L.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 3594/24, 4/11/2025
print
Τίτλος:
L.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 3594/24, 4/11/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 3594/24

 

04 Νοεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

     L.O. ARC XXX, από τη Νιγηρία

Αιτήτρια

   -και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Τ. Μπετίτο (κος) Δικηγόρος για την Αιτήτρια.

Μ. Φιλίππου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 14/08/24 (της κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά  απόφαση του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 20/07/23, στις 22/07/24 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξή της και στις 30/07/24 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος της. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση στις 31/07/24, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης της,  απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο συνήγορος της Αιτήτριας υιοθέτησε τους λόγους για τους οποίους υποβλήθηκε αίτημα ασύλου, περιόρισε τους λόγους ακύρωσης στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα και αναιτιολόγητα, αποσύρθηκαν ρητά οι υπόλοιποι νομικοί ισχυρισμοί.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και του διοικητικού φακέλου, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Το Δικαστήριο αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρεί σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί αποσύρθηκαν ρητώς από την συνήγορο της Αιτήτριας. 

 

Με την αίτησή της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή ήθελε να σπουδάσει και να εργαστεί, όμως, όταν έφτασε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, αυτός που την βοήθησε να φύγει από τη Νιγηρία, την παγίδεψε και την εξανάγκασε σε σεξουαλική εκμετάλλευση. (ερυθρό 1 ΔΦ). Κατά την προσωπική της συνέντευξη περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό την εξαπάτησαν, ήτοι ότι μια φίλη του πατέρα της τής πρότεινε να τη βοηθήσει να συνεχίσει τις σπουδές της και να εργαστεί στη Κύπρο, την κατ΄ ισχυρισμό κακοποίηση που υπέστη στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, τις συνθήκες περιορισμού της εκεί και την αποστέρηση του διαβατηρίου της. Σχετικά με το μελλοντικό της φόβο, δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία φοβάται ότι η γυναίκα αυτή θα της ζητήσει τα χρήματα που ξόδεψε για το ταξίδι της προς την Κύπρο, ενώ ισχυρίστηκε ότι δέχεται απειλές από αυτήν. Αναφέρθηκε επίσης σε γεγονός που αφορούσε σεξουαλική παρενόχληση από εργοδότη στη χώρα της και ότι υπέστη Ακρωτηριασμό Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (στο εξής «ΑΓΓΟ») στη χώρα της.

 

Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, ο λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε τέσσερις συνολικά ισχυρισμούς της. Αποδέχθηκε τον ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ και της χώρας καταγωγής της (γεννήθηκε στο Benin της Νιγηρίας στις 01/12/1996, είναι χριστιανή, άγαμη, άτεκνη, υγιής, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στη χώρα της απασχολούνταν στο mini market της μητέρας της)  (ερυθρά 68-67 ΔΦ), όπως επίσης και τον δεύτερο ισχυρισμό της σχετικά με το ότι η Αιτήτρια υπέστη στο Benin σεξουαλική παρενόχληση από διευθυντή βενζινάδικου, τον οποίο προσέγγισε για να ζητήσει εργασία, απέρριψε όμως τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της.

 

Ειδικότερα, σε σχέση με τον τρίτο ισχυρισμό της, ότι στρατολογήθηκε και μεταφέρθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, όπου με τη χρήση εξαπάτησης, απειλών και βίας την εκμεταλλεύτηκαν σεξουαλικά, απορρίφθηκε, καθώς η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τους ισχυρισμούς της, ήτοι: (α) οι πληροφορίες που παραθέτει για την ταυτότητα, υπόβαθρο του ατόμου που οργάνωσε το ταξίδι της είναι επαρκώς λεπτομερείς, όπως επίσης και οι πληροφορίες που αφορούσαν το ταξίδι της. Ανέφερε ότι η γυναίκα αυτή λεγόταν D.M. και ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή της, έχει δύο αδέρφια και ήταν στις μη ελεγχόμενες περιοχές της Κύπρου ήδη δύο με τρία έτη προτού ταξιδέψει εκεί η Αιτήτρια. Γνωρίζονταν, καθώς διέμεναν στην ίδια κοινότητα και ο πατέρας της ήταν καλός φίλος του δικού της πατέρα. Καθώς η Αιτήτρια δεν είχε εργασία και δεν σπούδαζε, αυτή προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει την Αιτήτρια να ταξιδέψει για σπουδές στο Cyprus International University, Business Managing ΒA, και κατά τη διάρκεια των σπουδών η Αιτήτρια θα διέμενε στο σπίτι της D.M. Η D.M. ανέλαβε τα έξοδα του εισιτηρίου και της visa, και τον 8ο/2021 που είχε βρεθεί στη Νιγηρία συναντήθηκαν στο σπίτι της, όπου παρόντες ήταν η Αιτήτρια με τον πατέρα της και η D.M. με τον πατέρα της, οι οποίοι ήταν πολύ καλοί φίλοι μεταξύ τους. Επίσης, περιγράφει με ακρίβεια τη διαδρομή που ακολούθησε, αναφέροντας ότι ταξίδεψε μόνη της από την Abuja στις 13/09/21 και μέσω Κωνσταντινούπολης έφτασε στο αεροδρόμιο του Ercan, όπου την παρέλαβε η D.M., (β) όμως, στη συνέχεια η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τις σπουδές της, ούτε τα μαθήματά της μπόρεσε να ανακαλέσει, ούτε τις εργασίες που όπως ισχυρίστηκε της ανέθεταν. Επιπλέον, αν και η Αιτήτρια αρχικά δήλωσε ότι πέρασε τους δύο πρώτους μήνες χωρίς προβλήματα, αφού η D.M. της φερόταν καλά, και ήταν ελεύθερη να βγαίνει έξω από το σπίτι και να πηγαίνει κανονικά στο πανεπιστήμιο της και της έδινε και χρήματα για τα μεταφορικά της, έπειτα, σε ευθεία αντίθεση με όσα είχε προηγουμένως υποστηρίξει, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πηγαίνει συχνά στο πανεπιστήμιο, γιατί η D.M. δεν της πλήρωνε το εισιτήριο του λεωφορείου, (γ) ακολούθως, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η D.M. έφερε στο σπίτι δύο ακόμα κορίτσια, και τότε ήταν που η D.M. της αποκάλυψε ότι δεν την είχε φέρει στην Κύπρο για να σπουδάσει, αλλά για να εργαστεί ως ιερόδουλη, προκειμένου να της αποπληρώσει τα χρήματα που ξόδεψε για τη μεταφορά της. Ωστόσο, η περιγραφή της κομβικής εκείνης ημέρας χαρακτηρίζεται από έλλειψη λεπτομερειών, αλλά και σημαντικές αντιφάσεις. Παρότι στην Αιτήτρια δόθηκαν πολλές ευκαιρίες και ερωτήθηκε με διαφορετικούς τρόπους να περιγράψει τη μεταχείριση της από την D.M., δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με ποιον τρόπο το έπραξε αυτό, αφού επαναλαμβάνει ότι κάθε φορά που αρνείτο να πράξει κάποια οδηγία της D.M., η τελευταία έφερνε άνδρες στο σπίτι για να την μαστιγώσουν με τη ζώνη, χωρίς όμως να αναφέρει τι της συνέβη τη συγκεκριμένη μέρα. Επιπλέον, κληθείσα να περιγράψει τους άντρες αυτούς που όπως ισχυρίστηκε η D.M.  είχε φέρει στο σπίτι εκείνη τη μέρα, και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τη βίασαν όταν αρνήθηκε να έρθει σε επαφή μαζί τους, η Αιτήτρια αρκέστηκε να περιγράψει τους άντρες αυτούς γενικόλογα, λέγοντας ότι επρόκειτο για άντρες που πλήρωναν την D.M.  για να τους φέρει σε επαφή με την Αιτήτρια και άλλες κοπέλες, (δ) περαιτέρω, δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες για τις άλλες δύο κοπέλες, αφού ερωτηθείσα σχετικά με το προφίλ τους και τον τρόπο που κατέληξαν στο σπίτι ανέφερε χωρίς λεπτομέρειες, ότι έφτασαν με τον ίδιο τρόπο που έφτασε και η ίδια. Πρόσθεσε δε, ότι όταν η  D.M. τις έβλεπε μαζί την έδιωχνε γιατί δεν ήθελε να κάνουν παρέα, ωστόσο δεδομένου ότι σύμφωνα με την Αιτήτρια έμεναν στο ίδιο δωμάτιο, η εξήγηση δεν θεωρείται εύλογη και περισσότερες λεπτομέρειες θα αναμένονταν. Ομοίως, ισχύει και για την P., τη φίλη της D.M., που πρόσεχε να μη διαφύγουν τα κορίτσια από το σπίτι κάθε φορά που η D.M. απουσίαζε, (ε) σημαντικές αντιφάσεις παρατηρούνται και ως προς τον τρόπο που η Αιτήτρια κατάφερε και έφυγε από το σπίτι. Αφενός η Αιτήτρια δεν έδωσε συνεκτικές και εύλογες απαντήσεις σχετικά με τον τρόπο που κατάφερε να πάρει πίσω το διαβατήριο της, καθώς αρχικά υποστηρίζει ότι πήγε και βρήκε τον φίλο της D.M. και του ζήτησε το διαβατήριο της, εκείνος όμως της είπε να επιστρέψει την επόμενη μέρα, (στ) ερωτηθείσα σχετικά με τις κινήσεις της αφού πήρε το διαβατήριο της, η Αιτήτρια απάντησε ότι πήγε για βοήθεια στη R., τη γειτόνισσα, που την είχε πλησιάσει όταν η πήγαινε ακόμη στο πανεπιστήμιο και της είχε υποσχεθεί να τη βοηθήσει επειδή συνέχεια την έβλεπε να κλαίει, αλλά τότε η Αιτήτρια δεν είχε διαβατήριο και δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Ερωτηθείσα για ποιόν λόγο ισχυρίζεται ότι εκείνο το διάστημα δεν είχε διαβατήριο, αποκρίθηκε ότι το διαβατήριό της το είχε πάρει η D.M. την ημέρα που αφίχθη στη Κύπρο. Όμως, εντοπίζεται πλήρης αντίφαση με προηγούμενη δήλωσή της, ότι το διαβατήριο το πήρε η D.M. τη μέρα που μάλωσαν και της αποκάλυψε τον πραγματικό λόγο του ταξιδιού της, με την Αιτήτρια να επιβεβαιώνει ότι πράγματι την ημέρα του καβγά, δηλαδή δύο μήνες μετά την άφιξη της, (ζ)  η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι μια βδομάδα μετά την άφιξή της στο Πουρνάρα έλαβε ένα απειλητικό μήνυμα στο κινητό της σύμφωνα με το οποίο αν δεν πληρώσει τα χρήματα που χρωστάει στη D.M., θα πεθάνει και η ίδια και η μαμά της. Ωστόσο, η Αιτήτρια δεν έχει σήμερα το μήνυμα αυτό, το οποίο όπως δήλωσε εστάλη στην καινούρια της sim, και το οποίο αποθηκεύτηκε στη συσκευή που ήταν χαλασμένη, αλλά όχι τελείως χαλασμένη, και για την οποία η Αιτήτρια είχε προηγουμένως δηλώσει ότι είχε καταστραφεί και ότι η D.M. την είχε αφήσει χωρίς τηλέφωνο, αναφερόμενη στο iphone 8plus το οποίο είχε όταν κατέφθασε στην Κυπριακή Δημοκρατία (ερυθρά 63-47ΔΦ). Ο λειτουργός εντόπισε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι υπέπεσε θύμα εμπορίας ανθρώπων. Καταλήγει δε, ότι λόγω της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού της λόγω της μη συνεπούς αφήγησης της Αιτήτριας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Αναφορικά με τον τέταρτο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι στη Νιγηρία υπέστη ΑΓΓΟ, απορρίφθηκε, καθώς δεν ανέφερε πληροφορίες επί αυτού του ισχυρισμού, ενώ κληθείσα να προσδιορίσει σε ποια ηλικία της συνέβη, αποκρίθηκε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς, αλλά νομίζει ότι της συνέβη όταν ήταν παιδί. Κληθείσα να απαντήσει στην ερώτηση αν η αδερφή της έχει επίσης υποστεί ΑΓΓΟ δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, ενώ κληθείσα να αναφέρει τον τύπο ΑΓΓΟ που υπέστη, ισχυρίζεται και πάλι ότι δεν γνωρίζει. Ερωτηθείσα σχετικά με τις πληροφορίες που έλαβε για τα ζητήματα αυτά από τους γονείς της, η Αιτήτρια δεν παρείχε συγκεκριμένη απάντηση. Ο λειτουργός εντόπισε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι υπέστη ΑΓΓΟ στη Νιγηρία. Καταλήγει δε, ότι λόγω της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού της λόγω της μη συνεπούς αφήγησης της Αιτήτριας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο αλλά και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία διαπιστώνω ότι αυτή δεν τεκμηριώνεται. Το αφήγημα της μέσω των στοιχείων της αίτησης, εντύπου ευαλωτότητας και συνέντευξης ενέχει στοιχεία αντιφάσεων, σοβαρών ελλείψεων, ενώ παρουσιάζονται λεπτομέρειες  στις περιγραφές της που δημιουργούν ισχυ­ρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας όλων των δηλώσεών της και η ίδια δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών της. Οι συνθήκες δίωξής της, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός της και γενικότερα οι ελλιπείς και αντιφατικές πληροφορίες που παρέθεσε, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας της στο σύνολό τους. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε για κάθε ένα ξεχωριστά από τα περιστατικά που ισχυρίστηκε ότι έζησε τόσο κατά την διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία[1]. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ικανοποιούνται γενικά τα κριτήρια αξιοπιστίας του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μετά από έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επί του τρίτου ισχυρισμού της Αιτήτριας, προκύπτει ότι η Νιγηρία είναι μεταξύ των εθνικοτήτων μη Ευρωπαίων θυμάτων εμπορίας ανθρώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη Frontex, η οποία αναφέρει ότι οι χώρες της Δυτικής Αφρικής αποτελούν μία από τις κύριες περιοχές προέλευσης των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων[2] με πολλές γυναίκες να είναι θύματα εμπορίας για σεξουαλική εκμετάλλευση που προέρχονταν κυρίως από τον νότο της Νιγηρίας, ιδιαίτερα από την πολιτεία Έντο (Edo)/Μπενίν Σίτι (Benin City) που έχει αποτελέσει το κεντρικό σημείο διακίνησης για τη σεξουαλική εκμετάλλευση από τη Νιγηρία προς την Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες[3]. Όμως, η έρευνα επί της εξωτερικής αξιοπιστίας έπεται της εσωτερικής αξιοπιστίας του αιτούντα άσυλο και η Αιτήτρια δεν ήταν συνεπής στις δηλώσεις της και αντιφατική σε κάποιες εκ των απαντήσεων της. Πέραν τούτου, η Αιτήτρια παραπέμφθηκε ως πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων, αλλά το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων της Αστυνομίας, το οποίο χειρίστηκε την υπόθεση, αποφάνθηκε ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας προσώπων. Εξάλλου, τα όσα κατ΄ ισχυρισμό η Αιτήτρια δήλωσε ότι βίωσε έλαβαν χώρα στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και δεν αποτελούν λόγους δίωξης στη χώρα καταγωγής της για παροχή σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα διότι (α) η κατ’ ισχυρισμό εκμετάλλευση της έλαβε χώρα εκτός της χώρας καταγωγής της ήτοι στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, (β) ουδέποτε η Αιτήτρια υπέπεσε θύμα κακοποίησης και/ή οποιασδήποτε μορφής δίωξης ή βίας στη χώρα της από οποιονδήποτε (πέραν του μεμονωμένου περιστατικού του δεύτερου ουσιώδη ισχυρισμού της), (γ) απουσιάζει ο μελλοντοστραφής κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της, (δ) αποτελεί η Αιτήτρια ενήλικο πρόσωπο, χωρίς ουσιαστικά προβλήματα υγείας, με επαρκές μορφωτικό και με επαρκές υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον στη χώρα της[4], (ε) δεν πιθανολογείται, το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να υποστεί κακομεταχείριση, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση από οποιονδήποτε στην χώρα της. Επί του τέταρτου ισχυρισμού της από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται η πρακτική ΑΓΓΟ[5] στην χώρα καταγωγής (ως και τα συμπεράσματα του εξεταστή-λειτουργού της υπόθεσης) ωστόσο δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός της καθότι δεν εξέφρασε ή δήλωσε φόβο δίωξης, άσκησης πίεσης ή επανάληψης, τύπο ΑΓΓΟ, ή οτιδήποτε το οποίο να τεκμηριώνει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Εντοπίστηκε ότι δεν έδωσε ακριβείς πληροφορίες σε σχέση με την εν λόγω πρακτική/διαδικασία και υπέπεσε σε μη ευλογοφανείς απαντήσεις. Τονίστηκε δε η ανικανότητα της να περιγράψει έστω στοιχειωδώς για το ποια πρόσωπα εφαρμόζουν αυτή την πρακτική. Αποτελεί δε καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του[6]. Ούτε βεβαία, το αποδεκτό μεμονωμένο περιστατικό ως περιγράφεται στον δεύτερο ισχυρισμό για παρενόχληση από ιδιώτη εμπίπτει στους πέντε λόγους για παραχώρηση καθεστώτος πρόσφυγα. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)», σελίδα 92:

 

«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υπο­στεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρί­σμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης. Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο. Το ΔΕΕ ενέκρινε αυτή την προσέγγιση δύο σταδίων:

 

Στην πραγματικότητα, η «αξιολόγηση» αυτή γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτή­σεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκει­μένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας

 

Αναφορικά με τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου με βάση την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι αρμόδιες διοικητικές αρχές θα πρέπει να εκτιμήσουν εάν ο αιτούντας άσυλο διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί και οφείλουν να διερευνήσουν κατά πόσο συνίσταται τέτοια απειλή από τα γεγονότα της υπόθεσης  του και εάν ο ενδιαφερόμενος φοβάται βασίμως λόγω των περιστάσεων του, ότι πράγματι αποτελεί αντικείμενο πράξεων διώξεως εις βάρος του[7]. Στην παρούσα υπόθεση, δεν συγκεντρώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία βάσιμου φόβου δίωξης στην χώρα καταγωγής της. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υπάρχουν υψηλοί αριθμοί περιστατικών ασφαλείας στον τόπο συνήθους και τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας[8] σε συνάρτηση και με τον αριθμό πλυθυσμού στην εν λόγω περιοχή[9].  Ως εκ τούτου, καταδεικνύεται ότι στη περιοχή της όπου αναμένεται να επιστρέψει δεν υφίσταται (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού) κατάσταση ένοπλης σύρραξης επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, και άρα, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[10]. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του Άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023,(Ν.6(Ι)/2000), με την Κ.Δ.Π. 145/2025 ημερ.30/05/25 ορίζει την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, η ίδια δεν έχει τεκμηριώσει ότι στην χώρα της δεν είναι ασφαλής λόγω των ειδικών της περιστάσεων. 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

                          

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Η απόφαση του ΕΔΔΑ, M.A. κατά Ελβετίας, προσφυγή αριθ. 52589/13, σκέψεις 62-67 παρέχει μια χρήσιμη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τη βαρύτητα που δόθηκε σε κλήτευση και απόφαση τις οποίες υπέβαλε ο αιτών, επιβεβαιώνοντας στη σκέψη 62 ότι το αληθές της ιστορίας του αιτούντος πρέπει επίσης να αξιολογείται στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων εγγράφων, Βλέπε επίσης - Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών

[2] Frontex Analysis: Countering trafficking in human beings at EU’s borders, 27/03/2018, διαθέσιμο σε https://frontex.europa.eu/media-centre/news/focus/frontex-analysis-countering-trafficking-in-human-beings-at-eu-s-borders-NA3Dvd [τελευταία πρόσβαση 30/10/2025].

[3] EASO Nigeria, Trafficking in Human Beings, Country of Origin Information Report, April 2021, διαθέσιμο σε: 2021_04_EASO_Nigeria_Trafficking_in_Human_Beings (europa.eu), επίσης EASO Country Guidance: Nigeria Guidance note and common analysis, February 2019, p.60, διαθέσιμο σε https://www.easo.europa.eu/sites/default/files/Country_Guidance_Nigeria_2019.pdf [τελευταία πρόσβαση 30/10/2025].

[4] Βλεπέ σχετικά κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για επιστροφή - Upper Tribunal, Asylum and Immigration Chamber (UK), ημερ.17/10/16, HD (trafficked women) Nigeria CG, [2016] UKUT 454 (IAC), para. 190. See also Upper Tribunal (IAC, UK), 2010,

[5] FGM/C Research Initiative, FGM/C: Key Findings, March 2023, επίσης Norway, Landinfo, Nigeria: Kj?nnslemlestelse av kvinner [Nigeria: Female Genital Mutilation], 11 August 2023, p.25.

[6] Άρθρο 16 & 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

[7] Απόφαση ΔΕΕ, C‑71/11 και C‑99/11,  Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Ζ, ημερ.05/09/12

[8] Acled Explorer, Africa, Nigeria, Edo State, Benin, βάσει στοιχείων από το ACLED,  κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 31/10/2025), στην περιοχή του Edo της Νιγηριας καταγράφηκαν 164 περιστατικά βίας κατά αμάχων (“Civilian violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων,εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 141 θάνατοι.

[9]  City Population, Africa, Nigeria, διαθέσιμο σεhttps://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/   συνολικός πληθυσμός του Benin είναι στα 2,044,650 άτομα

[10] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο