H.M.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4704/2024, 24/11/2025
print
Τίτλος:
H.M.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4704/2024, 24/11/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 4704/2024

24 Νοεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

H.M.K. από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό,

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Φ. Γέρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Κ. Σάββα (κα) για Ε. Παραδεισιώτη (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 20/11/24 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητά την έκδοση νέας απόφασης για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 05/06/21, στις 16/04/24 πραγματοποιήθηκε η προσωπική του συνέντευξη και συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση στις 07/11/24. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 20/11/24, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής  υποστηρίζει μέσω Γραπτής Αγόρευσης της δικηγόρου του ότι δεν υπήρξε δέουσα έρευνα κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι εμφιλοχώρησε πραγματική και νομική πλάνη κατά παράβαση του Άρθρου 46 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(Ι)/1999). Υποστηρίζει πως θα έπρεπε να του δοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας και προβάλλει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις πρόσφυγα λόγω των ισχυρισμών του, και/ή τουλάχιστον δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Επίσης, διατείνεται ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης ασύλου του, που πρέπει να οδηγήσει σε ακυρότητα ολόκληρης της διοικητικής απόφασης. Τέλος, υποστηρίζει ότι τυχόν επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, καθότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παραβιαστεί το δικαίωμα του στη ζωή και/ή να υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική τιμωρία ή και μεταχείριση κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της έκθεσης/εισήγησης και υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ως υποστήριξαν, οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν ως λόγοι δίωξης δεν τεκμηριώθηκαν από κανένα στοιχείο και δεν έγιναν αποδεκτοί λόγω εσωτερικής αναξιοπιστίας και/ή κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν εμπίπτει στο καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας, αφού δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης, ούτε να αποδείξει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή, αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, που εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 (3/2019)), επιβάλλεται η υποχρέωση σε αιτητή που εκπροσωπείται δια μέσω συνηγόρου όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε σχετικά, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσηςΙωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.

 

Αναφορικά με την καθυστέρηση εξέτασης ασύλου του Αιτητή, το  σχετικό Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000 προνοεί, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει επί αυτού του σημείου, τα ακόλουθα:

 

«Κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων

13.-(1) Κατά την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζει την αίτηση και προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, εκτός στις περιπτώσεις όπου τέτοια συνέντευξη δυνατό να έχει ήδη πραγματοποιηθεί δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 12Δ.

[.]

(5) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά για την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, με την επιφύλαξη της διασφάλισης της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.

(6)(α) Με την επιφύλαξη των παραγράφων (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου, η Υπηρεσία Ασύλου εξασφαλίζει ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ολοκληρώνεται εντός έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης, είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος δεν μπορεί να λάβει απόφαση εντός εξαμήνου από την κατάθεση της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου έχει υποχρέωση-

(i) Να ενημερώνει τον αιτητή σχετικά με την καθυστέρηση∙ και

(ii) να του παρέχει, κατόπιν αιτήματός του,  πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του.

[.]

(7) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (6), ο Προϊστάμενος δύναται να παρατείνει την προθεσμία των έξι (6) μηνών που ορίζεται στο εν λόγω εδάφιο, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα (9) επιπλέον μήνες, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν ανακύπτουν περίπλοκα ουσιαστικά ή/και νομικά ζητήματα·

(β) μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών αιτούνται ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά στην πράξη πολύ δύσκολη την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών·

[.]

(8) Κατ' εξαίρεση, η Υπηρεσία Ασύλου, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, δύναται να υπερβαίνει την προθεσμία που ορίζεται στο εδάφιο (7) κατά  τρεις (3) μήνες το πολύ, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο από τον Προϊστάμενο για την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(9) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 18Α και με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 19, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει την αναβολή της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξέτασης αίτησης, στην περίπτωση που δεν μπορεί εύλογα να  αναμένεται από την Υπηρεσία Ασύλου να λάβει απόφαση επί αίτησης εντός των χρονικών πλαισίων που αναφέρονται στα εδάφια (6), (7) και

[.]

(10) Σε κάθε περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιένα (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].»

 

[ο τονισμός δικός μου]

 

Όπως έχει αποφασιστεί, από το Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις επί παρόμοιου ισχυρισμού, οι προθεσμίες που ορίζονται στο πιο πάνω άρθρο του Νόμου δεν είναι ανατρεπτικές, αλλά ενδεικτικές. Ο Νόμος δεν ορίζει ρητά ότι οι προθεσμίες του 6μήνου, 9μηνού με ολόκληρο χρονικό πλαίσιο ολοκλήρωσης της εξέτασης της αίτησης εντός 21 μηνών είναι ανατρεπτικές, ότι δηλαδή συνεπάγεται σε ακυρότητα της όλης διοικητικής ενέργειας και διοικητικής πράξης η οποία εκδίδεται μετά την εκπνοή της. Οπότε η παραβίαση της δεν οδηγεί αυτόματα σε ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο νομοθέτης αν ήθελε να είναι η προθεσμία ανατρεπτική, θα το όριζε ρητά. Όμως λόγω της φύσης των υποθέσεων αυτών, ο νομοθέτης θέλησε να περιορίσει το χρόνο, χωρίς όμως να καθιστά προθεσμία ανατρεπτική, αυτό ενισχύεται και από την τελευταία παράγραφο του άρθρου που ορίζει ότι «Σε κάθε περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιένα (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης.» (Βλέπε σχετικά Α.Ε. 67/08 Δημοκρατία ν. Pharmanet Ltdημερ.10/01/2011). Στην προκειμένη περίπτωση αν και υπάρχει καθυστέρηση, εντούτοις ο χρόνος αυτός δεν είναι υπέρμετρος καθότι δεν φαίνεται να επίδρασε αυτή η καθυστέρηση στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις της έκδοσης της πράξης (Βλέπε σχετικά Άρθρο 11 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 έως 2020 (Ν.158(I)/1999). Ούτε έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή και/ή τα δικαιώματα του που απορρέουν από την σχετική νομοθεσία από την έστω καθυστερημένη έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (Βλέπε Υπόθ. Αρ. 1458/2009 Postolachi Konstantin ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ.25/02/2011). Πέραν τούτου στο ίδιο το άρθρο αναφέρεται ότι και ο ίδιος ο αιτών κατόπιν αιτήματός του στον Προϊστάμενο μπορεί να του παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του. Χωρίς να μεταφέρεται βέβαια το βάρος ενημέρωσης σχετικά με την πορεία της αίτησης στον Αιτητή είναι προφανές ότι ούτε ο ίδιος ενδιαφέρθηκε για την πορεία της αίτησης του. Ούτε η παράλειψη ενημέρωσης του για την πορεία της αίτησης έχει επιφέρει και/ή έχει υποδείξει να επέφερε οποιαδήποτε συνέπεια στα δικαιώματα του, καθότι έχει δικαίωμα παραμονής και παροχής σε αυτόν υλικές συνθήκες και δικαιώματα υποδοχής και/ή όλων των δικαιωμάτων που ορίζονται στο Νόμο μέχρι την ημερομηνία που εξετάστηκε το αίτημα του και/ή μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Η όποια παράλειψη της διοίκησης επί αυτού του σημείου δεν αποτελεί παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ούτε μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης καθότι αυτή δεν επιδρά ουσιαστικά στο περιεχόμενο της πράξης (Βλέπε σχετικά Άρθρο 13 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 έως 2020 (Ν.158(I)/1999)επίσης Σ. Δεληκωστόπουλου: «Η παράβασις ουσιώδους Τύπου ως Λόγος Ακυρώσεως Διοικητικών Πράξεων» (1970), επίσης, Ιωάννης Πρέζας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 2533 και Ζησίμου Χατζηττοφή ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 1851περαιτέρω, το όλο θέμα πραγματεύεται στο σύγγραμμα του ο Μ. Δ. Στασινόπουλος: «Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών» 3η έκδ. σελ. 212-219.) Σύμφωνα δε και με την Ανδρέας Τρύφωνος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Εφόρου Επίσημου Παραλήπτη(2009) 4 Α.Α.Δ. 1137:

 

« [...]

Έχει όμως νομολογηθεί ότι η παράβαση τύπου διακρίνεται σε ουσιώδη και μη, η δε κρίση κατά πόσο είναι ουσιώδης ή μη ανήκει στο Δικαστήριο, τα δε λαμβανόμενα κριτήρια για το σχηματισμό αυτής της κρίσης σχετίζονται με τη σημασία που έχει η διαδικαστική ενέργεια ή η παράλειψη αναφορικά με την προστασία του διοικούμενου, την καλή λειτουργία της ίδιας της διοίκησης και το δικαστικό έλεγχο της πράξης (δέστε το σύγγραμμα του Ε. Σπηλιωτόπουλου: «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος ΙΙ, 12η έκδ. σελ. 125-127, παρ. 499-500).  Στην υπόθεση Παπαλούκας ν. Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου (1998) 3 Α.Α.Δ. 656, σελ. 663-665, αναφέρεται ότι η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου είναι ότι: 

 

«... η παράβαση διατεταγμένου τύπου (ή τυπικής διατάξεως) επάγεται την ακυρότητα της πράξεως μόνο εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι, στην υπό εξέταση συγκεκριμένη περίπτωση, ο τύπος ο οποίος δεν τηρήθηκε ήταν ουσιώδης.  Αν δεν ήταν ουσιώδης, η πράξη δεν υπόκειται σε ακύρωση, παρά την παράβαση.  Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το εξ αντικειμένου ουσιώδες του τύπου, αν διαπιστωθεί ότι η παράβαση του δεν είχε δυσμενείς επιπτώσεις για το διοικούμενο, τότε, για τους σκοπούς της συγκεκριμένης περίπτωσης αυτός θεωρείται επουσιώδης με αποτέλεσμα η παράβαση του να μην επάγεται την ακυρότητα της πράξεως.».

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή της θεραπείας που ζητείται από το Δικαστήριο για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, πρόκειται για υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»), χωρίς προβλήματα υγείας (ερυθρό 56 Δ.Φ.), Χριστιανό Καθολικό ως προς το θρήσκευμα, που ανήκει στη φυλή Bandundu (ερυθρό 54 Δ.Φ.) και ομιλεί τα Kikongo,  Lingala, γαλλικά και αγγλικά (ερυθρό 53 Δ.Φ.). Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα του (ερυθρό 51 Δ.Φ.) και εργαζόταν ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής (ερυθρό 50 Δ.Φ.). Ως τόπο καταγωγής και συνήθους/τελευταίας διαμονής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε τη επαρχία Kinshasa (ερυθρό 53 Δ.Φ.). Είναι άγαμος, εντούτοις συζεί στη Κύπρο με ομοεθνή του, αιτήτρια ασύλου και έχουν αποκτήσει μια θυγατέρα, γεννηθείσα 24/07/22 (ερυθρά 52,36-33 Δ.Φ.). Η μητέρα του απεβίωσε το 2003, ο πατέρας του διαμένει στη Γαλλία, μετά το θάνατο της μητέρας του διέμενε με τη θεία του και την αδελφή του. Η αδελφή του απεβίωσε τον 4ο/2021. (ερυθρά 52-51 Δ.Φ.). Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νόμιμα στις 30/03/21 (ερυθρό 50 Δ.Φ.), με τη χρήση επίσημου διαβατηρίου που εκδόθηκε από τις αρχές της χώρας του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο του από τη ΛΔΚ (ερυθρό 54 Δ.Φ.), ούτε και συνέβη οτιδήποτε αξιοσημείωτο κατά το ταξίδι του στην Κύπρο (ερυθρό 49 Δ.Φ.).

 

Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, δήλωσε πως εγκατέλειψε την χώρα του λόγω των απειλών που ελάμβανε από την οικογένεια της συντρόφου του. Κατέγραψε πως μετά την εξαφάνιση της έλαβε απειλές θανάτου και τον βασάνισαν. Πρόσθεσε ότι είναι ποδοσφαιριστής και τον μήνα Φεβρουάριο έχασε τη σύντροφο του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κατά την διάρκεια αγώνα πρωταθλήματος (ερυθρό 14 Δ.Φ.).

 

Ακολούθως κατά τη συνέντευξή του, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που έφυγε από τη χώρα του ήταν εξαιτίας του θανάτου της συντρόφου του. Δήλωσε πως στις 21/02/21, μετά την ολοκλήρωση αγώνα ποδοσφαίρου, μαζί με τη σύντροφο του επέστρεψαν στην οικία του Αιτητή και σε κάποια στιγμή άκουσε φωνές και διαπίστωσε ότι η σύντροφος του είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Την μετέφερε σε ένα ιατρικό κέντρο και μετά από λίγο ο ιατρός τον ενημέρωσε ότι η κοπέλα απεβίωσε. Ο Αιτητής επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πρόεδρο του, ο οποίος μετέβη στο ιατρικό κέντρο και αφού του έδωσε τα στοιχεία επικοινωνίας της οικογένειας της συντρόφου του - ο πρόεδρος - ενημέρωσε την οικογένεια για τον θάνατο της. Ισχυρίστηκε ότι τα προβλήματα άρχισαν όταν η οικογένεια ενημερώθηκε για τον θάνατο της κοπέλας και άρχισαν να απειλούν, ένας συγγενής της χτύπησε στο κεφάλι τον Αιτητή, αιμορραγούσε από τον τραυματισμό και κατάφερε να διαφύγει και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο λόγω της αιμορραγίας. Ο πρόεδρος προσπάθησε να μιλήσει με την οικογένεια της κοπέλας για να ηρεμήσει την κατάσταση, αλλά δεν ήθελαν να ακούσουν και ζητούσαν από τον Αιτητή να την φέρω πίσω ζωντανή διαφορετικά θα πέθαινε και αυτός. Καθώς η ένταση εξακολουθούσε να αυξάνεται και οι απειλές μεταξύ της οικογένειάς του Αιτητή και της οικογένειας της κοπέλας μου συνεχίζονταν, ο πρόεδρός πρότεινε στον Αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα και μετά από 9 ημέρες κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα. Κατά τη παραμονή του Αιτητή στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον πρόεδρο ότι η αδελφή του εντοπίστηκε νεκρή στο ποτάμι και η οικογένεια του πληροφορήθηκε τον θάνατο της από τα μέσα ενημέρωσης (ερυθρό 48 Δ.Φ.). Ερωτηθείς για το τι πιστεύει ότι θα μπορούσε να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε πως δεν θα είναι ασφαλής (ερυθρό 47 Δ.Φ.).

 

Ακολούθησαν διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με την καριέρα του ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, ότι υπέγραψε συμβόλαιο με τη ποδοσφαιρική ομάδα CDMP το έτος 2021, πρόεδρος της ομάδας είναι ο κ. Tshimanga, έπαιξε στην ομάδα μόνο μια εβδομάδα και δεν γνώριζε τα ονόματα των συμπαιχτών του και διευκρίνισε πως ο πρόεδρος που τον βοήθησε με τα προβλήματα του ήταν ο πρόεδρος της ομάδας Santos, ονόματι Olela Shungu, ο οποίος ήταν και συνταγματάρχης του στρατού και υπεύθυνος ασφαλείας της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών, τον γνώριζε από το έτος 2012 και τον θεωρούσε πατέρα του καθότι πλήρωνε τα δίδακτρα του σχολείο και βοηθούσε τον Αιτητή και την αδελφή του με φαγητό (ερυθρό 46 και 45 Δ.Φ.).  Στη συνέχει αναφέρθηκε στη σύντροφο του, ονόματι Djanny Kiketa, με την οποία διατηρούσε σχέση για δυο έτη, δήλωσε πως γνώρισε την οικογένεια της και είχαν καλές σχέσεις, προχώρησε σε περιγραφή του περιστατικού που διαδραματίστηκε στην οικία του, όπου την άκουσε να φωνάζει και την εντόπισε στο υπνοδωμάτιο, συνειδητοποιώντας ότι υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο (ερυθρό 45 Δ.Φ.).  Ως προς την αιτία θανάτου της δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα 9 ημέρες μετά τον θάνατο της και δεν γνωρίζει εάν έγινε νεκροψία. Όταν ενημερώθηκε από τους ιατρούς για τον θάνατο της, επικοινώνησε με τον κ. Olela, ο οποίος μετέβη στο ιατρικό κέντρο και ενημέρωσε την οικογένεια της συντρόφου του Αιτητή τηλεφωνικώς για τον θάνατο της και άρχισαν οι απειλές προς τον Αιτητή προκειμένου να την επαναφέρει στη ζωή (ερυθρό 44 Δ.Φ.). Ισχυρίστηκε ότι είναι ένα είδος απειλής, ήταν ένας τρόπος να τον απειλήσουν πως εάν δεν επιστρέψει στη ζωή θα τον κυνηγήσουν. Πρόσθεσε ότι του επιτέθηκαν σωματικά, ρίχνοντας του μια καρέκλα στο κεφάλι και πως κατάφερε να διαφύγει με τη βοήθεια του προέδρου και ιατρού (ερυθρό 43,42 Δ.Φ.). Ακολούθως, μετά το περιστατικό ο πρόεδρος τον μετέφερε στην οικία της μητέρας του και την επόμενη ημέρα ο πρόεδρος επισκέφθηκε την οικογένεια της αποβιώσασας συντρόφου του Αιτητή προκειμένου να συζητήσουν, αλλά συνέχισαν να απειλούν ότι θα σκοτώσουν τον Αιτητή. Ο Αιτητής ανέφερε πως η οικογένεια του δεν πήγε στην κηδεία της συντρόφου του και πως η οικογένεια της αποβιώσασας επισκεπτόταν την δική του οικογένεια και τους απειλούσαν ότι θα κάνουν κακό του Αιτητή (ερυθρό 42 Δ.Φ.). Αναφορικά με τον θάνατο της αδελφής του, δήλωσε πως ο πρόεδρος τον ενημέρωσε πως βρέθηκε νεκρή σε ένα ποτάμι, δεν γνώριζε περαιτέρω πληροφορίες και πως είχε ενημερωθεί από τα μέσα ενημέρωσης για τον θάνατο της. Ισχυρίστηκε ότι η θεία του επικοινώνησε με τον πρόεδρο για να τον ενημερώσει για τον θάνατο της και πως ο Αιτητής ευθύνεται. Ο Αιτητής πιστεύει πως ήταν εκδίκηση διότι δεν μπορούσε να εντοπιστεί από την οικογένεια της συντρόφου του, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει την αιτία θανάτου της αδελφής του (ερυθρό 40 Δ.Φ.).

 

Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε τρείς (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο μεν πρώτος σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός στο σύνολό του εξετάζοντας παράλληλα και πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής του (ερυθρά 87-85 Δ.Φ.). Ο δεύτερος σχετικά με τις απειλές θανάτου που δέχθηκε από την οικογένεια της συντρόφου του, οι οποίοι τον θεωρούσαν υπεύθυνο για τον θάνατο της, καθώς και ο τρίτος αναφορικά με τη δολοφονία της αδελφής του  Αιτητή, ως εκδίκηση από την οικογένεια της συντρόφου του, αμφότεροι οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ως εσωτερικά ή/και εξωτερικά αναξιόπιστοι.

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό (γενικότερα) παρατηρήθηκαν ασυνέπειες και έλλειψη επάρκειας εξειδίκευσης στις δηλώσεις του Αιτητή και ειδικότερα, παρατηρήθηκε έλλειψη πληροφοριών ως προς τη συμβόλαιο του με την ποδοσφαιρική ομάδα DCMP και δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει τους συμπαίκτες του, ισχυριζόμενος ότι ήταν μόνο μια εβδομάδα στην ομάδα και ήταν αδύνατο να γνωρίζει την ιστορία των συμπαικτών του (ερυθρό 46 Δ.Φ.). Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το θάνατο της συντρόφου του, ο ιατρός δεν του παρείχε οποιαδήποτε πληροφορία και αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του 9 μέρες αργότερα και δεν γνωρίζει για τη νεκροψία και υπέθεσε ότι απεβίωσε από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ανακρίβειες παρατηρήθηκαν ως προς τη αναφορά του Αιτητή  ότι μετά την ανακοίνωση του θανάτου της συντρόφου του, ο ίδιος δεν μπορούσε  να συγκρατηθεί και ανέφερε στους ιατρούς ότι ο κος Olela ήταν υπεύθυνος γι’ αυτόν και τον θεωρούσε πατέρα του. Επισημάνθηκε από τον λειτουργό ότι κατά τη στιγμή των γεγονότων ο Αιτητής ήταν ενήλικας και ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις του, τον μεγάλωσε η θεία του, η οποία ήταν υπεύθυνη γι' αυτόν, και κληθείς να εξηγήσει γιατί ο κος. Olela θεωρείτο υπεύθυνος γι' αυτόν, ισχυρίστηκε πως επένδυσε χρήματα σε αυτόν και ότι επικοινώνησε μαζί του επειδή τον φρόντιζε πάντα (ερυθρό 44 Δ.Φ.). Χωρίς συνοχή κρίθηκαν οι δηλώσεις του ως προς το γεγονός ότι ζήτησε από τον κ. Olela να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την οικογένεια της συντρόφου του, δηλώνοντας ότι στην Αφρική όταν είσαι διάσημος, εάν αποβιώσει ένα κοντινό σου πρόσωπο, θα κατηγορηθείς ότι θυσίασες το άτομο για να γίνεις διάσημος. Κληθείς να σχολιάσει τη δήλωση του ανέφερε ότι ήταν διάσημος στη χώρα του και φοβόταν ότι η οικογένεια της συντρόφου του θα τον κατηγορούσε ότι τη θυσίασε και θα ζητούσαν εκδίκηση (ερυθρό 43 Δ.Φ.). Ο αρμόδιος λειτουργός ζήτησε από τον Αιτητή να εξηγήσει πως ήταν διάσημος, με τον Αιτητή να δηλώνει ασυνάρτητα ότι ήταν γνωστός στους ανθρώπους της περιοχής του και ήταν διάσημος σε μικρότερη κλίμακα. Ως προς τη δήλωση του ότι δέχθηκε απειλές από την οικογένεια της συντρόφου του με αίτημα της οικογένειας να την επαναφέρει στη ζωή, κληθείς να εξηγήσει πως συνιστά απειλή, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν ένας είδος απειλής για τον ίδιο, ότι αποτελούσε μια αφρικανική αντίληψη και ήταν ένας τρόπος να τον απειλήσουν, προσθέτοντας στο τέλος ότι του επιτέθηκαν και σωματικά, απαντήσεις που θεωρήθηκαν χωρίς συνοχή. Επιπλέον, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με την επίθεση που υπέστη, δήλωσε πως υπήρχαν πολλοί άνθρωποι γύρω του, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει αριθμό ατόμων, αναφέροντας γενικά πως ήταν πολλά και η οικογένεια της συντρόφου του ήταν μόνο 9 άτομα. Κληθείς να περιγράψει πως κατάφερε να δραπετεύσει ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους, απάντησε πως ο ιατρός και ο κος. Olela κατάφεραν να τον πάρουν από την αγκαλιά της μητέρας της συντρόφου του και τον πήγαν σε άλλο δωμάτιο, προσθέτοντας πως δεν γνωρίζει πως τα δυο άτομα κατάφεραν να τον μεταφέρουν σε άλλο δωμάτιο και ότι αυτό είναι ένα μυστήριο θεού που πιθανώς τον ήθελε ζωντανό (ερυθρό 42 Δ.Φ.). Αντιφατικές κρίθηκαν οι αναφορές του ως προς το πότε αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του μετά το θάνατο της συντρόφου του. Ενώ σε αρκετά σημεία της συνέντευξης του δήλωσε πως 9 ημέρες μετά τον θάνατο της συντρόφου (21η/02) του αναχώρησε από τη ΛΔΚ, σύμφωνα με το διαβατήριο του, αυτός αναχώρησε στις 30/03, ήτοι πέραν του ενός μηνός και κληθείς να σχολιάσει την αντίφαση δεν παρείχε συγκεκριμένη απάντηση, δηλώνοντας ότι ήταν μπερδεμένος σχετικά με τον μήνα (ερυθρό 41 Δ.Φ.).  Τέλος, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο κος Olela ήταν συνταγματάρχης του στρατού και υπεύθυνος για την ασφάλεια της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κινσάσα, ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν του παρείχε προστασία στη χώρα του, ο Αιτητής απάντησε ασυνάρτητα ότι η Αφρική δεν είναι Ευρώπη, ότι μπορούσε να προστατεύσει μια πρεσβεία αλλά δεν μπορούσε να παρέχει ασφάλεια μόνο για ένα άτομο και (ερυθρό 39 Δ.Φ.).

 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, παρατηρήθηκε (γενικότερα) ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν αόριστες και αντιφατικές (ερυθρό 79-78 Δ.Φ.). Συγκεκριμένα, κατά την ελεύθερη αφήγηση του δήλωσε ότι ο κος. Olela τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι η αδερφή του βρέθηκε νεκρή δίπλα στο ποτάμι, πως η οικογένεια του ενημερώθηκε από τα μέσα ενημέρωσης και ο κος. Olela την αναγνώρισε (ερυθρό 47 Δ.Φ). Κατά την υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως η θεία του ενημέρωσε τον κ. Olela για τον θάνατό της. Επισημάνθηκε η σχετική αντίφαση, ωστόσο ο Αιτητής απάντησε ασυνάρτητα πως η οικογένεια ενημερώθηκε από τα μέσα ενημέρωσης και επικοινώνησαν με τον κ. Olela, ότι όλες οι πληροφορίες προέρχονται από αυτόν και δεν γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες.  Επιπλέον, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να συνδέσει την φερόμενη δολοφονία της αδερφής του με τα προβλήματα που αντιμετώπισε στη ΛΔΚ. Δεν γνωρίζει την αιτία θανάτου της και δεν επικοινωνεί με την οικογένειά του επειδή τον κατηγόρησαν ως υπεύθυνο, ενώ σύμφωνα με προσωπική του γνώμη, ήταν εκδίκηση από την οικογένεια της αποβιώσασας συντρόφου του. Ερωτηθείς εάν έχει πληροφορίες αναφορικά με την έρευνα του θανάτου της αδελφής του από τον κ. Olela, λόγω της θέσης του στον στρατό, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μόνο η οικογένεια του θα μπορούσε να παρέχει πληροφορίες, και δεν το έπραξε (ερυθρό 40 Δ.Φ.). Ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει πως δεδομένης της θέσης και της εξουσίας του κ. Olela, εύλογα θα ανέμενε ότι θα ήταν σε θέση να παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το συμβάν, και δεδομένης της προσωπικής τους σχέσης, να ενημερώσει τον Αιτητή σχετικά με την αιτία και τις συνθήκες θανάτου της αδερφής του.

 

Ως προς την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα, ως σημειώθηκαν από τον λειτουργό στην έκθεση-εισήγησή του (ερυθρά 81-80, 78 Δ.Φ.). Καμία εξωτερική πηγή δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός ατόμου με το όνομα Olela Shungu, είτε ως προέδρου της ομάδας FC Santos είτε ως συνταγματάρχη του στρατού του Κονγκό, οι μόνες διαθέσιμες πληροφορίες για ένα άτομο με το όνομα Olela Shungu προέρχονται από ένα άρθρο του 2014, που περιστρέφεται γύρω από τον αγώνα πυγμαχίας. Περαιτέρω, ενώ επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές η ύπαρξη εγκλημάτων που προκαλούνται από δεισιδαιμονίες στην Αφρική, καμία εξωτερική πηγή δεν επιβεβαιώνει τις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την αντίληψη της ανάστασης στον αφρικανικό πολιτισμό.  Περαιτέρω, αναφορικά με τον θάνατο της αδελφής του Αιτητή, δεν επιβεβαιώνεται η ανακάλυψη πτώματος στον ποταμό Κόνγκο κατά την περίοδο που αναφέρει ο Αιτητής, ήτοι 4ο/21, ενώ ανευρέθηκε πηγές σχετικά με τον εντοπισμό νεκρών στο ποταμό, ως αποτέλεσμα ναυαγίου. Επιπλέον, σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, το εκτιμώμενο ποσοστό ανθρωποκτονιών για τις γυναίκες είναι σχετικά χαμηλό.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του (μελλοντικού) κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης της περίπτωσης του και λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή που έγιναν αποδεκτά, καθώς και ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί περί του δεν έγιναν αποδεκτοί λόγω αναξιοπιστίας, αλλά και εφόσον δεν διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής είχε υποστεί οιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, ενώ σύμφωνα με πηγές πληροφόρησης για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, παρατηρούνται ορισμένα περιστατικά βίας και αναταραχών στη χώρα, ωστόσο, οι ένοπλες δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα περιορίζονται στις ανατολικές επαρχίες της χώρας (ερυθρά 69-70 Δ.Φ.), αλλά στη Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να επηρεάζεται από ένοπλες ομάδες ή συγκρούσεις, κρίθηκε από τον λειτουργό ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό πως σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (ερυθρό 77 Δ.Φ.)

 

Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς των συνηγόρων του, και επίσης, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος του Αιτητή σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπου αυτό κρίθηκε αναγκαίο και ήταν εφικτό. Από συνολική δε, αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και αποδεικτικών στοιχείων[1], διαπιστώνω ότι η συνολική αξιοπιστία του Αιτητή επί των εν λόγω σημείων του αιτήματός του (ήτοι, δεύτερος και τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός), δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημα του Αιτητή εμπεριέχει δηλώσεις που στερούνται ιδιαίτερων βιωματικών στοιχείων καθώς και ευλογοφάνειας, ώστε να τεκμηριώνεται (ενδεχομένη) προσωπική εμπλοκή του ιδίου στα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα και δίωξή του στη χώρα καταγωγής. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια, ενώ υπήρξε αντιφατικός και ασυνεπής στις δηλώσεις του σε αρκετά σημεία ουσίας και που σχετίζονται με το αίτημά του (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023, βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της EASO: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112 και 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε δε, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις και λεπτομερείς εξηγήσεις[3], αλλά ούτε και θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Θα αναμενόταν δε, από τον Αιτητή, για τέτοια ουσιώδη ζητήματα που αφορούν σημαντικά γεγονότα και περιστατικά, στα οποία και στηρίζεται ο πυρήνας του αιτήματος του, να είναι σταθερός στις απαντήσεις του, να είναι σε θέση να παρουσιάσει το αίτημά του με συνέπεια, συνάφεια και επαρκή περιγραφή του αφηγήματος του, καθώς και να είναι σε θέση να δώσει ευλογοφανείς εξηγήσεις στις περιπτώσεις όπου τα λεγόμενά του παρουσιάζουν ασυνέπεια και αντιφάσεις. Η μη ύπαρξη βιωματικών στοιχείων, καθώς και οι αντιφατικές πληροφορίες, αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας του στο σύνολό τους. Υπάρχουν δε, επί της έκθεσης-εισήγησης εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή με παραπομπές και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου κρίθηκε σκόπιμο/εφικτό. Ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και/ή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υποδείχθηκαν σημεία επί της συνέντευξης ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν. 6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίστατο (ερυθρά 142-141 Δ.Φ.). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηρίωνε την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να θεωρείτο ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβαλλόταν σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[4] που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε, ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης (βάσει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν. 6(Ι)/2000)), ο λειτουργός σημείωσε ότι, στην περιοχή επιστροφής του Αιτητή (ήτοι στην Kinshasa της ΛΔΚ) δεν παρατηρούνταν συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (ερυθρό 77 Δ.Φ.). Σημειώνεται δε, ότι ο Αιτητής σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής του, δεν ανέφερε (ενδεχομένως) ότι κινδύνευε λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα καταγωγής του. Από σχετική έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa της ΛΔΚ, παρατηρείται ότι σύμφωνα με σχετική έκθεση του Φεβρουαρίου 2025 από την Cedoca του Βελγίου, [μετάφραση] «όσον αφορά την Kinshasa, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, ένα [περιστατικό] απόδρασης από τη φυλακή Makala και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe».[5] Στην ίδια πηγή, αναφέρεται ότι το United Nations Joint Human Rights Office ‘θεωρεί’ ότι η επαρχία της Kinshasa ‘δεν επηρεάστηκε από ένοπλη σύγκρουση’, καθώς επίσης καταγράφεται ότι [μετάφραση] «από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από διαδηλώσεις εναντίον Δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa».[6] Γενικότερα δε, από τις μηνιαίες εκθέσεις του ACLED σχετικά με την περιφερειακή ανασκόπηση για την Αφρική, που αφορούν στους μήνες μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου 2025, καταγράφονται όσον αφορά τη ΛΔΚ, οι (συνεχιζόμενες) ένοπλες συγκρούσεις που υφίστανται στις ανατολικές (κυρίως) επαρχίες της χώρας, μεταξύ της οργάνωσης M23 και της Rwandan Defense Force (RDF) από τη μία πλευρά και των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και των Allied Democratic Forces (ADF) από την άλλη πλευρά, καθώς επίσης, αναφέρονται και περιστατικά βίας εναντίον πολιτών από την M23 και την ADF στις εν λόγω ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ (που βρίσκονται σε κατάσταση ένοπλης σύρραξης), χωρίς (ωστόσο) να υπάρχουν οποιεσδήποτε αναφορές σε επέκταση (ενδεχομένως) των εν λόγω συγκρούσεων και βιαιοπραγιών, ειδικότερα και συγκεκριμένα, στην επαρχία της Kinshasa.[7] Από επικαιροποιημένη έρευνα του Δικαστηρίου στη βάση δεδομένων ACLED, όπου κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν 43 περιστατικά ασφαλείας και 55 θάνατοι στην επαρχία Kinshasa[8], επιβεβαιώνονται τα παραπάνω ευρήματα του λειτουργού καθότι, με βάση τις πιο πάνω παρατεθείσες πληροφορίες σε συνδυασμό με τον συνολικό πληθυσμό της επαρχίας Kinshasa (που σύμφωνα με εκτίμηση για το 2025, ήταν 17.778.000 κάτοικοι[9]), τα περιστατικά βίας στην εν λόγω επαρχία δεν φτάνουν σε τέτοιο βαθμό/επίπεδο ώστε να προκύπτει ότι από την παρουσία του και μόνο στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει στη ΛΔΚ, ο Αιτητής θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής, σύμφωνα με το Άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Ούτε προκύπτει ότι στην περιοχή τελευταίας διαμονής του Αιτητή στη ΛΔΚ (ήτοι, επαρχία Kinshasa) λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας εντός του πλαισίου του Άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν. 6(Ι)/2000), και ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)[10]. Εξάλλου, ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη ΛΔΚ, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.

 

Όλα τα στοιχεία ανωτέρω, όπως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης του Αιτητή καταδεικνύουν ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου του διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις των Άρθρων 13, 13Α  και 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή τις προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου, όπως επίσης και διευκρινιστικές ερωτήσεις για να μπορεί ο Αιτητής να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, ο ίδιος δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με τις απαντήσεις του επαρκώς το αίτημά του.

 

Με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλέπε Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023.

[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009, σκέψη 11.

[3] Βλέπε EUAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System - Judicial Analysis, 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123.

[4] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας.

[5] COMMISSARIAT G?N?RAL AUX R?FUGI?S ET AUX APATRIDES (Belgium), Cedoca, COI Focus: REPUBLIQUE DEMOCRATIQUE DU CONGO - Situation s?curitaire, 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ. 2

[6] COMMISSARIAT G?N?RAL AUX R?FUGI?S ET AUX APATRIDES (Belgium), Cedoca, COI Focus: REPUBLIQUE DEMOCRATIQUE DU CONGO - Situation s?curitaire, 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ. 2

[7] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: February 2025, 10 February 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-february-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: March 2025, 7 March 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-march-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: April 2025, 4 April 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-april-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: May 2025, 9 May 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-may-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: June 2025, 6 June 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-june-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: July 2025, 4 July 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-july-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025] / ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), Africa Overview: August 2025, 8 August 2025, https://acleddata.com/update/africa-overview-august-2025 [ημερ. πρόσβασης 18/08/2025]

[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 14/11/2025), https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 21/11/2025)

[10] Βλέπε EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 (1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο