S.Μ.W. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 154/2025, 18/11/2025
print
Τίτλος:
S.Μ.W. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 154/2025, 18/11/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 154/2025

18 Νοεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S.Μ.W. εκ Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Αιτήτρια

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια.

A. Κίτσιου (κα), για Θ. Παπανικολάου (κα) Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Αιτήτρια Παρούσα

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 16/01/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά την έκδοση νέας απόφασης για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 10/06/21. Στις 30/09/24 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξή της και στις 10/12/24 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματός της. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση στις 16/12/24, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος για την Αιτήτρια κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς και/ή πραγματικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, απέσυρε δε ρητώς όλους τους υπόλοιπους λόγους όπως αυτοί καταγράφονται στην αίτηση και Γραπτή Αγόρευση.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση απαντούν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα, ότι απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Το Δικαστήριο αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρεί σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»). 

 

Ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, πρόκειται για πρόσωπο υπήκοο Λαϊκής Δημοκρατίας Κογκό (στο εξής ΛΔΚ), με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της τη Κινσάσα, οι γονείς της απεβίωσαν, έχει μια αδελφή και μια ανήλικη θυγατέρα, οι οποίες διαμένουν μαζί. Είναι υγιής, φοίτησε για δυο έτη σε Πανεπιστήμιο, σπουδάζοντας φυσιοθεραπεία, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει τη φοίτηση της, ενώ δήλωσε ότι εργαζόταν ως φυσιοθεραπεύτρια. Εγκατέλειψε τη χώρα της αεροπορικώς στις 14/03/21, χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα, παρέμεινε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές περίπου δεκαπέντε ημέρες και στις 05/06/21 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές.

 

Με την αίτησή της για διεθνή προστασία ισχυρίστηκε πως είναι ορφανή και λόγω του επαγγέλματος της, ως φυσιοθεραπεύτρια, γνώρισε ένα πολιτικό πρόσωπο, με τον οποίο απέκτησε οικειότητα και της παρέδωσε, παρά την αρχική άρνηση της, ορισμένα έγγραφα, τα οποία έψαχνε η υπηρεσία πληροφορίων. Κατέγραψε ότι ο εν λόγω άνδρας διέφυγε στη Νότια Αφρική, όπου απεβίωσε και ο οδηγός του δολοφονήθηκε στη ΛΔΚ (ερυθρό 20 ΔΦ). Κατά την προσωπική της συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι ελάμβανε απειλές από τη σύζυγο ενός εκπροσώπου της κυβέρνησης deputy of government» στο εξής «deputy»), ο οποίος ήταν ασθενής της.  Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η ίδια περίθαλψε τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης, ονόματι H.T. και τη σύζυγο του, για περίοδο 12 ημερών περί το έτος 2020. Δήλωσε ότι μετά τη φροντίδα που παρείχε στο H., δημιούργησε σχέση μαζί του, συναντιόντουσαν δυο φορές την εβδομάδα στην οικία της και η σχέση τους διήρκησε, σύμφωνα με τη δήλωση του, «ούτε ένα χρόνο». Πρόσθεσε ότι μια μέρα το εν λόγω πρόσωπο της παρέδωσε κουτιά, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο τους, τα οποία κράτησε για περίοδο ενός μηνός. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν άτομα που τον παρακολουθούσαν, χωρίς να γνωρίζει η ίδια τον λόγο και ως ανέφερε δεν της συνέβη οτιδήποτε σχετικά με τη φύλαξη των κουτιών. Επιπλέον, αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό, όπου ένα βράδυ, άγνωστος χτυπούσε την πόρτα της οικίας της αλλά δεν άνοιξε. Αναφορικά με τις απειλές που δεχόταν από τη σύζυγο του deputy, δήλωσε ότι έστελνε άτομα και την απειλούσαν στο δρόμο ή πήγαιναν στην οικία της και χτυπούσαν την πόρτα, της έλεγαν να διακόψει τη σχέση της μαζί του διαφορετικά θα την συλλάμβαναν. Ισχυρίστηκε ότι οι απειλές άρχισαν περί τις 28/02/20, την προσέγγιζαν τρεις φορές την εβδομάδα και αυτό συνέβαινε για περίοδο δυο εβδομάδων, φοβήθηκε και αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον deputy. Δήλωσε ότι αρχικά η σύζυγος του την προειδοποίησε να διακόψει τη σχέση και την απείλησε ότι θα την σκοτώσει εάν δεν την άκουγε και στη συνέχεια άρχισε να στέλνει άτομα να την απειλούν. Το εν λόγω περιστατικό συνέβη περί το έτος 2020, με την Αιτήτρια να δηλώνει ότι θα διέκοπτε τη σχέση με τον deputy. Αναφορικά με τα περιστατικά όπου άγνωστοι της χτυπούσαν την πόρτα, ισχυρίστηκε ότι συνέβησαν δυο φορές, χωρίς να θυμάται πότε. Δήλωσε, επίσης, ότι δεν της συνέβη οτιδήποτε, ως αποτέλεσμα των απειλών, ούτε προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία. Όσον αφορά τον deputy, ισχυρίστηκε ότι, ενόσω βρισκόταν στη Κύπρο, ενημερώθηκε από φίλους ότι απεβίωσε στη Νότια Αφρική. Τέλος, σχετικά με το μελλοντικό της φόβο, δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της θα την σκοτώσει η σύζυγος του deputy (ερυθρά 50, 59 ΔΦ).

 

Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, ο δεύτερος σχετικά με τη σχέση που διατηρούσε με ασθενή της – εκπρόσωπος της κυβέρνησης - deputy, ο οποίος παρακολουθείτο και ο τρίτος σχετικά με τις απειλές που δεχόταν από τη σύζυγο του εκπροσώπου της κυβέρνησης. Ο μεν πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, αντίθετα, οι ισχυρισμοί 2 και 3 απορρίφθηκαν. Ειδικότερα, σχετικά με τον ισχυρισμό 2:

(α) δεν παρείχε πληροφορίες για τον deputy, πέραν από το όνομα του, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ηλικία, τη θέση του. Ισχυρίστηκε ότι τον φρόντισε για 12 ημέρες, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει το χρονικό πλαίσιο, δηλώνοντας με αόριστο τρόπο «περί το 2020», ενώ ασαφείς ήταν οι αναφορές της ως προς το πρόβλημα υγείας και ποια η θεραπεία που ακολούθησε. Επιπλέον, ελλιπής ήταν οι αναφορές της ως προς τον θάνατο του deputy.

(β) Δεν παρείχε λεπτομέρειες για τη σχέση της με τον deputy, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε ξεκίνησε η σχέση τους, πώς ακριβώς άρχισαν να βγαίνουν, ούτε μπορούσε να περιγράψει την προσωπικότητα του και πως περνούσαν τον χρόνο τους μαζί.

(γ) παρατηρείται ασάφεια και αοριστία στις δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τα κουτιά, τα οποία της παρέδωσε ο deputy για φύλαξη στην οικία της. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι άτομα παρακολουθούσαν τον deputy και τον είδαν να φέρνει αυτά τα κουτιά, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει ποια ήταν αυτά τα άτομα και ποιο ήταν το περιεχόμενο αυτών των κουτιών.  

(δ) Επίσης, έλλειψη επαρκών πληροφοριών εντοπίζεται στις δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς το περιστατικό όπου άγνωστος χτυπούσε τη πόρτα της, με την ίδια να δηλώνει ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν και δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε συνέβη αυτό το περιστατικό και επιβεβαίωσε ότι δεν είχε καμία συνέπεια ως αποτέλεσμα της φύλαξης των κουτιών στην οικία της.

 

Ο λειτουργός λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού της Αιτήτριας δεν εντόπισε σχετικές εξωτερικές πληροφορίες, ωστόσο, κατόπιν έρευνας εντοπίστηκε πολιτικός ονόματι Henri-Thomas Lokondo Yoka, ο οποίος διετέλεσε deputy της κυβέρνησης, χωρίς να επιβεβαιωθεί ότι παρακολουθείτο ή ότι απεβίωσε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Νότια Αφρική, εντούτοις, λόγω της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού της λόγω της μη συνεπούς αφήγησης της Αιτήτριας, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε (ερυθρά 97-99 ΔΦ).

 

Επιπλέον, σχετικά με τον Ισχυρισμό 3, ήτοι τις απειλές που δεχόταν από τη σύζυγο του deputy:

(α) Η Αιτήτρια παρείχε λεπτομέρειες ως προς τις απειλές, όπως ότι έστελνε άτομα να την απειλήσουν στο δρόμο και ότι μερικές φορές χτυπούσαν την πόρτα της, ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε άρχισε να δέχεται τις απειλές και ότι συνέβησαν σε περίοδο δυο εβδομάδων και με συχνότητα τρεις φορές την εβδομάδα. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τα άτομα που την απειλούσαν καθώς και να επεκταθεί στο ακριβές περιεχόμενο και τη φύση των απειλών που έλαβε. Ως προς την αντίδραση της στις απειλές, δήλωσε με αόριστο τρόπο ότι φοβήθηκε και αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον deputy.   

(β) Κληθείσα να διευκρινίσει για ποιο λόγο η σύζυγος συνέχισε να αποτελεί απειλή για την ίδια, εφόσον αποφάσισε να διακόψει τη σχέση πριν αποχωρήσει από τη χώρα καταγωγής της, απάντησε χωρίς ευλογοφάνεια ότι η σύζυγος την προειδοποίησε και μετά άρχισε να στέλνει άτομα να την απειλούν ότι θα την σκοτώσει εάν δεν διέκοπτε τη σχέση της.

(γ) Εντοπίζεται ασάφεια και έλλειψη λεπτομερειών ως προς τα δυο περιστατικά όπου άτομα χτύπησαν την πόρτα της. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει ποιος χτυπούσε την πόρτα, πότε συνέβησαν αυτά τα περιστατικά και τι ακριβώς συνέβη. 

 

Ο λειτουργός λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού της Αιτήτριας δεν εντόπισε σχετικές εξωτερικές πληροφορίες, ωστόσο λόγω της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού της λόγω της μη συνεπούς αφήγησης της Αιτήτριας αναφορικά με τις απειλές που δεχόταν, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε (ερυθρά 95-96 ΔΦ).

 

Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια (Βλέπε Nicolaou v. Minister of Interior a.ο. (1974) 3 C.L.R. 189Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14/03/13 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α.,  Α.Ε. Αρ. 153/2009, ημερ.14/01/14). Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο[1] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία επί αυτού του σημείου του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται.  Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Στο αφήγημα της Αιτήτριας προκύπτουν δηλώσεις από τις οποίες έλειπαν βιωματικά στοιχεία, συνοχή και λεπτομέρεια που να τεκμηρίωναν προσωπική εμπλοκή και δίωξη. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια. (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανή να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[3] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών).  Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έπεισε για το υπαρκτό οιασδήποτε μορφής δίωξης (Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023,(Ν.6(Ι)/2000) αλλά ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα και του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της Αιτήτριας εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ [4], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) προκύπτει ότι τα περιστατικά  ασφαλείας που αφορούν συνολικά την επαρχία της Κινσάσα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα[5]  (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού), έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[6]. Πέραν των πιο πάνω, αφορά πρόσωπο με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, μορφωμένη, ικανή για εργασία και χωρίς προβλήματα υγείας ή έτερο στοιχείο ευαλωτότητας.

 

Ως εκ των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται ελλιπής έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την έκδοση της απόφασης (Βλέπε Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της Αιτήτριας ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023

[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.

[3] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[4] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo/ UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό/ HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021/ UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021/ USAID, Democratic Republic of the Congo – Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022.

[5]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 07/11/2025), τα πιο πρόσφατα στοιχεία της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν 39 περιστατικά ασφαλείας και 41 ανθρώπινες απώλειες, https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 14/11/2025)

[6] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο