N.J.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ983/2024, 19/3/2025
print
Τίτλος:
N.J.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ983/2024, 19/3/2025
Ημερομηνία:
19 Μαρτίου 2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  Τ983/2024

19 Μαρτίου, 2025

[Ε.ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

N.J.M.

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

                                           Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                  Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος)  για Πιερίδης και Πιερίδης

Η παρουσία των Καθ' ων η αίτηση δεν κρίθηκε απαραίτητη και συνεπώς δεν κλήθηκαν να παραστούν στη διαδικασία[1]

Αιτητής παρών

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 20.08.2024, με την οποίαν απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ), 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί[2] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται από το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από το σχετικό διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»). Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία του Αιτητή και του συνηγόρου του.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «ΛΔΚ»), την οποίαν εγκατέλειψε στις 25.10.2021 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα στις 09.11.2021 μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 20.01.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, δηλώνοντας ότι δε συνοδεύεται από κάποιον ενήλικα που να ασκεί την επιμέλειά του και, συνεπώς, πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο. Στις 23.09.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου,  παρουσία του κηδεμόνα του Αιτητή από τις Κοινωνικές Υπηρεσίες. Ακολούθως, αφού το αίτημά του εξετάστηκε επί της ουσίας του αυτό απορρίφθηκε στις 31.05.2023. Προσφυγή την οποίαν καταχώρισε ο Αιτητής ενώπιόν του  Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 15.03.2024. Στη συνέχεια ο Αιτητής καταχώρισε στις  12.08.2024 μεταγενέστερη αίτηση την οποίαν εξέτασε λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 20.08.2024 ετοίμασε σημείωμα – εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με εισήγηση την απόρριψή της ως απαράδεκτης.  Αυθημερόν ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε το σημείωμα – εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή και αποφάσισε την επιστροφή του στη ΛΔΚ. Επίσης κατά την ίδια ημερομηνία η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή επίσης στις 20/08/2024. Αυτήν την απόφαση αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.

 

Με την προσφυγή του ο Αιτητής, διά των συνηγόρων του επιζητά την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης ως άκυρης και/ή παράνομης και/ή αντισυνταγματικής και/ή ως στερημένης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

 

Περαιτέρω, με το εναρκτήριο δικόγραφο του ο Αιτητής καταγράφει πλείονες λόγους ακυρώσεως τους οποίους ωστόσο δεν προώθησε, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας.  Κατά αυτό δε το στάδιο, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας καθώς τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε με τη μεταγενέστερη αίτησή του, δεν εξετάστηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση, γεγονός που προσδίδει βάση στους ισχυρισμούς του. Προσθέτει πως μπορεί να μην εντοπίζεται στο διαδίκτυο η συγκεκριμένη εφημερίδα, αλλά αυτή υπάρχει κατά την θέση του Αιτητή ο οποίος και προσκόμισε σχετικό αντίγραφό της, επί του οποίου εντοπίζονται και πληροφορίες για τη σύσταση της εφημερίδας.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση- δια του υπομνήματός τους-υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας  ότι η απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

Επισημαίνεται ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή  για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[3], διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων[3]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα  στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσον ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.

 

Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια  (3) (α) και (β)  του  άρθρου  16Δ  του  περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν  τα  ακόλουθα  (- έμφαση  και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ(3)(α) Κατά την λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον: -

 

(iΤα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(iiικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».

 

Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:

 

Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω  προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή  νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου),  σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον: (α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας  και (β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.

 

Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[4].

 

Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσον πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).

 

Ενόψει των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι στις περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης ασύλου αλλά κρίση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, όπως εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανεξέταση της υπόθεσής του.

 

Προχωρώντας τώρα στην μελέτη των ενώπιόν μου δεδομένων, διαπιστώνω ότι στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης του, ο Αιτητής κατέγραψε πως ο λόγος που αιτείται διεθνή προστασία είναι λόγω του ότι έλαβε απειλές θανάτου, βασανίστηκε, ξυλοκοπήθηκε και κακοποιήθηκε σεξουαλικά από έναν ιερέα. Παράλληλα, όλη η κοινότητα, οι φίλοι του και η οικογένειά του τον απέρριψαν και ήθελαν να τον σκοτώσουν. Περαιτέρω, ο Αιτητής προσκομίζει και σειρά εγγράφων τα οποία υποστηρίζουν, κατά την θέση του, το αίτημά του (βλ. ερυθρά 137, 136 του Δ.Φ.). Συγκεκριμένα ο Αιτητής προσκόμισε τα εξής έγγραφα:

 

·                Επιστολή ημερομηνίας 11.03.2024 (βλ. ερ. 123 και μετάφραση αυτής στο ερ. 124 του δ.φ.) η οποία υπογράφεται από τον/την δικηγόρο […]

·                Ιατρική αναφορά, ημερομηνίας 21.10.2021 (βλ. ερ. 118-119 και μετάφραση αυτής στα ερ. 121-120 του δ.φ.)

 

·                Ανακοίνωση της ΜΚΟ “Adico”, ημερομηνίας 15.12.2023 (βλ. ερ. 114-113 και μετάφραση αυτής στα ερ. 116-115 του δ.φ.).

 

·                Άρθρο της εφημερίδας “The Post”, ημερομηνίας 13.10.2021 (βλ. ερ. 110 και μετάφραση αυτού στο ερ. 111 του δ.φ.) το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθολικός ιερέας κατηγορείται για σεξουαλική κακοποίηση δύο ανήλικων στην Κινσάσα».

 

·                Μια φωτογραφία που απεικονίζει ένα τραυματισμένο χέρι (βλ. ερ. 109 του δ.φ.)   

 

Κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησής του, οι Καθ' ων η αίτηση, εξετάζοντας κατά το πρώτο στάδιο, το παραδεκτό αυτής, έκριναν, ως προκύπτει από την Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού ασύλου πως ο Αιτητής δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς στη μεταγενέστερή του αίτηση, τονίζοντας ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί είχαν τεθεί κατά την προγενέστερη εξέταση της αίτησής του, είχαν τύχει εξέτασης κατ’ ουσίαν και εν τέλει απορρίφθηκαν. Όσον αφορά τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής, ο λειτουργός ασύλου τα αξιολόγησε ως εξής:

 

·                Αναφορικά με την επιστολή του δικηγορικού γραφείου της Κινσάσα, ο λειτουργός ασύλου έκρινε πως το εν λόγω έγγραφο αποτελεί εμφανώς χαλκευμένο φωτοαντίγραφο του οποίου δεν μπορεί να προκύψει η αυθεντικότητα – γνησιότητά του, ενώ δε μπορεί να επαληθευτεί και η ταυτότητα όσων υπογράφουν το έγγραφο.

 

·                Σχετικά με το ιατρικό έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής, ο λειτουργός ασύλου δεν το αξιολόγησε παρά μόνο κατέγραψε ότι σε αυτό αναφέρεται ότι ο Αιτητής είχε οίδημα στο αριστερό του βλέφαρο, θολή όραση καθώς και ότι έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον ιερέα του σχολείου του, όπου ο Αιτητής χρειάστηκε να λάβει ιατρική φροντίδα.

 

·                Ως προς την επιστολή της ΜΚΟ “Adico”, η οποία καταγγέλλει τη συμπεριφορά

 

του ιερέα, ο λειτουργός ασύλου επισήμανε ότι έπειτα από σχετική έρευνα στο διαδίκτυο δεν ανευρέθηκε η συγκεκριμένη ΜΚΟ, με αποτέλεσμα να μη δύναται να προκύψει η αυθεντικότητα / γνησιότητα του εγγράφου.

 

·                Αναφορικά με το απόκομμα εφημερίδας, ο λειτουργός ασύλου επισήμανε ότι κατόπιν σχετικής έρευνας δεν ανευρέθηκε η συγκεκριμένη εφημερίδα της ΛΔΚ.

 

·                Σχετικά με την φωτογραφία στην οποίαν απεικονίζεται ένα τραυματισμένο χέρι, ο λειτουργός ασύλου σημείωσε ότι στην φωτογραφία αυτή δεν φαίνεται κάποιο πρόσωπο και, συνεπώς, δεν είναι εμφανές σε ποιον ανήκει το συγκεκριμένο χέρι και ότι αυτή δεν αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης του Αιτητή με διεθνή προστασία αφού δε στοιχειοθετεί φόβο δίωξης.

 

Καταλήγει δε στο ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή δεν προσφέρουν το οτιδήποτε στο αφήγημά του πέραν της επανάληψης των όσων αναφέρθηκαν κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, κατά την οποίαν και κρίθηκε αναξιόπιστος. Τονίστηκε, επίσης, ότι τα εν λόγω έγγραφα θα μπορούσαν να είχαν παρουσιαστεί τόσο ενώπιον του ΔΔΔΠ όσο και κατά τη διάρκεια εξέτασής της αίτησής του για διεθνή προστασία ενώπιον του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, το οποίο δεν συνέβη λόγω υπαιτιότητας του ιδίου του Αιτητή.

 

Η εισηγητική έκθεση ολοκληρώνεται με την εισήγηση για απόρριψη της  μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, εισήγηση η οποία έγινε αποδεκτή από τον εξουσιοδοτημένο να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της κρίσης των Καθ' ων η αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω εν συντομία, τα όσα ο Αιτητής επικαλέσθηκε σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του κατά τα προγενέστερα στάδια εξέτασης της αίτησής του. 

 

Κατά την υποβληθείσα λοιπόν αρχική του αίτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς κατηγορήθηκαν για μαγεία από τους συγγενείς τους και από την ευρύτερη κοινότητα. Δήλωσε ότι έπεσαν θύματα απαγωγής και κακομεταχείρισης, δεχόμενοι παράλληλα και απειλές θανάτου, επειδή αποκάλυψαν τις βιαιότητες που δέχτηκαν από τον Father [...], έναν φίλο του θείου τους, στο οικοτροφείο όπου φοιτούσαν (βλ. ερυθρά 31 του Δ.Φ.).

 

Ακολούθως, κατά την συνέντευξή του,  ο Αιτητής ισχυρίστηκε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του (βλ. ερυθρά 24 2X, 23 1X του Δ.Φ.) ότι ο κύριος λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του είναι λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη από έναν ιερέα, φίλο του θείου του, ο οποίος είχε μεσολαβήσει για να φοιτήσει ο Αιτητής και ο αδερφός του σε ένα οικοτροφείο. Ο Αιτητής περιέγραψε πως, όταν ξεκίνησε να φοιτά στο οικοτροφείο μαζί με τον αδερφό του, ο εν λόγω ιερέας τους εξασφάλισε κατ’ εξαίρεση ένα δωμάτιο για να μένουν μόνο οι δυο τους, ενώ ήταν καλός μαζί τους και τους έφερνε συνέχεια δώρα. Ο Αιτητής εξήγησε περαιτέρω ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος, ονόματι Father [...], έχαιρε μεγάλης εκτίμησης λόγω της θέσης του. Συνέχισε λέγοντας ότι ο Father [...] τους επισκεπτόταν συχνά στο δωμάτιό τους, και κατά τις επισκέψεις αυτές τους άγγιζε, ωστόσο δεν σκέφτηκαν πως κάτι τέτοιο δεν ήταν συνηθισμένο. Όμως, όταν μία ημέρα κλείδωσε την πόρτα του δωματίου τους και έβγαλε τα ρούχα του, ο Αιτητής κατάλαβε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν φυσιολογικό, με τον αδερφό του αρνήθηκαν να υπακούσουν στις σεξουαλικές πράξεις που τους ζήτησε να προβούν, και ο ιερέας τους απείλησε.

 

Ο Αιτητής προσέθεσε ότι την επόμενη ημέρα, ο Father [...] του ζήτησε να πάνε μία βόλτα. Κατά τη διάρκεια της βόλτας ο Αιτητής παρατήρησε ότι είχαν απομακρυνθεί από το σχολείο και είχαν φτάσει σε μία έρημη περιοχή. Μπήκαν μέσα σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι, ο Father [...] έκλεισε το στόμα του Αιτητή και τον έδεσε, ενώ ο Αιτητής παρατήρησε ότι μέσα στο σπίτι βρισκόταν επίσης και ο αδερφός του. Ο Αιτητής περιέγραψε ότι έμεινε με τον αδερφό του για περίπου 4 ημέρες στο εν λόγω σπίτι, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Father [...] ερχόταν και προέβαινε σε διάφορες σεξουαλικές πράξεις. Εν τέλει, ένας εκ των φυλάκων του οικοτροφείου κατάλαβε ότι ο Αιτητής και ο αδερφός του απουσιάζουν και τους ανακάλυψε στο εν λόγω εγκαταλειμμένο σπίτι και τους βοήθησε να διαφύγουν.

Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ο Αιτητής προέβαλε ότι με τον αδερφό του πήγαν στο μοναστήρι στο οποίο εργαζόταν ο θείος του και από εκεί στην οικία του θείου του στην περιοχή Selembao της Κινσάσα. Ωστόσο ο θείος τους κάλεσε αμέσως τον Father [...] και, έπειτα από την μεταξύ τους επικοινωνία, άλλαξε τη συμπεριφορά του απέναντι στον Αιτητή και τον αδερφό του και τους έδιωξε από το σπίτι. Την επόμενη ημέρα ο Αιτητής εξήγησε ότι πήγαν στην εκκλησία, είπαν τι τους συνέβη, αλλά δεν τους πίστεψαν. Επέστρεψαν στην οικία του θείου τους, είπαν να διαγραφεί το τι συνέβη στην εκκλησία αλλά δεν τους πίστεψαν, και εν συνεχεία ο θείος τους τούς κακοποίησε σωματικά και τους έδιωξε από το σπίτι. Τότε τους είδε ο κύριος Benin, ο οποίος ήταν φίλος του θείου τους, και τους πήρε υπό την προστασία του. Την ίδια νύχτα ο Αιτητής δήλωσε ότι είδε κάποια άτομα από την εκκλησία τα οποία κρατούσαν μαχαίρια. Έμαθε δε από τον κύριο Benin ότι αυτός και ο αδερφός του κατηγορούνται για μαγεία.

 

Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις επί του ανωτέρω αφηγήματος του Αιτητή, ξεκινώντας με το τι έλαβε χώρα στο εγκαταλειμμένο σπίτι όπου τον πήγε ο Father [...] και τον κράτησε αιχμάλωτο μαζί με τον αδερφό του. Ο Αιτητής τοποθέτησε χρονικά το συμβάν περί τον Ιούνιο του 2021 (βλ. ερυθρά 21 1Χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς πως ήταν δυνατόν ο ιερέας να καταφέρει να τον δέσει ο Αιτητής προέβαλε ότι θεωρεί πως για να το καταφέρει αυτό απήγαγε τον ίδιο και τον αδερφό του ξεχωριστά, διαφορετικά εάν ήταν και οι δύο μαζί θα κατάφερναν να προβάλουν αντίσταση. Ζητήθηκε επίσης από τον Αιτητή να αποσαφηνίσει τον λόγο που, από τη στιγμή που ο Father [...] είχε επιχειρήσει και στο παρελθόν να προβεί σε σεξουαλικές πράξεις, δεν προσπάθησε να σώσει τον εαυτό του όταν κατάλαβε το τι πρόκειται να συμβεί. Ο Αιτητής δήλωσε ότι τον σεβόταν βαθιά λόγω της θέσης του και πως χρησιμοποιούσε την ευγένειά του προκειμένου να ξεχάσουν το τι συνέβαινε (βλ. ερυθρά 22 1Χ του Δ.Φ.). Προσέθεσε δε ότι δεν του ήταν εύκολο να αντισταθεί, ενώ όταν είδε τον αδερφό του σε τέτοια κατάσταση ένιωσε αναστάτωση αλλά δε μπορούσε να κάνει κάτι καθώς ήταν και ο ίδιος δεμένος. Επιβεβαίωσε δε ότι έμειναν εκεί για διάστημα 4 ημερών, και πως κάθε φορά που ο Father [...] ερχόταν τους έφερνε και φαγητό. Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι για τις 4 αυτές ημέρες κανένας δεν τους είδε. Ερωτηθείς πως το άτομο από την ομάδα των υπεύθυνων ασφαλείας τους εντόπισε τόσο άμεσα, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι δεν τον γνωρίζει και πως είναι κάτι που αφήνει έκπληκτο και τον ίδιο (βλ. ερυθρά 22 του Δ.Φ.).

 

Αναφορικά με το τι επακολούθησε της απελευθέρωσής τους, ο Αιτητής υποστήριξε ότι δεν ζήτησαν τη βοήθεια του ατόμου που τους απελευθέρωσε για να αναφέρουν το περιστατικό καθώς τη δεδομένη στιγμή ήταν φοβισμένοι και μπερδεμένοι, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ο θείος τους τούς έδιωξε. Ταυτόχρονα, το σχολείο χρειαζόταν την στήριξη της εκκλησίας και η εκκλησία ήταν ενάντια στον Αιτητή και τον αδερφό του (βλ. ερυθρά 22 2Χ του Δ.Φ.).

 

Ως προς τις κατηγορίες περί μαγείας, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι θεωρεί πως πίσω από αυτούς τους ισχυρισμούς βρίσκεται ο Father [...] γιατί οι κατηγορίες αυτές ξεκίνησαν αφότου ο θείος του μίλησε μαζί του. Εξήγησε δε ότι προσπάθησε μαζί με τον αδερφό του να εξηγήσουν στον θείο τους τι τους συνέβη, ωστόσο δεν τους άκουσε. Υποστήριξε, επίσης, ότι ο κύριος Benin τους είπε ότι συγγενείς τους συζητούσαν με τον θείο τους για το πως θα τους σκοτώσουν (βλ. ερυθρά 22 3Χ του Δ.Φ.).  Ερωτηθείς σχετικά, ο Αιτητής δήλωσε πως οι γονείς του δεν ήταν παρόντες στο συμβάν, καθώς και ότι δεν επικοινωνούσε απευθείας με τους γονείς του αλλά μέσω του θείου του (βλ. ερυθρά 21 1Χ του Δ.Φ.).

 

Ο Αιτητής δήλωσε, επίσης, ότι δεν αναζήτησε βοήθεια από την αστυνομία καθώς δεν πίστευε κανένας αυτόν και τον αδερφό του, ενώ ο ιερέας αυτός έχαιρε μεγάλης εκτίμησης με αποτέλεσμα πως ακόμα και η αστυνομία θα έπαιρνε το μέρος του (βλ. ερυθρά 21 3Χ του Δ.Φ.). Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι από ένα σημείο και μετά ενημερωνόταν για τα πάντα από τον κύριο Benin, και εξήγησε πως τον πίστευε καθώς ο Father [...] είχε πει ότι θα βρει τον ίδιο και τον αδερφό του και θα τους σκοτώσει (βλ. ερυθρά 21 2Χ, 4Χ του Δ.Φ.).

 

Ερωτηθείς ως προς το τι θεωρεί ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής υποστήριξε πως θα πάθει κακό από τη στιγμή που ο ιερέας αλλάζει περιοχή κάθε 2 – 3 έτη, με αποτέλεσμα να ενδέχεται να τον συναντήσει ξανά εάν αποφασίσει να αλλάξει περιοχή διαμονής. Ο Αιτητής προσέθεσε, επίσης, ότι φοβάται και την οικογένειά του από τη στιγμή που θεωρούν ότι αυτός και ο αδερφός του εμπλέκονται σε μαγεία (βλ. ερυθρά 21 του Δ.Φ.). Τέλος, ερωτηθείς εάν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ ο Αιτητής απάντησε θετικά, τονίζοντας ωστόσο ότι θα ζει με συνεχή ανασφάλεια (βλ. ερυθρά 21 του Δ.Φ.).

 

Από τους ισχυρισμούς του Αιτητή, αποδεκτός έγινε μόνο ο πρώτος, αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του, ενώ ο δεύτερος ισχυρισμός του ως απομονώθηκε – ήτοι ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του από τον θείο του, τον ιερέα του σχολείου του, καθώς και τους ακολούθους του – απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.

 

Εξετάζοντας τα ενώπιόν μου στοιχεία είναι η κατάληξή μου, πως η αξιολόγηση που έλαβε χώραν από τους Καθ' ων η αίτηση, δια της εισηγητικής έκθεσης, είναι ορθή. Πράγματι είναι και η δική μου διαπίστωση ότι ο Αιτητής, με την υποβληθείσα μεταγενέστερη αίτησή του επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν, με γενικότητα, τα όσα κατέγραψε στην αρχική του αίτηση, τα οποία ανέπτυξε κατά την αρχική του συνέντευξη ενώ τα ίδια επιχειρήματα είχε επικαλεστεί και κατά την προσφυγή του στο ΔΔΔΠ. Τα στοιχεία λοιπόν που προωθεί ο Αιτητής, δεν συνιστούν νέα στοιχεία, αφού τα  ζητήματα αυτά αποτέλεσαν την ουσία του αιτήματός του, κατά την αρχική του αίτηση για διεθνή προστασία. Ως ήδη επισημάνθηκε, ο ισχυρισμός του αυτός εξετάστηκε κατ' ουσίαν και απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

 

Σε σχέση με τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής, έχοντας διεξέλθει αυτών, παρατηρώ καταρχάς ότι ο Αιτητής δεν επεξηγεί πότε έλαβε στην κατοχή του τα έγγραφα αυτά, με ποιον τρόπο τα έλαβε και γιατί δεν τα προσκόμισε κατά την προηγούμενη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του. Τα στοιχεία αυτά ρητά επιζητούνται στο σημείο 10 της υποβληθείσας μεταγενέστερης αίτησης (βλ. ερ. 136), παρά ταύτα ο Αιτητής ουδεμία εξήγηση δεν έδωσε ως προς αυτά. Ούτε κατά την ενώπιόν μου ακροαματική διαδικασία στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής τέθηκε οποιαδήποτε εξήγηση, παρά μόνο ήταν η θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι οι Καθ’ ων η αίτηση υπέπεσαν σε παράλειψη διενέργειας δέουσας έρευνας. Ιδιαίτερα δε όσον αφορά το άρθρο της εφημερίδας ‘The Post’ που προσκόμισε ο Αιτητής, ο συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι παρ’ όλο που δεν ήταν εφικτή η διαδικτυακή του ανεύρεση, εντούτοις η εφημερίδα αυτή υπάρχει.

 

Παρατηρώ ωστόσο ότι η ιατρική έκθεση (βλ. ερ. 118-121 του δ.φ φέρει ημερομηνία 21.10.2021 και συνεπώς αυτή προϋπήρχε ήδη από τον χρόνο καταχώρισης της αρχικής του αίτησης στις 20.01.2022. Τα ίδια ισχύουν και για το άρθρο της εφημερίδας “The Post” το οποίο φέρει ημερομηνία 13.10.2021 (βλ. ερ. 110 - 111 του δ.φ.)

 

Φρονώ λοιπόν ότι ως προς αυτά, καμία επεξήγηση δεν έχει δοθεί από τον Αιτητή για την παράλειψη προσκόμισής τους κατά τα προηγούμενα στάδια εξέτασης της αίτησής του και συνεπώς εξ υπαιτιότητας του δεν τα επικαλέστηκε. Ούτε όμως και αυξάνουν τις πιθανότητας χορήγησής του με διεθνή προστασία καθώς:

 

·                Η ιατρική αναφορά, προέρχεται από το ιατρικό κέντρο Audio Medica της Υγειονομικής Ζώνης του Selembao και φέρει τις υπογραφές δύο νοσοκομειακών ιατρών. Στο έγγραφο αυτό αναγράφεται πως ο ασθενής με το όνομα [...]προσήλθε στις 16.10.2021 στο ως άνω αναφερθέν ιατρικό κέντρο και συμβουλεύτηκε τους ιατρούς αναφορικά με οίδημα στο αριστερό μάτι και θολή όραση. Στην ιατρική αναφορά καταγράφεται, επίσης, ότι ο ασθενής ανέφερε πως βιάστηκε από έναν ιερέα του οικοτροφείου στο οποίο φοιτούσε και πως, όταν ενημέρωσε τον θείο του, ο τελευταίος αποφάσισε να τον χτυπήσει μαζί με τους νέους της γειτονιάς με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το εν λόγω οίδημα. Επισημαίνω ότι οι Καθ’ ων εσφαλμένα κατέγραψαν στην εισηγητικής του έκθεση ότι στην ιατρική αναφορά «αναφέρεται ότι ο Αιτητής είχε οίδημα στο αριστερό του βλέφαρο», καθώς η αναφορά αφορά τον αδελφό του και όχι τον ίδιο.

 

·                Αναφορικά με το άρθρο της εφημερίδας ‘The Post’, έπειτα από σχετική έρευνα σε διαδικτυακές μηχανές αναζήτησης,[5] αυτό δεν ανευρέθηκε σε ηλεκτρονική μορφή. Επιπλέον, έπειτα από περαιτέρω έρευνα δεν ανευρέθηκε ηλεκτρονικά ούτε η εφημερίδα ‘The Post’.[6] Η ύπαρξη του άρθρου στην εφημερίδα The Post δεν αποτελεί από μόνη της αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Παρόλο που το περιεχόμενό του σχετίζεται με καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων από καθολικό ιερέα στην Κινσάσα, δεν περιλαμβάνει καμία άμεση αναφορά στον Αιτητή ή στον αδελφό του. Το γεγονός ότι ένα άρθρο αναφέρεται σε περιστατικά που αφορούν καταγγελίες για κακοποιητική συμπεριφορά από κληρικό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο Αιτητής εμπλέκεται στο συγκεκριμένο συμβάν ή ότι έχει βιώσει προσωπικά τα όσα περιγράφει. Επιπλέον, το άρθρο δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένα στοιχεία που να ταυτοποιούν τον Αιτητή ή τον αδελφό του ως τα άτομα που φέρονται να υπήρξαν θύματα. Δεν αναφέρεται ούτε το όνομα του Αιτητή ούτε επαρκείς λεπτομέρειες που να αποδεικνύουν ότι το περιγραφόμενο περιστατικό είναι ακριβώς αυτό που ο ίδιος περιέγραψε στη συνέντευξή του. Η γενικότητα του περιεχομένου και η έλλειψη διασταύρωσης με τους ισχυρισμούς του Αιτητή μειώνουν τη συνδεσιμότητα του άρθρου με την υπόθεσή του. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνω πως, ακόμη κι αν το άρθρο αποδειχθεί αυθεντικό, αυτό δεν σημαίνει ότι τα όσα καταγγέλλει ο Αιτητής έχουν όντως συμβεί σε αυτόν. Σε κάθε περίπτωση, ένα δημοσίευμα στον Τύπο μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι τέτοια περιστατικά συμβαίνουν στη χώρα καταγωγής του, αλλά δεν αποδεικνύει ότι ο ίδιος ο Αιτητής υπήρξε θύμα ή ότι βρίσκεται σε προσωπικό κίνδυνο. Ειδικά αν δεν περιλαμβάνει κανένα άμεσο αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι αυτός είναι ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται, η δημοσίευση καθίσταται αδύναμο υποστηρικτικό στοιχείο για την υπόθεσή του. Περαιτέρω, ακόμα και αν το άρθρο τεκμηριώνει την ύπαρξη καταγγελιών για κακοποιήσεις από τον εν λόγω ιερέα, αυτό δεν σημαίνει ότι η αφήγηση του Αιτητή είναι συνεπής και αξιόπιστη. Οι αντιφάσεις ή οι αοριστίες που εντοπίστηκαν κατά τη διαδικασία εξέτασής του δεν αναιρούνται απλώς και μόνο επειδή υπάρχει ένα γενικό άρθρο που σχετίζεται με το αντικείμενο των ισχυρισμών του. Συμπερασματικά, ακόμη και αν το άρθρο αυτό έχει δημοσιευθεί, η συμβολή του στην υποστήριξη των ισχυρισμών του Αιτητή είναι περιορισμένη. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του πρέπει να βασιστεί κυρίως στη συνέπεια των δικών του δηλώσεων, στα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχει και στην αντικειμενική εκτίμηση των περιστάσεων της υπόθεσής του.

 

Σε σχέση με τα άλλα δύο έγγραφα τα οποία φέρουν μεταγενέστερες της εξέτασης του αρχικού του αιτήματος ημερομηνίες, επισημαίνω τα ακόλουθα:

 

·                Ως προς την επιστολή ημερομηνίας 11.03.2024 (βλ. ερ. 123 και 124 του δ.φ.) παρατηρώ ότι αυτή υπογράφεται από τον/την δικηγόρο [...], σύμβουλο της ΜΚΟ ‘Adico’ και δικηγόρο της κας [...] (σ.σ. ο Αιτητής δήλωσε κατά τη συνέντευξή του ότι αυτό είναι το όνομα της μητέρας του, βλ. ερυθρά 25 του Δ.Φ.). Η επιστολή αυτή έχει ως αποδέκτη -ως καταγράφεται σε αυτήν - τον Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κινσάσα και σε αυτήν καταγράφεται ότι η εν λόγω ΜΚΟ είχε καταγγείλει τη συμπεριφορά ενός ιερέα κατηγορούμενου για υπεξαίρεση, σεξουαλική κακοποίηση, βασανιστήρια και απαγωγή ανήλικων παιδιών. Στην επιστολή αυτή αναφέρεται επίσης ότι μία ομάδα αναρχικών, ονόματι Kulunas, επιτέθηκε στη μητέρα του Αιτητή και του […], που αναζητούνται ενεργά από την εν λόγω ομάδα.

 

Έπειτα από σχετική έρευνα που διεξήχθη σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν ανευρέθηκε η ΜΚΟ «Adico». Σε μία πηγή των Ηνωμένων Εθνών εντοπίζεται η αναφορά σε μία ΜΚΟ ονόματι Agence pour le Développement Intégré au Congo,[7] ωστόσο τα στοιχεία της (έδρα, διεύθυνση ηλεκτρονικής επικοινωνία) είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στις επιστολές που προσκόμισε ο Αιτητής κατά την αίτηση επανανοίγματος του φακέλου του. Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι το έγγραφο αυτό έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα όσα είπε ο Αιτητής κατά το στάδιο της συνέντευξής του, αφού στα πλαίσια αυτής ουδέποτε έκανε αναφορά ότι τον αναζητούσαν οι Kulunas, ως φαίνεται να καταγράφεται στο έγγραφο που προσκομίζει με την μεταγενέστερη αίτησή του. Πρόσθετα, στο προσκομισθέν έγγραφο δεν γίνεται καμία αναφορά στο όνομα του ιερέα ο οποίος κατ’ ισχυρισμόν προέβαινε στις σχετικές εγκληματικές πράξεις. Καταληκτικά το εν λόγω έγγραφο δεν αποδεικνύει ή παρέχει εύλογες ενδείξεις ότι ο Αιτητής βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

·                Ως προς την ανακοίνωση της ΜΚΟ “Adico”, ημερομηνίας 15.12.2023 (βλ. ερ. 114-113 και 116-115 του δ.φ.), σε αυτήν αναφέρεται ότι η εν λόγω οργάνωση καταγγέλλει και ανησυχεί για τη συμπεριφορά ενός ιερέα που κατηγορείται για υπεξαίρεση, σεξουαλική κακοποίηση και βασανιστήρια, άσεμνη επίθεση και απαγωγή ανήλικων παιδιών καθώς και ότι αποδοκιμάζει την εν λόγω στάση και ενημερώνει πως δεν έχει κινηθεί καμία νομική διαδικασία κατά του εν λόγω ιερέα. Αναφέρονται δε τα ονόματα του Αιτητή και του […] (αδερφού του) όπως και το ότι κακοποιήθηκαν σεξουαλικά από τον ιερέα, και τον κατήγγειλαν με τη βοήθεια του γονέα τους. Τέλος, μέσω της επιστολής αυτής προτείνεται στις εθνικές αρχές να διεξάγουν σοβαρή έρευνα για να διαπιστωθούν οι κατηγορίες, να εφαρμοστούν τα όσα προβλέπονται από τον νόμο σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών και καλεί τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να κινητοποιηθούν προκειμένου να προσαχθεί ο ιερέας ενώπιον της δικαιοσύνης. Επισημαίνεται και πάλι η έλλειψη πληροφοριών ως προς την ύπαρξη της συγκεκριμένης ΜΚΟ. Πρόσθετα, το έγγραφο αυτό δεν επαρκεί  από μόνο του για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Παρόλο που περιγράφει μια περίπτωση που παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με όσα ανέφερε ο ίδιος, υπάρχουν διαφορές στις λεπτομέρειες, καθώς και ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία της πηγής.

 

Συμπερασματικά ακόμη και αν δεχθούμε ότι το άρθρο και τα έγγραφα της ΜΚΟ αντανακλούν πραγματικά γεγονότα, σε κάθε περίπτωση αυτά δεν τεκμηριώνουν την προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ. Το καθεστώς διεθνούς προστασίας απαιτεί την ύπαρξη εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, και όχι απλώς την ύπαρξη μιας γενικής κατάστασης ατιμωρησίας ή κινδύνου στη χώρα καταγωγής. Επιπλέον, ο Αιτητής φέρεται να μην είχε αναφέρει κατά τη συνέντευξή του την ύπαρξη έρευνας ή καταγγελίας κατά του φερόμενου δράστη, ούτε ότι η υπόθεσή του είχε λάβει δημοσιότητα. Αυτό σημαίνει ότι το έγγραφο της ΜΚΟ δεν σχετίζεται άμεσα με τον ίδιο και δεν μπορεί να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διατρέχει προσωπικό κίνδυνο.

Επιπλέον, οι πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα δεν απαντούν στα κρίσιμα σημεία που οδήγησαν στην απόρριψη της αρχικής αίτησης του Αιτητή. Ο λειτουργός ασύλου είχε εντοπίσει ελλείψεις ευλογοφάνειας και αντίφαση στις απαντήσεις του Αιτητή σχετικά με το περιστατικό απαγωγής και κακοποίησης, καθώς και το γεγονός ότι δεν είχε επιχειρήσει να αναζητήσει βοήθεια από τις αρχές της χώρας του. Τα έγγραφα δεν επιλύουν αυτά τα ζητήματα ούτε προσφέρουν νέα αποδεικτικά στοιχεία που να τα αναιρούν, ενώ δεν αποτελούν από μόνα τους επαρκή βάση για την ανατροπή της απόφασης απόρριψης.

 

Τέλος σε σχέση με τη φωτογραφία που προσκόμισε ο Αιτητής, αυτή ουδεμία επίδραση μπορεί να έχει στο αίτημα του Αιτητή, καθώς αυτή δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το χέρι, πότε αυτή λήφθηκε αλλά ούτε και ο Αιτητής επισήμανε την όποια διασύνδεση αυτής με το αίτημά του.

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, είναι η κατάληξή μου ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτή, διότι δεν περιλαμβάνει νέα κρίσιμα στοιχεία που να διαφοροποιούν ουσιαστικά την υπόθεσή του από την αρχική του αίτηση.

 

Ενόψει των προλεχθέντων, φρονώ πως η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση βασίζεται σε μια ενδελεχή εξέταση των ισχυρισμών και των στοιχείων που παρουσιάστηκαν, ενώ η εν τέλει απόρριψη της  μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή κρίνεται δικαιολογημένη λόγω έλλειψης νέων και αξιόπιστων στοιχείων που να τεκμηριώνουν μια πραγματική απειλή κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Για να μπορούσε η αίτησή του να θεωρηθεί παραδεκτή ο Αιτητής  θα έπρεπε να προσκομίσει ουσιαστικά νέα στοιχεία που να αλλάζουν την εκτίμηση κινδύνου και να δικαιολογούν την επανεξέταση της περίπτωσής του, κάτι που ο ίδιος δεν έπραξε.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Από τα ενώπιόν μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τους ισχυρισμούς του Αιτητή, στο μέτρο που αυτοί θα ήταν κρίσιμοι για το παραδεκτό της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησής του  για άσυλο. Από τα όσα καταγράφονται σε αυτήν, ουδέν νέο στοιχείο ή πόρισμα ή ισχυρισμό αναφέρει ο Αιτητής ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτή χρήζει περαιτέρω εξέτασης και/ή κλήσης του Αιτητή  σε συνέντευξη για την κατ' ουσίαν εξέταση του αιτήματος του. Ορθώς συνεπώς οι Καθ' ων η αίτηση, κατά το προκαταρκτικό αυτό στάδιο εξέτασης της αίτησής του, έκριναν ότι δεν πληρείται καμία εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται (σωρευτικώς) στο άρθρο 16Δ(3)(β) ώστε να προβούν σε ουσιαστική εξέταση των νέων στοιχείων.

 

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησής του, υπό το φως των συναφών διατάξεων που τυγχάνουν εφαρμογής, φρονώ ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση αποτελεί προϊόν ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που αυτοί είχαν ενώπιόν τους, σύμφωνα και με το Νόμο και είναι πλήρως αιτιολογημένη και συνεπώς η απόφαση τους για απόρριψη της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησής του Αιτητή ως απαράδεκτης είναι ορθή.

 

Οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση, θα καθιστούσε τη διαδικασία ατέρμονη, καταχρηστική και αντίθετη με τους σκοπούς του Περί Προσφύγων Νόμου και της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

 

Ως εξ  όσων έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

  

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 



[1] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).

[3] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)

[5] Έρευνα στη μηχανή αναζήτησης Google: un prêtre catholique accuse d'abus sexuel sur deux mineurs a kinshasa - Google Search (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/03/2025)

[7] United Nations Department of Economic and Social Affairs – NGO Branch, ‘Agence pour le Développement Intégré au Congo’, διαθέσιμο στη διεύθυνση: United Nations Civil Society Participation – General (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/03/2025)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο