Κ.Η.Η. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ.Αρ.: 1164/2025, 4/12/2025
print
Τίτλος:
Κ.Η.Η. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ.Αρ.: 1164/2025, 4/12/2025
Κ.Η.Η. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ.Αρ.: 1164/2025, 4/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ.Αρ.: 1164/2025

 

04 Δεκεμβρίου, 2025

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

                                                Κ.Η.Η. ARCXXX

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Εμφανίσεις:

Α. Αδάμου (κα) για ΝΙΚΟΛΑΣ ΘΩΜΑ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ε. Ιωάννου (κα) για Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση

Ο Αιτητής Παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 14/04/25 η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 06/12/24 και στις 20/02/25 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του. Ακολούθησε έκθεση/εισήγηση του λειτουργού στις 08/03/25 και 10/03/25 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός ενέκρινε την έκθεση/εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Μέσω της Γραπτής Αγόρευσης των δικηγόρων του Αιτητή υιοθετείται το αίτημα διεθνούς προστασίας του και προβάλλεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση κατά την έκδοση της απόφασης τους ενήργησαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή κατά παράβαση της διαδικασίας συνέντευξης δεν έγινε ορθή διερμηνεία και/ή δεν έχει συμπληρωθεί η γλώσσα στην οποία γινόταν μετάφραση και/ή ο τύπος της διαδικασίας πάσχει. Είναι επίσης θέση τους ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και/ή δεν δίδονται επαρκείς λόγοι για απόρριψη του αιτήματος ασύλου του Αιτητή και/ή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε με πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του Αιτητή και την ανασφάλεια που επικρατεί στην χώρα του. Αναφέρουν, επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν αλλότριου σκοπού, παραβιάζεται η αρχή της χρηστής διοίκησης, αρχή της ισότητας, παράβασης του δικαιώματος του Αιτητή σε δίκαιη δίκη, κατάχρηση της διαδικασίας και παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποδεικνύουν ότι ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος, ότι δεν έχει αποσείσει το απαιτούμενο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, ότι διενεργήθηκαν όλες οι νενομισμένες διαδικασίες συνέντευξης του και ότι οι ισχυρισμοί του δεν εμπίπτουν στην έννοια του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας. Προσθέτουν ότι μεγάλο μέρος των νομικών ισχυρισμών μέσω της Γραπτής Αγόρευσης δεν τεκμηριώνεται/συμμορφώνεται/αιτιολογείται σύμφωνα με τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά παρατηρείται πως μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή μέσω του δικηγόρου του σε αρκετά σημεία αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων Νόμου και/ή γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται επακριβής υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς και πάγια νομολογία επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτούντα όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. Ούτε επιτρέπεται η εισαγωγή εντελώς νέων λόγων ακύρωσης μέσω Αγορεύσεων πέραν εκείνων που έχουν καταγραφεί στην αίτηση. Αντικείμενο της διαδικασίας καθορίζεται στη δικογραφία η οποία αποτελεί το δικονομικό μέσο για την έκθεση και προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται ότι έχουν εγκαταλειφθεί (Βλέπε Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζεται κατ΄ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο - Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), και των λεχθέντων στις Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης).

 

Αναφορικά με την διαδικασία συνέντευξης και/ή καταγραφή κατά πόσο έγινε μετάφραση κατά την συνέντευξη και/ή ισχυρισμός για μη καταγραφή/συμπλήρωση της γλώσσας μετάφρασης διαπιστώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου του Αιτητή ότι ενημερώθηκε πλήρως από τον αρμόδιο λειτουργό για τη διαδικασία της συνέντευξης και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Κατά την συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος του, όσο και τα επιμέρους ζητήματα που τον αφορούν και ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση και του  παραχωρήθηκε το δικαίωμα της δωρεάν βοήθειας διερμηνέα στην γλώσσα (Sorani). Μετά το πέρας της συνέντευξης η αρμόδια λειτουργός, ο διερμηνέας και ο Αιτητής υπέγραψαν κάθε σελίδα της συνέντευξης. Στο τέλος του εντύπου της συνέντευξης, ο Αιτητής υπέγραψε το εξής περιεχόμενο: : «I the undersigned, confirm that all information in the transcript is true and accurate. I have fully understood in SORANI, which is a language that I fully understand, all the information provided by the competent officer regarding the asylum procedures, concerning my rights and obligations and the questions addressed to me. I confirm that the recorded responses accurately reflect my statements. Therefore, I declare that I do not wish to change any of my statements nor to question any of the information submitted in the interview» βεβαιώνοντας πως όσα καταγράφηκαν αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις του. Ο διερμηνέας επίσης υπέγραψε το ακόλουθο περιεχόμενο: «I the undersigned, certify that I have accurately and truthfully interpreted from SORANI to English language, all information and statements mentioned during the personal interview» βεβαιώνοντας πως διενήργησε πιστή και αληθή μετάφραση από Sorani στην Αγγλική γλώσσα όλων των πληροφοριών που αναφέρθησαν κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης (ερυθρό 21 & 31 διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»). Εάν ο Αιτητής δεν αντιλαμβανόταν την διαδικασία ή την οποιαδήποτε ερώτηση θα μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις από τον διερμηνέα (Βλέπε Abul Kalam Kalam ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 585) Επομένως, δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η διαδικασία της συνέντευξης ήτο σε πλήρη σύμπνοια με το Άρθρο 13 & 13Α του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2020 (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Ως προκύπτει από την αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή εγκατέλειψε την χώρα του λόγω συγκρούσεων του ΡΚΚ με τον Τουρκικό στρατό στην πόλη του και λόγω ανασφάλειας αποφάσισε να φύγει (ερυθρό 1 ΔΦ). Ο λειτουργός μετά την διενέργεια συνέντευξης με βάση την έκθεση/εισήγησή αποδέχθηκε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή (ερυθρό 60-61 ΔΦ) απέρριψε, όμως, τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του ως εσωτερικά αναξιόπιστο ήτοι που αφορά έλλειψη ασφάλειας στον τόπο καταγωγής του (ερυθρό 59-58 ΔΦ). Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ισχυρίστηκε έφυγε από το Ιράκ λόγω ανασφάλειας που αντιμετώπιζε στην περιοχή όπου διέμενε και/ή λόγω συγκρούσεων μεταξύ του τουρκικού στρατού και της οργάνωσης ΡΚΚ. Παρά τις εκκλήσεις, υποστήριξε, των κατοίκων προς την κουρδική και την ιρακινή κυβέρνηση για προστασία, δεν έλαβαν καμία βοήθεια. Ανέφερε ότι συνελήφθη τρεις φορές (2018, 2022 και 2024) από τις κουρδικές αρχές, κατηγορούμενος ότι βοηθούσε το ΡΚΚ, παρόλο που αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη. Οι συλλήψεις έγιναν επειδή βρισκόταν στα βουνά ή διότι δούλευε στο κατάστημα του πατέρα του, ενώ κακομεταχειρίστηκε κατά την κράτηση του και ότι εάν επιστρέψει, θα αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα (ερυθρό 26 ΔΦ). Αναφορικά με αυτό το μέρος του αιτήματος του κρίθηκε ότι ο Αιτητής:

-       δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται τον πυρήνα του του αιτήματός του, ενώ σε αρκετά σημεία υπήρξαν ασυνέπειες και αντιφάσεις,

-       ζητηθείς να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα του υπέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις. Ερωτηθείς αρχικά αν συνελήφθη ή κρατήθηκε ποτέ στη χώρα του για κάποιο λόγο απάντησε όχι, ενώ στη συνέχεια ανέφερε πρώτα ότι συνελήφθη μία φορά στα βουνά και στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη ακόμα δύο φορές στο μαγαζί του πατέρα του,

-       ενώ αρχικά δήλωσε ότι συνελήφθησαν φίλοι του, οι οποίοι κατηγορήθηκαν και βρίσκονται ακόμα στη φυλακή, στη συνέχεια σε ερώτηση αν συνελήφθη κανένας άλλος απάντησε αρνητικά ότι μόνο αυτόν συνέλαβαν οι αρχές (ερυθρό 26-24 ΔΦ),

-       κληθείς να περιγράψει τις δύο τελευταίες συλλήψεις του στο μαγαζί του πατέρα του επανέλαβε τις ίδιες ακριβώς πληροφορίες χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες, γεγονός που σε συνδυασμό με τις προηγούμενες ασυνέπειες στις δηλώσεις του, προβλημάτισε ως προς την εγκυρότητά τους (ερυθρό 24-23 ΔΦ),

-       ερωτώμενος αν αντιμετώπισε οποιοδήποτε θέμα φεύγοντας από τη χώρα απάντησε αρνητικά ενώ αντιφατικά  ερωτηθείς τι θα μπορούσε να του συμβεί αν επιστρέψει στο Ιράκ απάντησε ότι νομίζει πως θα έχει πρόβλημα επειδή του είπαν ότι αν φύγει θα τον συλλάβουν (απάντηση επίσης αντιφατική). Θα αναμενόταν, όπως καταγράφεται από τον λειτουργό-εξεταστή  να είχε συλληφθεί στο αεροδρόμιο στην προσπάθειά του να εξέλθει της χώρας (ερυθρό 27, 26, 22 ΔΦ),

-       οι περιγραφές του για τις συλλήψεις/κρατήσεις του προβλήθηκαν με γενικολογίες χωρίς συγκεκριμένα γεγονότα ή ημερομηνίες, ενώ ούτε προσκόμισε έγγραφα που να τεκμηριώνει τη σύλληψή του - ενώ δήλωσε ότι σε καμία από τις τρεις συλλήψεις του υπήρξαν μάρτυρες και/ή βρισκόταν μόνος του (ερυθρό 25-23 ΔΦ),

Το Δικαστήριο αφού διεξήλθε των λεπτομερειών της συνέντευξης διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό αυτό το μέρος της ιστορίας του. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν παρουσιάζουν συνέπεια και λεπτομέρεια και απέτυχε να παρέχει αναγκαίες και/ή ικανοποιητικές πληροφορίες. Οι απαντήσεις που έδωσε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν δεν υποστηρίζουν τις δηλώσεις του περί δίωξης του ίδιου. Υποχρεούτο δε να παρέχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, βλέπε επίσης Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του[1]. Αυτά τα δεδομένα δεν ικανοποιούνται από την συμπεριφορά που υπέδειξε ο Αιτητής. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του Αιτητή (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Στο αφήγημα του Αιτητή παρουσιάζεται σωρεία πληροφοριών που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των δηλώσεων του και ο ίδιος δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών του. Επί τούτου αποτελεί σημαντικό στοιχείο εσωτερικής αναξιοπιστίας το γεγονός ότι ουδεμία αναφορά γίνεται μέσω της αίτησης διεθνούς προστασίας του ή του εντύπου ευαλωτότητας του για σύλληψη και/ή κράτηση του, ισχυρισμός που προβλήθηκε κατά την συνέντευξη. Δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις του ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα και του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), ενώ εξήλθε από την χώρα του με χρήση του διαβατηρίου του νόμιμα με ημερομηνία έκδοσης 2024 και λήξης 2032[2] (ερυθρό 8 ΔΦ). Ούτε προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία λανθασμένος τρόπος αξιολόγησης των ισχυρισμών του Αιτητή, επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ούτε η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά, δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Εξάλλου, η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[3], σκέψεις 39 και 43, καθώς και στην υπόθεση Diakité C-285/12[4], σκέψεις 30 και 31), λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, το αίτημα του Αιτητή που δεν τεκμηριώθηκε (και/ή κρίθηκε αναξιόπιστος σε σχέση με τον 2ο ισχυρισμό του), δεν εγείρονται στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι μπορεί να τύχει συμπληρωματικής προστασίας (υπόθεση Elgafaji C-465/07, σκέψη 39, και υπόθεση Diakité C-285/12, σκέψη 31). Σημειώνεται ότι, υπάρχει αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την περιοχή του (ερυθρά 57–56, 51-35 ΔΦ). Ειδικότερα όπως καταγράφεται στην έκθεση και υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας (αφού αποτελούν εξωτερικές πηγές που δεν έχουν αμφισβητηθεί):

 

«Σύμφωνα με το RULAC, “ Το Ιράκ εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση εναντίον της Ομάδας Ισλαμικό Κράτος στο έδαφός του από τον Ιανουάριο του 2014. Το Ιράκ εμπλέκεται επίσης σε μια διεθνή ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία λόγω της χρήσης βίας από την τελευταία κατά των Κούρδων μαχητών στο βόρειο Ιράκ χωρίς τη συγκατάθεση του Ιράκ. Από τον Ιανουάριο του 2014, το Ιράκ εμπλέκεται σε μια μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση κατά της Οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος στο έδαφός του. Στο πλαίσιο της μη διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης στη Συρία, η σύγκρουση κατά της ομάδας Ισλαμικό Κράτος μεταφέρθηκε από και προς τη Συρία. Κατόπιν πρόσκλησης του Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγούνται διεθνούς στρατιωτικού συνασπισμού για να πλήξουν στόχους της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ τον Αύγουστο του 2014. Το Ιράκ εμπλέκεται επίσης σε μια διεθνή ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία: στο πλαίσιο της μη διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης κατά του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος ΡΚΚ, η Τουρκία χρησιμοποιεί βία κατά του ΡΚΚ που εδρεύει στο βόρειο Ιράκ χωρίς τη συγκατάθεση του Ιράκ. Το Ιράκ έχει επανειλημμένα καταγγείλει τις τουρκικές επιχειρήσεις κατά του ΡΚΚ ως παραβίαση της κυριαρχίας του (Π.Β. ερ.44-35). Η γενική κατάσταση σταθερότητας στην περιοχή του Κουρδιστάν στη Δημοκρατία του Ιράκ, εξαρτάται από τη φύση της σχέσης μεταξύ των πολιτικών κομμάτων Kurdistan Democratic Party (KDP), το οποίο ελέγχει τις περιοχές Erbil και Dohuk και Patriotic Union of Kurdistan

(PUK), το οποίο ελέγχει την περιοχή Sulaymaneyah. Οι μονάδες Peshmerga, οι ταξιαρχίες Peshmerga του Υπουργείου Peshmerga Affairs (ΜοPA), καθώς και οι εσωτερικές υπηρεσίες Ασφαλείας Asayish και διάφορες μυστικές υπηρεσίες, ενεργούν στη περιοχή. Σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης έχουν σημειωθεί παράνομες ενέργειες και αυθαίρετες συλλήψεις από τις εσωτερικές υπηρεσίες ασφαλείας Asayish και τις μονάδες Peshmerga, […] Πολίτες έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί από διάφορα είδη βίας στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων εκρήξεων, πυραύλων, που είχε πλήξει στο αεροδρόμιο στο Erbil και επιθέσεις από drones (Π.β. ερ.50-45).»

 

 Άλλωστε, σύμφωνα με νεότερες πηγές, υπήρξε κατάπαυση του πυρός τον Μάρτιο μεταξύ κουρδικών δυνάμεων και τουρκικού στρατού όσο και ανακοίνωση της διάλυσης του PKK τον 5ο/2025.  Σύμφωνα δε με την βάση δεδομένων ACLED και για σκοπούς πληρότητας της έρευνας όσον αφορά τη πόλη Sheladiz, Iraq τόπος τελευταίας διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος έχουν καταγραφεί μόνο 3 περιστατικά πολιτικής βίας ενώ οι ανθρώπινες απώλειες σε όλη τη περιοχή Duhoks[5] είναι 73. Συνεπώς, τα ευρήματα του λειτουργού επιβεβαιώνονται από πληροφορίες που αξιολόγησε και το Δικαστήριο και/ή κρίνεται ότι ο Αιτητής δεν θα υποβληθεί προσωπικά σε μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη δεδομένου και του πολύ χαμηλού περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή του.

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Άρθρο 16 & 18 του περί περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

[2] §49 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Υπάτου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες «Εάν εξάλλου ο αιτών επιμένει χωρίς βάσιμο λόγο να διατηρεί στην κατοχή του το έγκυρο διαβατήριο που του εξέδωσε μια χώρα, στην προστασία της οποίας κατά τα λεγόμενά του αρνείται να υπαχθεί, αυτό μπορεί να γεννήσει αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του ισχυρισμού του για την ύπαρξη «δικαιολογημένου φόβου». Μετά την αναγνώρισή του ένας πρόσφυγας δεν θα έπρεπε κανονικά να διατηρεί στην κατοχή του το εθνικό του διαβατήριο.»

 

[3]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie

[4]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides

[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/12/25)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο