
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1757/23
27 Μαρτίου 2025
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α. D. Ν.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Χρ. Λαζάρου Αρτέμη, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Χρ. Δημητρίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.12/05/23, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές παρατύπως, μέσω κατεχομένων, στις 13/10/21 και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 08/11/21 (ερ.1-3, 22).
Στις 28/02/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.13-22). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε Έκθεση-Εισήγηση (ερ.45-59) και στις 27/04/23 αποφασίστηκε να μην παραχωρηθεί στον αιτητή διεθνής προστασία. Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία επιδόθηκε δια χειρός στις 12/05/23, σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.62).
Στην επίδικη αίτηση ασύλου ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω της «σημερινής κρίσης που αφορά τους αγγλόφωνους», στην οποία, ως αναφέρει, ενεπλάκη εξαιτίας του ότι δίδασκε στη χώρα του, μετά το 1ο του πτυχίο. Ως αναφέρει του επιτίθεντο συχνά αποσχιστές και του επιβλήθηκε να συνεχίσει να διδάσκει χωρίς να έχει προστασία από την κυβέρνηση.
Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στο χωριό Bali Nyonga, τελευταίος τόπος διαμονής του ήταν η πόλη Ndob (2019-2021), αμφότερα τα οποία βρίσκονται στη βορειοδυτική περιοχή του Καμερούν, η μητέρα του διαμένει στο Piyin, στην ίδια περιοχή, ο πατέρας του ασθένησε και απεβίωσε το 2006, έχει δύο αδέλφια που διαμένουν κ’ αυτά στη βορειοδυτική περιοχή, και έχει σύζυγο και τρία παιδιά, που διαμένουν με τις θείες της συζύγου στο χωριό Ngongo, ομοίως στη βορειοδυτική περιοχή, έχει πτυχίο τεχνολογίας και δίδασκε μαθηματικά από το 2007 μέχρι που έφυγε από τη χώρα το 2021.
Αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής ο αιτητής ανέφερε πως διορίστηκε από την κυβέρνηση σε σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο χωριό Ndob («High School in Ndob village»). Οι αποσχιστές δεν ήθελαν τα παιδιά και οι δάσκαλοι να πηγαίνουν στο σχολείο και τον Φεβρουάριο 2021 έλαβε την 1η προειδοποίηση από τους αποσχιστές, καθώς του είπαν να μην τον ξαναδούν στο σχολείο. Η κυβέρνηση επέμενε ότι η παρουσία των δασκάλων στο σχολείο είναι υποχρεωτική, ακόμα και αν οι μαθητές δεν ήταν εκεί και έτσι, ως ισχυρίζεται, στις 03/05/21, καθώς πήγαινε σχολείο γύρω στις 05.30 το πρωί, τον σταμάτησαν 3 άντρες και τον ρώτησαν που πηγαίνει. Προσπάθησε μέσα από ψέματα να ξεφύγει αλλά δεν έγινε πιστευτός, ο ένας τον έσπρωξε και τον έριξε κάτω, του ζητήθηκε να βγάλει τα παπούτσια, και τότε πήρε μια λόγχη και του κτυπούσε το πόδι. Τότε ήρθαν ακόμα 2 άτομα με όπλα και ζήτησαν τον αποκεφαλισμό του, ο ένας αρνήθηκε και ζήτησε να τον πάρουν στον καταυλισμό τους. Τότε τον μετέφεραν σε μοτοσυκλέτα από τις 06.00 το πρωί μέχρι τις 16.30 το απόγευμα και όταν έφτασαν τον έβαλαν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, σαν κελί, όπου υπήρχαν και άλλα άτομα. Κοιμήθηκε εκεί το βράδυ και το πρωί ήρθαν (τα άτομα που τον φυλάκισαν) και πήραν κάποια άτομα ζητώντας τους λεφτά με την απειλή του αποκεφαλισμού. Στις 08.00 το πρωί τον έβγαλαν έξω από το κελί για να φάει και όταν αρνήθηκε του είπαν ότι είναι το τελευταίο του γεύμα γιατί θα τον σκοτώσουν. Όταν ρώτησε το λόγο που θα τον σκοτώσουν, του απάντησαν επειδή είναι δάσκαλος και δεν επιτρέπουν την εκπαίδευση σ’ αυτή την περιοχή. Ικέτεψε για τη ζωή του, και ένας από αυτούς του είπε ότι θα τον αφήσουν αν φάει ωμό κρέας και δέχτηκε. Μετά πήραν τον αιτητή πίσω στο κελί με τους υπόλοιπους, και του πήραν το κινητό. Αργότερα το βράδυ πήραν στο κελί ακόμα ένα άτομο του οποίου έκοψαν τα χέρια και τους απείλησαν ότι θα κόψουν και τα δικά τους.
Ο αιτητής, ως ανέφερε, έμεινε στο κελί 3 μέρες χωρίς καμιά επικοινωνία με την οικογένεια ή τους φίλους του, την 4η μέρα τον έβγαλαν από το κελί, του έδωσαν το κινητό και του ζήτησαν να τους δώσει τον αριθμό των πιο κοντινών του ανθρώπων. Έδωσε τον αριθμό της γυναίκας του, της τηλεφώνησαν και της ζήτησαν 3.000.000 CFA. Η γυναίκα του ενημέρωσε συγγενείς και συναδέλφους και κατάφερε να μαζέψει 1.000.000, το οποίο έστειλε στους απαγωγείς του, οι οποίοι απελευθέρωσαν τον αιτητή υπό τον όρο να μην τον ξαναδούν στην περιοχή αλλιώς θα τον σκοτώσουν. Με την επιστροφή του ζήτησε μετάθεση και η απάντηση που πήρε είναι ότι η μετάθεση θα γίνει σε 10 χρόνια. Ως ανέφερε, ζητήθηκε από όλους τους δασκάλους να επιστρέψουν στο χώρο εργασίας τους, ενώ η κυβέρνηση δεν τους παρείχε καμιά προστασία. Η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο και έφυγε από τη χώρα για να προστατευθεί.
Ερωτηθείς αν υπάρχει άλλος λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα του, ο αιτητής απάντησε ότι το 2016 η Ένωση Δασκάλων (Teacher Union) κάλεσε συνάντηση αναφορικά με τα προβλήματα που υπάρχουν στην εκπαίδευση στις αγγλόφωνες περιοχές. Η συνάντηση διακόπηκε από την κυβέρνηση, η οποία ενημέρωσε ότι δεν θα εγκρίνει κάτι, και τότε οι δάσκαλοι αποφάσισαν να κατέβουν σε απεργία. Αυτό συνείσφερε στη συνεχιζόμενη αγγλόφωνη κρίση και ετοιμάστηκε γι’ αυτό λίστα με τα ονόματα των δασκάλων που παρευρέθηκαν στη συνάντηση, στην οποία βρισκόταν και το όνομα του αιτητή, η οποία δόθηκε στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση άρχισε να τους απειλεί, ότι δεν θα σταματήσει η εκπαίδευση ή η διδασκαλία. Ως ανέφερε ο αιτητής θεωρεί ότι αυτός είναι ο λόγος που η κυβέρνηση αρνήθηκε τη μετάθεση του και τον άφησε σε εμπόλεμη περιοχή.
Σε ερώτηση αν έχει κάτι που να αποδεικνύει ότι είναι δάσκαλος, ο αιτητής απάντησε αρνητικά, ενώ σε ερώτηση αν ήταν προσωπική στοχοποίηση του ή γενική κατάσταση, απάντησε ότι ήταν γενική κατάσταση. Σε ερωτήσεις για τα χρήματα που έπρεπε να δώσει για την απελευθέρωση του, ο αιτητής διευκρίνισε ότι η σύζυγος του κατάφερε να μαζέψει 1.000.000 CFA μέσα σε μιάμιση μέρα και τα μετέφερε στους αποσχιστές μέσω κινητού τηλεφώνου. Ερωτηθείς γιατί θεωρεί ότι τον άφησαν παρά το γεγονός ότι η σύζυγος του δεν κατάφερε να μαζέψει ολόκληρο το ποσό, ο αιτητής απάντησε ότι ήταν λόγω του ότι τους παρακάλεσε να μην τον σκοτώσουν και επειδή δεν έχει λεφτά. Σε ερώτηση πότε ήταν η τελευταία φορά που έλαβε οποιαδήποτε απειλή, ο αιτητής απάντησε τον Μάιο του 2021. Ως ανέφερε, απειλήθηκε από ομάδα αγνώστων, οι οποίοι απείλησαν να εξαλείψουν τους δασκάλους. Σε ερώτηση γιατί αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του καθώς δεν έχει συμβεί κάτι άλλο από τον Μάιο, ο αιτητής απάντησε ότι ήταν λόγω της επιμονής της κυβέρνησης να συνεχίσει τη διδασκαλία στη συγκεκριμένη περιοχή χωρίς την παροχή ασφάλειας. Σε ερώτηση γιατί δεν μετεγκαταστάθηκε σε πιο ασφαλείς περιοχές, ο αιτητής δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν ενέκρινε τη μετάθεση του και ότι θα τον συλλάβουν και θα τον φυλακίσουν. Ερωτηθείς γιατί θα τον φυλακίσουν ο αιτητής απάντησε πως λόγω της άρνησης του να συνεχίσει να διδάσκει, θα θεωρηθεί ότι προωθεί την κρίση.
Ερωτηθείς πότε σταμάτησε να δουλεύει, ο Αιτητής απάντησε 03/05/21, ενώ δήλωσε ότι από τον Ιούνιο μέχρι και τις 28/07/21 κρυβόταν στο σπίτι του θείου του και ακολούθως για δύο βδομάδες στην Buea. Σε ερώτηση πως γνωρίζει η κυβέρνηση ότι σταμάτησε να εργάζεται, ο αιτητής απάντησε ότι στέλνει επιθεωρητές να ελέγξουν. Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι ταξίδεψε νόμιμα με χρήση διαβατηρίου ενώ η κυβέρνηση θα τον συλλάβει και θα τον φυλακίσει, ο Αιτητής απάντησε ότι μπορείς να ταξιδέψεις χωρίς να ερωτηθείς κάτι («It is possible to travel without questioning»).
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε ο αιτητής εντόπισαν και αξιολόγησαν τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής του αιτητή
- Ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του από τους αποσχιστές και από την κυβέρνηση
- Λόγω γενικής κατάστασης ανασφάλειας στην Αγγλόφωνη περιοχή του Καμερούν
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο και 3ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Συγκεκριμένα, αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι στερείται εσωτερικής συνοχής ενόψει της αοριστίας, ασάφειας, έλλειψης συνέπειας, ευλογοφάνειας αλλά και γενικότητας των δηλώσεων του αιτητή. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, σε ερώτημα για ποιο λόγο τον πήραν συγκεκριμένα αυτόν οι αποσχιστές, ο αιτητής απάντησε με αοριστία και ασάφεια ότι πρόσεξαν ότι ήταν δάσκαλος και σε ερώτηση προς τους σκοπούς των ατόμων που τον απήγαγαν, ο αιτητής απάντησε αόριστα και γενικόλογα ότι ήθελαν να σταματήσει να διδάσκει. Ερωτηθείς για ποιο λόγο υπήρχαν και άλλα άτομα στο σκοτεινό δωμάτιο, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ο αιτητής απάντησε ότι δεν μπορεί πραγματικά να γνωρίζει τον λόγο που υπήρχαν άλλα άτομα εκεί. Αξιολογήθηκε περαιτέρω αρνητικά το ότι, ως ανέφερε, οι αποσχιστές ζήτησαν αρχικά το χρηματικό ποσό των 3.000.000, η γυναίκα του κατάφερε να μαζέψει το ποσό του 1.000.000, ζητηθείς να εξηγήσει τι συνέβη με τα υπόλοιπα 2.000.000, ο αιτητής απάντησε με αοριστία και ασάφεια ότι τους ικέτευσε γιατί είναι φτωχός και αποδέχθηκαν το μικρότερο ποσό, εξηγήσεις που κρίθηκαν ως μη ευλογοφανείς. Σε σχετικό ερώτημα για το πως είναι δυνατόν να μαζευτεί το εν λόγω ποσό, ο αιτητής απάντησε γενικευμένα και αόριστα ότι βοήθησαν οι συνάδελφοι του και η οικογένεια του, ισχυρισμός που κρίθηκε ομοίως μη ευλογοφανής. Εντοπίστηκε επίσης αντίφαση στο ότι, ενώ αρχικά ανέφερε ότι εργαζόταν μέχρι που έφυγε από τη χώρα, μετά ανέφερε ότι είχε σταματήσει να εργάζεται 5 μήνες προηγουμένως. Αντίφαση τέλος είχε εντοπιστεί και στο ότι ενώ προηγουμένως ανέφερε ότι η κυβέρνηση θα τον φυλάκιζε αν σταματούσε να διδάσκει, ακολούθως ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα δι’ αεροδρομίου χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα.
Επί της εξωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι, δεδομένης της προσωπικής φύσης των ισχυρισμών του αιτητή, δεν υπάρχουν λόγοι που δικαιολογούν έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες.
Επί του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού, κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά, κρίθηκε ότι υφίσταται σήμερα κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης στην περιοχή, λόγω της δράσης του αποσχιστικού κινήματος από το 2017. Γι’ αυτό και ο ισχυρισμός αυτός έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος.
Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στο βορειοδυτικό Καμερούν, ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας, ο αιτητής να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνο να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ο αιτητής κατά την επιστροφή του.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς προωθώντας εν τέλει μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας και μη αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης.
Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη και ορθή επί της ουσίας, ως και τα επιμέρους ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή και ζητούν απόρριψη της προσφυγής.
Προχωρώ με την εξέταση του ισχυρισμού που αφορά την μη διενέργεια δέουσας έρευνας και ελλιπούς αιτιολόγησης, οι οποίοι, δεδομένου ότι συμπλέκονται με την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, θα εξεταστούν μαζί μ’ αυτήν πιο κάτω.
Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με την κατάληξη τους επί της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, καθώς τα όσα ανέφερε επί τούτου, ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν ενδελεχώς στην επίδικη έκθεση (ερ.52-55), στερούνταν σε όλη τους την έκταση κάθε ψήγματος εύλογα αναμενόμενης λεπτομέρειας, βιωματικού στοιχείου και ευλογοφάνειας και έβριθαν κενών, ασαφειών και αντιφάσεων επί των όσων εξιστόρησε, τόσο αναφορικά με την επίθεση που δέχθηκε και την απαγωγή του αλλά και τα όσα ακολούθησαν αυτής. Σημειώνω ενδεικτικά ότι, παρά το πλούσιο αφήγημα που παρέθεσε ο αιτητής επί των ως άνω, σ’ αυτό δεν περιλαμβάνονται εύλογα αναμενόμενα στοιχεία, όπως το τι έκανε ενόσω βρισκόταν φυλακισμένος από τους απαγωγείς του, κάποια συζήτηση με τα άλλα άτομα που βρίσκονταν φυλακισμένα μαζί του, γιατί δεν έφυγε από τον τόπο διαμονής του προηγουμένως και που στηρίζει το ότι θα τον δίωκαν οι αρχές, εφόσον έφυγε νομίμως από τη χώρα δι’ αεροδρομίου. Ουδέν στοιχείο ή άλλη λεπτομέρεια δίδει ο αιτητής για τη συνάντηση που έγινε μεταξύ καθηγητών, τι ειπώθηκε εκεί, κάποια – έστω φωτογραφική - ανάμνηση από αυτό. Σημειώνω τέλος ότι, παρότι αυτό φαίνεται να έγινε αποδεκτό από τους καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια του προφίλ του αιτητή, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις αναφορικά με το κατά πόσο ο αιτητής είναι δάσκαλος, καθώς, παρότι διατηρεί επικοινωνία με την οικογένεια του, δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει ούτε ένα έγγραφο που να αποδεικνύει τούτο, παρότι θα ήταν εύκολο να εξασφαλίσει και να προσκομίσει ένα τέτοιο έγγραφο, έστω – κατ’ ελάχιστο – τον τίτλο σπουδών του ή την αίτηση μετάθεσης του ή άλλο σχετικό με την εργασία του έγγραφο.
Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας των λεγομένων του αιτητή οφείλω να σημειώσω ότι, παρά τη σημαντικά τρωθείσα εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, θα έπρεπε θεωρώ να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) και λανθασμένα δεν έγινε. Κρίνω δε σκόπιμο στα πλαίσια της παρούσης να παραθέσω τα εξής σχετικά.
Σε αναφορά του Παρατηρητήριου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ημ.12/01/23, που καλύπτει τα γεγονότα του 2022, αναφέρεται ότι οι αυτονομιστές μαχητές συνέχισαν να σκοτώνουν, να βασανίζουν, να επιτίθενται και να απαγάγουν αμάχους, καθώς και τις επιθέσεις τους κατά μαθητών και δασκάλων, στερώντας κατ’ ουσία από χιλιάδες μαθητές το δικαίωμα στην εκπαίδευση. Ενδεικτικά αναφέρονται περιστατικά απαγωγής και θανάτωσης συνταξιούχων και ενεργών καθηγητών και δασκάλων, μαθητών, άσκηση ιδιαίτερης βίας κατά μαθητών μικρής ηλικίας, καθώς και συχνοί πυροβολισμοί κατά όλων των ως άνω και άλλων αμάχων. [1]
Σύμφωνα με την έκθεση του Παρατηρητήριου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, World Report 2024 – Cameroon ημ.11/01/24 για την κατάσταση όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα το έτος 2023 «[ο]ι αυτονομιστές μαχητές διέκοψαν την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 2023, που είχε προγραμματιστεί για τις 4 Σεπτεμβρίου, επιβάλλοντας μποϊκοτάζ στο σχολείο. Στις 7 Σεπτεμβρίου, ημέρες αφότου άνοιξαν ξανά τα σχολεία, τουλάχιστον τρεις άμαχοι στα νοτιοδυτικά σκοτώθηκαν σε επίθεση για την οποία ευθύνονται αυτονομιστές, οι οποίοι πυροβόλησαν επιβάτες αυτοκινήτων και έβαλαν φωτιά σε οχήματα. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, τουλάχιστον 2.245 σχολεία δεν λειτουργούν στις αγγλόφωνες περιοχές λόγω επιθέσεων και απειλών από ένοπλους αυτονομιστές».[2]
Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [3]
Τα ως άνω επιβεβαιώνονται σε έκθεση με τίτλο «Education Under Attack (2022)», της οργάνωσης Global Coalition to Protect Education From Attack. [4] αλλά και σε έκθεση του ACCORD (Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research Documentation), με τίτλο «Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021-2023)», ημ.04/01/24.[5]
Αναφορικά με την μεταχείριση ατόμων στα οποία αποδίδεται σύμπραξη με το κίνημα των αυτονομιστών, πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν ότι «[με] την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[6] Περαιτέρω, η Διεθνής Αμνηστία και Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες.[7] Μεταξύ άλλων καταγράφουν μεθοδευμένη χρήση βασανισμού, αυθαίρετες κρατήσεις και δολοφονίες ατόμων για τους οποίους υπάρχουν υποψίες ότι συνεργάζονται με τους αυτονομιστές από δυνάμεις ασφαλείας. [8]
Εκ των ως άνω δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι οι δάσκαλοι, ως ο εδώ αιτητής, αλλά ενδεχομένως και το σύνολο του άμαχου αγγλόφωνου πληθυσμού εκτίθενται σε εν δυνάμει θανατηφόρα βία και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους αυτονομιστές και τις κυβερνητικές δυνάμεις αλλά ακόμα και αδιακρίτως ασκούμενης βίας στα πλαίσια των συγκρούσεων αυτονομιστικών ομάδων με τον κυβερνητικό στρατό. Συνεπώς τα όσα επί τούτου αναφέρει ο αιτητής συνάδουν αναμφισβήτητα με διαθέσιμες πληροφορίες.
Παρά τα ως άνω όμως, η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, ως ανωτέρω λεπτομερώς εξηγείται, είναι τέτοια που στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, καθώς η συμφωνία των ισχυρισμών του με διαθέσιμες γενικά πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής και την εκεί συνεχιζόμενη λεγόμενη αγγλόφωνη κρίση δεν αρκεί, τη στιγμή που αυτό στερείται εσωτερικής συνοχής, ενόψει της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας, αφού θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών για τούτο και μόνο τον λόγο, οι οποίοι στερούνται κατά τ’ άλλα εσωτερικής συνοχής και θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση των λεγομένων του. Οι ισχυρισμοί λοιπόν του αιτητή και η εσωτερική συνοχή τους, δεν μπορεί παρά να παραμένουν ύψιστο σημείο αναφοράς όταν γίνεται αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός αφηγήματος. Άλλωστε, ως στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», 2018, σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής στα πλαίσια του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αποτελούν επινοήματα του ιδίου, κατασκευασμένα έτσι ώστε να συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής. Στην απουσία δε εν προκειμένω περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων του αιτητή παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του γίνεται αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Ενόψει των ως άνω απομένει εν προκειμένω μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Ndob, Northwest), σε συνάρτηση και με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ο οποίος άλλωστε έγινε αποδεκτός και από τους καθ’ ων η αίτηση.
Στη βάση δεδομένων ACLED καταγράφονται για το διάστημα από 23/03/24 - 21/03/25 (Βορειοδυτική περιοχή Καμερούν) 957 περιστατικά ασφαλείας και 474 θάνατοι. Τα 761 περιστατικά έχουν κατηγοριοποιηθεί ως ακολούθως: 605 περιστατικά βίας κατά πολιτών (“violence against civilians”), με αποτέλεσμα 159 ανθρώπινες απώλειες, 26 ταραχές (“riots”), με αποτέλεσμα 6 ανθρώπινες απώλειες, 278 μάχες (“battles”), με αποτέλεσμα 290 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, 18 διαμαρτυρίες (“protests”) με συνέπεια 2 θανάτους και 30 περιστατικά εκρήξεων/απομακρυσμένης βίας (“explosions/ remote violence), με αποτέλεσμα 17 θανάτους. Ειδικώς στην πόλη Ndop, καταγράφηκαν για το ίδιο διάστημα 3 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως συνέπεια 3 απώλειες ανθρώπινων ζωών. Εξ αυτών τα 2 καταχωρήθηκαν ως μάχες, με αποτέλεσμα 3 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και το ένα ως περιστατικό βίας κατά πολιτών, χωρίς καμία απώλεια.[9] Σημειώνεται, ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιοχής του Καμερούν ανερχόταν το 2015 περί τα 2 εκατομμύρια κατοίκων[10] και της πόλης Ndop περί τις 100.000 κατοίκων[11].
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην πόλη όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή, ενόψει της απόρριψης του αφηγήματος του περί απαγωγής του και προσωπικής στοχοποίησης του από αυτονομιστές και τις αρχές, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[12] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Σχετικώς, στην απόφαση ΔΕΕ C-465/07, Elgafaji, ημ.17/02/09, σκέψη 35-39, λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά:
«35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»
Δεν παραβλέπω ότι, δεδομένων των σχετικώς υψηλών δεικτών ασκούμενης βίας γενικά στην βορειοδυτική περιοχή, όπου βρίσκεται και η πόλη στην οποία ο αιτητής διέμενε, ενδεχομένως να προκύψουν κίνδυνοι για τον αιτητή, όμως, ως στην αιτ. σκέψη 35 της Οδ.2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.». Εν προκειμένω λοιπόν, στη βάση και των αρχών που τίθενται από την ως άνω νομολογία του ΔΕΕ, δεν θεωρώ ότι ο αιτητής, δεδομένων των πολύ χαμηλών δεικτών περιστατικών ασφαλείας στην πόλη όπου διέμενε, διατρέχει κατά την επιστροφή του εκεί κίνδυνο του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία στη βάση του 19 (2) (γ).
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Η προσφυγή απορρίπτεται.
Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ως αυτές ανωτέρω καταγράφονται και αφορούν την μη διενέργεια έρευνας σε ΠΧΚ αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, οι οποίες, παρότι δεν είναι ικανές - δεδομένου του εξ υπαρχής ελέγχου και σχετικής έρευνας που διενεργήθηκε στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν, ενόψει της ως άνω κατάληξης μου, το τελικό αποτέλεσμα ότι δεν υφίσταται ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας, καταδεικνύουν πλημμελή έρευνα και ελλιπή αιτιολόγηση της δια της παρούσης προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]HRW – Human Rights Watch: World Report 2023 - Cameroon, 12 January 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2085399.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 28/02/2024]
[2] HRW – Human Rights Watch: World Report 2024 – Cameroon, 11 Ιανουαρίου 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/cameroon [Ημερομηνία Πρόσβασης: 28/02/2024]
[3] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).
[4] Global Coalition to Protect Education From Attack, Education Under Attack (2022), pg 8, https://protectingeducation.org/wp-content/uploads/eua_2022.pdf
[5] ACCORD (Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research Documentation), Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021-2023), 4 Ιανουαρίου 2024, pg. 26, https://www.ecoi.net/en/file/local/2102908/a-12289.pdf
[6] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[7] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)
[8] Human Rights Watch, published 06/05/19, https://www.hrw.org/news/2019/05/06/cameroon-routine-torture-incommunicado-detention
[9]ΑCLED, The Armed Conflict Location & Event Data Project, https://acleddata.com/explorer/
(Πλατφόρμα ACLED-Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: past year of ACLED DATA (23/03/2024-21/03/2025), ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Battles, Explosions/Remote violence, Violence against civilians, Protests και Riots, REGION: Africa, COUNTRY: Cameroon, ADMIN: Nord-Ouest, LOCATION: Ndop)
[10]Knoema, Cameroon – North West
[12] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο