J.M.A.I ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 3654/24, 26/11/2025
print
Τίτλος:
J.M.A.I ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 3654/24, 26/11/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 3654/24

 

          26 Νοεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

     J.M.A.I εκ Νιγηρία

Αιτήτρια

   -και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Γ. Κωνσταντινίδου (κα), για Μ. Παπαλοίζου (κος)  Δικηγόρος για την Αιτήτρια.

Α. Δημητριάδου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 11/09/24 (της κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά  απόφαση του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 12/09/23, στις 25/07/24  πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της και στις 05/08/24 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος της. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση στις 07/08/24, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της Αιτήτριας στη Νιγηρία,  απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η Αιτήτρια  ισχυρίζεται μέσω του δικηγόρου της ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι εσφαλμένη ως αποτέλεσμα μιας αντινομικής διαδικασίας, προβάλλοντας ότι η Αιτήτρια δεν εξετάστηκε και/ή δεν αξιολογήθηκε από ειδικό ψυχικής υγείας και από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και οι ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις διαδικαστικές εγγυήσεις και ειδικές συνθήκες υποδοχής για ευάλωτα πρόσωπα. Υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα καθότι ήταν θύμα εμπορίας προσώπων και έπρεπε να κριθεί ως ευάλωτο άτομο και να διαπιστωθεί είτε από την Αστυνομία είτε από τους καθ’ ων η αίτηση κατά πόσο ενδέχεται να αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας το οποίο επηρεάζει τη μνήμη της. Προβάλλει, περαιτέρω, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, ότι η Αιτήτρια πληροί τα χαρακτηριστικά θύματος εμπορίας προσώπων και παραπέμπει σε σχετική νομολογία και σε εξωτερικές πηγές αναφορικά με την σεξουαλική βία, την έμφυλη βία και περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και εμπορίας προσώπων στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Τέλος, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης αιτιολογίας, πως πληρούνται οι προϋποθέσεις πρόσφυγα λόγω των ισχυρισμών της και/ή τουλάχιστον δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατά την προφορική τους αγόρευση, υιοθέτησαν το περιεχόμενο της Ένστασης και του διοικητικού φακέλου και ανέφεραν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εκ του Νόμου παρεχόμενων εξουσιών τους, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η επίδικη πράξη να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της Αιτήτριας μέσω της δικηγόρου της αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε σχετικάΔημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Τα δε έγγραφα/μαρτυρία που επισυνάφθηκαν ως παραρτήματα στην αίτηση ακύρωσης χωρίς ένορκη δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά για εξέταση και αξιολόγηση από το Δικαστήριο καθότι δεν επισυνάφθηκαν ως ο σχετικός Κανονισμός 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019). Ούτε κατατέθηκε τέτοια μαρτυρία μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατ΄ εφαρμογή του Κανονισμού 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), (Βλέπε επίσης Σταύρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281Sportsman Betting Co Limited v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591 συνεχίζουν να είναι καθοδηγητικές επί του ζητήματος, Ρούσος ν. Ιωαννίδης κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 106).

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, μέσω του συνηγόρου της, για παράβαση των διαδικαστικών εγγυήσεων όπως αυτές προβλέπονται στον περί Προσφύγων Νόμο 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000), ως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου η Αιτήτρια έτυχε σχετικής αξιολόγησης στη βάση του Άρθρου 9ΚΔ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000) και σημειώθηκε στα σχετικά σημεία του εντύπου, λόγω των ισχυρισμών της, ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων (ερυθρά 7-6 του Διοικητικού Φακέλου στο εξής «ΔΦ»). Ακολούθως παραπέμφθηκε για περαιτέρω αξιολόγηση και συμπλήρωση του έντυπου «Vulnerability Assessment Form» (ερυθρά 33-13 ΔΦ) όπου σε αυτό περιλαμβάνονται (i) οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας (οι οποίοι εξετάστηκαν στην έκθεση/εισήγηση και απορρίφθηκαν ως εσωτερικά αναξιόπιστοι), (ii) καταγράφηκαν τα αναγκαία βήματα διαδικαστικών εγγυήσεων, (iii) τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, (iv) ότι έγιναν οι ιατρικές εξετάσεις (χωρίς καταγραφή οποιονδήποτε ευρημάτων), (v) καταληκτικά σημειώνεται η παροχή ειδικών αναγκών υποδοχής ήτοι – Cyprus Asylum Service, Social Welfare Service, Medical Unit of Pournara και Antitrafficking Unit. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της συνηγόρου της ότι δεν ακολουθήθηκαν οι αναγκαίες διαδικασίες για διαπίστωση διαδικαστικών εγγυήσεων δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Εξάλλου, όλοι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που συνδέονται με εμπορία προσώπων έχουν διερευνηθεί και από τον αρμόδιο φορέα Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων το οποίο κατέληξε ότι δεν αποτελεί θύμα εμπορίας προσώπων (ερυθρό 36 ΔΦ). Κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα ή πρόβλημα με την υγεία της (ερυθρό 54 ΔΦ). Σημειώνεται δε ότι ούτε ο συνήγορος της Αιτήτριας υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης και/ή μαρτυρίας κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις της κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος της.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή της θεραπείας που ζητείται από το Δικαστήριο για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Με την αίτησή της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του θείου της, ο οποίος μετά το θάνατο των γονιών της έγινε ο κηδεμόνας της, ήταν κακοποιητικός, την χτυπούσε και ήταν θύμα βιασμού. Όταν εγκατέλειψε τη χώρα της και ήρθε στη Κύπρο, την ανάγκασαν να ασχοληθεί με τη πορνεία και μετά από ένα έτος, κάποιος τη βοήθησε να εισέλθει στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου (ερυθρό 1 ΔΦ). Κατά την προσωπική της συνέντευξη επανέλαβε τους ισχυρισμούς της σχετικά με τους λόγους αποχώρησής της από τη Νιγηρία. Ανέφερε ότι ο θείος της, μετά το θάνατο των γονιών της, ανέλαβε την επιμέλεια της, αρχικά ζούσαν μια φυσιολογική ζωή και μετά άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά, τον κατάγγειλε στην αστυνομία, αλλά επειδή ήταν άτομο με τίτλο (“entitled man”), την κατηγόρησαν ότι ψεύδεται, την πήραν στην οικία του θείου της, ανέφεραν την καταγγελία σε αυτόν, τους πλήρωσε και η υπόθεση έκλεισε. Ακολούθως, η Αιτήτρια δήλωσε στον θείο της πως δεν επιθυμεί να διαμένει μαζί του και o θείος της κάλεσε τη θεία της. Η θεία της δεν μπορούσε να την φροντίζει, αλλά τη βοήθησε να εξεύρει εργασία ως οικιακή βοηθός σε μια κυρία. Αφού τη σύστησε στη εν λόγω κυρία, άρχισε να συνεργάζεται μαζί της, καθάριζε την οικία της, φρόντιζε και μαγείρευε στα τέκνα της, για περίπου ένα έτος. Της είχε προτείνει είτε να της δίνει χρήματα είτε να αποταμιεύσει τα χρήματα για να τα χρησιμοποιήσει για δίδακτρα προκειμένου να σπουδάσει σε πανεπιστήμιο της Κύπρου.  Αφότου ετοίμασε όλα τα έγγραφα της Αιτήτρια και διευθέτησε το ταξίδι στη Κύπρο, έφτασε στη Κύπρο και ένας άνδρας την παρέλαβε από το αεροδρόμιο και την μετέφερε στην οικία του. Η Αιτήτρια δήλωσε πως ο άνδρας την πήγε στο Πανεπιστήμιο για να εγγραφεί, φοίτησε για τρείς εβδομάδες και ακολούθως άλλαξε η συμπεριφορά του, της έσπασε το τηλέφωνό, πήρε τα χρήματά της και άρχισε να την φέρεται άσχημα και της είπε πως έπρεπε να τον υπακούει και πως έπρεπε να κοιμάται με πελάτες για να του πληρώσει περίπου 7 εκατομμύρια Νάιρα. Την είχε κλειδωμένη στο δωμάτιο, καθημερινά δεχόταν πελάτες και σε περίπτωση που αρνιόταν να συνεργαστεί μαζί του, την χτυπούσε.  Η Αιτήτρια δήλωσε πως ένας πελάτης, όταν αντίκρισε την κακή της κατάσταση και του περιέγραψε τι συμβαίνει, της υποσχέθηκε ότι θα τη βοηθήσει. Επέστρεψε με τρεις άνδρες, έσπασε τη πόρτα του διαμερίσματος για να εισέλθουν μέσα, βρήκαν το διαβατήριο της Αιτήτριας στο δωμάτιου του άνδρα που την κρατούσε, έφυγαν και με τη βοήθεια του πέρασε στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Σχετικά με το μελλοντικό της φόβο, δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία δεν έχει κανένα την στηρίξει και φοβάται ότι θα εξαρτηθεί από τα ίδια πρόσωπα.

 

Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, ο λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε τρεις συνολικά ισχυρισμούς της. Αποδέχθηκε τον ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων, του προφίλ και της χώρας καταγωγής της ήτοι: γεννήθηκε στη πόλη Uyo της επαρχίας Akwa Ibom της Νιγηρίας, οι γονείς της έχουν αποβιώσει και ακολούθως η κηδεμονία της ανατέθηκε στο θείο της. Δεν έχει αδέλφια, είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως προς το εργασιακό της ιστορικό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εργάστηκε ως οικιακή βοηθός για περίπου μήνες πριν την αναχώρηση της από τη χώρα καταγωγής της. 

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι ήταν θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από το θείο της, απορρίφθηκε, καθώς εντοπίστηκαν αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς της, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες, Πιο συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ενώ κατά τη αρχική αίτηση της ισχυρίστηκε ότι ο θείος της την κακοποίησε σεξουαλικά πολλές φορές (ερυθρό 31 ΔΦ) κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της δήλωσε ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης μόνο μια φορά. Κληθείσα να περιγράψει τη πρώτη φορά που ισχυρίστηκε ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από το θείο της καθώς και τα συναισθήματα που της προκάλεσε, δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες δηλώνοντας γενικά πως ήταν συντετριμμένη. Περαιτέρω, ελλιπής κρίθηκαν οι πληροφορίες που παρείχε ως προς τη συμπεριφορά του θείου της στη καθημερινότητα του καθώς και τη ψυχική της υγεία. Η δήλωσε της πως «τρελάθηκε», κρίθηκε ανεπαρκής, δεδομένου πως ως ισχυρίστηκε ο θείος της ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο είχε σεξουαλική επαφή, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο τραυματική της εμπειρία. Η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της ισχυρίστηκε σε διάφορα σημεία, πως ο θείος της την απειλούσε πως θα την σκοτώσει εάν αποκάλυπτε το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης, ωστόσο μετά το περιστατικό καταγγελίας στην αστυνομία, όπου δεν την πίστεψαν και μετά την επιστροφή της στη οικία του, ισχυρίστηκε ότι ο θείος της την απείλησε ξανά ότι θα την σκοτώσει ενώ σε άλλο σημείο ισχυρίστηκε πως ήθελε να την διώξει και επικοινώνησε ο ίδιος τηλεφωνικώς με τη θεία της προκειμένου να την πιάσει από την οικία του (ερυθρά 45-4χ, 44-4χ,5χ, 43-1χ ΔΦ). Οι εν λόγω περιγραφές στερούνται συνοχής και ευλογοφάνειας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο εντόπισε και επιπλέον σημείο αναξιοπιστίας στις δηλώσεις της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, στην συνέντευξη ευαλωτότητας της Αιτήτριας παρατηρείται πως ισχυρίστηκε ότι η ίδια αποφάσισε, μετά τη καταγγελία, να αποχωρήσει από την οικία του θείου της και πως η ίδια επικοινώνησε με την θεία της (ερυθρό 30 ΔΦ), ισχυρισμοί αντιφατικοί σε σχέση με τα όσα ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της, ήτοι ότι ο θείος της επικοινώνησε με τη θεία της και πως ο ίδιος την προέτρεψε εάν θέλει να φύγει από την οικία, να φύγει (ερυθρά 44-5χ, 43-1χ ΔΦ).

 

Ο δε τρίτος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι υπέστη θύμα εκμετάλλευσης εμπορίας προσώπων, απορρίφθηκε, καθώς εντοπίστηκαν αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς της, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και λεπτομερείς πληροφορίες. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίστηκε: (α) έλλειψη συνοχής στις αναφορές της Αιτήτριας παρατηρήθηκαν ως προς το πότε προτάθηκε η επιλογή είτε να πληρώνεται είτε να της εξασφαλίσουν τα δίδακτρα για σπουδές σε Πανεπιστήμιο της Κύπρου, από τη γυναίκα που εργαζόταν ως οικιακή βοηθός, (β) έλλειψη χρονικής συνοχής παρατηρήθηκε στις δηλώσεις της σχετικά με το πότε απεβίωσαν οι γονείς της και το χρονικό διάστημα που μετακόμισε στην οικία της γυναίκας που υποστηρίζει πως την ώθησε στη πορνεία, (γ) αντίφαση παρουσιάστηκε και στις δηλώσεις της ως προς την ανάκτηση του διαβατηρίου της από τους άνδρες που την βοήθησαν να φύγει από την οικία όπου διέμενε στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας. Αρχικά ισχυρίστηκε πως ανευρέθηκε σε συρτάρι, στη συνέχεια ισχυρίστηκε πως βρέθηκε σε ένα ράφι και κληθείσα να διευκρινίσει, απάντησε πως δεν θυμόταν τι είχε απαντήσει, (δ) έλλειψη επαρκών πληροφοριών  εντοπίστηκε και σε σχέση με τα βιώματα της Αιτήτριας κατά τη διάρκεια της παραμονής της σε διαμέρισμα όπου ήταν θύμα πορνείας, για ενάμιση έτος, ως ισχυρίστηκε. Κληθείσα να περιγράψει μια τυπική ημέρα δεν ήταν σε θέση να αναφέρει καμιά συγκεκριμένη πληροφορία, αρκούμενη ότι κοιμόταν με πελάτες και εάν είχε πονοκέφαλο της έδιναν χάπια για να έχει ενέργεια. Ερωτηθείσα για τα συναισθήματα της απάντησε γενικά ότι ένοιωθε πολύ άσχημα. Θα αναμενόταν να παρέχει πιο συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την εμπειρία της και το αντίκτυπο που είχε στη ψυχική και συναισθηματική κατάσταση της. Περαιτέρω, το Δικαστήριο εντόπισε και επιπλέον σημείο αναξιοπιστίας στις δηλώσεις της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, παρατηρείται πως δεν υπάρχει χρονική συνοχή στις δηλώσεις της, κατά τα αρχικά στάδια της συνέντευξης της ισχυρίστηκε πως εργαζόταν ως οικιακή βοηθός για 3-4 μήνες (ερυθρό 50-4χ ΔΦ), ακολούθως ισχυρίστηκε πως εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην οικία της κυρίας για περίπου ένα έτος, περί αρχές ή τέλη του 2020 (ερυθρό 43-1χ-3χ ΔΦ). Ενώ σε προηγούμενη αναφορά της ισχυρίστηκε πως οι γονείς της απεβίωσαν το έτος 2020, διέμενε με τον θείο της για μήνες (ερυθρό 45-1χ ΔΦ) και ακολούθως μετέβη στην κυρία, ως οικιακή βοηθός. Να σημειωθεί πως η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα της στις 29/03/2022.  Η Αιτήτρια στη συνέντευξη ευαλωτότητας της δήλωσε πως η κυρία διευθέτησε το ταξίδι της στη Κύπρο για να σπουδάσει και πως τα παιδία της βρίσκονταν στη Κύπρο (ερυθρό 30 ΔΦ), ενώ στη συνέντευξη της ισχυρίστηκε ότι φρόντιζε τα δυο τέκνα της κυρίας, ηλικίας 6 και 2 ετών (ερυθρά 52 και 43 ΔΦ).

 

Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο αλλά και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία διαπιστώνω ότι αυτή δεν τεκμηριώνεται. Το αφήγημα της μέσω των στοιχείων της αίτησης και συνέντευξης ενέχει στοιχεία αντιφάσεων, σοβαρών ελλείψεων, ενώ παρουσιάζονται λεπτομέρειες  στις περιγραφές της που δημιουργούν ισχυ­ρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας όλων των δηλώσεών της και η ίδια δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών της. Οι συνθήκες δίωξής της, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός της και γενικότερα οι ελλιπείς και αντιφατικές πληροφορίες που παρέθεσε, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας της στο σύνολό τους. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε για κάθε ένα ξεχωριστά από τα περιστατικά που ισχυρίστηκε ότι έζησε τόσο κατά την διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία[1]. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ικανοποιούνται γενικά τα κριτήρια αξιοπιστίας του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μετά από έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επί του ισχυρισμού της Αιτήτριας, προκύπτει ότι η Νιγηρία είναι μεταξύ των εθνικοτήτων μη Ευρωπαίων θυμάτων εμπορίας ανθρώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη Frontex, η οποία αναφέρει ότι οι χώρες της Δυτικής Αφρικής αποτελούν μία από τις κύριες περιοχές προέλευσης των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων[2] με πολλές γυναίκες να είναι θύματα εμπορίας για σεξουαλική εκμετάλλευση που προέρχονταν κυρίως από τον νότο της Νιγηρίας, ιδιαίτερα από την πολιτεία Έντο (Edo)/Μπενίν Σίτι (Benin City) που έχει αποτελέσει το κεντρικό σημείο διακίνησης για τη σεξουαλική εκμετάλλευση από τη Νιγηρία προς την Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες[3]. Όμως, η έρευνα επί της εξωτερικής αξιοπιστίας έπεται της εσωτερικής αξιοπιστίας του αιτούντα άσυλο και η Αιτήτρια δεν ήταν συνεπής στις δηλώσεις της και αντιφατική σε κάποιες εκ των απαντήσεων της. Πέραν τούτου, η Αιτήτρια παραπέμφθηκε ως πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων, αλλά το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων της Αστυνομίας, το οποίο χειρίστηκε την υπόθεση, αποφάνθηκε ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας προσώπων. Εξάλλου, τα όσα κατ΄ ισχυρισμό η Αιτήτρια δήλωσε ότι βίωσε έλαβαν χώρα στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και δεν αποτελούν λόγους δίωξης στη χώρα καταγωγής της για παροχή σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα διότι (α) η κατ’ ισχυρισμό εκμετάλλευση της έλαβε χώρα εκτός της χώρας καταγωγής της ήτοι στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, (β) για την κατ΄ ισχυρισμό κακοποίηση της από τον θείο της κρίθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστη , (γ) απουσιάζει ο μελλοντοστραφής κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της διότι αποτελεί η Αιτήτρια ενήλικο πρόσωπο, χωρίς ουσιαστικά προβλήματα υγείας, με επαρκές μορφωτικό, χωρίς εξαρτώμενα (δ) δεν πιθανολογείται, το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να υποστεί κακομεταχείριση, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση από οποιονδήποτε στην χώρα της. Ούτε συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Στην παρούσα υπόθεση,  εκτός του ότι η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστή, ούτε συγκεντρώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία βάσιμου φόβου δίωξης στην χώρα καταγωγής της. Αναφορικά με τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου με βάση την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι αρμόδιες διοικητικές αρχές θα πρέπει να εκτιμήσουν εάν ο αιτούντας άσυλο διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί και οφείλουν να διερευνήσουν κατά πόσο συνίσταται τέτοια απειλή από τα γεγονότα της υπόθεσης  του και εάν ο ενδιαφερόμενος φοβάται βασίμως λόγω των περιστάσεων του, ότι πράγματι αποτελεί αντικείμενο πράξεων διώξεως εις βάρος του[4]. Στην παρούσα υπόθεση, δεν συγκεντρώνονται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία βάσιμου φόβου δίωξης στην χώρα καταγωγής της λόγω εσωτερικής αναξιοπιστίας. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υπάρχουν υψηλοί αριθμοί περιστατικών ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας σε συνάρτηση και με τον αριθμό πληθυσμού στην εν λόγω περιοχή[5].  Ως εκ τούτου, καταδεικνύεται ότι στη περιοχή της όπου αναμένεται να επιστρέψει δεν υφίσταται (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού) κατάσταση ένοπλης σύρραξης επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, και άρα, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[6]. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του Άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023,(Ν.6(Ι)/2000), με την Κ.Δ.Π. 145/2025 ημερ.30/05/25 ορίζει την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, η ίδια δεν έχει τεκμηριώσει ότι στην χώρα της δεν είναι ασφαλής λόγω των ειδικών της περιστάσεων. 

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

                          

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Η απόφαση του ΕΔΔΑ, M.A. κατά Ελβετίας, προσφυγή αριθ. 52589/13, σκέψεις 62-67 παρέχει μια χρήσιμη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τη βαρύτητα που δόθηκε σε κλήτευση και απόφαση τις οποίες υπέβαλε ο αιτών, επιβεβαιώνοντας στη σκέψη 62 ότι το αληθές της ιστορίας του αιτούντος πρέπει επίσης να αξιολογείται στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων εγγράφων, Βλέπε επίσης - Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών

[2] Frontex Analysis: Countering trafficking in human beings at EU’s borders, 27/03/2018, διαθέσιμο σε https://www.frontex.europa.eu/media-centre/news/news-release/frontex-analysis-countering-trafficking-in-human-beings-at-eu-s-borders-8UgTFu [τελευταία πρόσβαση 25/11/2025].

[3] EASO Nigeria, Trafficking in Human Beings, Country of Origin Information Report, April 2021, p.16, διαθέσιμο σε: 2021_04_EASO_Nigeria_Trafficking_in_Human_Beings (europa.eu), επίσης EASO Country Guidance: Nigeria Guidance note and common analysis, February 2019, p.60, διαθέσιμο σε https://www.easo.europa.eu/sites/default/files/Country_Guidance_Nigeria_2019.pdf [τελευταία πρόσβαση 25/11/2025].

[4] Απόφαση ΔΕΕ, C‑71/11 και C‑99/11,  Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Ζ, ημερ.05/09/12

[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Akwa Ibom, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 14/11/2025), τα πιο πρόσφατα στοιχεία της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν 21 περιστατικά ασφαλείας και 19 ανθρώπινες απώλειες.  https://acleddata.com/platform/explorer

Σημειώνεται ότι o πληθυσμός της επαρχίας Akwa Ibom της Νιγηρίας είναι 4,979,400 (City Population, Africa, Nigeria, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/)   (assessed on 25/11/2025)

[6] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο