίς ο ίδιος να κάνει προσπάθεια να επιβεβαιώσει κατ’ ελάχιστο τον θάνατο του πατέρα του και το αν ο ίδιος αναζητείτο πράγματι από τις αρχές.

Ενόψει των ως άνω, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο αιτητής ήταν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα κατ’ ισχυρισμό συμβάντα που εξιστόρησε 17 ετών, ηλικία αρκετά ώριμη, ώστε, αν και ανήλικος κατά τον χρόνο που έγιναν (ενήλικος 22 ετών κατά τη συνέντευξη) δεν αναμενόταν να αντιμετωπίζει πρόβλημα στο να αναφέρει όλα όσα τον αφορούν και συνεπώς, παρά την πιο φιλελεύθερη προσέγγιση αφηγημάτων στα οποία οι αιτητές ήταν ανήλικοι, δεν μπορούσε να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του ως αξιόπιστοι, εξαιτίας των κενών και αντιφάσεων που εντοπίστηκαν. Σχετικά με την εξωτερική συνοχή των όσων ανέφερε σημειώθηκε ότι, δεδομένης και της αμιγώς προσωπικής φύσεως των όσων ανέφερε, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες κατόπιν έρευνας που έγινε σε διαθέσιμες πηγές.

Για τους πιο πάνω λόγους ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Σχετικά με τον 4ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι στερείται εσωτερικής συνοχής, καθώς τα όσα επ’ αυτού ανέφερε ο αιτητής περιορίστηκαν σε γενικές δηλώσεις και πληροφορίες αναφορικά με διαφυλετική σύγκρουση, χωρίς καμία λεπτομέρεια επί τούτου και χωρίς να αναφέρεται το παραμικρό βιωματικό στοιχείο, δεδομένου και του ότι η κατ’ ισχυρισμό σύγκρουση αυτή έλαβε χώρα πολύ μετά που ο αιτητής έφυγε από τη χώρα, το 2022. Σε έρευνα που έγινε σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς, εντοπίστηκε ότι παρότι υπάρχουν αναφορές για βία στην περιοχή του north Kivu, περιοχή της φυλής Kasai, δεν υπάρχουν πληροφορίες για φυλετικές διακρίσεις κατά της φυλής Muyaka.

Συνεπεία των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια για τη χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας καθώς – στη βάση των αποδεκτών 1ου και 2ου ουσιώδους ισχυρισμού - δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δεδομένου του προφίλ του αιτητή και της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα) και δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι θα υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του.

Για τους πιο πάνω λόγους η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.

Επί της αιτήσεως ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει νομικούς ισχυρισμούς προς στήριξη της παρούσας προσφυγής, οι πλείστοι των οποίων αναπτύσσονται στις αγορεύσεις που ακολουθήσαν.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή προωθεί και αναπτύσσει δια των γραπτών του αγορεύσεων ισχυρισμούς αναφορικά με την μη τήρηση των ενδεδειγμένων διαδικασιών κατά την εξέταση της επίδικης αίτηση αλλά και τη συνέντευξη. Κατ’ αρχή αναφέρει ότι υπάρχει αμφιβολία αναφορικά με το πόσες συνεντεύξεις έγιναν και επί του οποίου η τοποθέτηση των καθ’ ων η αίτηση στην ένσταση και τη γραπτή αγόρευση τους είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Σημειώνει δε ότι η συνέντευξη στις 21/02/23 διήρκεσε κατ’ ουσία 32 λεπτά, πράγμα ανθρωπίνως αδύνατο, δεδομένου του ότι, ως αναφέρει, υπάρχουν 17 σελίδες πρακτικά. Περαιτέρω αναφέρει ότι η διαδικασία από την υποβολή της επίδικης αίτησης διεθνούς προστασίας μέχρι την έκδοση της επίδικης απόφασης διήρκησε περί τους 54 μήνες, διάστημα που είναι σε παράβαση του αρ.13 (5) και (6) του Νόμου, τούτο παρότι ο αιτητής ήταν κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ασυνόδευτος ανήλικος, και συνεπώς θα έπρεπε να εξεταστεί η επίδικη αίτηση κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με το αρ.12Ε (1) (β) του Νόμου. Είναι δε η θέση του ότι η καθυστέρηση εν προκειμένω συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου και καθιστά την επίδικη απόφαση ακυρωτέα για τούτο και μόνο τον λόγο. Σημειώνει δε περαιτέρω ότι εκ της καθυστέρησης επηρεάστηκαν και άλλα δικαιώματα του αιτητή, καθώς, ως αναφέρει, έχει δημιουργήσει στο μεταξύ δεσμούς με τη Δημοκρατία και έχει αποξενωθεί πλήρως από τη χώρα καταγωγής του και – δεδομένου του μακρού χρόνου που διέρρευσε – κατέστησε δυσκολότερο το έργο του αιτητή στο να αναφέρει τους ισχυρισμούς του, δεδομένου ότι η μνήμη, ως είναι γνωστό, εξασθενεί με τον καιρό.

Επί των ισχυρισμών του αιτητή, κάνοντας πλούσιες αναφορές στα λεγόμενα του αιτητή ως καταγράφηκαν στο επίδικο πρακτικό και τα ευρήματα επ’ αυτών των καθ’ ων η αίτηση, ως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση, σημειώνει τα εξής. Πρώτον, ως αναφέρει, δεν είναι λογικό να αναμένεται από τον αιτητή να φύγει από το μέρος όπου κρυβόταν ώστε να αναζητήσει και να λάβει πληροφορίες για τον πατέρα του και τη στοχοποίηση του ιδίου αφού αυτό θα τον εξέθετε σε περισσότερο κίνδυνο, δεδομένου ότι ο διώκτης του, ήτοι οι αρχές της χώρας, θα τον εντόπιζαν. Ομοίως «απαράδεκτη προσέγγιση», ως αναφέρει, είναι και αυτή των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον 4ο ουσιώδη ισχυρισμό, όπου αυτοί απέδωσαν στον αιτητή έλλειψη λεπτομερειών και γενικόλογες δηλώσεις αναφορικά με ένα ζήτημα το οποίο έλαβε χώρα 5 έτη αφού αυτός έφυγε από τη χώρα καταγωγής και συνεπώς δεν αναμένεται να γνωρίζει λεπτομέρειες σχετικώς, δεδομένου ότι εκ της έρευνας των καθ’ ων η αίτηση προέκυψε ότι όντως υπάρχουν συγκρούσεις με απώλειες αμάχων.

Συνοψίζοντας επί των ανωτέρω ο συνήγορος του αναφέρει ότι ο αιτητής υπήρξε σαφής και μη αντιφατικός και τα περί του αντιθέτου ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση συνιστούν αόριστους χαρακτηρισμούς που δεν βρίσκουν έρεισμα στα ενώπιον τους στοιχεία και σημειώνει ότι θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να καταγράψουν ποιες εκ των αντιφατικών εκδοχών που – ως ισχυρίζονται οι καθ’ ων η αίτηση έδωσε ο αιτητής – αποδέχονται και ποιες απορρίπτουν. Περαιτέρω, παραθέτοντας σχετική νομολογία του Ανωτάτου, λέγει ότι το επίπεδο απόδειξης εν προκειμένω, ήτοι στη βάση της εύλογης πιθανότητας δίωξης ή σοβαρής βλάβης, και το ευεργέτημα της αμφιβολίας, συνηγορούν υπέρ του ότι τα όσα ο αιτητής ανέφερε θα έπρεπε να θεωρηθούν αρκετά και αξιόπιστα, ώστε να του αποδοθεί διεθνής προστασία, δεδομένου του ότι όσα ανέφερε συνάδουν με διαθέσιμες επί τούτου πληροφορίες που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα των καθ’ ων η αίτηση.

Καταλήγοντας ο συνήγορος του αιτητή σημειώνει ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα των ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχείων και δεδομένων, με αποτέλεσμα να παρεισφρήσει ουσιώδης πλάνη κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αιτιολογείται επαρκώς.

Οι καθ' ων η αίτηση εμμένουν στην νομιμότητα της επίδικης διαδικασίας και ορθότητα της κατάληξης τους και αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξατομικευμένης εξέτασης, επαρκώς αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά την λήψη τη. Αναφέρουν επίσης πως, πέραν του ότι ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι να ληφθεί η επίδικη απόφαση δικαιολογείται αφού η πρώτη απόφαση ακυρώθηκε και έγινε επανεξέταση και, σε κάθε περίπτωση, οι προθεσμίες του αρ.13 του Νόμου είναι ενδεικτικές και όχι ανατρεπτικές. Σχετικά ειδικώς με τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή, με αναφορά στα λεγόμενα του στη συνέντευξη, υπεραμύνονται των ευρημάτων τους αυτών ως εύλογων και λέγουν ότι, δεδομένης της αναξιοπιστίας του, δεν θα μπορούσε εδώ να αποδοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών, ως αυτές αναπτύχθηκαν με τις γραπτές αγορεύσεις που καταχωρήθηκαν και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

Αναφορικά με κατ’ αρχή με τους ισχυρισμούς του αιτητή που άπτονται του αριθμού και διάρκειας των συνεντεύξεων που έγιναν στα πλαίσια της επίδικης αίτησης σημειώνω ότι, ως προκύπτει αναντίλεκτα από το περιεχόμενο του φακέλου, έγινε μια συνέντευξη στις 06/02/23, ωστόσο ο αιτητής επανακλήθηκε στις 21/02/23, όταν και ολοκληρώθηκε η ανάγνωση σ’ αυτόν το περιεχόμενο του πρακτικού της συνέντευξης (readback), καθώς η ανάγνωση στις 06/02/23 διακόπηκε λόγω σεισμού (βλ. ερ.173, 168 κάτω μέρος, 154). Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι η συνέντευξη στις 06/02/23 διήρκησε πέραν των 4 ωρών, η δε ανάγνωση του πρακτικού στις 21/02/23, κατά την οποία ο αιτητής προέβη και σε σχόλια επί των καταγραφέντων, που καταγράφονται δεόντως στο επίδικο πρακτικό, διήρκησε πέραν της 1 ώρας (ερ.173, 159 κάτω μέρος).

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που άπτονται της διάρκειας της διαδικασίας εξέτασης της επίδικης άιτησης σημειώνω ότι στις 30/05/19 διενεργήθηκε συνέντευξη στον αιτητή και στις 24/02/20 εξεδόθη απόφαση επί της εδώ επίδικης αιτήσεως του ημ.16/08/18 και του στάλθηκε σχετική ενημερωτική επιστολή στις 23/03/20 (ερ.71, 108, 111). Κατά της ως άνω απόφασης ο αιτητής καταχώρησε στο Δικαστήριο την προσφυγή υπ’ αρ.534/20, την οποία, κατόπιν της ακύρωσης της απόφασης ημ.24/02/20 από τους καθ’ ων η αίτηση στις 24/02/21, μετά από εισήγηση της Νομικής Υπηρεσίας λόγω εντοπισθείσας πλημμέλειας της διαδικασίας, ο αιτητής κλήθηκε να αποσύρει, όπερ και εγένετο στις 17/03/21 (ερ.116-131, 147). Στις 19/11/21 ο αιτητής παραπέμφθηκε σε ιατρικές εξετάσεις, οι οποίες έγιναν στις 14/01/22 και ακολούθως, στις 03/01/23, κλήθηκε για την επίδικη συνέντευξη στις 06/02/23 (ερ.141-151). Εκ των ως άνω προκύπτει ότι η μετέπειτα ακυρωθείσα απόφαση επί της επίδικης αιτήσεως εξεδόθη στις 24/02/20, ήτοι 18 μήνες από την υποβολή της αιτήσεως στις 16/08/18, εντός της προβλεπόμενης στο αρ.13 (10) του Νόμου μέγιστης προθεσμίας των 21 μηνών.

Μετά την ακύρωση της εν λόγω απόφασης ο αιτητής είχε τότε παραπεμφθεί σε ιατρικές εξετάσεις, οι οποίες ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο 2022, και 1 έτος μετά κλήθηκε για την επίδικη συνέντευξη. Σημειώνεται ότι ο αιτητής ενηλικιώθηκε στις 23/09/18, ήτοι κατά τι πέραν του ενός μηνός μετά την καταχώρηση της εδώ επίδικης αίτησης ημ.16/08/18, και συνεπώς, δεδομένης της ενηλικίωσης του και λαμβανομένου υπόψη του ότι θα ήταν ενδεχομένως πρακτικώς αδύνατο να εξεταστεί η αίτηση και να ληφθεί απόφασης επ’ αυτής εντός διαστήματος 1 μήνα, ενόψει των σημαντικών μεταναστευτικών ροών που αντιμετώπιζε τότε (2018) η Δημοκρατία (ως αποτελεί δικαστική γνώση), δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος – ακόμα και με κάθε εύλογη προσπάθεια επίσπευσης της τότε διαδικασίας – για καθυστέρηση, δεδομένου και του ότι – ως προαναφέρω – η απόφαση λήφθηκε εντός του μέγιστου χρονικού ορίου των 21 μηνών. Ακολούθως δε τις ακύρωσης της απόφασης ημ.24/02/20, για την οποία ο αιτητής ενημερώθηκε στις 17/03/21 (ερ.131) είναι γεγονός ότι διέρρευσαν περί τους 24 μήνες μέχρι τη λήψη της επίδικης εδώ απόφασης (ερ.212).

Ενόψει των ως άνω σημειώνω και τονίζω κατ’ αρχή ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν εντοπίζω στο αρ.13 του Περί Προσφύγων Νόμου κάποια έννομη συνέπεια της υπέρβασης του τασσόμενου εκ του εν λόγω άρθρου μέγιστου χρόνου των 21 μηνών. Τούτο αποτελεί από μόνο του ισχυρά ένδειξη ότι η τασσόμενη προθεσμία τίθεται ενδεικτικά. Άλλωστε στο αρ.11 (1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου προνοείται ότι «[οι] προθεσμίες που τάσσονται για έκδοση μιας διοικητικής πράξης είναι ενδεικτικές, εκτός αν ορίζεται ρητά ότι είναι ανατρεπτικές. Όμως η πράξη δεν μπορεί νόμιμα να εκδοθεί, αν από τη λήξη της προθεσμίας πέρασε υπέρμετρο χρονικό διάστημα που επιδρά ουσιαστικά στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις έκδοσης της πράξης.».

Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι εν προκειμένω παρήλθαν τελικά περί των 54 μηνών από την υποβολή της αίτησης μέχρι την έκδοση της επίδικης απόφασης. Στο μεταξύ όμως, ως και ανωτέρω αναφέρω, εξεδόθη αρχική απόφαση εντός 18 μηνών, ο αιτητής προσέφυγε στο Δικαστήριο, ακυρώθηκε η αρχική απόφαση, παραπέμφθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και εν τέλει εξεδόθη η επίδικη εδώ απόφαση. Στην στάθμιση του ομολογουμένως αρκετού  χρόνου που παρήλθε, δεδομένου ότι υπερβαίνει βεβαίως τον εκ του αρ.13 (10) του Νόμου όριο των 21 μηνών, δεν μπορούν να παραγνωριστούν τα ανωτέρω. Θα πρέπει δε θεωρώ να ληφθεί υπόψη, συνισταμένη που είναι και το καθοριστικό σημείο αναφοράς [βλ. αρ.11 (1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου], το ότι δεν θεωρώ ότι εκ της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε εδώ συνέβη κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι «επιδρά ουσιαστικά στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις έκδοσης της πράξης». Γι’ αυτό και δεν μπορώ να δεχθώ ότι το διάστημα των 54 μηνών που παρήλθε εν προκειμένω, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, δύναται υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ως υπέρμετρο, σε σημείο που η προσβαλλόμενη απόφαση να καθίσταται ακυρωτέα η επίδικη απόφαση γι’ αυτόν τον λόγο και άνευ ετέρου, λαμβανομένης τέλος υπόψη της ενηλικίωσης του αιτητή μόλις ένα μήνα αφότου υπέβαλε την επίδικη αίτηση.

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου, παρά την μη δέουσα ενημέρωση του αιτητή για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, ουδεμία εξ αυτού συνέπεια μπορώ να εντοπίσω επί του κύρους της διαδικασίας. Σημειώνω εδώ ότι τα όσα αναφέρονται περί εξασθένησης της μνήμης του αιτητή εκ του χρόνου που παρήλθε αλλά και οι δημιουργία δεσμών με τη Δημοκρατία, εξαιτίας και πάλι του χρόνου που διέρρευσε, ως αναφέρει ο συνήγορος του, θα εξεταστούν πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των λεγομένων του αλλά και τη στάθμιση του κινδύνου επιστροφής του, αντίστοιχα.

Αναφορικά  τώρα με τους ισχυρισμούς του αιτητή περί της ανεπάρκειας της συνέντευξης, πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρω, δεδομένου ότι αυτό συναρτάται και με την ουσία της υπόθεσης, αλλά και τους ισχυρισμούς σε σχέση με μη δέουσα έρευνα, αναιτιολόγητο και πλάνη, άπαντες οι οποίοι συμπλέκονται και συνδέονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης θα εξεταστούν μαζί με αυτή πιο κάτω.

Προχωρώ λοιπόν σε επί της ουσίας εξέταση των ισχυρισμών του αιτητή.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι:

«Εάν ένας αιτών ισχυριστεί ότι συνελήφθη σε διαδήλωση για πρώτη φορά στη ζωή του, θα προξενούσε έκπληξη η αδυναμία του να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το πότε, πού και με ποιον τρόπο έλαβε χώρα η σύλληψή του, παρότι στην περίπτωση αυτή τίθεται το ζήτημα του βαθμού λεπτομέρειας που μπορεί εύλογα να αναμένεται. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Ειδικώς σε περιπτώσεις ανήλικων, στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ. 142, αναφέρεται ότι «[κ]ατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας στην περίπτωση ανήλικων αιτούντων (439), είναι απαραίτητο να εφαρμόζεται διαφοροποιημένη προσέγγιση τόσο σε σχέση με τα προσωπικά (υποκειμενικά) αποδεικτικά στοιχεία που τους αφορούν όσο και σε σχέση με τον τρόπο αλληλεπίδρασης των στοιχείων αυτών με πληροφοριακά (αντικειμενικά) αποδεικτικά στοιχεία, για παράδειγμα, σχετικά με τις συνθήκες της χώρας.».

Περαιτέρω, στις σελ.151-153 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα κάτωθι:

«Προκειμένου να είναι ρεαλιστικές οι προσδοκίες σχετικά με την ικανότητα των ανήλικων αιτούντων να ανακαλούν γεγονότα του παρελθόντος και να απαντούν σε ερωτήσεις, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητός ο τρόπος λειτουργίας της μνήμης των ανηλίκων. Η μνήμη εξαρτάται από το στάδιο ανάπτυξης και την ωριμότητα του ανηλίκου. Επομένως, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του, ένας ανήλικος ενδέχεται να αντιμετωπίζει περισσότερες δυσκολίες όσον αφορά την αντίληψη του χρόνου και τον υπολογισμό του κινδύνου (478).

[…]

Οι ατομικές και ευρύτερες περιστάσεις του παιδιού, όπως το στάδιο ανάπτυξης και η προσωπική του ικανότητα, θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά όταν χρησιμοποιούνται «συνήθεις» δείκτες αξιοπιστίας.

-       Επαρκώς λεπτομερείς και συγκεκριμένες πληροφορίες: Τα παιδιά αφηγούνται συνήθως τις ιστορίες τους με λιγότερες λεπτομέρειες από ό,τι οι ενήλικες. Παρότι μπορεί να είναι σε θέση να δώσουν λεπτομέρειες, χρειάζονται περισσότερη στήριξη για να τις περιγράψουν. Τα παιδιά μπορεί επίσης να επικεντρώνονται σε πολύ διαφορετικά ζητήματα και να έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα από τους ενήλικες και τούτο θα επηρεάσει τα στοιχεία για τα οποία μπορούν να παράσχουν τις περισσότερες λεπτομέρειες.

-       Γενικά, η εσωτερική συνέπεια έχει περιορισμένη αξία, ως δείκτης αξιοπιστίας, στην περίπτωση των παιδιών. Επιπλέον όλων των γενικών στρεβλώσεων της μνήμης που συνεπάγονται φυσιολογικές ανακολουθίες, συχνά τα παιδιά επηρεάζονται ειδικότερα από την υποβολιμότητα των ερωτήσεων, τις στρεβλωτικές συνέπειες της έλλειψης εμπιστοσύνης και τις αναπτυξιακές μεταβολές της μνήμης (ιδίως στους εφήβους).

-       Εξωτερική συνέπεια: Οι δηλώσεις του παιδιού θα πρέπει να συγκρίνονται πολύ προσεκτικά με τις πληροφορίες για τη χώρα ή τις μαρτυρίες ενηλίκων. Συχνά τα παιδιά δεν γνωρίζουν ορισμένες σημαντικές πληροφορίες για τη χώρα, την κοινότητά τους κ.λπ. λόγω περιορισμένης εκπαίδευσης, έλλειψης ειδικού ενδιαφέροντος ή του αναπτυξιακού σταδίου στο οποίο βρίσκονται (483).

Ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζουν την προσέγγιση που περιγράφεται στο Εγχειρίδιο της UNHCR, το οποίο αναφέρει σχετικά με την εκτίμηση της αξιοπιστίας ότι «αν η αφήγηση του αιτούντος φαίνεται αξιόπιστη, η περίπτωσή του πρέπει, εκτός αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για το αντίθετο, να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας» (484). H UNHCR αναγνωρίζει επίσης ότι η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός ανήλικου «διέπεται από φιλελεύθερη εφαρμογή της αρχής “του ευεργετήματος της αμφιβολίας”» (485). Σε όλα τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από την εφαρμογή ή μη της προσέγγισης αυτής, κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ανηλίκου πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η ηλικία και ο βαθμός ευαισθησίας.»

Στις Κατευθυντήριες Οδηγίες [1] για Εξέταση των Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών, της UNHCR, σημειώνεται σχετικώς τα εξής:

«4. Η υιοθέτηση ευαισθητοποιημένης στις ανάγκες των παιδιών ερμηνείας της Σύμβασης του 1951 δεν σημαίνει ότι τα παιδιά αιτούντες άσυλο δικαιούνται αυτομάτως να αναγνωριστούν πρόσφυγες. Το παιδί που αιτείται άσυλο οφείλει να αποδείξει ότι διατρέχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων. Η ηλικία, όπως και το φύλο, ασκούν καθοριστική επιρροή στον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα4

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, θα συμφωνήσω με τα όσα καταγράφουν οι καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με την αξιοπιστία του αφηγήματος του αιτητή αναφορικά με τους 3ο και 4ο ουσιώδεις ισχυρισμούς, καθότι, ως θα εξηγήσω και πιο κάτω, θεωρώ ότι τα επί τούτου λεγόμενα του αιτητή αλλά και οι απαντήσεις του στα πολλά ερωτήματα που του υποβλήθηκαν σχετικά στερούνται κάθε ψήγματος εύλογα υπό τις περιστάσεις αναμενόμενης λεπτομέρειας, η οποία θα προσέδιδε εδώ την απαιτούμενη βιωματική διάσταση στους ισχυρισμούς του, τόσο αναφορικά με τη στοχοποίηση του κατά τη διαδήλωση στις 25/02/18 όσο και των όσων επακολούθησαν της επίσκεψης φίλου του πατέρα του αιτητή.

Ενδεικτικά σημειώνω (επί του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού) ότι δεν θεωρώ εύλογο υπό τις περιστάσεις να μην μπορεί ο αιτητής να αναφέρει εύλογες λεπτομέρειες και εξηγήσεις σε σχέση με το πως στοχοποιήθηκε από τις αρχές, αφού δεν συνελήφθη κατά τη διαδήλωση, γιατί δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει με την οικογένεια του ή κάποιο γνωστό ή φίλο, προκειμένου – κατ’ ελάχιστο να προσπαθήσει – να επιβεβαιώσει όσα του είχε αναφέρει ο φίλος του πατέρα του περί αναζήτησης του από τις αρχές, του θανάτου του πατέρα του και του κινδύνου που αντιμετώπιζε. Η επ’ αυτού δοθείσα εξήγηση ότι τον εμπιστευόταν, ότι ζούσε κρυμμένος και φοβόταν και δεν είχε κινητό δεν είναι ευλογοφανής υπό τις περιστάσεις θεωρώ. Άλλωστε και οι καθ’ ων η αίτηση επί τούτου δεν θεωρούν ότι θα έπρεπε να εκτεθεί σε κίνδυνο επικοινωνώντας με τις αρχές, ως αναφέρει ο συνήγορος του αιτητή, αλλά ότι θα ήταν αναμενόμενο, δεδομένων των σημαντικών επιπτώσεων των όσων του είχε αναφέρει ο φίλος του πατέρα του, να κάνει μια εύλογη προσπάθεια, μέσω φίλων ή της οικογένειας του, να επιβεβαιώσει κατ’ ελάχιστο τον θάνατο του πατέρα του αλλά και το αν πράγματι καταζητείται ή όχι. Γι’ αυτό ίσως δε να αρκούσε και μια έρευνα στο διαδίκτυο. Εντούτοις ουδέν εξ αυτών έπραξε ο αιτητής, παραμένοντας, ως με ιδιαίτερη γενικότητα περιέγραψε, κρυμμένος σε δύο τοποθεσίες και επικοινωνώντας μόνο με τον φίλο του πατέρα του. Επιπροσθέτως αυτών δεν μπορεί εδώ να αγνοηθεί και το ότι – παρότι καταζητείτο και κινδύνευε, ως αναφέρει, από τις αρχές – ο αιτητής κατάφερε να φύγει δι’ αεροδρομίου από τη χώρα. Όλες οι επί των ανωτέρω δηλώσεις του αιτητή χαρακτηρίζονται από γενικότητα, δεν εμπεριέχουν λεπτομέρειες για τα όσα συνέβησαν, την αλληλουχία γεγονότων και την όλη κατ’ ισχυρισμό εμπειρία που αυτός ισχυρίζεται ότι βίωσε. Σημειώνονται δε σχετικώς και αντιφατικές δηλώσεις του σε σχέση με το πότε επικοινώνησε με την αδελφή του, ως καταγράφονται και από τους καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση (ερ.206-207).

Σχετικά τώρα με τον 4ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή αναφορικά με διακρίσεις κατά της φυλής του αιτητή θα συμφωνήσω και πάλι με τα επί τούτου ευρήματα και κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση (ερ.204-205). Δεν παραγνωρίζω ότι – ως ενδεχομένως ορθώς εισηγείται ο συνήγορος του αιτητή – θα πρέπει να συνυπολογιστεί εν προκειμένω και το ότι για τα όσα επ’ αυτού ανέφερε ο αιτητής ο ίδιος δεν έχει ίδια γνώση, καθότι αφορούν χρόνο μετά που αυτός έφυγε από τη χώρα καταγωγής. Όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση του, σε συνεργασία πάντοτε με τους καθ’ ων η αίτηση, να στοιχειοθετήσει και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του περί κινδύνου για λόγους φυλετικούς, ως είχε αναφέρει. Σε κάθε περίπτωση, παρότι η έλλειψη στοιχείων και λεπτομερειών επί τούτου θα ήταν υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη και εύλογη, δεν μπορεί να βεβαίως να παρακαμφθεί ότι από έρευνα των καθ’ ων η αίτηση δεν προέκυψε τέτοιος κίνδυνος, τουλάχιστον σε συνάρτηση με τον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα), αφού, παρότι καταγράφονται συγκρούσεις με φυλετική χροιά, αυτές αφορούν τις ανατολικές περιοχές της χώρας (Kivu).

Επί του ως άνω, πέραν των όσων παραθέτουν οι καθ’ ων η αίτηση (βλ. ερ.204, 187-188) σημειώνω ότι σε έκθεση του 2021 του RULAC σχετικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, αναφέρεται ότι «[η χώρα] εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[2] Σε σχέση με την Κινσάσα δεν ανευρέθηκαν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν δράση ενόπλων φορέων και την ύπαρξη κάποιας σύγκρουσης, πέραν συγκεκριμένης διακοινοτικής σύγκρουσης, η οποία δεν σχετίζεται με όσα ανέφερε ο αιτητής.[3]

Σχετικά με την εξωτερική συνοχή του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού δεν παραγνωρίζω ότι τέτοιες πράξεις διώξεως κατά διαδηλωτών ενάντια στο τότε καθεστώς του J. Kabila και η διαδήλωση στις 25/02/18, ως την τοποθετεί ο αιτητής (η συμμετοχή του έγινε αποδεκτή) συνάδουν με διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες.[4] Σημειώνω ότι λανθασμένα δεν έγινε έρευνα από τους καθ’ ων η αίτηση σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) αναφορικά με τη διαδήλωση στις 25/02/18, κατά την οποία κατ’ ισχυρισμό του αιτητή στοχοποιήθηκε ο ίδιος και στην οποία σκοτώθηκε ο πατέρας του. Όμως – δεδομένης εδώ της σημαντικά τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή επί των όσων ανέφερε – δεν θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της συνολικής αξιοπιστίας να παραγνωρίζεται, ως και στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.131, αναφέρεται, ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ. ».

Τα ως άνω τυγχάνουν εφαρμογής και εν προκειμένω, καθότι είναι κατάληξη μου ότι ο αιτητής, στην προσπάθεια του να στηρίξει την αίτηση του, βασίστηκε σε ευρέως γνωστές πληροφορίες, προκειμένου να σχηματίσει τους ισχυρισμούς του ώστε να συνάδουν μ’ αυτές. Είναι γι’ αυτόν ακριβώς άλλωστε τον λόγο που η εξωτερική συνοχή ισχυρισμών δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή τους, όταν αυτή στερούνται εσωτερικής συνοχής, η οποία, παρά τη συνολική θεώρηση των δεικτών αξιοπιστίας, παραμένει πρωταρχικής και καίριας σημασίας, καθώς αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε σε αποδοχή αφηγημάτων τα οποία συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες, στερούνται παντελώς και καταφανώς κάθε ψήγματος εσωτερικής αξιοπιστίας. Άλλωστε το ζητούμενο είναι πως επηρεάζουν κάποιες συνθήκες ή καταστάσεις τον ίδιο τον αιτητή και όχι η ύπαρξη ή μη των συνθηκών αυτών και μόνον. Σημειώνω και αξιολογώ σχετικώς ότι ο αιτητής ήταν, παρά την ανηλικότητα του, σε αρκετά ώριμη ηλικία κατά τον χρόνο που τοποθετεί τα όσα εξιστόρησε, περί των 17 ½ ετών. Συνεπώς κρίνω ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από τον αιτητή να είναι σε θέση – δεδομένου και του ότι κατά την επίδικη συνέντευξη ήταν πλέον 22 ετών – να αναφέρει με εύλογη λεπτομέρεια τα όσα επιθυμούσε να παραθέσει. Δεν θεωρώ άλλωστε ότι ο χρόνος που παρήλθε, δεδομένου και του ότι οι εν προκειμένω εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και εξηγήσεις που απουσιάζουν από το αφήγημα δεν αφορούν ευαίσθητα ζητήματα και τραυματικές εμπειρίες, είναι τέτοιος ώστε να υπερκερασθούν τα κενά που εντοπίστηκαν. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε εδώ να δοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας στον αιτητή, παρά την ανηλικότητα του και την φιλελεύθερη εφαρμογή του σε τέτοιες περιπτώσεις, οι οποίες αφορούν επί το πλείστο κυρίως παιδιά μικρότερης ηλικίας, επί ισχυρισμών που εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι στερούνται της ωριμότητας να παραθέσουν με ακρίβεια και λεπτομέρειες. Δεν είναι τέτοια η περίπτωση του αιτητή.

Εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι αποδοχή των ισχυρισμών του αιτητή αναφορικά με τους 3ο και 4ο ουσιώδεις ισχυρισμούς του, ως καταγράφηκαν κατά τη συνέντευξη, θα απέληγε αφελής και ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση αποδοχή ενός αφηγήματος το οποίο στερείται κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου, λεπτομερειών και ευλογοφάνειας και το οποίο, σχετικά με τον 4ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, δεν συνάδει με διαθέσιμες επί τούτου πληροφορίες.  

Αξίζει να σημειωθεί ότι, δεδομένης της εξουσίας του Δικαστηρίου πλήρους και εξ υπαρχής έλεγχο των στοιχείων που συνθέτουν την υπόθεση, ο αιτητής, αν επιθυμούσε, μπορούσε σε κάθε περίπτωση να προσφέρει περαιτέρω μαρτυρία ή στοιχείο ή να προσκομίσει ΠΧΚ (πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής) προς υποστήριξη και/ή ενίσχυση των ισχυρισμών του. Εντούτοις ουδέν έπραξε, με αποτέλεσμα τα κενά και αντιφάσεις, ως εντοπίστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, ευρήματα με τα οποία, ως και ανωτέρω εξηγώ, συμφωνώ, παραμένουν.

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας, κατά την περίοδο 09/12/23 - 06/12/24 στην επαρχία Kinshasa καταγράφηκαν συνολικά 106 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία υπήρξαν 154 απώλειες σε αμάχους. Πρόκειται συγκεκριμένα για 4 μάχες (με 5 απώλειες σε αμάχους), 10 περιστατικά βίας κατά αμάχων (με 17  απώλειες), 62 διαδηλώσεις (με 0 απώλειες) και 30 εξεγέρσεις (με 132  απώλειες σε αμάχους) ενώ δεν καταγράφεται κανένα περιστατικό απομακρυσμένης βίας[5]. Ο συνολικός πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται σήμερα περί τα 17 εκατομμύρια κατοίκων. [6] Καθίσταται λοιπόν κατ’ αρχήν σαφές ότι η αδιάκριτη βία στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής.

Εκ των ως άνω δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις – δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του, ως ανωτέρω εξηγείται - που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [7] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19 CF and DN).

Δεν παραγνωρίζω διαθέσιμες πληροφορίες που δεικνύουν ότι στην Κινσάσα νεαρά άτομα αντιμετωπίζουν υψηλά ποσοστά ανεργίας και οικονομικής ανέχειας,[8] όμως ο αιτητής εδώ πρόκειται για ενήλικα (24 ετών), υγιή, με 11ετή εκπαίδευση και με οικογενειακό δίκτυο στη Κινσάσα (αδελφή, θεία), αφού, δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του περί στοχοποίησης του σε διαδήλωση, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η αδελφή και θεία του δεν διαμένουν μέχρι σήμερα στην Κινσάσα και θεωρώ ότι είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις να γίνει δεκτό ότι ο αιτητής μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους, παρά τα όσα - εν μέρει αντιφατικά – περί του αντιθέτου ανέφερε. Επί του δε χρόνου διαμονής του στη Δημοκρατία ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να τεκμηριώνει ότι κατά την επιστροφή του ο αιτητής ενδεχομένως να αντιμετωπίσει ιδιαίτερες αντιξοότητες, πέραν των όσων ευλόγως αναμένονται, δεδομένης της μακράς απουσίας του από τη χώρα καταγωγής και του ότι ήταν σχεδόν 18 ετών όταν έφυγε. Αυτά όμως, από μόνα τους και άνευ ετέρου, δεδομένης εν προκειμένω της ύπαρξης οικογενειακού δικτύου, δεν αρκούν βεβαίως για την απόδοση προστασίας. Θεωρώ λοιπόν ότι οι προκλήσεις που ενδεχομένως θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο αιτητής κατά την επιστροφή του δεν υπερβαίνουν αυτές που βιώνει το σύνολο του τοπικού πληθυσμού. Άλλωστε, ως στην αιτ. σκέψη 35 της Οδ.2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.».

Έπεται ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» αλλά και ότι δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, αντίστοιχα.

Η προσφυγή απορρίπτεται.

Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ως αυτές ανωτέρω καταγράφονται και αφορούν την μη διενέργεια έρευνας σε ΠΧΚ αναφορικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, οι οποίες, παρότι δεν είναι ικανές - δεδομένου του εξ υπαρχής ελέγχου και σχετικής έρευνας που διενεργήθηκε στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν, ενόψει της ως άνω κατάληξης μου, το τελικό αποτέλεσμα ότι δεν υφίσταται ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας, καταδεικνύουν πλημμελή έρευνα και ελλιπή αιτιολόγηση της δια της παρούσης προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επιδικάζονται έξοδα.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[2] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[3] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th,  UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/, και www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo,     UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html,  USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency,  Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05- 13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf,   και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congο,   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024) και COI QUERY - EUAA – DRC Teke and Yaka intercommunal conflict Kinshasa – 07/11/24 https://www.ecoi.net/en/file/local/2117433/2024_11_EUAA_COI_Query_Response_Q75__DRC_Teke_Yaka_Intercommunal_Conflict_Kinshasa.pdf

[4] AI – Amnesty International: Democratic Republic of the Congo 2020, 7 April 2021, available at: https://www.amnesty.org/en/countries/africa/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/, Amnesty International, DISMISSED! VICTIMS OF 2015-2018 BRUTAL CRACKDOWNS IN THE DEMOCRATIC REPUBLIC OF CONGO DENIED JUSTICE, 2020, page 38-40, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2031594/AFR6221852020ENGLISH.PDF    

[5] ACLED EXPLORER,  με στοιχεία ανάλυσης ως εξής: ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: 09/12/2023 - 06/12/2024,  ΠΕΡΙΟΧΗ: Middle Africa -DRC  –Kinshasa ), διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο www.acleddata.com/dashboard/#/dashboard(ημ. πρόσβασης 03/12/2024).

[6] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[7] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[8] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο