V.E.N ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 8892/2021, 27/3/2025
print
Τίτλος:
V.E.N ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 8892/2021, 27/3/2025
Ημερομηνία:
27 Μαρτίου 2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ. 8892/2021

 

27 Μαρτίου, 2025

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

V.E.N

 

                                                                                                          Αιτήτριας

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της

Υπηρεσίας Ασύλου

 

  Καθ' ων η αίτηση

 

 ........................................

 

Κασσάνδρα Κουπαρή, Δικηγόρος για την Αιτήτρια

 

Μαρία Καρπούζη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Η Αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 07/12/2021, που της κοινοποιήθηκε στις 15/12/2021 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της, για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όσο και από το διοικητικό φάκελο, ο οποίος κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Νιγηρίας και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου στις 23/01/2020 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Στις 05/08/2020 και στις 15/09/2021  πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις στην Αιτήτρια από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία ετοίμασε στις 18/11/2021 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, ο οποίος στις 07/12/2021 αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση, απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.  Κατόπιν των ανωτέρω, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε στις 15/12/2021 επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της επί του αιτήματος της Αιτήτριας, η οποία επιδόθηκε δια χειρός  στην τελευταία αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. 

 

Στη συνέχεια, η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η οποία έγινε μερικώς δεκτή με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερομηνίας 08/09/2023.  Έπειτα, καταχωρήθηκε στις 15/09/2023 η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ως αυτή έγινε αποδεκτή σύμφωνα με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8/9/2023 καθώς και το επισυναπτόμενο με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «police invitation» ημερομηνίας 23/01/2019 από το γραφείο της μονάδας The crack Squad των Νιγηριανών Αστυνομικών αρχών της πόλης Umuahia της πολιτείας  Abia, παραλήπτης του οποίου είναι ο Moses Nwogu (ο πατέρας της αιτήτριας ως η ίδια δήλωσε) (Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης).

 

Η Αιτήτρια δια της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της υποστηρίζει πως το αρμόδιο όργανο εφάρμοσε λανθασμένα τη νομοθεσία, κατά πλάνη περί το νόμο και κατάχρηση εξουσίας. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε την πλημμελή χρήση από την Υπηρεσία Ασύλου του μοντέλου DSSH στη βάση του οποίου απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας και ισχυρίζεται πως η Υπηρεσία Ασύλου κατά την συνέντευξή της έθεσε σε αυτήν ερωτήσεις στερεοτυπικές και ανακριτικού τύπου.  Επιπρόσθετα, εισηγείται πως η Αιτήτρια δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, ότι παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης και ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει νομικά.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, με την εμεπριστατωμένη γραπτή της αγόρευση, αιτείται την απόρριψη του συνόλου των ισχυρισμών, λόγω παραβίασης του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ως γενικοί και αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Παράλληλα, υπεραμύνεται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, απορρίπτοντας τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς υποστήριξε πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία.

 

Με την Απαντητική της Γραπτή Αγόρευση, η αιτήτρια δια της συνηγόρου της, αιτείται την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης των Καθ’ων η αίτηση και/ή τροποποίησης της ώστε να της δοθεί προσφυγικό καθεστώς. Είναι η θέση της πως παρόλο που δεν αναφέρεται η δυνατότητα τροποποίησης της προσβαλλόμενης απόφαση από το Δικαστήριο στο αιτητικό της, εμπεριέχεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος και προνοείται στο άρθρο 11 του περί Ιδρύσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου. Ισχυρίζεται πως πλήττεται το δικαίωμα της σε ακρόαση αφ’ης στιγμής δεν της παρασχέθηκε διερμηνεία της αγγλικής γλώσσας κατά την συνέντευξη της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά παράβαση του άρθρου 13(9)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου και πως εμφιλοχώρησε παράβαση ουσιώδους τύπου καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο. Τέλος, υποστήριξε την παραβίαση του άρθρου 9 και 15 του Περί Προσφύγων Νόμου παραθέτοντας όσα προέβαλε κατά την γραπτή της αγόρευση σχετικά με την μη ορθή χρήση του μοντέλου DSHH από την αρμόδια λειτουργό και της μη ορθής αξιολόγησης του ισχυρισμού της περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού.

 

Κατά τις διευκρινίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνήγορος της Αιτήτριας απέσυρε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από σχετικές εμπεριστατωμένες διευκρινίσεις της κυρίας Καρπούζη.  Επιπρόσθετα, η κυρία Καρπούζη κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το ζήτημα της διερμηνείας υποστήριξε πως ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είχε δικογραφηθεί στα πλαίσια της Γραπτης Αγόρευσης Αιτητή και αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στην Γραπτή Απαντητική Αγόρευσης Αιτητή. Είναι η θέση της πως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι δημοσίας τάξης για να εγείρεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και τέλος, υποστήριξε προφορικά πως δεν υπήρξε παραβίαση των άρθρων 9 και 15 του Περί Προσφύγων Νόμου καθότι η αιτιολόγηση για την παραβίαση των ανωτέρω άρθρων βασίζεται σε όσα προέβαλε για το μοντέλο DSHH.

 

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί λανθασμένης εφαρμογή της νομοθεσίας, πλάνης περί το νόμο και κατάχρησης εξουσίας και γενικότερα αναφορικά με όλους τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Γραπτή Αγόρευση αιτήτριας, θα συμφωνήσω με τους Καθ’ων η αίτηση πως αυτοί αναπτύσσονται σε ένα ενιαίο κείμενο χωρίς να υπάρχει σαφής διαχωρισμός των λόγων ακυρώσεως που προωθούνται και αντίθετα με την επιταγή του Κανονισμού 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019.  Περαιτέρω παρατηρώ πως αυτοί προβάλλονται από την συνήγορο της Αιτήτριας με τρόπο γενικό και αόριστο, και δεν εντοπίζω τεκμηριωμένους νομικούς ισχυρισμούς.

 

Από τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, καθορίζεται πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «7.  Έκαστος διάδικος δέον δια των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως.  Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον.»

 

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3Α.Α.Δ. 598, λέχθηκε πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Ο Κανονισμός 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών του 1962, θέτει υποχρέωση σε κάθε διάδικο, δια των εγγράφων προτάσεών του «να εκθέτει τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως».  Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση των λόγων ακύρωσης από το δικαστήριο (βλ. Ζωμενή-Παντελίδου ν. ΑΗΚ, Υπόθ. Αρ. 108/06, ημερ. 26.7.2007).  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική βάση των λόγων, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης.  Σε διαφορετική περίπτωση, θα παρεχόταν η ευχέρεια για τη συζήτηση σχεδόν κάθε θέματος, με αποτέλεσμα τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (βλ. Ανθούση ν. Δημοκρατίας (1995) 4(Γ) Α.Α.Δ. 1709)».

 

Όπως προκύπτει, από την ανωτέρω νομολογία, όλοι οι νομικοί ισχυρισμοί θα πρέπει να αναπτύσσονται και να αποδεικνύονται με επαρκή βεβαιότητα από τον αιτητή, εφόσον οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια καθιστά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ανεπίδεκτους δικαστικής εκτίμησης (βλ. Ζίζιρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 361).  Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ουδείς από τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται στην Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτριας δεν προβάλλεται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, αλλά ούτε και σύμφωνα με τα όσα η νομολογία έχει καθορίσει.

 

Ομοίως και ο ισχυρισμός περί παράβασης των άρθρων 9 και 15 του Περί Προσφύγων Νόμου δεν περιλαμβάνονται στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως ούτε αναπτύσσεται επαρκώς ως απαιτείται από τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, τουναντίον εδράζεται σε ισχυρισμούς μη συναφείς με το περιεχόμενο των ανωτέρω άρθρων του Περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου, και αυτοί οι ισχυρισμοί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.

 

Ομοίως ως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί της μη χορήγησης σε αυτήν διερμηνείας στην αγγλική γλώσσα, εφόσον ούτε αυτός ο ισχυρισμός περιλαμβάνεται στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως ούτε αναπτύσσεται στην Γραπτή της Αγόρευση και βεβαίως δεν είναι ισχυρισμός που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.  Εκ του περισσού θα πρέπει να αναφέρω πως παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης ότι η αιτήτρια σε κανένα σημείο της συνέντευξης της δεν ήγειρε κάποιο ζήτημα κατανόησης των ερωτήσεων που της τέθηκαν.  Στην παράγραφο 11 της ενυπόγραφης αίτησης που υπέβαλε η αιτήτρια (ερυθρό 4, του διοικητικού φακέλου), αναφέρει ως μητρική της γλώσσα την Igbo και καταγράφει πως ομιλεί και την αγγλική γλώσσα, δηλαδή γλώσσα στην οποία διεξάχθηκε η συνέντευξη.  Επομένως, η αιτήτρια μπορούσε να αντιληφθεί τα όσα εξελίχθηκαν κατά την διάρκεια της συνέντευξης της και να αναφέρει εάν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα στη διαδικασία.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ήταν καθ' όλα ορθή και νόμιμη, εφόσον, μετά το τέλος της συνέντευξης η αιτήτρια υπέγραψε κάθε σελίδα των πρακτικών και των δύο συνεντεύξεων, βεβαιώνοντας πως όσα καταγράφηκαν αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις της (ερυθρά 36 και 25, του διοικητικού φακέλου) (βλ. υπ'αριθμόν 5787/13, Κ.Ν.Κ v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 31/1/2020).  Η αιτήτρια δεν ανέφερε σε κανένα σημείο της συνέντευξης ότι συνάντησε οποιοδήποτε πρόβλημα κατανόησης κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ούτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο επί τούτου, παρόλο που της ζητήθηκε να δηλώσει εάν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε δυσκολία στην κατανόηση ή στην επικοινωνία (ερυθρό 25, του διοικητικού φακέλου).

 

Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από το ερυθρό 29, του διοικητικού φακέλου διαβάστηκε το περιεχόμενο της συνέντευξης της αιτήτριας προτού υπογράψει τα πρακτικά που τηρήθηκαν.  Ούτως ή άλλως, σύμφωνα με το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, το αρμόδιο όργανο καλεί διερμηνέα όπου αυτό είναι αναγκαίο και/ή όπου κριθεί απαραίτητο.  Στη βάση των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος νομικός ισχυρισμός περί του ότι δεν έγινε ορθή διερμηνεία, απορρίπτεται.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο, ενόψει της εξουσίας του, θα προβεί αυτεπαγγέλτως σε κατ’ ουσίαν έλεγχο της υπόθεσης. Συνεπώς, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Κατά την καταγραφή της αίτησης της, η Αιτήτρια δήλωσε πως  εγκατέλειψε την χώρα της επειδή θα φυλακιζόταν για περίπου 14 έτη για το αδίκημα της ομοφυλοφιλίας (το περιέγραψε ως offence of lesbian) και τότε ο αδελφός της την συμβούλευσε να εγκαταλείψει τη χώρα τους προκειμένου να σπουδάσει στο εξωτερικό επειδή θεωρούσαν ότι ήταν η μόνη επιλογή που είχε για να μην φυλακισθεί. Πρόσθεσε πως τον Δεκέμβριο του 2019 ο αδελφός της είχε ένα ατύχημα και όπως δήλωσε μέχρι τη στιγμή της καταγραφής της αίτησης βρισκόταν στο νοσοκομείο με κάταγμα της σπονδυλικής του στήλης και οι ιατροί ανέφεραν πως δεν θα περπατήσει γεγονός που της προκάλεσε σοκ.  Τέλος, υποστήριξε πως δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της γιατί θα αντιμετωπίσει ποινή φυλάκισης (ερυθρό 2, του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια των δύο συνεντεύξεων της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η αιτήτρια δήλωσε πως γεννήθηκε στην Osisioma στο κρατίδιο Abia και ανέφερε πως από το 1993 μέχρι το 2006 διέμεινε στην πολιτεία Delta.  Στη συνέχεια, σπούδασε οικονομικά σε ινστιτούτο στην πολιτεία Enugu (ερυθρό 25 4χ του διοικητικού φακέλου) μέχρι το 2010 που αποφοίτησε.  Στην πρώτη της συνέντευξη δήλωσε βέβαια ότι αποφοίτησε το 2016 και πως αφού αποφοίτησε εργάστηκε σε μια μικρή φάρμα (ερυθρά 25 4χ, 24 3, 4χ, 5χ του διοικητικού φακέλου).  Όπως ανέφερε, δεν είχε σταθερή διαμονή και ισχυρίστηκε ότι κάποιες φορές διέμενε με τον αδελφό της (ερυθρό 30 1χ, του διοικητικού φακέλου).  Περαιτέρω δήλωσε πως διέμεινε από το 2013 μέχρι το 2016 στο Lagos state, το 2017 επέστρεψε στην πολιτεία της και από το 2018 διέμεινε στην Umuahia μέχρι και τον Ιανουάριο του 2019 όταν και επέστρεψε στο Lagos όπου διέμεινε μέχρι να ετοιμαστούν τα έγγραφα της για να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της τον Ιούνιο του 2019 (ερυθρά 34 3χ, 1χ, 2χ, του διοικητικού φακέλου).

 

Δήλωσε πως εργαζόταν στην χώρα καταγωγής της από το 2014 έως το 2016 σε τράπεζα στο Lagos και από το 2018 έως το 2019 εργάστηκε ως manager σε μια μικρή φάρμα στην Umuahia στο Olokoro (ερυθρό 35 5χ, του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την οικογένεια της δήλωσε πως αποτελείται από τον πατέρα της και τα 5 αδέλφια της, όλοι πλην ενός αδελφού της διαμένουν σε διαφορετικές πολιτείες μέσα στην χώρα και μόνο ένας αδελφός της διαμένει στην ίδια πολιτεία με τον πατέρα της (Abia State) (ερυθρό 25 1χ, 5χ, 35 1χ, του διοικητικού φακέλου).  Όπως ανέφερε έχει συχνή επικοινωνία με την οικογένειά της (ερυθρό 35 του διοικητικού φακέλου).

 

Η αιτήτρια κατά την ελεύθερη αφήγησή της ανέφερε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Ειδικότερα, δήλωσε πως στις 21/01/2019 αστυνομικοί πήγαν στη φάρμα όπου εργαζόταν και έπιασαν την ίδια και την σύντροφό της επ’ αυτοφώρω σε ερωτικές περιπτύξεις,  έβγαλαν φωτογραφίες και της είπαν πως θα αναφέρουν όσα είδαν στο αστυνομικό τμήμα. Η ίδια ένιωσε ντροπή και αναγκάστηκε να μιλήσει στην οικογένεια της για αυτό το περιστατικό.

 

Ο αδελφός της την συμβούλευσε να μεταβεί στο Lagos επειδή αυτό που συνέβη ήταν σοβαρό και ο πατέρας της ήταν αναστατωμένος με το ενδεχόμενο η αιτήτρια να φυλακιστεί για 14 έτη. Την επόμενη ημέρα η Αιτήτρια εγκατέλειψε την Umuahia και πήγε στο Lagos. Στις 23/01/2019 έστειλαν στον πατέρα της ένα έγγραφο για να εμφανισθεί η Αιτήτρια στο Δικαστήριο και ο πατέρα της, την ενημέρωσε τηλεφωνικώς (ερυθρό 34 5χ, του διοικητικού φακέλου) και της ανέφερε ότι είναι καταζητούμενη (ερυθρό 33 5χ, του διοικητικού φακέλου).  Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που της τέθηκαν σχετικά με το έγγραφο που έλαβε ο πατέρας της επανέλαβε πως το έγγραφο ανέφερε πως έπρεπε σε μια εβδομάδα από την ημερομηνία παραλαβής της κλήτευσης να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο.  Συνεπώς, ενώ βρισκόταν στο Lagos αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι του πατέρα της και του ζήτησαν να παρουσιαστεί η αιτήτρια στο αστυνομικό τμήμα και ο πατέρας της τους ανέφερε πως δεν γνώριζε που βρίσκεται.

 

Όπως ισχυρίστηκε, ο πατέρας της ζήτησε από τα αδέλφια της να κάνουν τα πάντα για να εγκαταλείψει η Αιτήτρια την χώρα καταγωγής της καθώς δεν άξιζε στην ίδια να εκτίσει ποινή φυλάκισης (ερυθρό 23 6χ, του διοικητικού φακέλου).  Σε διευκρινιστική ερώτηση σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό δήλωσε πως δεν γνωρίζει πως να τον περιγράψει. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως δεν νιώθει νιώθει κάποια εκτίμηση ή σεξουαλική έλξη για τους άνδρες και γι’αυτό δεν έχει παντρυτεί(ερυθρό 4χ, του διοικητικού φακέλου).  Όταν ρωτήθηκε εάν αυτοπροσδιορίζεται ως λεσβία δήλωσε πως δεν γνωρίζει ακριβώς τι σημαίνει αυτός ο όρος όμως δεν έλκεται από τους άνδρες και ανέφερε πως νομίζει ότι προτιμά τις γυναίκες (ερυθρό 31 3χ, 7χ του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείσα να αναπτύξει πως διαπίστωσε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό δήλωσε πως όταν ήταν έφηβη είχε μια φίλη η οποία έμεινε έγκυος από τον σύντροφό της και η φίλη της υπεβλήθη σε έκτρωση με αποτέλεσμα να αποβιώσει ενώ ο σύντροφος της κοπέλας μετά τον θάνατό της αρνήθηκε την ανάμειξη του στην εγκυμοσύνη.  Η συμπεριφορά του αγοριού αυτού προς την φίλη της έκανε την Αιτήτρια να αποφεύγει σχέσεις με άνδρες καθώς δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε εγκυμοσύνη. Μετά γνώρισε την σύντροφό της η οποία την φρόντιζε και άρχισε να ελκύεται από αυτήν (ερυθρό 31 1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν ρωτήθηκε για το εάν ένιωθε διαφορετική από τους άλλους δήλωσε πως εξαρτάται από το άτομο που θα είναι δίπλα της. Όπως επεξήγησε, έχει συγκεκριμένη άποψη για τους άνδρες και ανέφερε πως δεν μπορεί να είναι φίλη με μια γυναίκα η οποία περιμένει από τον άνδρα να είναι ο πάροχος/προστάτης και αυτή να μην προσφέρει με οποιονδήποτε τρόπο (ερυθρό 32 5χ, του διοικητικού φακέλου). Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει εάν είχε σχέση με άνδρα ή με γυναίκα αποκρίθηκε πως επιθυμούσε να συνάψει σχέση με άνδρα επειδή την πίεζε η μητέρα της και πως προσπάθησε να έχει σχέσεις με άνδρες αλλά δεν της άρεσε η νοοτροπία τους (ερυθρό 32 6χ, του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείσα να αναπτύξει την σχέση της με την ανωτέρω κοπέλα, δήλωσε πως ήταν ερωτευμένη μαζί της, πως την γνώρισε το 2008 στο λεωφορείο, άρχισαν να επικοινωνούν και στη συνέχεια αντάλλαξαν τηλέφωνα (ερυθρό 32 1χ του διοικητικού φακέλου).  Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η σύντροφός της την φρόντιζε, την υποστήριζε χρηματικά και ψυχικά, χρηματοδότησε μάλιστα και τις σπουδές της αιτήτριας στο Enugu State (ερυθρό 24 3χ, 31 2χ του διοικητικού φακέλου).  Όπως ανέφερε, η σύντροφός της πηγαινοερχόταν μεταξύ των ΗΠΑ και της Νιγηρίας (ερυθρό 23 1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Οι γονείς της συντρόφου της έμεναν στο Lagos και ανέφερε πως μετά από το περιστατικό στην φάρμα η σύντροφός της επέστρεψε στις ΗΠΑ. Η σχέση τους διήρκησε από το 2008 μέχρι το 2019.  Πρόσθεσε, πως παρόλο που για την σύντροφό της δεν εκδόθηκε κλήση επειδή δεν γνώριζαν την ταυτότητα της, οι γονείς της οι οποίοι διαμένουν στη Νιγηρία την συμβούλευσαν να διακόψει τις επαφές με την Αιτήτρια και έκτοτε δεν την ξαναείδε (ερυθρό 32 2χ, του διοικητικού φακέλου).  Όπως υποστήριξε, δεν έχει συνάψει κάποια σχέση με άτομο του ιδίου φύλου κατά τη διαμονή της στην Κύπρο (ερυθρό 31 6χ, του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν ρωτήθηκε για το πως ένιωθε αναφορικά με την σχέση που είχε συνάψει με άτομο του ίδιου φύλου στην χώρα καταγωγής της δήλωσε πως αυτό ήταν κάτι που δεν έπρεπε να γίνει γνωστό, ότι η σχέση τους ήταν κρυφή και πως υπήρχαν πολλές φήμες γύρω από το όνομά της επειδή δεν υπήρχε η ανδρική παρουσία στη ζωή της. Πρόσθεσε πως βγήκε με άνδρες αλλά η σχέση δεν λειτούργησε και τότε ξεκίνησε ο κόσμος να μιλάει για την ίδια. Όπως ισχυρίστηκε, ο σεξουαλικός της προσανατολισμός έγινε γνωστός όταν έλαβε χώρα το περιστατικό με την αστυνομία (ερυθρό 31 5χ, του διοικητικού φακέλου).  Σε διευκρινιστική ερώτηση που της τέθηκε σχετικά με το πως έγινε γνωστή η σχέση της με την σύντροφό της δήλωσε πως έβλεπαν πως αυτή η κοπέλα ήταν κοντά της  και της έστελνε χρήματα αλλά δεν γνώριζαν τι συνέβαινε μεταξύ τους (ερυθρό 31 4χ, του διοικητικού φακέλου). 

 

Πρόσθεσε, πως αναγκάστηκε να το αναφέρει στην οικογένεια της εξαιτίας του περιστατικού που συνέβη με την αστυνομία. Αρχικά όπως δήλωσε, δεν χάρηκαν με αυτό που άκουσαν αλλά δεν μπορούσε η οικογένεια της να την αφήσει να μπει στην φυλακή (ερυθρό 30 2χ, του διοικητικού φακέλου).  Η αιτήτρια ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της πως θα φυλακισθεί και θα εκτίσει 14 έτη ποινής φυλάκισης.  Όπως ανέφερε δεν θα μπορούσε να διαμείνει σε κάποια άλλη περιοχή στην χώρα καταγωγής της και δήλωσε πως θα επιστρέψει στη Νιγηρία μόνο όταν είναι έτοιμη να υποστεί τα 14 έτη ποινής φυλάκισης (ερυθρό 30 1χ, του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, o αρμόδιoς λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση-Εισήγησή του κατέγραψε τρεις ουσιώδης ισχυρισμούς.  Ο πρώτος ο οποίος έγινε αποδεκτός αφορά το ότι η αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας, με περιοχή καταγωγής την πολιτεία Abia και περιοχή διαμονής την πολιτεία Lagos.

 

Εντούτοις, ο δεύτερος ισχυρισμός της αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ενώ σε κανένα σημείο της συνέντευξης της δεν κατάφερε να προσδιορίσει τον εαυτό της ως ομοφυλόφιλο. Η αρμόδια λειτουργός χρησιμοποίησε το μεθοδολογικό μοντέλο DSSH (Difference, Shame, Stigma and Harm) το οποίο προωθείται από την UNHCR ως καλή πρακτική για την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου και έκρινε κατόπιν ανάλυσης των κριτηρίων του ανωτέρω μοντέλου σε συνάρτηση με τις δηλώσεις και τοποθετήσεις της Αιτήτριας ότι οι απαιτήσεις των ανωτέρω στοιχείων δεν πληρούνται.   

 

Αναφορικά με το στοιχείο της διαφορετικότητας η αρμόδια λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση σχετικά με την σεξουαλική της ταυτότητα ενώ της τέθηκαν ερωτήσεις επί τούτου. Επιπλέον, όταν ερωτήθηκε σχετικά με το τι εννοεί με την αναφορά της σε λεσβιακή πράξη προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές.  Όταν η Αιτήτρια ρωτήθηκε εκ νέου σχετικά με το εάν αυτοπροσδιορίζεται ως λεσβία, η Αιτήτρια και πάλι δεν προσδιόρισε τον εαυτό της ως ομοφυλόφιλη απαντώντας ότι δεν γνωρίζει τι είναι ενώ θα αναμένονταν να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση ως προς την σεξουαλικότητα της, αντ’ αυτού έκανε χρήση της λέξης «lesbianism» προσθέτοντας ότι δεν ελκύεται από άνδρες και αναφέροντας πως προτιμά να περιβάλλεται από γυναίκες.

 

Όπως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση του λειτουργού δεν μπορούσε να αποκριθεί με συγκεκριμένο τρόπο σχετικά με το εάν νιώθει διαφορετική ή εάν ποτέ ένιωσε διαφορετική από τους άλλους, ούτε μπορούσε να απαντήσει συγκεκριμένα σχετικά με το εάν είχε συνάψει σχέση με άνδρα ή γυναίκα στη χώρα καταγωγής της.  Σε ερώτηση της λειτουργού εάν ερωτεύτηκε ποτέ άτομο του ίδιου ή αντίθετου φύλου αποκρίθηκε πως ερωτεύτηκε μόνο την σύντροφό της και έκτοτε δεν είχε συνάψει άλλη σχέση προσθέτοντας πως μόνο αυτή την καταλάβαινε και πως ήταν εκεί όταν την χρειαζόταν και δήλωσε πως δεν γνωρίζει πως να αγαπά.

 

Περαιτέρω, κρίθηκαν ως γενικόλογες και αόριστες οι απαντήσεις της αιτήτριας όταν κλήθηκε να αναφερθεί στη σχέση που είχε συνάψει με άτομο του ιδίου φύλου καθώς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τις δυσκολίες και τους κινδύνους που ελλοχεύει μια τέτοια σχέση στην κοινωνία της Νιγηρίας. Γενικόλογη υπήρξε και όταν ρωτήθηκε σχετικά με το εάν γνωρίζει άλλα άτομα με τον ίδιο σεξουαλικό προσανατολισμό με την ίδια στην χώρα καταγωγής της, όπου κρίθηκε πως η απάντηση ήταν και πάλι αόριστη λαμβάνοντας υπόψη ότι η αιτήτρια διατηρούσε 11 χρόνια σχέση με άτομο του ιδίου φύλου(ερυθρά 80-79, του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με το στοιχείο του στίγματος και της ντροπής, η λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια δεν φαίνεται από το αφήγημα της να βίωσε τα προαναφερόμενα συναισθήματα καθότι όταν μαθεύτηκε ο σεξουαλικός της προσανατολισμός η ίδια δεν βίωσε ντροπή ή δυσκολία να ομολογήσει το περιστατικό. Επίσης, τα μέλη της οικογένειας της δεν αντέδρασαν έντονα παρά ταύτα την συμβούλευσαν να εγκαταλείψει την χώρα. Ούτε εκδήλωσε η αιτήτρια κάποιο φόβο απόρριψης και απομόνωσης από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον της αλλά περισσότερο αναφέρθηκε ότι θα υποστεί ποινή φυλάκισης για την σχέση της ενώ τέλος η λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια δεν δίστασε να συγκατοικήσει με την σύντροφό της.  Αναφορικά με το στοιχείο της βλάβης, η αιτήτρια εξέφρασε φόβος βλάβης σε σχέση με τη νομική μεταχείριση της ομοφυλοφιλίας στην χώρα της και αναφορικά με το ότι η πράξη της ομοφυλοφιλίας συνιστά ποινικό αδίκημα στη Νιγηρία αναφέροντας πως οι συγκεκριμένες πράξεις τιμωρούνται με 14 έτη φυλάκισης. 

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού η αρμόδια λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για την χώρα καταγωγής της αιτήτριας σχετικά με τη μεταχείριση της ομοφυλοφιλίας από την κοινωνία και το κράτος από τις οποίες προέκυψαν πως άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό υφίστανται παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και πως επισύρεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη για διάπραξη ομοφυλοφιλικών πράξεων. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

 

Ομοίως και ο τρίτος ισχυρισμός της αιτήτριας περί της δίωξης από το κράτος λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν έγινε αποδεκτός αφού κρίθηκε η αιτήτρια ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστη στις δηλώσεις της. Ειδικότερα, κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το άτομο που τους κατέδωσε στην αστυνομία υποπίπτοντας σε αντιφάσεις μεταξύ των λεγομένων της κατά τις δύο συνεντεύξεις ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην έκθεση πως υπήρξε αντιφατική ως προς το πλήθος και την ιδιότητα των ατόμων που εισέβαλαν στο σπίτι της και έπιασαν την ίδια και την σύντροφό της σε ερωτικές περιπτύξεις, ενώ κατά την πρώτη της συνέντευξη δεν αναφέρθηκε στις φωτογραφίες τις οποίες έβγαλε η αστυνομία όταν εισέβαλε σπίτι της όπως δήλωσε κατά την διάρκεια της δεύτερης συνέντευξης της. Επίσης, ως αντιφατικές κρίθηκαν οι περιγραφές της σχετικά με το περιστατικό με την κύηση της παιδικής της φίλης και τον εν συνεχεία θάνατό της. Ούτε κατάφερε η Αιτήτρια να επεξηγήσει με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο γιατί δεν εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και για την σύντροφό της ενώ και οι δύο πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω από την αστυνομία.  Επιπρόσθετα, δεν επεξήγησε με ευλογοφάνεια πως οι αστυνομικές αρχές γνώριζαν που διαμένει ο πατέρας της. Ούτε ήταν σε θέση η Αιτήτρια να επεξηγήσει τις αντιφάσεις στους ισχυρισμούς της σχετικά με τον λόγο για τον οποίο εξέδωσε διαβατήριο λίγους μήνες προτού λάβει χώρα το περιστατικό με την αστυνομία στο σπίτι της.

 

Αναφορικά με το ένταλμα σύλληψης, κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν μπορούσε να απαντήσει με συγκεκριμένο και πειστικό τρόπο όταν κλήθηκε να διευκρινίσει πως κατόρθωσε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της και να εκδώσει όλα τα έγγραφα της νόμιμα χωρίς κανένα πρόβλημα ενώ η ίδια ισχυρίστηκε ότι αναζητείται από την αστυνομία.  Περαιτέρω, κρίθηκε πως η αιτήτρια μετέβαλε τους ισχυρισμούς της, όταν ρωτήθηκε σχετικά με το πως κατάφερε να προχωρήσει στην έκδοση των εκπαιδευτικών της εγγράφων, να μεταβεί στην αμερικάνικη πρεσβεία αλλά και να παραλάβει το λευκό ποινικό της μητρώο από την αστυνομία ενώ όσο ζούσε στο Lagos ισχυρίστηκε ότι δεν έβγαινε από το σπίτι της αδελφής της, αποκρινόμενη πως αυτό που εννοούσε ήταν ότι δεν εργαζόταν και όχι ότι δεν έβγαινε από το σπίτι.

 

Κατά την λειτουργό θα αναμενόταν ευλόγως από την Αιτήτρια από την στιγμή που όπως δήλωσε καταζητείτο από την αστυνομία να μην είναι σε θέση να προχωρήσει στην έκδοση των εγγράφων αλλά ούτε και να παραλάβει από την αστυνομία το λευκό της ποινικό μητρώο.  Στη συνέχεια, εντοπίστηκαν αποκλίσεις στις δηλώσεις της όταν κλήθηκε να αποκριθεί εάν θα εγκατέλειπε την χώρα καταγωγής της σε περίπτωση που δεν την καταζητούσε η αστυνομία με την Αιτήτρια σε ένα σημείο να αναφέρει πως δε νομίζει ότι θα έφευγε ή ότι δεν ήταν επείγον για εκείνη να φύγει και σε άλλο σημείο, πως η ίδια έκανε σχέδια για να μεταβεί στις ΗΠΑ αλλά δεν γίνονταν δεκτές οι αιτήσεις για βίζα εκείνη την χρονική περίοδο και πως μετέβη στην Κύπρο για να συνεχίσει τις σπουδές της.

 

Τέλος, επισημάνθηκε από την λειτουργό πως οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σχετικά με το ότι ήρθε στην Κύπρο για να συνεχίσει τις σπουδές της και πως αποφάσισε να αιτηθεί προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία επειδή ο αδελφός της είχε ένα ατύχημα και πλέον δεν μπορούσε να την συνδράμει οικονομικά αποτελούν στοιχεία που αποδυναμώνουν την κατ’ ισχυρισμόν δίωξη της από τις αρχές της χώρας.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού η αρμόδια λειτουργός επεσήμανε πως από τις πηγές πληροφόρησης προκύπτει πως το κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φορέας προστασίας εφόσον η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται στην χώρα καθώς και οι αρχές της χώρας προβαίνουν σε συλλήψεις και συστηματική δίωξη ΛΟΑΤ ατόμων. Περαιτέρω, η αρμόδια λειτουργός έκρινε πως τα λεγόμενα της Αιτήτριας δεν βρίσκουν έρεισμα στις εν λόγω εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες αναφέρουν πως η σύλληψη ΛΟΑΤ ατόμων μπορεί να είναι αυθαίρετη καθώς και να βασίζεται σε υποψίες καθότι η αιτήτρια διατηρούσε σχέση για 11 έτη με την σύντροφό της χωρίς αυτό να επηρεάσει την ζωή της ενώ η αστυνομία παρόλο που όπως δήλωσε τις έπιασε επ’ αυτοφώρω σε ερωτικές περιπτύξεις δεν τις συνέλαβε επειδή δεν είχε ένταλμα σύλληψης. Η αρμόδια λειτουργός επισήμανε ακόμη ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε το ένταλμα σύλληψης στο οποίο αναφέρθηκε ενώ της ζητήθηκε και ενώ δήλωσε και στις δύο συνεντεύξεις πως είναι εφικτό να το προσκομίσει. Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης και ο υπό κρίση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός από το αρμόδιο όργανο.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, η λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψιν τους ισχυρισμούς που έκανε αποδεκτούς ως αξιόπιστους, δηλαδή ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, με περιοχή καταγωγής την πολιτεία Abia και περιοχή διαμονής την πολιτεία Lagos, έκρινε ότι δεν συντρέχει εύλογος βαθμός πιθανότητας σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στην πολιτεία  Lagos να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη.  Τέλος, κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη η λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.  Ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προισταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας.

 

Στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερομηνίας 15/09/2023, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο μετά την Ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8/9/2023, στα πλαίσια αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας ,η Αιτήτρια ανέφερε πως δεν ενημερώθηκε κατά την συνέντευξη της από την λειτουργό για το ότι είναι αναγκαίο να προσκομίσει την κλήση της αστυνομίας.  Επιπρόσθετα, ανέφερε πως η αρμόδια λειτουργός της έδωσε κατά την δεύτερη της συνέντευξη προθεσμία για να προσκομίσει την αστυνομική κλήση μίας εβδομάδας και το υπηρεσιακό της τηλέφωνο.  Όπως ανέφερε, ο πατέρας της στις 21/09/2021 της έστειλε φωτογραφία την δικαστική κλήση ημερομηνίας 23/01/2019 μέσω του διαδικτυακού συνδέσμου Whats up και μόλις έλαβε το εν λόγω έγγραφο τηλεφώνησε στο γραφείο της λειτουργού τρείς φορές όμως ποτέ δεν απάντησαν στις κλήσεις της.  Πρόσθεσε πως ένα από τα ονόματα της που καταγράφεται στο σημείο 3 της κλήσης είναι το Ebere το οποίο είναι πιο εύχρηστο.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια κλήθηκε σε αντεξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου όπου της υποβλήθηκαν ερωτήσεις από το Δικαστήριο σχετικά με ζητήματα που προέκυψαν από την εξέταση της αίτησης της για προσαγωγή μαρτυρίας. Ερωτηθείσα η Αιτήτρια από το Δικαστήριο σχετικά με το έγγραφο της αστυνομίας που προσκόμισε ως Τεκμήριο 1 (κλήση της αστυνομίας) η Αιτήτρια αποκρίθηκε πως αυτό το έγγραφο το έλαβε ο πατέρας της στο χωριό και έλαβε γνώση αυτού του εγγράφου στις 23/01/2019 όταν την ενημέρωσε τηλεφωνικώς ο πατέρας της. Η ίδια εκείνη την χρονική περίοδο ήταν στο Lagos και ο αδελφός της προετοίμαζε τα έγγραφα για να εγκαταλείψει η ίδια την χώρα. Όταν ρωτήθηκε πότε έλαβε το εν λόγω έγγραφο μέσω της εφαρμογής Whats up από τον πατέρα της δήλωσε πως το έλαβε το Σεπτέμβριο του 2022.

 

Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει εάν θα της δημιουργήσει η κλήση προς εμφάνιση στην αστυνομία πρόβλημα κατά την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της αποκρίθηκε θετικά ισχυριζόμενη πως θα εκτίσει ποινή φυλάκισης για 14 έτη, ενώ σε σχετική ερώτηση που της τέθηκε αναφορικά με το εάν υπάρχει δικαστική απόφαση εναντίον της, η αιτήτρια αποκρίθηκε αρνητικά. Κληθείσα στη συνέχεια να σχολιάσει πως εγκατέλειψε την χώρα νόμιμα στις 23/06/2019 χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα ενώ το έγγραφο που προσκόμισε φέρει ημερομηνία 23/01/2019, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η υπόθεση της εκκρεμούσε στην πολιτεία της, στην Abia, σε τοπικό επίπεδο και πως αυτοί ήλπιζαν ότι η ίδια θα εμφανιζόταν στην αστυνομία και διευκρίνισε πως στην πολιτεία της δεν είναι τόσο ανεπτυγμένοι όσο στη Δύση όπου όλα είναι καταγραμμένα ηλεκτρονικά.

 

Περαιτέρω, κληθείσα να σχολιάσει πως στη συνέντευξη της η ίδια αναφέρθηκε σε ένταλμα σύλληψης και εμφάνισης της στο δικαστήριο και όχι σε κλήση προς εμφάνιση στην αστυνομία, η Αιτήτρια αποκρίθηκε πως ίσως δεν κατανόησε ορθά η αρμόδια λειτουργός και πως η ίδια ανέφερε πως της έστειλαν ένα έγγραφο για να εμφανισθεί στην αστυνομία. Τέλος, της επισημάνθηκε πως κατά την συνέντευξη της ανέφερε πως έπρεπε να παρουσιαστεί μέσα σε μια εβδομάδα από την κλήση, ενώ η Αιτήτρια αρχικά δήλωσε πως την ίδια ημέρα που έδωσαν την κλήση στον πατέρα της ζήτησαν να παρουσιαστεί αυθημερόν μαζί της στην αστυνομία, σε άλλο σημείο της συνέντευξης όταν της τέθηκε εκ νέου η ερώτηση ανέφερε πως είπαν στον πατέρα της να μεταβεί μαζί της στις 30/01/2019. Η αιτήτρια δήλωσε πως δεν υπάρχει ένταλμα σύλληψης εναντίον της και πως δεν θα μπορούσε να διαμείνει με ασφάλεια στο Lagos καθώς όταν έμενε εκεί κρυβόταν και ανέμενε τα έγγραφα της προκειμένου να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό της Αιτήτριας, σε σχέση με τη χώρα καταγωγής και τοντόπο διαμονής της, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαφαίνεται πως δεν υπάρχει λόγος διαφοροποίησης από την κατάληξη των Καθ’ων η αίτηση.  Ενόψει τούτου, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού που πρόβαλε η Αιτήτρια στα πλαίσια βεβαίως εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό της αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού, προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση του θα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα:  Σύμφωνα με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελίδες 204, 205 αναφέρεται ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες

 

Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)] ( 651), βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα……………………

[…….]

 

Η έννοια της βλάβης στο μοντέλο αυτό αναδεικνύει επίσης διαδικαστικούς παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με άτομα τα οποία ενδέχεται να μην μπόρεσαν να μιλήσουν ποτέ ανοικτά σε κανέναν για την ταυτότητά τους, για τα οποία η ταυτότητά τους υπήρξε πηγή στίγματος και δυνητικής βλάβης, και τα οποία ενδέχεται να μη γνωρίζουν τα δικαιώματά τους όσον αφορά τον γενετήσιο προσανατολισμό και/ή την ταυτότητα φύλου στο πλαίσιο της αίτησης ασύλου ( 652). Όπως αναφέρεται στην έκθεση Beyond proof: Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα[1]».  

 

Η εφαρμογή του ανωτέρω μεθοδολογικού εργαλείου (DSSH) έχει δεχθεί κριτική ειδικά όταν δεν χρησιμοποιείται ορθά με αποτέλεσμα να ενισχύονται τα στερεότυπα. Το εν λόγω μεθοδολογικό εργαλείο χρησιμοποιείται από διάφορες χώρες, κράτη-μέλη, την EUAA καθώς και από την UNHCR και τον ΔΟΜ στο υλικό κατάρτισης τους για τις αιτήσεις που βασίζονται στον γενετήσιο προσανατολισμό και στην ταυτότητα φύλου[2]. Επισημαίνεται, ωστόσο, πως ο τρόπος που βιώνει κάθε πρόσωπο τον σεξουαλικό του προσανατολισμό είναι  υποκειμενικός και εξαρτάται από την προσωπική ιστορία του ατόμου, τον πολιτισμό και την κοινωνικοοικονομική του κατάσταση[3].

 

Παραθέτω επίσης σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση της υπόθεσης υπ’αριθμόν C-148/13 - C-150/13, A. B. C. ημερομηνίας 2/12/14, όπου αποφασίστηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.

 

62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.»

 

Το μοντέλο DSSH, αν και παρέχει μία οργανωμένη μέθοδο ανάλυσης, δεν μπορεί να αντανακλά πάντα με ακρίβεια τα βιώματα του κάθε αιτητή, ιδιαίτερα αν δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφορετικότητα του πολιτισμικού και κοινωνικού υποβάθρου και τις προσωπικές τους εμπειρίες.  Γι’ αυτό το λόγο μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αξιολόγησης αλλά δεν πρέπει να αποτελεί τη μοναδική βάση για την εξέταση ενός αιτήματος.  Η αξιοπιστία ενός ατόμου που προβάλλει ισχυρισμούς για το σεξουαλικό προσανατολισμό πρέπει να κρίνεται με ευρύτερα αποδεκτά κριτήρια, καθώς δεν υπάρχει ένας καθολικός τρόπος για να προσδιοριστεί η ΛΟΑΤΚΙ ταυτότητα.  Έτσι η ύπαρξη ή η έλλειψη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ή εμπειριών που συχνά συνδέονται με τη σεξουαλική ταυτότητα, δεν μπορεί να θεωρείται καθοριστικός παράγοντας στην εκτίμηση του σεξουαλικού προσανατολισμού κάποιου.  Επομένως κάθε περίπτωση αξιολογείται με βάση τα ατομικά δεδομένα και τις ιδιαίτερες συνθήκες του αιτητή χρησιμοποιώντας βεβαίως τους κοινώς αποδεκτούς δείκτες αξιοπιστίας.

 

Παρατηρώ πως η αρμόδια λειτουργός αξιολόγησε ορθά τα κριτήρια του ανωτέρω μοντέλου στη βάσει των δηλώσεων της Αιτήτριας, έχοντας θέσει στην Αιτήτρια επαρκή αριθμό ερωτήσεων (τόσο ανοικτού, όσο και κλειστού τύπου) και της δόθηκε η δυνατότητα να  αναπτύξει τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τα βιώματα της καθώς και να αποσαφηνίσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς της. Παρόλο που δεν αναμένονταν από την Αιτήτρια να υπεισέλθει σε πολύ προσωπικές και ευαίσθητες πληροφορίες, τα όσα παρέθεσε σχετικά με τον υπό κρίση ισχυρισμό της ορθώς κρίθηκαν ότι προβλήθηκαν με αόριστο και μη συνεπή τρόπο ενώ εξέλειπαν από την αφήγηση της συγκεκριμένες πληροφορίες από τις οποίες θα προέκυπτε ο βιωματικός και προσωπικός χαρακτήρας όσων εξιστόρησε, λαμβάνοντας δε υπόψη στα ανωτέρω και τις προσωπικές περιστάσεις της, το πολιτιστικό, και εκπαιδευτικό της υπόβαθρο.

 

Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατάφερε να παραθέσει συνεπείς και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού (ενδόμυχες σκέψεις, συναισθήματα), προβάλλοντας μάλιστα διαφορετικές εκδοχές του γεγονότος που την έκανε να αποφεύγει τις σχέσεις με τους άνδρες (ερυθρά 31 1x, 24 6x του διοικητικού φακέλου) κατά τις δύο συνεντεύξεις της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ως ορθά εντόπισαν και οι Καθ’ων η αίτηση.  Περαιτέρω, παρόλο που δεν αναμένεται από τους αιτούντες άσυλο σε τέτοιου είδους ισχυρισμούς να είναι εξοικειωμένοι ή να αυτοπροσδιορίζονται επικαλούμενοι την  ΛΟΑΤ ορολογία[4], εντούτοις θα αναμένονταν από την Αιτήτρια βάσει του εκπαιδευτικού και ηλικιακού της υποβάθρου να μπορεί να προσδιορίσει ή να επεξηγήσει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό αφ’ ης στιγμής σε πολλά σημεία της συνέντευξης της επικαλείται τον όρο «lesbian partner», «lesbian group» «lesbianism» (ερυθρά 24 4χ, 6χ, 23 4χ, 1 του διοικητικού φακέλου) καθώς προσκόμισε και κλήση της αστυνομίας στην οποία εμπλέκεται η ίδια για «συμμετοχή σε παράνομη ομάδα/lesbianism» αλλά και συνυπολογίζοντας στα ανωτέρω πως η Αιτήτρια σύναψε για πρώτη φορά σχέση με άτομο του ιδίου φύλου ενήλικη και αυτή η σχέση διήρκησε 11 έτη.

 

Ούτε τον ισχυρισμό της περί της διαφορετικότητας της κατάφερε η Αιτήτρια να συγκεκριμενοποιήσει επικαλούμενη αφενός την μη επιθυμία της να συναναστρέφεται με γυναίκες που περιμένουν από τους άνδρες να είναι οι κύριοι πάροχοι τους, ενώ από την άλλη πλευρά η Αιτήτρια ως δήλωσε υποστηριζόταν οικονομικά από την σύντροφό της με την τελευταία να χρηματοδοτεί τις σπουδές αλλά και την ίδια την Αιτήτρια (ερυθρά 32 5χ, 6χ, 31 2χ, 24 4χ, 3χ του διοικητικού φακέλου). Περαιτέρω, ούτε  ήταν σε θέση να περιγράψει με συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες την πρώτη της σχέση με άτομο του ιδίου φύλου, πως η γνωριμία της με την σύντροφό της μετατράπηκε σε σχέση καθώς και πως αυτή η πολυετής σχέση εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου (ερυθρά 32 1χ, 31 2χ του διοικητικού φακέλου) αλλά ανέφερε γενικόλογα πως η σύντροφός της την φρόντιζε, την συνέδραμε οικονομικά και ψυχολογικά.

 

Θα αναμένονταν από την Αιτήτρια να είναι περιγραφική και λεπτομερής αναφορικά με την σχέση που είχε συνάψει με την σύντροφό της και να αναφερθεί στο χρόνο που περνούσαν μαζί λαμβάνοντας υπόψη το μορφωτικό επίπεδο της αιτήτριας καθώς και ότι η εν λόγω σχέση ήταν η πρώτη της σχέση με άτομο του ιδίου φύλου σε μια χώρα όπου η ομοφυλοφιλία δεν είναι αποδεκτή, συνυπολογίζοντας στα ανωτέρω πως η εν λόγω σχέση διήρκησε περί τα 11 έτη κατά την διάρκεια των οποίων ένα διάστημα συζούσαν με την σύντροφό της (ερυθρό 24 3χ του διοικητικού φακέλου). 

 

Επιπλέον, αντιφάσεις διακρίνω στα λεγόμενα της σχετικά με την λήξη της ανωτέρω σχέσης, καθότι σε ένα σημείο η Αιτήτρια αναφέρει πως μετά το περιστατικό στην φάρμα η οικογένεια της συντρόφου της την πίεσε να διακόψουν τις σχέσεις τους και έκτοτε δεν την ξαναείδε (ερυθρό 32 2χ του διοικητικού φακέλου), ενώ σε άλλο σημείο (πρώτη συνέντευξη) ισχυρίστηκε πως επειδή και οι δύο ένιωθαν φόβο μήπως εντοπισθούν αποφάσισαν να διακόψουν την σχέση τους (ερυθρό 23 2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ούτε ήταν σε θέση η Αιτήτρια να παραθέσει κάποια ουσιώδη πληροφορία σχετικά με την προσωπικότητα της συντρόφου της πέρα από το να αναφέρει κάποιες γενικές πληροφορίες σχετικά με το ότι ήταν μεγαλύτερη της, ότι δεν είχε σταθερή διαμονή στη Νιγηρία (πηγαινοερχόταν στις ΗΠΑ) και το ότι την υποστήριζε οικονομικά, πληροφορίες οι οποίες δεν είναι δυνατόν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη συναισθηματικού δεσμού μεταξύ δύο ατόμων (ερυθρά 45 6χ, 44, του διοικητικού φακέλου).  

 

Αναφορικά με την ορατότητα του σεξουαλικού της προσανατολισμού από την  οικογένεια της καθώς και από την κοινωνία, εντοπίζω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με ποιον τρόπο έγινε γνωστή η σχέση της με την σύντροφό της υποπίπτοντας σε ασάφειες ισχυριζόμενη αρχικά πως έμαθαν πρώτη φορά για την σχέση της με την ανωτέρω κοπέλα εξαιτίας του περιστατικού με την αστυνομία που έλαβε χώρα στη φάρμα, ενώ σε άλλο σημείο πως το κατάλαβαν επειδή έβλεπαν ότι ήταν κοντά με την συγκεκριμένη κοπέλα (ερυθρά 31 5χ, 4χ, του διοικητικού φακέλου) και σε ένα τρίτο σημείο ανέφερε πως κάποια μέλη της οικογένειας της γνώριζαν ήδη για την σχέση της με την σύντροφό της (ερυθρό 24 7χ, του διοικητικού φακέλου).  Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ποιο τρόπο έκρυβε την σχέση της με την σύντροφό της για περίπου 11 έτη, ενώ η ίδια ανέφερε πως η εν λόγω κοπέλα την επισκέπτονταν στο χωριό, ότι συζούσαν κάποιο διάστημα αλλά και ότι οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν επειδή δεν την έβλεπαν με αγόρια.

 

Παρατηρώ, επίσης, πως η Αιτήτρια σε πολλά σημεία της συνέντευξης της εστιάζει στο φόβο της μήπως συλληφθεί και εκτίσει ποινή φυλάκισης 14 ετών ενώ καμία ιδιαίτερη αναφορά δεν γίνεται στον σεξουαλικό της προσανατολισμό και στην επιθυμία της να εκφράσει/βιώσει αυτόν ελεύθερα στην χώρα καταγωγής της. Τουναντίον δήλωσε πως εάν δεν της είχε σταλεί η κλήση της αστυνομίας μάλλον δεν θα είχε εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της (ερυθρό 33 8χ του διοικητικού φακέλου), χωρίς βέβαια να αναμένεται πως κάθε ΛΟΑΤ άτομο αντιμετωπίζει ή επιθυμεί να εξωτερικεύσει με τον ίδιο τρόπο την σεξουαλική του ταυτότητα.  

 

Από την πιο πάνω εκτενή ανάλυση προκύπτει πως η αιτήτρια παρουσιάζει αντιφάσεις σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, γεγονός που επηρεάζει την αξιοπιστία της.  Θα αναμενόταν από την ίδια μία συνεκτική και λεπτομερής περιγραφή της σχέσης της με τη σύντροφό της, καθώς και σαφείς αναφορές για το πως έγινε γνωστή αυτή η σχέση και ποιες ήταν οι συνέπειες του γεγονότος αυτού. Οι απαντήσεις της χαρακτηρίζονται από ασάφειες και αντιφάσεις.  Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει ότι το αφήγημα της αιτήτριας δεν είναι εσωτερικά συνεκτικό με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού πέραν των όσων έχουν παρατεθεί από τους Καθ' ων η αίτηση, σε έρευνα που διεξήγαγα σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για την χώρα καταγωγής της αιτήτριας επιβεβαιώνεται σε συμφωνία με τους καθ’ ων η αίτηση, η ύπαρξη νομοθεσίας στην χώρα η οποία ποινικοποιεί τον γάμο μεταξύ των ατόμων του ιδίου φύλου, τις σχέσεις ατόμων του ιδίου φύλου, την συμμετοχή σε ομάδες υπέρ των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων καθώς και την δημόσια επίδειξη ομοφυλοφιλικής «ερωτικής στοργής». Στις 12 πολιτείες της χώρας στις οποίες επικρατεί παράλληλα και ο νόμος της Σαρίας πέρα από ποινή φυλάκισης όσοι συλλαμβάνονται για ομοφυλοφιλική συμπεριφορά κινδυνεύουν να καταδικαστούν και σε θανατική ποινή δια λιθοβολισμού[5]. Ο ομοσπονδιακός ποινικός κώδικας του 2004, που χρησιμοποιείται στις περισσότερες νότιες πολιτείες ως νόμος της πολιτείας, ορίζει 14 έτη ποινής φυλάκισης για συναινετικές ομοφυλοφιλικές σχέσεις και τρία έτη για απρέπεια[6]. Η Human Rights Watch καταγράφει πως η ανώτατη ποινή για πράξεις μεταξύ ανδρών είναι η θανατική ποινή και μεταξύ γυναικών, «μαστίγωμα» ή/και φυλάκιση[7].

 

Αναφορικά με την κρατική και κοινωνική μεταχείριση των ΛΟΑΤ ατόμων  στην χώρα,  Έκθεση του Freedom House η οποία καλύπτει το έτος 2023 αναφέρει πως τα LGBT+ άτομα αντιμετωπίζουν εκτεταμένες κρατικές και κοινωνικές διακρίσεις, υπόκεινται επίσης σε επιθέσεις από αστυνομικούς κατά τη διάρκεια συλλήψεων, απόπειρες εκβιασμού και διακρίσεις κατά την πρόσβαση τους σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες. Τον Αύγουστο του 2023, η αστυνομία πραγματοποίησε έφοδο σε ένα γάμο υποτιθέμενων ομοφυλόφιλων και συνέλαβε αρκετές δεκάδες άτομα στην Πολιτεία Δέλτα. Οι αξιωματούχοι δήλωσαν αργότερα ότι 67 άτομα θα διωχθούν για τη διεξαγωγή ή τη συμμετοχή σε γαμήλια τελετή ατόμων του ιδίου φύλου. Περισσότερα από 75 άτομα συνελήφθησαν υπό παρόμοιες συνθήκες στην πολιτεία Gombe τον Οκτώβριο[8].

 

Την περίοδο 2002-2023, η ILGA World κατέγραψε (σελίδα 99-100 του σχετικού εγγράφου) περισσότερες από 80 περιπτώσεις στις οποίες διάφοροι νόμοι εναντίον των LGBTI ατόμων επιβλήθηκαν και άτομα συνελήφθησαν με διάφορες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και για ομοφυλοφιλικές συναινετικές σχέσεις, ντύσιμο με ρούχα του αντίθετου φύλου, συμμετοχή σε υποτιθέμενους γάμους ομοφυλόφιλων και επειδή έμοιαζαν με ομοφυλόφιλους (gay) ή για «lesbianism»[9].

 

Έκθεση του US DOS αναφέρει πως παρόλο που ο νόμος της Σαρία έχει εφαρμοστεί δεν καταγράφηκε καμία εκτέλεση. Η ίδια έκθεση συνεχίζει πως τα LGBTQI+ άτομα ανέφεραν βία, απειλές (συμπεριλαμβανομένου του εκβιασμού) και παρενόχληση με βάση τον πραγματικό ή αντιληπτό σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου ή έκφραση, μεταξύ άλλων από κρατικούς παράγοντες. Επίσης, ΛΟΑΤ άτομα στοχοποιήθηκαν μέσω εφαρμογών μέσων κοινωνικής δικτύωσης από εγκληματίες καθώς και αντιμετώπισαν διακριτική μεταχείριση στην πρόσβαση τους σε εργασία, στέγαση και ιατρική περίθαλψη[10]. Περαιτέρω, στην χώρα εφαρμόζονται «προγράμματα μεταστροφής» απέναντί στους ΛΟΑΤ+ με την ανυπαρξία νόμου που να ρυθμίζει και να προστατεύει από αυτές τις «θεραπείες μεταστροφής»[11] ενώ έρευνα μιας ΜΚΟ του 2021 αναφέρει πως περίπου οι μισοί από τους ερωτηθέντες LGBTQI+ της έρευνας είχαν υποβληθεί σε ακούσια ή εξαναγκαστική «θεραπεία μεταστροφής»[12].

 

Έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung του 2024 αναφέρει πως οι δυνάμεις ασφαλείας συχνά κακομεταχειρίστηκαν τα ΛΟΑΤ άτομα και η δίωξη είναι πραγματική ειδικά στις πολιτείες στις οποίες επικρατεί ο νόμος της Σαρία[13].  Σύμφωνα με το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, «είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τις συλλήψεις και την κράτηση από την αστυνομία, τα άτομα LGBTIQ αντιμετώπισαν βασανιστήρια και σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση προκειμένου να εξαναγκασθούν να ομολογήσουν ότι είναι ομοφυλόφιλοι»[14].  Περαιτέρω, η αυτολογοκρισία φέρεται να είναι κοινή  πρακτική μεταξύ των LGBTIQ ατόμων για λόγους ασφαλείας[15].  Σύμφωνα με το Equaldex, οι ομοφοβικές συμπεριφορές στη νιγηριανή κοινωνία είναι «βαθιά ριζωμένές»[16].

 

Από τις πιο πάνω πληροφορίες συμπεραίνεται πως τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία αντιμετωπίζουν διακρίσεις, περιορισμούς στη στέγαση και στην εργασία, κοινωνική και κρατική βία, στιγματισμό, αυθαίρετες συλλήψεις και δυσανάλογες ποινές σε περίπτωση καταδίκης, εντούτοις η θεμελίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού αφ’ης στιγμής η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της σε έναν τόσο προσωπικό ισχυρισμό, δεν έχει προηγουμένως θεμελιωθεί.

 

Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό της Αιτήτριας περί της δίωξης της από το κράτος λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού θα συμφωνήσω με την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση περί του ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει την ισχυριζόμενη βλάβη της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού με επαρκή, πειστικό και συνεπή τρόπο ως ευλόγως θα αναμένονταν λαμβάνοντας υπόψη το μορφωτικό επίπεδο της Αιτήτριας καθώς και ότι η αιτήτρια εξιστόρησε προσωπικές βιωματικές εμπειρίες της.

 

Ειδικότερα, οι περιγραφές της, όταν κλήθηκε να εξιστορήσει το επίμαχο περιστατικό κατά το οποίο η ίδια και η σύντροφός της συνελήφθησαν να ερωτοτροπούν, υπήρξαν αντιφατικές ως εντόπισαν οι Καθ’ ων η αίτηση καθώς και εξέλειπε το στοιχείο της βιωματικότητας από τα λεγόμενα της, ενώ θα αναμένονταν να είναι λεπτομερής και σαφής δεδομένου ότι το ανωτέρω γεγονός αποτέλεσε για την ίδια πηγή βλάβης και λόγο για να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της (ερυθρά 34 5χ, 23 4χ, του διοικητικού φακέλου). Περαιτέρω, διαπιστώνω πως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει με ευλογοφάνεια και πειστικότητα για ποιο λόγο δεν εστάλη και στη σύντροφό της κλήτευση, καθώς και να επεξηγήσει με επαρκή και συνεκτικό τρόπο τον λόγο για τον οποίο η κλήση δόθηκε στον πατέρα της στο χωριό και όχι στην ίδια  αλλά και πως η αστυνομία γνώριζε την διεύθυνση του πατέρα της στο χωριό (ερυθρό 32 9χ, του διοικητικού φακέλου).

 

Δεν καθίσταται σαφές από τις δηλώσεις της  για ποιο λόγο δεν εστάλη κλήση και στους γονείς της συντρόφου της οι οποίοι διέμεναν στο Lagos ως ευλόγως θα αναμένονταν αφ’ης στιγμής ως δήλωσε ο πατέρας της έλαβε την κλήτευση της αιτήτριας. Παρατηρώ, ομοίως, χρονικές ασάφειες, σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο κατέφυγε από την Umuahia στο Lagos τον Ιανουάριο του 2019 (ερυθρό 34 1χ, 5χ του διοικητικού φακέλου).  Τέλος, συντάσσομαι με το εύρημα των Καθ’ων η αίτηση σχετικά με το ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει πως κατάφερε να εγκαταλείψει νόμιμα την χώρα καταγωγής της ενώ ως δήλωσε ήταν καταζητούμενη από την αστυνομία (ερυθρό 34 6x, 33 6χ του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της, η Αιτήτρια προσκόμισε προς επίρρωση του ισχυρισμού της περί της δίωξης της από το κράτος το Τεκμήριο 1, δηλαδή αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Police Invitation» ημερομηνίας 23/01/2019, της μονάδας The crack Squad των Νιγηριανών Αστυνομικών αρχών της πόλης Umuahia της πολιτείας  Abia, παραλήπτης του οποίου είναι ο Moses Nwogu (ο πατέρας της αιτήτριας ως δήλωσε) και το οποίο τον καλεί να εμφανισθεί στις 30/01/2019 στο γραφείο The Crack Squad της ανωτέρω πόλης και να φέρει μαζί του την «ONE EBERE NWOGU» καθώς το γραφείο ερευνά την υπόθεση «συμμετοχής σε παράνομη κοινότητα/ lesbianism».

 

Σύμφωνα με το “ Συμβούλιο Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά” και με βάση απάντηση σε έρευνα που διεξήχθη το 2018, σχετικά με τις επιστολές πρόσκλησης της αστυνομίας, συμπεριλαμβανομένου του νομικού καθεστώτος, των χρήσεων και του μορφότυπου – καθώς και τις συνέπειες για ένα πρόσωπο που δεν συμμορφώνεται με μια επιστολή πρόσκλησης της αστυνομίας (2016 -Μάιος 2018), ο διευθύνων δικηγόρος μιας εταιρείας του Ανώτατου Δικαστηρίου της Νιγηρίας με έδρα την Ikeja (πολιτεία Lagos), ανέφερε ότι δεν υπάρχει καμία διάταξη στον νόμο περί αστυνομίας της Νιγηρίας ή στον νόμο περί απονομής ποινικής δικαιοσύνης σχετικά με τις αστυνομικές προσκλήσεις – και οι αστυνομικές προσκλήσεις είναι απλώς διαδικαστικού χαρακτήρα (25 Μαΐου 2018).[17] Παρείχε επίσης τις πληροφορίες σχετικά με τη χρήση και το νομικό καθεστώς των επιστολών πρόσκλησης της αστυνομίας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι επιστολές πρόσκλησης από την αστυνομία αποστέλλονται ώστε να επιτρέψουν στους υπόπτους να παρουσιαστούν εθελοντικά για ανάκριση. Δεν έχουν «νομική ισχύ», αλλά είναι «αναμενόμενο» από τους «υπεύθυνους πολίτες» να συμμορφώνονται με τις προσκλήσεις της αστυνομίας.

 

Έχοντας εξετάσει το ανωτέρω αντίγραφο θα αναφέρω για σκοπούς αξιολόγησης του τα πιο κάτω: Αναφορικά με τα μορφολογικά χαρακτηριστικά και το περιεχόμενο του εν λόγω αντιγράφου, εγείρονται αμφιβολίες ως προς την γνησιότητα του υπό κρίση εγγράφου[18], παρά ταύτα από το ανωτέρω έγγραφο δεν προκύπτει η ταυτότητα του υπογράφοντος προσώπου, η ακριβής διεύθυνση του τμήματος της αστυνομίας στο οποίο έπρεπε να παρουσιασθεί η ίδια με τον πατέρα της, ενώ ο παραλήπτης του ανωτέρω εγγράφου είναι έτερο πρόσωπο από αυτό της Αιτήτριας καθώς και το όνομα της Αιτήτριας καταγράφεται ελλιπώς (σημείο 3) ως «ONE EBERE » αντί «VICTORIA EBERE» ως καταγράφεται στο διαβατήριο της.

 

Πρόσθετα, διεξήγαγα έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας όπου εντοπίστηκαν κάποια δείγματα στο διαδίκτυο με συναφές περιεχόμενο, προσκλήσεις της αστυνομίας της Νιγηρίας για ανάκριση ή για διευκρινήσεις από διάφορα κρατίδια/πολιτείες  της χώρας(πλην της πολιτείας Abia), το περιεχόμενο των οποίων παρουσιάζει μερικές αποκλίσεις από το περιεχόμενο της κλήσης που προσκόμισε η Αιτήτρια[19].

 

Αρχικά, όλα τα ανωτέρω δείγματα έχουν τυπωθεί ηλεκτρονικά και δεν έχουν συμπληρωθεί χειρόγραφα, απευθύνονται στο πρόσωπο το οποίο καλείται για διευκρινήσεις, περιλαμβάνουν λεπτομέρειες σχετικά με τον τόπο που πρέπει να παρουσιαστεί το άτομο (μονάδα, οδό ή κεντρικό τμήμα της αστυνομίας) και περιλαμβάνουν υπογραφή του αξιωματικού(στοιχεία του προσώπου) που εκδίδει την κλήση. Η υπό εξέταση κλήση έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα, φέρει ως παραλήπτη τον πατέρα της Αιτήτριας και ελλείπει το όνομα και η βαθμίδα του αστυνομικού που υπογράφει την κλήση, ενώ ελλείψει  σαφών πληροφοριών για την τοποθεσία της μονάδας The crack Squad, δεν ήταν δυνατός ο γεωγραφικός εντοπισμός της ανωτέρω μονάδας της Νιγηριανής αστυνομίας στην Umuahia, εντοπίστηκαν δε διάφορα αστυνομικά τμήματα στην πόλη Umuahia[20]. Ως εκ τούτου οι ανωτέρω διαπιστώσεις θέτουν υπό αμφισβήτηση την γνησιότητα και στη συνέχεια αξιοπιστία του υπό εξέταση εγγράφου.

 

Ούτε και κατά την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αντεξέτασης της  στις 07/12/2023 ήταν σε θέση η Αιτήτρια να θεμελιώσει την αποδεικτική αξία του ανωτέρω εγγράφου και ως εκ τούτου να ενισχύσει τον ισχυρισμό της περί του κινδύνου σύλληψης της κατά την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της και δίωξης της από το κράτος ένεκα του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει, ενώ της δόθηκε η ευκαιρία και ενώπιον του Δικαστηρίου να το πράξει, πως κατάφερε να εγκαταλείψει νόμιμα την χώρα καταγωγής της από το αεροδρόμιο του Lagos τον Ιούνιο του 2019, χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα από τις αρχές, παρόλο που είχε αποσταλεί στον πατέρα της κλήση για να παρουσιασθεί στην αστυνομία στις 23 Ιανουαρίου 2019.  Οι δηλώσεις της ήταν γενικές και αόριστες, και αρκέστηκε στο να αναφέρει πως η υπόθεση της εκκρεμούσε σε τοπικό επίπεδο και δεν είχε ακόμη φθάσει σε κυβερνητικό επίπεδο, στοιχείο που αποτελεί προσωπική εκτίμηση και εικασία της αιτήτριας. Ούτε καθίσταται σαφές από το σύνολο των δηλώσεων της σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ο λόγος για τον οποίο η ανωτέρω κλήση είχε ως παραλήπτη τον πατέρα της και όχι την ίδια.

 

Αποκλίσεις παρατηρώ στα λεγόμενα της όταν κλήθηκε να απαντήσει εάν θα μπορούσε να διαμείνει με ηρεμία στην πολιτεία Lagos ισχυριζόμενη πως κατά την διαμονή της εκεί κρυβόταν, ενώ κατά την συνέντευξη της όπου ρωτήθηκε δύο φορές σχετικά, δήλωσε πως δεν εννοούσε ότι δεν έβγαινε από το σπίτι αλλά ότι δεν εργαζόταν (ερυθρό 34 4χ, 6χ του διοικητικού φακέλου).  Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω αντιφάσεις αποδυναμώνουν την αξιοπιστία της αιτήτριας σχετικά με τον φόβο της να συλληφθεί και να φυλακισθεί κατά την επιστροφή της στην χώρα.

 

Εντοπίζω, ακόμη, πως η Αιτήτρια σε πολλά σημεία της συνέντευξης της αναφέρεται στο ανωτέρω έγγραφο άλλοτε ως κλήση εμφάνισης στο δικαστήριο και άλλοτε ως ένταλμα σύλληψης, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει με συνέπεια το έγγραφο το οποίο εστάλη στον πατέρα της και από το οποίο η ίδια συμπέρανε ότι κινδυνεύει. Ούτε και κατά την διαδικασία στο ακροατήριο κατάφερε να παραθέσει μια πειστική εξήγηση σχετικά με τις ανωτέρω ασάφειες στα λεγόμενα της. Μάλιστα, και στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, η οποία συνοδεύει την αίτηση της για προσαγωγή μαρτυρίας, διακρίνεται σύγχυση περί του εάν αποτελεί το εν λόγω έγγραφο κλήση της αστυνομίας ή κλήση εμφάνισης της στο δικαστήριο(σημείο 4 της ένορκης δήλωσης σε σύγκριση με υπόλοιπα σημεία της ανωτέρω δήλωσης).

 

Θα αναμένονταν ευλόγως λαμβάνοντας υπόψη το καλό μορφωτικό επίπεδο της Αιτήτριας αλλά και την ηλικία της να έχει ρωτήσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το εν λόγω έγγραφο ή να γνωρίζει με ακρίβεια το περιεχόμενο του από τη στιγμή που αυτό το έγγραφο αποτέλεσε για την ίδια το λόγο για να εγκαταλείψει την χώρα και διατάραξε τους βιοτικούς δεσμούς που είχε ήδη εδραιώσει στην χώρα καταγωγής της. Θα πρέπει να επισημάνω πως πέραν του ανωτέρω εγγράφου, όπου αυτό κρίνεται ότι είναι μειωμένης αποδεικτικής αξίας και δεν είναι δυνατό να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, η Αιτήτρια δεν έχει δεχθεί κάποια άλλη όχληση από την αστυνομία της χώρας(ένταλμα σύλληψης/κλήτευση στο Δικαστήριο) από τον Ιανουάριο του 2019 όταν και έλαβε ως ισχυρίζεται την εν λόγω κλήση, καθώς και η ίδια κατά την διαμονή της στο Lagos όπου είχε μεταβεί τον Ιανουάριο του 2019 ήταν σε θέση να προχωρήσει με την έκδοση λευκού ποινικού μητρώου από την αστυνομία αλλά και στην επικύρωση των σχετικών πιστοποιητικών (ερυθρό 34 6χ του διοικητικού φακέλου) παρότι δεν εμφανίστηκε στο αστυνομικό τμήμα ως αξιώνει το υπό κρίση έγγραφο. Επομένως, οι ανωτέρω επισημάνσεις δεν δρουν ενισχυτικά του κινδύνου σύλληψης και φυλάκισης που επικαλείται η Αιτήτρια.

 

Η Αιτήτρια επικαλείται συνεχώς φόβο σύλληψης και φυλάκισης για 14 έτη χωρίς όμως να μπορεί σε κανένα σημείο της διαδικασίας να τεκμηριώσει τα γεγονότα εκείνα τα οποία της δημιούργησαν την πεποίθηση κινδύνου άμα τη επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της. Ούτε η συνήγορος της έκανε κάποια ουσιώδη αναφορά στο βάρος της αποδεικτικής αξίας του ανωτέρω Τεκμηρίου προκειμένου να ενισχύσει την αξιοπιστία της κατ’ ισχυρισμόν δίωξής της από το κράτος.  Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης, το Τεκμήριο που προσκόμισε η Αιτήτρια δεν είναι δυνατό να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας στο οποίο κατέληξαν οι Καθ’ων η αίτηση σχετικά με τον υπό κρίση ισχυρισμό.  Κατά συνέπεια, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (βλ. παραγράφους 37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Επισημαίνεται ότι δυνάμει του άρθρου 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου ο Αιτητής φέρει το βάρος να τεκμηριώσει την αίτηση του καταβάλλοντας προς τούτο πραγματική προσπάθεια και υποβάλλοντας όλα τα συναφή στοιχεία που έχει στη διάθεση του. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω εκ της ανωτέρω ανάλυσης ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας να τεκμηριώσει με αξιοπιστία τους προβληθέντες ισχυρισμούς που θα την ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Πρόσθετα, ορθά κρίθηκε από τον δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, δεν διαπιστώνεται πως προκύπτουν «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 (αντίστοιχο Άρθρο 15 (α) και (β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).

 

Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 όσο και του ΔΕΕ (βλ. C285/12, A. Diakit? v. Commissaire general aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi vthe United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011).

 

Θεωρώ αναγκαίο να προβώ σε ανάλυση των δεδομένων και στοιχείων που προκύπτουν από πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, καθότι η έρευνα των Καθ’ων η αίτηση παρότι επαρκής τοποθετείται χρονικά το έτος 2021, προκειμένου να διερευνηθεί η υφιστάμενη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί σήμερα στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και ειδικότερα στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δηλαδή την πολιτεία Lagos.

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία, πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung για τη Νιγηρία αναφέρει πως το Ισλαμικό κράτος για την δυτική Αφρική και άλλες ομάδες της Boko Haram συνεχίζουν να θέτουν απειλές στα βορειοανατολικά της χώρας, ενώ άλλες μη κρατικές ένοπλες ομάδες έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητες τους στην βορειοδυτική περιοχή, ενώ η σύγκρουση αγροτών-βοσκών συνεχίζεται στη βόρεια-κεντρική περιοχή και επεκτείνεται επίσης πέρα ​​από αυτήν προς τα νότια, και υπάρχει αύξηση σε αυτονομιστική αναταραχή στα νοτιοανατολικά της χώρας. Η ανασφάλεια και το έγκλημα συνέχισαν να επικρατούν στην περιοχή Niger Delta, και πολιτική αναταραχή καταγράφεται στα νότια της χώρας ενόψει των γενικών εκλογών το 2023[21].

 

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών η οποία συνοψίζει τις εξελίξεις στην Δυτική Αφρική κατά την χρονική περίοδο Ιουνίου -Δεκεμβρίου 2023 αναφέρεται πως η ανασφάλεια   που προκαλείται από εγκληματικές ένοπλες ομάδες είναι αυξημένη στις βόρειες πολιτείες ενώ στις νοτιότερες παρέμεινε χαμηλή[22].

 

Έκθεση της EUAA του 2024 η οποία εστιάζει στη χώρα αναφέρει σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική περιοχή (South-West στην οποία υπάγεται η πολιτεία Lagos) πως οι κύριοι δρώντες των περιστατικών ανασφάλειας στην ανωτέρω περιοχή ήταν αιρέσεις/αδελφότητες ειδικότερα στις πολιτείες (Lagos και Ogun), εγκληματικές οργανώσεις αλλά και Fulani βοσκοί ενεπλάκησαν σε επιθέσεις, απαγωγές και δολοφονίες στην περιοχή[23].

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED τη χρονική περίοδο 16.03.2024 - 14.03.2025 στην πολιτεία Lagos, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καταγράφηκαν 132 περιστατικά ασφαλείας εκ των οποίων προέκυψαν 106 απώλειες σε αμάχους, εξ αυτών των περιστατικών τα 78 ως μάχες (με 76 απώλειες), τα 25 ως εξεγέρσεις (με 17 απώλειες) και τα 29 ως βία κατά αμάχων (με 13 απώλειες) ενώ δεν καταγράφηκε κανένα περιστατικό απομακρυσμένης βίας[24]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos εκτιμάται ότι το 2022, οπότε έγινε η τελευταία καταμέτρηση, ανερχόταν στα 13,491,8002

 

Από τα παραπάνω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα προκύπτει πως η κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Lagos είναι ήρεμη σχετικά με τις πολιτείες στο βόρειο τμήμα της χώρας οι οποίες αποτελούν το κέντρο των ενόπλων συγκρούσεων ενώ δεν καταγράφεται η παρουσία της Boko Haram στην πολιτεία όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια. Περαιτέρω, τα ανωτέρω καταγεγραμμένα περιστατικά ασφαλείας δεικνύουν το χαμηλό αντίκτυπο αυτών στον πληθυσμό της υπό εξέτασης πολιτείας. 

 

Αποτιμώντας, εν συνεχεία, τα προαναφερόμενα δεδομένα αλλά και τις πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην ανωτέρω περιοχή.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή είναι ενήλικη γυναίκα περί τα 45 έτη, υγιής, με καλό μορφωτικό επίπεδο, προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και ευρύ υποστηρικτικό δίκτυο αφενός στην χώρα και αφετέρου στην πολιτεία όπου αναμένεται να επιστρέψει. Η Αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί ή έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την ΚΔΠ 191/2024, καθόρισε τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική  μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βΒλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαπιστώνω πως το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και ο τρόπος αξιολόγησης του αιτήματος της Αιτήτριας, είναι ορθός, και έχει ως αποτέλεσμα, την ορθή και νόμιμη απόφαση.  Επιπρόσθετα, από την κατ' ουσίαν εξέταση του αιτήματός της και την έρευνα που διεξήγαγα σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της, λαμβάνοντας υπόψη και το προφίλ της Αιτήτριας, διαπίστωσα πως δεν διατρέχει οποιονδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.  

  

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Ως εκ τούτου. η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με € 1000 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1]  EUAA, Δικαστική ανάλυση, Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, Έκδοση 2018, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf 

[2] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System, Judicial analysis, Second edition, σελ.265, σημείωση 870, February 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf

[3] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System, Judicial analysis, Second edition, σελ.266, February 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf

[4] UNHCR Guidelines on International Protection No. 9: Claims to Refugee Status based on Sexual Orientation and/or Gender Identity, σημ.11, https://www.unhcr.org/media/unhcr-guidelines-international-protection-no-9-claims-refugee-status-based-sexual-orientation

[5] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 23 April 2024https://www.ecoi.net/en/document/2107771.html

[6] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalising consensual samesex sexual acts between adults and diverse gender expressions, 30 November 2023, p.97-98, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf

[7] HRW, #outlawed, “The love that dare not speak its name”, 2023, https://features.hrw.org/features/features/lgbt_laws/

[8] Freedom House: Freedom in the World 2024 - Nigeria, 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2105060.html

[9] ILGA, Our identities under arrest: A global overview on the enforcement of laws criminalising consensual samesex sexual acts between adults and diverse gender expressions 2023, 30 November 2023, σελ.99-106, https://ilga.org/wp-content/uploads/2023/12/Our_Identities_Under_Arrest_2023.pdf

[10] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 23 April 2024https://www.ecoi.net/en/document/2107771.html

[11] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 20 March 2023https://www.ecoi.net/en/document/2089140.html

[12] USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 23 April 2024https://www.ecoi.net/en/document/2107771.html, USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 20 March 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2089140.html

[13] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report Nigeria, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_NGA.pdf

[14] UNHRC, Summary of stakeholders’ submissions on Nigeria; Report of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights [A/HRC/WG.6/45/NGA/3], 10 November 2023

[15] Freedom House: Freedom in the World 2024 - Nigeria, 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2105060.html

[16] Equaldex, LGBT Rights in Nigeria, https://www.equaldex.com/region/nigeria

[17] Immigration and Refugee Board of Canada, Responses to Information Requests, available at: Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada

[18] EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου,1/2/2018, σελ.107,  https://euaa.europa.eu/publications?field_category_target_id=15212&field_geo_coverage_target_id&field_keywords_target_id&title=&language=All&page=5

[21] Bertelsmann Stiftung (Author): BTI 2024 Country Report Nigeria, 19 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105924/country_report_2024_NGA.pdf

[22] United Nations Security Council, 'Report of the Secretary - General on the activities of the United Nations Office for West Africa and the Sahel - S/2023/1075', 2 January 2024, παρ. 26, https://www.ecoi.net/en/file/local/2103398/N2342595.pdf

[23]EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria - Country Focus, July 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2112320/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf 

[24]ACLED, available at: Explorer - ACLED


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο