
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: Τ1186/24
21 Μαρτίου, 2025
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ.Α.Β.
Αιτητού
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
……………………
Ο Αιτητή παρών
(κα) Ν. Χαραλαμπίδου, για τον Αιτητή
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 28.11.2024, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία, καθώς η εν λόγω αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις(2)(δ) των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2023 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος) και ζητεί την αντικατάστασή της με την έκδοση νέας απόφασης επί της ουσίας της αίτησής του.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Γουινέα. Περί τις 11.6.2019, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 26.7.2019, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή στο πλαίσιο διαδικασίας προσδιορισμού της ηλικίας του και στις 9.8.2019, ο Προϊστάμενος ενέκρινε την εισήγηση, κρίνοντας ότι ο Αιτητής αποτελεί ενήλικο πρόσωπο. Ακολούθως, στις 15.10.2021, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή αναφορικά με την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στις 29.12.2021, ο Προϊστάμενος ενέκρινε εισήγηση για απόρριψη της αίτησής διεθνούς προστασίας του Αιτητή και παράλληλα εκδόθηκε και απόφαση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Στις 18.1.2022, ο Αιτητής καταχώρισε προσφυγή υπ’ αριθμό 374/22 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εναντίον της απορριπτικής απόφασης επί της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία, η οποία απορρίφθηκε στις 30.8.2023. Στις 28.11.2024, ο Αιτητής καταχώρισε μεταγενέστερη αίτηση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με απόφαση του Προϊσταμένου ημερομηνίας 28.11.2024, παύοντας το δικαίωμα παραμονής του Αιτητή στη Δημοκρατία. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του προωθεί ότι λανθασμένως η επίδικη μεταγενέστερη αίτησή του κρίθηκε ως απαράδεκτη, καθώς ο Αιτητής προσκόμισε κατά τον ισχυρισμό του, νέα έγγραφα ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, τα οποία αποτελούν νέα στοιχεία τα οποία αυξάνουν τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Παράλληλα, επισημαίνει ότι τα νέα αυτά έγγραφα που επιθυμούσε να προσκομίσει δεν έγιναν αποδεκτά από την Υπηρεσία Ασύλου, εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτά δεν είχαν προηγουμένως μεταφραστεί. Αυτό κατά τον Αιτητή, παραβιάζει το άρθρο 18(7Α)(ζ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο θεσπίζει την υποχρέωση της Υπηρεσίας Ασύλου να παρέχει δωρεάν υπηρεσίες μετάφρασης εγγράφων σχετικών με την εξέταση των αιτήσεων. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να παραλάβουν, να μεταφράσουν και ακολούθως να αξιολογήσουν τα προσκομισθέντα από τον Αιτητή έγγραφα, τα οποία ενισχύουν τον ισχυρισμό του περί δίωξής του στη χώρα καταγωγής του. Τα έγγραφα που ο Αιτητής επιθυμούσε να προσκομίσει και κατά τη δήλωσή του δεν παρέλαβε η Υπηρεσία Ασύλου, επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 6.12.2024, η οποία συνοδεύει το εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας.
3. Κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού 3 των περί της λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, οι Καθ‘ ων η αίτηση κλήθηκαν να συμμετέχουν στην παρούσα διαδικασία πέραν της καταχωρίσεως υπομνήματος και στην ακροαματική διαδικασία. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξαν ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε τα εν λόγω έγγραφα στην Υπηρεσία Ασύλου, δεδομένο που προκύπτει και από το έντυπο της αίτησής του όπου δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε περιγραφή των εγγράφων που επιθυμούσε να προσκομίσει. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούν ότι αυτά δεν αυξάνουν τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
To νομικό πλαίσιο
4. Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έχει ως ακολούθως (η υπογράμμιση είναι του παρόντος δικαστηρίου):
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
5. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 και 2020 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
6. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
7. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙
[…]
(3) Η Υπηρεσία Ασύλου αξιολογεί, σε συνεργασία με τον αιτητή, τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) στοιχεία.».
8. Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα:
«Απαράδεκτες αιτήσεις
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
(α) [...]
(β) [...]
(γ) [...]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή
(ε) [...]».
9. Το άρθρο 16Δ του του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης
16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής[...]».
10. Το εδάφιο (7Α) του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο τιτλοφορείται, «Αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας» προβλέπει ότι:
«(7Α)(α) Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων λαμβάνονται μετά τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων, σε εξατομικευμένη βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα, μετά από τη λήψη συγκεκριμένων και ακριβών πληροφοριών από διάφορες πηγές, όπως την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και τις σχετικές διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως προς τη γενική κατάσταση στις χώρες ιθαγένειας των αιτητών και, όπου χρειάζεται, στις χώρες μέσω των οποίων διήλθαν∙ […]
(ζ) Η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει δωρεάν υπηρεσίες μετάφρασης εγγράφων σχετικών με την εξέταση των αιτήσεων. Ο αρμόδιος λειτουργός δεν είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει τη μετάφραση οποιουδήποτε εγγράφου που προσκομίζεται από τον αιτητή, εάν κρίνει ότι αυτό δεν είναι σχετικό με την αίτηση. Οι μεταφραστές δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας βάσει του άρθρου 31Β.».
11. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
12. Είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι, το παρόν Δικαστήριο ως Δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιόν του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και εν προκειμένω στην αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησής του ως παραδεκτής.
13. Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη αποτελεί απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ (ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων) και 13 (κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων), όταν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
14. Το ζήτημα της εξέτασης των μεταγενέστερων αιτήσεων και ειδικότερα της έννοιας των νέων στοιχείων και πορισμάτων εξετάστηκε στην πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C‑18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710, σκέψεις 31 έως 44. Η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων [Βλ. επίσης απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34].
15. Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης, συνεπώς, οι οποίες ανήκουν στο πρώτο στάδιο εξέτασης μίας μεταγενέστερης αίτησης, όπως μεταφέρθηκαν στην εθνική έννομη τάξη είναι οι ακόλουθες:
16. Πρώτον, καθορίζεται εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
17. Δεύτερον, εάν τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
18. Τρίτον, εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία, που αφορούσε την εξέταση της αίτησής του. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.
19. Ως εκ τούτου, σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου δεν υφίσταται ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης ασύλου, αλλά κρίση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η διαδικασία ουσιαστικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης επαφίεται πλέον στην δικονομική αυτονομία των κρατών μελών.
20. Εν προκειμένω, o Αιτητής κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του εξαιτίας μιας ασθένειάς του. Το πόδι του έσπασε από ένα όχημα της αστυνομίας. Εξήγησε, ότι στις 13.4.20215, φεύγοντας από το σχολείο, η αντιπολίτευση οργάνωνε μια διαδήλωσε όπου ο Αιτητής είχε το ατύχημα. Η οικογένειά του και άλλα άτομα που προσφέρθηκαν τον έστειλαν στο νοσοκομείο όπου έλαβε τις πρώτες βοήθειες, ωστόσο εξαιτίας έλλειψης πόρων των έστειλαν σε ένα παραδοσιακό γιατρό, και τότε το πόδι του επιδεινώθηκε.
21. Στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας επί της πρώτης αίτησής του για διεθνή προστασίας ως ουσιώδεις ισχυρισμοί πέραν του προφίλ και του τόπου καταγωγής και συνήθους διαμονής του, απομονώθηκαν ο κατ’ ισχυρισμό τραυματισμός του από στρατιωτικό όχημα όταν ίδιος επιστρέφοντας με τα πόδια από το σχολείο του κτυπήθηκε από αυτό ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη μια πολιτική διαδήλωση και ως έτερος ισχυρισμός ο φόβος δίωξής του εξαιτίας την ιδιότητάς του ως μέλος της φυλής Peuhl. Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του έγιναν αποδεκτοί με την σημείωση ωστόσο ως προς το δεύτερο ισχυρισμό ότι κρίθηκε ότι αυτός τραυματίστηκε ως τυχαία ευρισκόμενος στην εκδήλωση και δεν εντοπίστηκε ζήτημα προσωπικής δίωξής του. Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό αυτό που έγινε δεκτό είναι ότι ανήκει στην εν λόγω εθνοτική ομάδα, χωρίς ωστόσο να γίνεται δεκτό κάποιο περιστατικό δίωξής του, ένεκα αυτής. Κατά την αξιολόγηση κινδύνου και τη νομική ανάλυση που ακολούθησε κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
22. Ανάλογα κατά τη δικαστική εξέταση στην προσφυγή υπ’ αριθμό 374/22, επικυρώθηκαν τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση κατά τη διοικητική διαδικασία, κατόπιν επικαιροποιημένης εξέτασης της κατάστασης ασφαλείας στο τόπο προηγούμενης διαμονής του Αιτητή.
23. Στο πλαίσιο της επίδικης μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής καταγράφει στο ειδικό έντυπο ότι μετά ο τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον πατέρα του σχετικά με την απορριπτική δικαστική απόφαση, ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει πίσω στη χώρα καθώς η ζωή του κινδυνεύει. Ο λόγος είναι ότι τα άτομα με τα οποία είχε το ατύχημα εξακολουθούν να τον αναζητούν και ότι είναι αυτά τα άτομα που έχουν τη δύναμη στη χώρα. Ο Αιτητής καταγράφει εξάλλου στο έντυπο ότι έδωσε τα αυθεντικά έγγραφά του στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία δεν τα δέχτηκε διότι δεν ήταν μεταφρασμένα από ορκωτό μεταφραστή.
24. Αξιολογώντας τα ενώπιόν τους δεδομένα, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή στο πλαίσιο της μεταγενέστερής του αίτησης είχαν ήδη εξεταστεί και αξιολογηθεί και δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Καταγράφουν στην συνέχεια οι Καθ’ ων η αίτηση αυτολεξεί στην έκθεση εισήγηση (ερ. 214 τα εξής) (η υπογράμμιση είναι το παρόντος Δικαστηρίου) τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, σχετικά με τον ισχυρισμό του αλλοδαπού στη μεταγενέστερη αίτηση του, έδωσε τα αυθεντικά έγγραφα για να μεταφραστούν από την Υπηρεσία Ασύλου αλλά αυτά δεν έγιναν δεκτά καθώς η μετάφραση πρέπει να γίνει από ορκωτό μεταφραστή (Π.Β. ερυθ. 207-206) σημειώνεται ότι αυτή είναι η ενδεδειγμένη διαδικασία που ακολουθείται».
25. Στην ένορκη του δήλωση ο Αιτητής ημερομηνίας 11.12.2024, αναφέρει επίσης ότι στις 28.11.2024, επιχείρησε να επισυνάψει στη μεταγενέστερη αίτησή του δέσμη εγγράφων, τα οποία η Υπηρεσία Ασύλου αναιτιολόγητα αρνήθηκε να παραλάβει (α) κάρτα μέλους σε πολιτικό κόμμα β) έγγραφο, το οποίο κατ’ ισχυρισμό υπογράφει ο αντιπρόεδρος του πολιτικού κόμματος στο οποίο ανήκει ο Αιτητής και γ) έγγραφο που υπογράφει έτερο πρόσωπο μέλος του εκτελεστικού γραφείου του ίδιου κόμματος), τα οποία υποστηρίζει ότι συνδέονται με το αίτημά του για διεθνή προστασία ενισχύοντας την αξιοπιστία του.
26. Από τα πιο πάνω δεδομένα προκύπτει ότι όντως, οι Καθ’ ων η αίτηση, παρά τα όσα δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αρνήθηκαν να παραλάβουν τα έγγραφα που επιθυμούσε να προσκομίσει ο Αιτητής στο πλαίσιο της επίδικης μεταγενέστερης αίτησής του. Το πιο κρίσιμο δεδομένο για αυτή τη διαπίστωση είναι η παραδοχή των ίδιων των Καθ’ ων η αίτηση εντός της έκθεσης εισήγησης, όπου γίνεται ρητή αναφορά περί μη της αποδοχής των εγγράφων ένεκα του ότι δεν ακολουθήθηκε από τον Αιτητή η «ενδεδειγμένη διαδικασία». Στο έντυπο της αίτησής του δεν καταγράφονται τα εν λόγω έγγραφα, δεδομένο που καταρχήν θα ήγειρε αμφιβολίες ως προς το χρόνο που ο Αιτητής επιχείρησε να προσκομίζει τα εν λόγω έγγραφα. Ωστόσο, η ρητή αναφορά των ίδιων Καθ’ ων η αίτηση στο κείμενο της έκθεσης δεν αφήνει γραμματικά περιθώρια, καθιστώντας σαφές ότι οι Καθ’ων η αίτηση στο πλαίσιο της υπό εξέταση μεταγενέστερης αίτησής του, αρνήθηκαν να παραλάβουν τα έγγραφα που επιθυμούσε ο Αιτητής να προσκομίσει, επικαλούμενοι την «ενδεδειγμένη διαδικασία».
27. Επισημαίνεται συναφώς ότι δυνάμει του άρθρου 16 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο τιτλοφορείται «Υποχρεώσεις αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών» ο αιτητής οφείλει να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό. Ταυτόχρονα και η Υπηρεσία Ασύλου αξιολογεί, σε συνεργασία με τον αιτητή όλα τα στοιχεία που αυτός προσκομίζει. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 18, οι αποφάσεις επί αιτήσεων διεθνούς προστασία λαμβάνονται σε εξατομικευμένη βάση λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία μετά από δέουσα έρευνα. Επιπλέον επισημαίνεται η υποχρέωση της Υπηρεσίας Ασύλου να παρέχει δωρεάν υπηρεσίες μετάφρασης εγγράφων σχετικών με την εξέταση των αιτήσεων, με την επισήμανση ότι δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση μετάφρασης εγγράφου όταν κρίνεται ότι αυτό δεν είναι σχετικό με την αίτηση. Όπως δε προκύπτει εναργώς από το άρθρο 16Δ(7), οι εν λόγω διαδικαστικές ρυθμίσεις τυγχάνουν εφαρμογής και στο πλαίσιο εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων. Υπό το φως των ανωτέρω, προκύπτει ότι η άρνηση της Υπηρεσίας Ασύλου να παραλάβει τα εν λόγω έγγραφα παραβιάζει τα άρθρο 16 και 18 του περί Προσφύγων Νόμου.
28. Υπό το φως των ανωτέρω διατάξεων, επισημαίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν σε κάθε περίπτωση να παραλάβουν τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής. Το ζήτημα της υποχρέωσης μετάφρασής τους αφορά σε ζήτημα που έπεται, καθώς αφορά στην αξιολόγηση του κατά πόσον αυτά είναι όντως συναφή με την αίτηση. Η τελευταία αυτή δυνατότητα μη μετάφρασης εγγράφων θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ασκείται με φειδώ, καθώς τυχόν μη μετάφραση των εγγράφων, παρεμποδίζει την δικαστική κρίση που τυχόν ακολουθεί την έκδοσης αρνητικής απόφασης.
29. Ως εκ τούτου, η κρίση των Καθ’ ων η αίτηση περί του μη παραδεκτού της μεταγενέστερης είναι λανθασμένη καθώς, με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα παρέλειψαν να παραλάβουν τα έγγραφα που ήθελε να προσκομίσει ο Αιτητής στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου. Η αξιολογική τους κρίση περί του παραδεκτού δεν περιέλαβε οποιαδήποτε κρίση επί των εγγράφων που παρέλειψαν να παραλάβουν. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι τα έγγραφα που αρνήθηκαν να παραλάβουν δεν ταυτίζονται με αυτά που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, εξακολουθεί να διαπιστώνεται μείζονα διαδικαστική πλημμέλεια, η οποία οδηγεί σε ακύρωση της επίδικης απόφασης.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, με €1000 έξοδα συν Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση και υπέρ του Αιτητή.
Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο