
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ.37/25
11 Μαρτίου 2025
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)
Αίτηση από:
1. Β. Α. Ν.
2. Α. Α.
Αιτήτριες
Αιτητές εμφανίζονται αυτοπροσώπως
Κα Θ. Παπανικολάου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Κος F. ELESSE, μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Lingala στα Ελληνικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι αιτήτριες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, προκειμένου να διορίσει δικηγόρο για να χειριστεί την προσφυγή αρ.439/25 που ήδη καταχώρησαν κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.20/02/25, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλαν.
Ως προκύπτει από το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας, η αιτήτριες κατάγονται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ). Η αιτήτρια 1 εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές παράτυπα, μέσω κατεχομένων στις 13/10/21 και στις 02/11/21 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, που απορρίφθηκε με την δια της προσφυγής αρ.439/25 προσβαλλόμενη απόφαση. Η αιτήτρια 2, ανήλικη κόρη της αιτήτριας 1, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές παράτυπα, ομοίως μέσω κατεχομένων, 9 μήνες αργότερα. Στη συνέντευξη στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης ασύλου της αιτήτριας 1, αυτή έκανε αναφορά στην αιτήτρια 2 και έτσι εξετάστηκαν μαζί. Σημειώνεται ότι στη Δημοκρατία βρίσκεται και άλλη, ενήλικη κόρη της αιτήτριας 1, η οποία δεν είναι αιτήτρια στην παρούσα.
Η παρούσα στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, στις διατάξεις του άρθρου 6Β (2) (α) και 6Β (2) (αα), (ββ), που ορίζει τα ακόλουθα:
«(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
[…]
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Κατά την εξέταση αιτήσεως νομικής αρωγής το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς να αποφασίζεται οριστικά η τύχη της προσφυγής που σε κάθε περίπτωση έχουν δικαίωμα να καταχωρήσουν ή να προωθήσουν (αν έχει καταχωρηθεί) με ίδια μέσα ο αιτητής, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της δεν επηρεάζει και δεν προδικάζει την έκβαση της (βλ. Durgo Man v. Δημοκρατίας, Νομ. Αρ. 278/09, ημ.15/07/09).
Στην απόφαση στην αίτηση Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SINGH KHUSHWANT του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι ο Αιτητής δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματός του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου. Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.
[…]
Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης.
[…]. Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιόν του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή.».
Από τα συνημμένα στο Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα προκύπτουν τα ακόλουθα.
Στην αίτηση διεθνούς προστασίας η αιτήτρια 1κατέγραψε ότι (στη χώρα καταγωγής) διέμενε στο διαμέρισμα μίας φίλης της, η οποία είχε έρθει από το εξωτερικό για να την επισκεφθεί. Ακολούθως η φίλη της απεβίωσε και ο πατέρας της τελευταίας, που είναι συνταγματάρχης (“colonel”), απείλησε (την αιτήτρια) ότι θα τη σκοτώσει, ως υπαίτια για το θάνατο της θυγατέρας του.
Κατά τη συνέντευξη είναι η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι γεννήθηκε στην περιοχή Lisala της επαρχίας Equater, σε ηλικία δύο ετών μετακόμισε στην Kalamu, της Κινσάσα, όπου έμεινε από το 1999 έως το 2002, ακολούθως στην κοινότητα Kimbatseke μέχρι το 2005, από το 2005 έως το 2008 δεν είχε σταθερό τόπο διαμονής, καθότι η μητέρα της δεν είχε συγγενείς στην Κινσάσα και έμεναν με διάφορους φίλους. Όταν γνώρισε τον σύζυγό της μετακόμισαν στην Kalamu (Κινσάσα), όπου έμειναν από το 2008 έως το 2009 και το 2009 μετακόμισαν στην κοινότητα Ngiri Ngiri (Κινσάσα), όπου έμεινε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα. Η αιτήτρια 1 ισχυρίστηκε ότι δεν γνώρισε τον πατέρα της, η μητέρα της απεβίωσε λόγω ασθένειας το 1997, δεν έχει αδέρφια, έχει τέσσερα παιδιά, τρία παιδιά (δύο ανήλικους υιούς και μία ανήλικη θυγατέρα) από τον σύζυγό της και μία ενήλικη θυγατέρα από τον πρώτο της σύντροφο, ο οποίος απεβίωσε το 2003. Οι δύο θυγατέρες της (μία εκ των οποίων είναι ενήλικη και δεν είναι αιτήτρια στην παρούσα) βρίσκονται στη Δημοκρατία. Άφησε τους δύο ανήλικους υιούς της με τον σύζυγό της, αλλά διέκοψε την επικοινωνία μαζί τους τον Μάιο του 2022 όταν της είπε η ενήλικη θυγατέρα ότι ο σύζυγος της αποπειράθηκε να την βιάσει. Η αιτήτρια 1 ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εργάστηκε ως κομμώτρια από το 2016 μέχρι την αναχώρησή της από τη ΛΔΚ και ασχολήθηκε και με αγοραπωλησία ειδών ένδυσης από το 2018. Αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα της στις 28/09/21 με φοιτητική άδεια εισόδου στα κατεχόμενα και οι δύο θυγατέρες της αφίχθηκαν στη Δημοκρατία εννέα περίπου μήνες αργότερα.
Κατά την ελεύθερη αφήγησή της η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής επειδή κατηγορήθηκε ψευδώς για τη δολοφονία μίας φίλης της. Ως επί τούτου ανέφερε, τον Αύγουστο του 2021, όταν έμενε με μία φίλη της στο ίδιο δωμάτιο, κατά τη διάρκεια της νύχτας η φίλη της δεν αισθανόταν καλά και τότε η μικρότερη αδερφή της φίλης της, ξύπνησε την αιτήτρια 1 και η ίδια βρήκε την φίλη της να βγάζει αφρούς. Η αδελφή της φίλης της κάλεσε αμέσως την οικογένειά τους και την μετέφεραν με τη βοήθεια της αιτήτριας 1 στο νοσοκομείο Bondeko. Ακολούθως η αιτήτρια 1 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ότι η φίλη της απεβίωσε. Ο θείος φίλης της αιτήτριας 1 την κατηγόρησε για τον θάνατο της φίλης της.
Στις 10/08/21, ως ισχυρίστηκε η αιτήτρια 1, ο θείος της φίλης της την πλησίασε και ζήτησε να μιλήσει μαζί της, την οδήγησε στο αυτοκίνητό του και μόλις μπήκε μέσα είδε δύο μασκοφόρους άνδρες. Την οδήγησαν σε μια άγνωστη τοποθεσία, που αργότερα έμαθε ότι ήταν ένας υπόγειος χώρος στην κοινότητα Maluku, όπου την κράτησαν για πέντε ημέρες. Ο θείος της φίλης της την επισκεπτόταν συχνά, απειλώντας να τη σκοτώσει και κάποια στιγμή της έβαλε ένα φάρμακο στο αυτί και της έκοψε το αριστερό της χέρι με ένα αιχμηρό αντικείμενο, ενώ έδωσε οδηγίες στους μασκοφόρους να τη σκοτώσουν. Τότε η αιτήτρια 1 άρχισε να κλαίει από τον πόνο και όταν είπε την ιστορία της σε ένα από τους μασκοφόρους, αυτός πείστηκε, ως αναφέρει, για την αθωότητα της και τη βοήθησε να δραπετεύσει. Στο μεταξύ, ο σύζυγός της αιτήτριας 1, ο οποίος την αναζητούσε, ζήτησε βοήθεια από ένα πάστορα. Όταν κατάφερε η ίδια να φτάσει στη συγκεκριμένη εκκλησία, ο πάστορας κάλεσε τον σύζυγό της και τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι δεν συνέβη κάτι στην οικογένειά της από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα, αναφέροντας όμως ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, ο θείος της φίλης της θα την σκοτώσει.
Η Υπηρεσία Ασύλου, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.
1. Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής και τόπος διαμονής της αιτήτριας
2. Η αιτήτρια 1 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλών κατά της ζωής της από τον θείο μίας φίλης της, ο οποίος την κατηγόρησε για τον θάνατο της τελευταίας
Εκ των ως άνω έγινε δεκτός ο 1ος ισχυρισμός, απορρίφθηκε δε ο 2ος ισχυρισμός της ως αναξιόπιστος.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι η αφήγηση της αιτήτριας επί των κατ’ ισχυρισμών απειλών που δέχθηκε από θείο της αποθανούσας φίλης της υπήρξε εν πολλοίς γενική, χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες και με πλήθος αντιφάσεων, με συνέπεια ο ισχυρισμός να μην γίνει αποδεκτός. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι η αιτήτρια 1 δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τις συνθήκες θανάτου της φίλης της, λέγοντας ότι απλά την είδε νεκρή, ερωτηθείσα για το πιστοποιητικό θανάτου της φίλης της, η αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει επειδή κανένας δεν της είπε για το πιστοποιητικό θανάτου. Ως αξιολογήθηκε σχετικώς αναμενόταν από την αιτήτρια να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες και εξηγήσεις για τον θάνατο της φίλης της, καθότι ως δήλωσε, είχε δει τη φίλη της στο δωμάτιο να αφρίζει και είχε μείνει και κάποιες ώρες, ως ισχυρίστηκε, στο νοσοκομείο.
Ερωτηθείσα η αιτήτρια για ποιο λόγο κατηγόρησαν την ίδια για τον θάνατο της φίλης της, αφού ήταν και η αδερφή της φίλης της παρούσα, η αιτήτρια απάντησε ότι έμεναν και οι δύο στο διαμέρισμα και όταν τις ρώτησαν, είπε ότι η ίδια κοιμόταν κάτω, η φίλη της πάνω και όταν η αδερφή της την βρήκε νεκρή, ξύπνησε και την ίδια. Σε ερώτηση κατά πόσο ήταν παρούσα η αδερφή της φίλης της, η αιτήτρια απάντησε ότι είχε έρθει την τελευταία μέρα και επιβεβαίωσε πως ήταν παρούσα στα θάνατο της. Κληθείσα εκ νέου να εξηγήσει για ποιο λόγο τότε κατηγορήθηκε η ίδια, η αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει και δεν είναι μέλος της οικογένειάς τους. Στη συνέχεια, όταν ρωτήθηκε ποιος μετέφερε τη φίλη της στο νοσοκομείο, απάντησε ότι το έπραξε η ίδια, το άτομο στην υποδοχή και η αδελφή της και ότι κατά την μεταφορά, η φίλη της δεν ήταν ακόμη νεκρή.
Οι ως άνω δηλώσεις κρίθηκαν συγκεχυμένες, γενικόλογες και αντιφατικές , καθότι, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι η αδερφή της φίλης της βρήκε τη φίλη της νεκρή, ακολούθως δήλωσε ότι κατά την μεταφορά στο νοσοκομείο, δεν είχε ακόμη αποβιώσει και δεν ήταν σε θέση να παραθέσει μια συνεκτική αφήγηση όσων έλαβαν χώρα το βράδυ του κατ’ ισχυρισμό θανάτου της φίλης της, ποιοι ήταν παρόντες και πως εξελίχτηκαν τα γεγονότα.
Ερωτηθείσα η αιτήτρια με ποιο τρόπο την κατηγόρησαν, αφού - ως η ίδια είχε δηλώσει - το συμβάν δεν καταγγέλθηκε στις αρχές, η αιτήτρια απάντησε αόριστα ότι ήθελαν να την εκδικηθούν, χωρίς εντούτοις να δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο ζήτημα που της τέθηκε. Ερωτηθείσα η αιτήτρια κατά πόσο η οικογένεια της αποθανούσας είχε αποδεικτικά στοιχεία, απάντησε ότι δεν είχαν και ότι προέβησαν στην κατηγορία μόνο επειδή η ίδια έμενε μαζί της. Κληθείσα να εξηγήσει για ποιο λόγο κατηγόρησαν μόνο την ίδια αφού και η αδερφή της αποθανούσας βρισκόταν εκεί, η αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Επί των ως άνω κρίθηκε ότι η αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για ποιο λόγο κατηγορείται η ίδια για τον θάνατο της φίλη της, καθότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε ενδείξεις ή αποδείξεις για το περιστατικό.
Περαιτέρω εντοπίστηκε ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, όταν ο μασκοφόρος άνδρας τη βοήθησε να δραπετεύσει, η αιτήτρια, σε σχετική ερώτηση, δήλωσε ότι δεν πήγε στην οικία της και ότι παρέμεινε στην κοινότητα Gombe μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα μαζί με το άτομο που διευθέτησε τα έγγραφα της αναχώρησής της. Ωστόσο σε αρχικό στάδιο της συνέντευξης, η αιτήτρια δήλωσε ως τελευταίο τόπο διαμονής της την κοινότητα Ngiri Ngiri, εκτός από τις τελευταίες δύο μέρες που δήλωσε ότι έμενε στην κοινότητα Kalamu. Κληθείσα να εξηγήσει την ανωτέρω αντίφαση, η αιτήτρια απάντησε ότι δεν είχε καταλάβει ότι έπρεπε να το είχε αναφέρει.
Τέλος αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι στην επίδικη αίτηση της η αιτήτρια κατέγραψε ότι απειλείται από τον πατέρα της φίλης της, ο οποίος είναι συνταγματάρχης, ενώ στη συνέντευξή της αναφέρθηκε μόνο στον θείο της φίλης της. Κληθείσα να εξηγήσει την πιο πάνω αντίφαση, η αιτήτρια απάντησε ότι ήταν η πρώτη φορά που έπρεπε να εξηγήσει κάτι και βρισκόταν υπό συναισθηματική φόρτιση όταν έγραφε, εξήγηση που κρίθηκε ανεπαρκής.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και γι’ αυτό δεν θεωρήθηκε σκόπιμο να γίνει έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Για τους πιο πάνω λόγους ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός, ως σχηματίστηκε, απερρίφθη.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού, ήτοι 1ου ουσιώδους ισχυρισμού, κατόπιν επισκόπησης και αξιολόγησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Κινσάσα), σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις της, ήτοι το ότι δεν αντιμετωπίζει θέματα υγείας και δεν φέρει στοιχεία ευαλωτότητας, γεγονός που την καθιστά απόλυτα ικανή να εργαστεί και να είναι σε θέση να στηρίξει οικονομικά τον εαυτό της, σημειώνοντας σχετικά ότι εργαζόταν ως κομμώτρια από το 2016 και ασχολήθηκε με την αγοραπωλησία ειδών ένδυσης, η Υπηρεσία κατέληξε ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα κατά την επιστροφή της να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκαν αποφάσεις επιστροφής κατ’ αμφότερων των αιτητριών.
Στην αιτήτρια 1 μεταφράστηκε το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και της δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί, αφότου της εξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία για την έγκριση αιτήσεων ως η παρούσα, ως και ανωτέρω καταγράφεται και ανέφερε ότι εξακολουθούν να τη διώκουν και ότι δεν έχει χρήματα.
Η συνήγορος για Γεν. Εισαγγελέα επισήμανε ότι τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έτυχαν ενδελεχούς εξέτασης και αξιολόγησης και τα ευρήματα της Υπηρεσίας ήταν ορθά, παραπέμποντας στις σελ.7-11 της έκθεσης της Υπηρεσίας, και συνεπώς - ως εισηγήθηκαν - δεν υφίστανται εν προκειμένω πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής.
Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του σημειώματος του Γενικού Εισαγγελέα, των συνημμένων σ’ αυτό εγγράφων αλλά και των δηλώσεων της αιτήτριας στα πλαίσια της παρούσης.
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων σε συνάρτηση με το νομικό πλαίσιο επί αιτήσεων νομικής αρωγής, ως ανωτέρω καταγράφεται.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, σελ.98, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής: «[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας, ως στα ερ.79-82 καταγράφονται και παρατίθενται εν συντομία ανωτέρω. Τούτο γιατί, πολύ απλά, το όλο αφήγημα της αιτήτριας βρίθει κενών και εξόφθαλμων αντιφάσεων και στρείται κάθε εύλογα αναμενόμενου ψήγματος βιωματικής λεπτομέρειας σχετικά με το σύνολο των όσων ισχυρίστηκε αναφορικά τόσο με τον κατ’ ισχυρισμό θάνατο της φίλης της, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε και τα όσα έγιναν εκείνο το βράδυ, όσο και τις κατ’ ισχυρισμό μετέπειτα απειλές που έλαβε από την οικογένεια της φίλης της. Δεν έχω τίποτε να προσθέσω στα όσα επί τούτου λεπτομερώς καταγράφονται στην έκθεση της Υπηρεσίας, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ, δεδομένου ότι πιο πάνω καταγράφονται, πέραν του να υιοθετήσω αυτά ως έχουν και να σημειώσω ότι τυχόν αποδοχή του αφηγήματος της αιτήτριας ως αυτό αναφέρθηκε από την ίδια θα ισοδυναμούσε με αφελή ανεπιφύλακτη αποδοχή του, ενάντια σε κάθε εύλογα κριτική θεώρηση των ισχυρισμών της. Συμφωνώ και με την κατάληξη τους ότι εν προκειμένω δεν θα μπορούσε να είναι σκόπιμο να αναζητηθούν πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές τόσο λόγω της αμιγώς προσωπικής φύσης των ισχυρισμών της αιτήτριας όσο και, θα πρόσθετα, λόγω της καταφανούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της.
Σημειώνω εδώ ότι στην επίδικη έκθεση, παρότι γίνεται λεπτομερής αναφορά στα τέκνα της αιτήτριας, περιλαμβανομένης της αιτήτριας 2 (ερ.78, σελ.10 έκθεσης) δεν φαίνεται να γίνεται εκτίμηση κινδύνου στην ορθή βάση, αφού στα ερ.78-79 δεν περιλαμβάνεται και δεν αξιολογείται η αιτήτρια 2, ανήλικο τέκνο της αιτήτριας, και ούτε συνυπολογίζεται η επίδραση της ύπαρξης της ως προς την ίδια ως ανήλικο, στα πλαίσια αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος της, αλλά ούτε και εξετάζεται δεόντως το κατά πόσο αυτό διαφοροποιεί το προφίλ της αιτήτριας 1. Περαιτέρω δεν καθίσταται σαφές, δεδομένου ότι ουδέν επί τούτου αναφέρεται, κατά πόσο έγιναν ή όχι αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της αιτήτριας 1 περί του ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με τον σύζυγο της και τα τέκνα της από το 2022 για τον λόγο ότι - ως η αιτήτρια αναφέρει (ερ.40) - αυτός προσπάθησε να κακοποιήσει σεξουαλικά ανήλικη κόρη της αιτήτριας από άλλο πατέρα (σε χρόνο που αυτή ήταν ήδη ενήλικη), η οποία βρίσκεται σήμερα στη Δημοκρατία. Σημειώνω εδώ ότι, δεδομένου ότι περαιτέρω η αιτήτρια 1 ανέφερε ότι δεν διατηρεί επαφή με άλλο μέλος της ευρύτερης οικογένειας των αιτητριών, το σημείο αυτό καθίσταται θεμελιώδες για το όλο προφίλ τους και του κατά πόσο αυτές διαθέτουν ή όχι υποστηρικτικό δίκτυο σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής.
Σημειώνω βεβαίως σχετικώς ότι γυναίκες μόνες στην Κινσάσα, ιδιαίτερα με ανήλικο, αντιμετωπίζουν πολλές και συχνά ανυπέρβλητες προκλήσεις διαβίωσης, βιοπορισμού και στέγασης και είναι ευάλωτες σε σοβαρές παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, ελλείψει σχετικού συστήματος κοινωνικών παροχών και δεδομένης του εχθρικού προς αυτές κοινωνικού περιβάλλοντος. [1], [2], [3], [4], [5]
Ελλείψει των ως άνω, αναπόφευκτα, η εκτίμηση κινδύνου που διενεργήθηκε από την Υπηρεσία στα πλαίσια της επίδικης αίτησης διεθνούς προστασίας δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί καταφανώς πλημμελής με ενδεχομένως καταλυτικές συνέπειες τόσο στην ορθότητα όσο και την νομιμότητα της επίδικης απόφασης επί της αιτήσεως.
Στη βάση των ως άνω διαπιστώσεων μου θεωρώ ότι η προσφυγή που καταχωρήθηκε διατηρεί τις εκ του νόμου απαιτούμενες πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Σημειώνω βεβαίως και τονίζω ότι δεν είναι σκοπός της διαδικασίας περαιτέρω και εις βάθος εξέταση των στοιχείων και δεδομένων που συνθέτουν τη συνδεδεμένη με την παρούσα προσφυγή και - πολύ περισσότερο - η εκφορά καταληκτικής κρίσης τόσο επί της αξιοπιστίας όσο και επί των αναγκών διεθνούς προστασίας ή της αρχής της μη επαναπροώθησης, ζητήματα που παραμένουν να αποφασιστούν από το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της προσφυγής, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο, η κατάληξη να είναι η ίδια, ήτοι η απόρριψη της προσφυγής, όμως μέσα από μια εντελώς διαφορετική πορεία, σίγουρα πληρέστερη αξιολόγηση των στοιχείων που συνθέτουν την υπόθεση.
Άλλωστε οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας – προαπαιτούμενο προκειμένου για έγκριση αιτήσεως νομικής αρωγής, ως η παρούσα – θεωρώ πως πληρούνται οσάκις εντοπίζεται, μέσα πάντοτε από μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση των στοιχείων εκάστης υπόθεσης, σημείο εκ του οποίου τεκμηριώνεται πραγματική πιθανότητα (εν αντιθέσει με απλό ενδεχόμενο) η συνδεδεμένη προσφυγή να επιτύχει, χωρίς να προδικάζεται το αποτέλεσμα της, σε κάθε περίπτωση.
Γι’ αυτό και θεωρώ ότι αντίθετη κατάληξη, θα περιόριζε «αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής» και ενδεχομένως να εμπόδιζε την «ουσιαστική πρόσβαση [των αιτητριών] […] στη δικαιοσύνη» [αρ.6Β (2), τελευταίο εδάφιο, του περί Νομικής Αρωγής Νόμου].
Ενόψει των όσων ανωτέρω αναφέρονται η παρούσα αίτηση δυνατόν να γίνει δεκτή, υπό την αίρεση εξέτασης της οικονομικής κατάστασης των αιτητριών.
Δίδονται οδηγίες να ετοιμαστεί κοινωνικοοικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για τις αιτήτριες μέχρι την Τρίτη 18/03/25 και ώρα 12:00.
Η αίτηση ορίζεται για περαιτέρω εξέταση στις 21/03/25, 8:15.
Τα έξοδα του μεταφραστή να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 Nov 2020
https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[2] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, Annex 2: Interview notes, An international humanitarian organisation in the Democratic Republic of Congo (DRC) Skype-interview, 29 July 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf παρα. 11, σελ. 41 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[3] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[4] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 17 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[5] DIS – Danish Immigration Service (Author): Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa , October 2022 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 48-49 (ημ. πρόσβασης 21/07/23)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο