E.S.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 184/2025, 18/11/2025
print
Τίτλος:
E.S.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 184/2025, 18/11/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 184/2025

18 Νοεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

E.S.N. εκ Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Αιτήτρια

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια.

A. Κίτσιου (κα), για Θ. Παπανικολάου (κα) Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Η Αιτήτρια Παρούσα

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 17/01/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά την έκδοση νέας απόφασης για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 30/05/22, στις 17/12/24 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξή της και στις 18/12/24 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση στις 31/12/24, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η δικηγόρος για την Αιτήτρια περιόρισε τους νομικούς ισχυρισμούς ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης σε αυτούς που αφορούν παραβίαση των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000), την μη αξιολόγηση επί της ευαλωτότητας της σε συνάρτηση με το αφήγημα της, τον φόβο δίωξης της και της αξιολόγησης εσωτερικής της αξιοπιστίας. Προβάλλεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις πρόσφυγα λόγω των ισχυρισμών της, οι προϋποθέσεις μορφών δίωξης και του φορέα δίωξης και/ή τουλάχιστον δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Αποσύρθηκαν δε ρητώς οι λοιποί νομικοί ισχυρισμοί της.

 

Οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατά την προφορική τους αγόρευση, υιοθέτησαν το περιεχόμενο της Ένστασης και του διοικητικού φακέλου και ανέφεραν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και η επίδικη πράξη είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Αναφέρουν ότι η Αιτήτρια κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστη λόγω αντιφάσεων και ανακριβειών που καταγράφονται αναλυτικά στην έκθεση/εισήγηση, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της και/ή ειδικά των ισχυρισμών που συνδέονται με τα Άρθρα 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000). Καταλήγουν ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Δεδομένων των δηλώσεων της συνηγόρου της Αιτήτριας και της ρητής απόσυρσης συγκεκριμένων λόγων ακύρωσης το Δικαστήριο αξιολογεί πρώτα την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση των διατάξεων των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000). Το σχετικό άρθρο του Νόμου για ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο αφορά στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.». Στην παρούσα περίπτωση, ο λειτουργός δεν έκρινε σκόπιμο η Αιτήτρια να παραπεμφθεί σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Όπως προκύπτει στο έντυπο «Screening and Assessment Vulnerability Form» (ερυθρά 21-12 ΔΦ) καταγράφονται μόνο οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας (ότι ο εργοδότης της την κατάγγειλε στην αστυνομία για ληστεία στο κατάστημα του), ότι δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε δε καταδείχθηκαν ειδικές ανάγκες υποδοχής. Καταληκτικά δεν καθορίζεται ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή (ερυθρό 13 ΔΦ). Εξάλλου, κατά το στάδιο της συνέντευξής της, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα ή πρόβλημα με την υγεία της, ούτε ότι έχει οιεσδήποτε ειδικές ανάγκες (ερυθρό 59 ΔΦ). Σημειώνεται δε ότι ούτε η συνήγορος της Αιτήτριας υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις της κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος της.

 

Αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ στην συνέχεια σε αξιολόγηση των λόγων ακύρωσης που συναρτώνται με ζητήματα ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συσχέτιση με ισχυρισμούς που αφορούν έλλειψη δέουσας έρευνας, μη εξατομικευμένης αξιολόγησης της περίπτωσης της και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, πρόκειται για πρόσωπο υπήκοο Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής «ΛΔΚ») με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής τη Κινσάσα, η μητέρα της απεβίωσε στις 09/05/19, ο πατέρας της και ο αδελφός της διαμένουν στην περιοχή συνήθους διαμονής της. Είναι υγιής, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ δήλωσε ότι εργαζόταν ως πωλήτρια σε κατάστημα ένδυσης. Εγκατέλειψε τη χώρα της αεροπορικώς στις 26/04/22, χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα, παρέμεινε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και στις 03/05/22 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές.

 

Με την αίτησή της για διεθνή προστασία ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε την χώρα της διότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο. Κατέγραψε ότι στις 25/03, ενώ εργαζόταν, ένοπλοι πραγματοποίησαν ληστεία στο κατάστημα, ακολούθως ενημέρωσε τον εργοδότη της, ο οποίος ωστόσο δεν πίστεψε την Αιτήτρια και κάλεσε την αστυνομία προκειμένου να την συλλάβουν (ερυθρό 22 ΔΦ).  Κατά την προσωπική της συνέντευξη επανέλαβε τους ισχυρισμούς της σχετικά με το περιστατικό ληστείας στο κατάστημα όπου εργαζόταν.  Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι στις 14/02/22, μια ομάδα ατόμων με καλυμμένα πρόσωπα εισήλθαν στο κατάστημα όπου εργαζόταν, ζήτησαν τον ιδιοκτήτη, ο οποίος απουσίαζε και στη συνέχεια απαίτησαν τα χρήματα, διαφορετικά θα την σκότωναν. Όταν πήραν τα χρήματα και έφυγαν, η Αιτήτρια με τον συνάδελφο της επικοινώνησαν με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος προκειμένου να τον ενημερώσουν για τη ληστεία, ο οποίος τους κατηγόρησε ότι ήταν δικό τους σχέδιο και κάλεσε την αστυνομία. Ο ιδιοκτήτης επέμενε να του παραδώσουν τα χρήματα ή να υποδείξουν τα άτομα που προέβησαν στη ληστεία και τους απείλησε πως θα τους σκοτώσει. Η αστυνομία τους μετέφερε σε αστυνομικό τμήμα, τους βασάνισαν και με την βοήθεια του συντρόφου της και της δικηγόρου της αφέθηκε ελεύθερη, την 21/02/22. Η δικηγόρος της Αιτήτριας την ενημέρωσε ότι την αναζητούσε το αφεντικό της και εάν συνέχισε να διαμένει στη χώρα θα την σκότωναν. Πρόσθεσε ότι έστειλαν άτομα στην οικία του πατέρα της και την αναζητούσαν. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι από τον 2ο/2022 μέχρι την αναχώρηση της, τον 4ο κρυβόταν, δεν συνάντησε ξανά το αφεντικό της ούτε την προσέγγισε. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι το αφεντικό της επισκέφθηκε την οικία του πατέρα της στις 28/02/22, προσθέτοντας περαιτέρω ότι το αφεντικό της επισκεπτόταν συχνά την πατρική της οικία. Ερωτηθείσα εάν οι αρχές της χώρας της θα της επιτρέψουν την είσοδο απάντησε θετικά και σχετικά με το μελλοντικό της φόβο, δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της δεν θα είναι ασφαλής και ότι έχει κακές μνήμες από τη χώρα της.

 

Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε δυο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, ο δεύτερος ότι αναζητείται από το αφεντικό της για να την σκοτώσει, εξαιτίας ενός περιστατικού ληστείας στο κατάστημα του. Ο μεν πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, αντίθετα, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε. Ειδικότερα, σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό:

(α) Εντοπίζεται έλλειψη ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών αναφορικά με την θέση εργασίας της, καθώς δεν γνώριζε τη διεύθυνση του καταστήματος, ενώ δήλωσε πως το κατάστημα διαθέτει διαδικτυακή σελίδα, χωρίς να είναι σε θέση να υποδείξει πληροφορίες αναφορικά με αυτή.

(β) παρατηρείται έλλειψη πληροφοριών και λεπτομερειών ως προς το περιστατικό ληστείας. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τα αισθήματα της κατά τη διάρκεια του τραυματικού περιστατικού, περιγράφοντας λακωνικά το περιστατικό. Αντίφαση εντοπίζεται στις δηλώσεις της μεταξύ των καταγραφών της στην αίτησή της για διεθνή προστασία και στους ισχυρισμούς της κατά τη συνέντευξη της. Στην αίτηση της κατέγραψε ότι το περιστατικό ληστείας πραγματοποιήθηκε στις 25/03 (ερυθρό 22 ΔΦ), ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της δήλωσε ότι συνέβη στις 14/02 (ερυθρά 56,55 ΔΦ).

(γ) παρατηρούνται ασυνέπειες ως προς την ισχυριζόμενη δίωξη της από το αφεντικό της, δόθηκαν ευκαιρίες στην Αιτήτρια να περιγράψει ακριβώς τι συνέβη, απαντώντας πως δεν τους πίστευε και πως οργάνωσαν οι ίδιοι τη ληστεία. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν της συνέβη οτιδήποτε μεταξύ 2ου-4ου/2022 και ουδέποτε συνάντησε ή προσέγγισε το αφεντικό της. Ερωτηθείσα πως γνώριζε ότι το αφεντικό της την αναζητούσε, δήλωσε ότι επισκέφθηκε το πατρικό της, διευκρινίζοντας ότι ήταν μια μεμονωμένη επίσκεψη. Ερωτηθείσα, για ποιο λόγο εγκατέλειψε τη χώρα της τον 4ο/2022, απάντησε λόγω των διαδικασιών που απαιτούνταν για να αποχωρήσει από τη χώρα (ερυθρό 52-12χ ΔΦ).

(δ) Επίσης, έλλειψη ευλογοφάνειας και λογικής εντοπίζεται στις δηλώσεις της Αιτήτριας ως προ τη σύλληψη και τη διεξαγωγής έρευνας από την αστυνομία. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως φυλακίστηκε λόγω της διαδικασίας έρευνας εντούτοις αποφυλακίστηκε μετά τη πάροδο μιας εβδομάδας καθότι δεν βρέθηκαν αποδείξεις σύνδεσης της με τη ληστεία. Κληθείσα να διευκρινίσει για ποιο λόγο το αφεντικό της συνέχιζε να την κατηγορεί, απάντησε χωρίς λογική, ότι το ποσό που κλάπηκε ήταν μεγάλο και επειδή εργαζόταν στο κατάστημα. Περαιτέρω, ερωτηθείσα εάν το αφεντικό της είχε αποδείξεις για τις κατηγορίες εναντίον της απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα, για ποιο λόγο δεν εγκαταστάθηκε σε άλλη περιοχή, προκειμένου να προστατεύσει τον εαυτό της αποκρίθηκε ότι όπου και να πήγαινε θα την εντόπιζε το αφεντικό της.

(ε) Αντίφαση παρατηρήθηκε ως προς την επίσκεψη του αφεντικού της στη πατρική της οικία. Ενώ αρχικά δήλωσε ότι επρόκειτο για μεμονωμένη επίσκεψη στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι το αφεντικό της επισκεπτόταν συχνά την οικία της.

 

Ο λειτουργός λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού της Αιτήτριας δεν εντόπισε σχετικές εξωτερικές πληροφορίες και κατέληξε ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται (ερυθρά 79-77 ΔΦ).

 

Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια (Βλέπε Nicolaou v. Minister of Interior a.ο. (1974) 3 C.L.R. 189Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14/03/13 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α.,  Α.Ε. Αρ. 153/2009, ημερ.14/01/14).  Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο[1] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία επί αυτού του σημείου του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται.  Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Στο αφήγημα της Αιτήτριας προκύπτουν δηλώσεις από τις οποίες έλειπαν βιωματικά στοιχεία, συνοχή και λεπτομέρεια που να τεκμηρίωναν προσωπική εμπλοκή και δίωξη. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια. (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανή να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[3] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών).  Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έπεισε για το υπαρκτό οιασδήποτε μορφής δίωξης (Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023,(Ν.6(Ι)/2000) αλλά ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα και του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). Εξάλλου, ακόμα και εάν γινόταν αποδεκτό ως περιστατικό δεν εμπίπτει στους πέντε λόγους για παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα – λόγω της φύσης του αιτήματος της. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της Αιτήτριας εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ [4], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) προκύπτει ότι τα περιστατικά  ασφαλείας που αφορούν συνολικά την επαρχία της Κινσάσα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα[5]  (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού), έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[6]. Πέραν των πιο πάνω, αφορά πρόσωπο με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, μορφωμένη, ικανή για εργασία και χωρίς προβλήματα υγείας ή έτερο στοιχείο ευαλωτότητας.

 

Ως εκ των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται ελλιπής έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την έκδοση της απόφασης (Βλέπε Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της Αιτήτριας ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023

[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.

[3] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[4] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo/ UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό/ HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021/ UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021/ USAID, Democratic Republic of the Congo – Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022.

[5]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 07/11/2025), τα πιο πρόσφατα στοιχεία της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν 39 περιστατικά ασφαλείας και 41 ανθρώπινες απώλειες, https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 14/11/2025)

[6] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο