ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1609/24
19 Δεκεμβρίου, 2025
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ
J. M. B.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Μ. Μπαγιαζίδου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Αιτήτρια παρούσα
[Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 10/02/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 21/10/2019 συμπλήρωσε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 08/11/2019 παρέλαβε βεβαίωση υποβολής της αίτησής της. Στις 17/06/2020 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας για το ανήλικο τέκνο της, το οποίο γεννήθηκε στη Δημοκρατία.
Στις 13/10/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της EUAA («αρμόδιος λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία. Στις 13/10/2023 η Αιτήτρια έδωσε τη συγκατάθεσή της για να αποσταλεί έντυπο αναφοράς προσώπου που ενδέχεται να είναι θύμα εμπορίας και εκμετάλλευσης, καθώς και για να παραπεμφθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες για ψυχολογική υποστήριξη. Στο φάκελο εντοπίζεται επιστολή ημερομηνίας 12/03/2020, βάσει της οποίας, κατόπιν αξιολόγησης από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, η Αιτήτρια δεν έχει αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας προσώπων (βλ. ερυθρά 25-23 του δ.φ.).
Μετά τη συνέντευξη, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 07/02/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών διοικητικός λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση στις 10/02/2024 και απέρριψε την αίτηση για διεθνή προστασία. Στις 12/04/2024 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια δια χειρός αυθημερόν.
Στις 08/05/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
Η Αιτήτρια δια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της, προώθησε τους ακόλουθους λόγους ακύρωσης: (α) η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη και/ή υπογράφεται από αναρμόδιο πρόσωπο και/ή από πρόσωπο το οποίο δεν έλαβε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση (β) η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί χωρίς να διεξαχθεί η δέουσα έρευνα και/ή χωρίς να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, (γ) παραβιάστηκε η υποχρέωση για παραπομπή σε ιατρική εξέτασης και (δ) η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση στερείται επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας και/ή είναι ελλιπής και/ή στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς, υπέβαλε δια της γραπτής της αγόρευσής ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που της αναλογεί. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της παρούσας υπόθεσης στις 20/06/2025, η συνήγορος της Αιτήτριας δήλωσε ότι αποσύρει τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας οργάνου.
Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, η Αιτήτρια δια της συνηγόρου της επιχειρηματολογεί ότι η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της προσπάθησε να περιγράψει τα γεγονότα με την καλύτερη δυνατή λεπτομέρεια και ότι τα περιστατικά που περιέγραψε δεν είναι από τις περιπτώσεις που θα μπορούσαν εύκολα να αποδειχθούν. Είναι η θέση της ότι παρόλο που η Αιτήτρια κατέβαλε ειλικρινή προσπάθεια για να θεμελιώσει πειστικά την αφήγησή της, ήταν αδύνατον να αποδείξει με πλήρη λεπτομέρεια και εξειδίκευση τους ισχυρισμούς της και ως εκ τούτου έχρηζε παραχώρησης του ευεργετήματος της αμφιβολίας.
Σχετικά με τον τρίτο της ισχυρισμό, ήτοι τον φόβο δίωξής της από το άτομο που υποσχόμενος σε αυτή τη διευθέτηση του ταξιδιού της στην Κύπρο με σκοπό την επαγγελματική της αποκατάσταση, την ενέπλεξε σε κύκλωμα σωματεμπορίας, με απώτερο σκοπό τη διακίνηση και εξώθησή της στην πορνεία. Είναι η θέση της συνηγόρου της Αιτήτριας ότι λόγω της φύσης του εν λόγω ισχυρισμού, η μοναδική βάση για τη στοιχειοθέτησή του αποτελεί το υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας και η Αιτήτρια παρείχε σαφείς και ικανοποιητικές απαντήσεις σε αρκετές από τις ερωτήσεις που της τέθηκαν από τον λειτουργό σχετικά με τα περιστατικά που τη στιγμάτισαν, ήτοι τις συνθήκες διαβίωσης, της σεξουαλικής κακοποίησης και των βιασμών που υπέστη κατά την διάρκεια παραμονής της στην οικία όπου διέμενε, παρά την συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία τελούσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
Ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός, αλλά ακόμη κι αν ίσχυε η κατάληξη του λειτουργού, δεδομένης της φύσης του ισχυρισμού, η Αιτήτρια υπάγεται στην κατηγορία των ευάλωτων αιτητών και οι όποιες ασάφειες δικαιολογούνται από την ψυχολογική φόρτισή στην οποία βρέθηκε εξαιτίας της αναβίωσης του ψυχολογικού της τραύματος στην προσπάθεια της να ανακαλέσει τα περιστατικά που βίωσε. Περαιτέρω, η συνήγορος της Αιτήτριας παραθέτει πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, βάσει των οποίων διαπιστώνεται αύξηση των περιστατικών εμπορίας προσώπων στο Καμερούν λόγω του υψηλού αριθμού εσωτερικά εκτοπισμένων, ενώ το κράτος δεν έχει ακόμη καταφέρει να ικανοποιήσει τα ελάχιστα πρότυπα της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των δικτύων. Τέλος, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακύρωσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν προέβησαν σε ανεξάρτητη και εξατομικευμένη έρευνα όσον αφορά την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και την αξιολόγηση της δυνατότητας μετεγκατάστασής της.
Η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς τον ανωτέρω λόγο ακύρωσης, αντιτείνει ότι από τα πρακτικά της συνέντευξης διαπιστώνεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις στην Αιτήτρια για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα και ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση και αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας με αναλυτική αναφορά στους λόγους για τους οποίους ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός σε συνάρτηση με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι ακόμη κι αν στοιχειοθετείτο από την Αιτήτρια ότι υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων στις κατεχόμενες περιοχές αυτό δεν συνεπάγεται ότι υπάρχει μελλοντοστραφής κίνδυνος να υποστεί εκ νέου κάτι τέτοιο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Επισημαίνουν ότι από το 2019 η Αιτήτρια δεν είχε επαφή με το άτομο που σχετίζεται με τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά, προσθέτοντας ότι από όταν εγκατέλειψε τις κατεχόμενες περιοχές δεν της έχει συμβεί οτιδήποτε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης αξιολόγησης κινδύνου στο Καμερούν και δυνατότητα μετεγκατάστασης, προβάλλουν ότι ο αρμόδιος λειτουργός κατόπιν ενδελεχούς και εξατομικευμένης έρευνας γύρω από τις προσωπικές συνθήκες της Αιτήτριας, καθώς και μετά από μελέτη των ισχυρισμών της, παραπέμποντας σε σχετικές εξωτερικές πηγές πληροφόρησης κατά την αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, ορθά κατέληξε ότι με βάση την τρέχουσα κατάσταση στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας και τις ιδιαίτερες προσωπικές της περιστάσεις, δεν συντρέχουν λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Ως προς τον τρίτο λόγο ακύρωσης, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι δεδομένου ότι υπήρχε ισχυρισμός για βιασμό και σεξουαλική κακοποίηση κατά την παραμονή της στις κατεχόμενες περιοχές, θα έπρεπε να τύχει ιατρικής και ψυχολογικής εξέτασης ως προνοεί το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου και να συνεκτιμηθεί η ευαλωτότητά της στο πλαίσιο εξέτασης του προσωπικού της προφίλ.
Σχετικά με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση προβάλλει ότι η Αιτήτρια ρωτήθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό αν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας με την ίδια να προβαίνει σε αναφορά μόνο σχετικά με το θέμα του ποδιού της. Επιπλέον η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση επεσήμανε ότι η Αιτήτρια στην αρχική της αίτηση δεν προέβη σε αναφορά περί βιασμού ή κακοποίησής της, ενώ ουδέποτε τέθηκε ισχυρισμός σε εκείνο το στάδιο ότι υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων στις κατεχόμενες περιοχές. Επιπλέον, είναι η θέση της, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού κατά πόσον θα παραπέμψει αιτητή σε ιατρική ή ψυχολογική εξέταση. Στην περίπτωση της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι ορθώς διαπιστώθηκε ότι δεν προέβαλε εμπεριστατωμένους ισχυρισμούς που να συνιστούν ένδειξη που ενδεχομένως υποδηλώνει δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή πιθανολογούμενη περίπτωση θύματος βασανιστηρίων κατά τρόπο που να πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του Άρθρου 15(1), για να παραπεμφθεί σε ιατρική ή ψυχολογική εξέταση.
Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι η Υπηρεσία Ασύλου έπρεπε να παρέχει επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση ως προς τους λόγους που έλαβε υπόψη προκειμένου να απορρίψει το αίτημα της Αιτήτριας.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η Αίτηση αντιτείνουν πως η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι επαρκής, σαφής και συμπληρώνεται από τα επιμέρους στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους ισχυρισμούς που προέβαλε υπό το πρίσμα των πραγματικών γεγονότων και ισχυρισμών που προώθησε η Αιτήτρια καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι η κρίση που ξέσπασε στη χώρα της επηρεάζει την περιοχή της. Πρόσθεσε ότι αγόρια από τις δασώδεις περιοχές (“boys in the bushes”) έκλεψαν από το κατάστημά της και αναζητείται από την αστυνομία, με την κατηγορία ότι τους τροφοδοτεί. Ως εκ τούτου διέφυγε στην Douala και μέσω ενός πράκτορα διευθετήθηκε η αναχώρησή της με σκοπό να συνεχίσει να εργάζεται στον τομέα των πωλήσεων λόγω της πείρας της (βλ. ερυθρό 1 του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι αγγλόφωνη υπήκοος του Καμερούν, με καταγωγή από το χωριό Acha Tugi και τόπο διαμονής το χωριό Kob, αμφότερα στην Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι ανύπανδρη, έχει ένα ανήλικο υιό και ως προς το θρήσκευμα δήλωσε χριστιανή. Σε σχέση με το μορφωτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ως προς την εργασιακή της εμπειρία, ανέφερε ότι εργάστηκε ως φροντίστρια παιδιών για οκτώ μήνες και ακολούθως πωλούσε τρόφιμα στην αγορά. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τους γονείς της δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε, η μητέρα της διαμένει στο Kob και ο μικρότερος αδερφός της μένει στην περιοχή Bansoir, ενώ δήλωσε ότι επαφή διατηρεί μόνο με την μητέρα της. Ερωτηθείσα για τον πατέρα του παιδιού της, η Αιτήτρια αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι πριν αναχωρήσει από τη χώρα της, διέκοψε τη σχέση που σχέση που διατηρούσε με κάποιον στο Καμερούν. Διευκρίνισε ότι ενημερώθηκε για την εγκυμοσύνη της όταν έφτασε στις κατεχόμενες περιοχές και επιβεβαίωσε ότι ο εν λόγω άνδρας με το όνομα Stephen Akam, με τον οποίο δεν έχει επικοινωνία, είναι πατέρας του παιδιού της.
Σχετικά με την αναχώρησή της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι γνώρισε κάποιον άνδρα στην Douala, τον οποίο πλήρωσε 1300 ευρώ για να της διευθετήσει το ταξίδι της και για να της εξασφαλίσει εργασία σε υπεραγορά στην Κύπρο. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι της ζήτησε περισσότερα χρήματα, τα οποία θα του αποπλήρωνε από τον μισθό της. Ισχυρίστηκε ότι όταν έφτασε στα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας υπέστη σεξουαλική εκμετάλλευση και με την βοήθεια ενός άνδρα κατάφερε να δραπετεύσει. Σε σχετική ερώτηση η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν εκπλήρωσε την υπόσχεση που είχε δώσει για την αποπληρωμή των χρημάτων στον άνδρα που της διευθέτησε το ταξίδι και δεν γνωρίζει τι θα μπορούσε να της συμβεί εάν την εντοπίσει. Σε ερώτηση εάν θα μπορούσε να αποταθεί σε μη κυβερνητικούς οργανισμούς για βοήθεια ως θύμα εμπορίας προσώπων, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει τέτοιους οργανισμούς, ενώ ερωτηθείσα κατά πόσο θα μπορούσε να αναζητήσει προστασία από τις αρχές της χώρας της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πληροφορίες για τον εν λόγω άνδρα και μόνο εάν την απειλούσε θα μπορούσε να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια.
Ερωτηθείσα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ανέφερε ότι μετά το λύκειο επέστρεψε στο χωριό της και επειδή δεν είχε χρήματα για να συνεχίσει τις σπουδές της, άρχισε να αναζητά εργασία. Τον Ιούνιο του 2012 μετακόμισε στην Douala όπου φρόντιζε παιδιά και οικίες. Το 2013 αρρώστησε ο πατέρας της και επέστρεψε στο χωριό της, για να βρίσκεται κοντά του. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, άρχισε να αγοράζει εμπορεύματα από την πόλη και τα πωλούσε στο χωριό. Το 2016 ενοικίασε ένα κατάστημα στην υπαίθρια αγορά. Όταν ξεκίνησε η κρίση το 2017 ανέφερε ότι ένιωσε ανασφάλεια και μετακόμισε στην Douala με σκοπό να συνεχίσει να πουλάει. Ανέφερε ότι πωλούσε σε άτομα και από τις δύο εμπλεκόμενες στη σύγκρουση πλευρές (στο στρατό και στους αυτονομιστές). Ως εκ τούτου, κατηγορήθηκε ως προδότρια και λάμβανε απειλές και από τις δύο πλευρές. Πρόσθετα, ανέφερε ότι οι Amba boys ήθελαν να στρατολογήσουν τον μικρότερο αδερφό της, αλλά αυτός εγκατέλειψε το χωριό και μετέβη στη γαλλόφωνη περιοχή Bensoir κοντά στη Bafoussam. Ομοίως και η ίδια, καθότι δεν αισθανόταν ασφαλής αποφάσισε να μετακομίσει. Σε ερώτηση για το τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η περιοχή της δεν είναι ασφαλής και δεν επιθυμεί να μείνει σε άλλη περιοχή.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της. Όταν της ζητήθηκε να αναπτύξει τα γεγονότα που βίωσε όταν ξεκίνησε η κρίση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι μεγάλωσε ακούγοντας για το NCNC, το οποίο αποτελείται από μια ομάδα ατόμων που υποστηρίζει το διαχωρισμό του Καμερούν από τη Γαλλία και βίωσε περιόδους συγκρούσεων. Συνεχίζοντας την αφήγησή της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το 2017 η κατάσταση κλιμακώθηκε και την 1η Οκτωβρίου 2017, ημέρα της ανεξαρτησίας των αγγλόφωνων του Καμερούν, διοργανώθηκε πορεία, παρά τις αντίθετες υποδείξεις του στρατού. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν οδηγίες να μην βγαίνει ο κόσμος έξω, να μην χρησιμοποιούνται αντικείμενα χρώματος μπλε και λευκά, χρώματα της σημαίας των Ambazonians και να αποθηκεύσουν τρόφιμα. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι όσοι δεν είχαν χρήματα για να αποθηκεύσουν τρόφιμα έρχονταν να αγοράσουν από εκείνη. Τον Νοέμβριο έκλεισαν τα σχολεία, τα καταστήματα, τα κυβερνητικά γραφεία, τα πάντα. Μετά τα Χριστούγεννα και συγκεκριμένα στις 11 Φεβρουαρίου, την ημέρα της επανένωσης, την οποία ως δήλωσε γιορτάζουν όλοι στο Καμερούν, όλοι έμειναν πάλι στα σπίτια τους. Έτσι κάθε φορά που υπήρχαν εορταστικές ημέρες που αφορούσαν ολόκληρη τη χώρα, τα πάντα στις αγγλόφωνες περιοχές έκλειναν. Οι περισσότεροι νέοι εγκατέλειψαν το σχολείο και αρκετά αγόρια εντάχθηκαν στους Amba για να υπερασπιστούν την περιοχή τους.
Όταν ρωτήθηκε για τις απειλές που έλαβε λόγω του ότι πωλούσε τόσο στο στρατό, όσο και στους αυτονομιστές, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αρχές του 2018, ερχόταν με βάρδιες ο στρατός, ο οποίος δεν ήταν από την περιοχή, ενώ τα αγόρια Amba έρχονταν ανά πάσα στιγμή και έπαιρναν τρόφιμα. Η Αιτήτρια διευκρίνισε εξυπηρετούσε και τος δύο πλευρές, χωρίς να προβαίνει σε διακρίσεις. Τα αγόρια Amba έρχονταν και μοίραζαν φυλλάδια σε όλους τους καταστηματάρχες με οδηγία να μην πουλάνε στους στρατιωτικούς, επέβαλλαν τις Δευτέρες την πόλη-φάντασμα, λέγοντας ότι όλοι πρέπει να μένουν στα σπίτια τους, προέβαιναν σε απαγωγές, ενώ συχνά ακούγονταν πυροβολισμοί από αντιπαραθέσεις. Σε σχετική ερώτηση η Αιτήτρια ανέφερε ότι πωλούσε τρόφιμα, προμήθειες, φθαρτά και ό,τι ζητούσαν οι άνθρωποι. Αναφορικά με τη συχνότητα με την οποία αγόραζαν προϊόντα από αυτήν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι έρχονταν όποτε είχαν ανάγκη, φέρνοντας ως παραδείγματα ότι μπορεί κάποιος να χρειαζόταν αφρόλουτρο, ενώ άλλες φορές ο κόσμος ερχόταν μόνο για να δει την αγορά.
Ερωτηθείσα εάν γνώριζε τα άτομα που αγόραζαν από αυτήν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνώριζε τα άτομα του στρατού, αλλά κάποια αγόρια των Amba. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι οι ομάδες των Amba έχουν ονόματα και ότι στην περιοχή της η ομάδα ονομαζόταν Momomarine και στην οποία ανήκαν κάποιοι συμμαθητές της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν συμμετείχε σε οποιαδήποτε ομάδα και παρέμενε ουδέτερη.
Ως προς την απόφασή της να μετακομίσει, η Αιτήτρια ανέφερε ότι προέβη στην απόφαση αυτή, διότι δεν αισθανόταν ασφαλής και δεν προχωρούσε η επιχείρησή της όπως θα ήθελε, ενώ επιβεβαίωσε ότι δεν της συνέβη οτιδήποτε προσωπικά.
Σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο η ίδια θα προσελκύσει το ενδιαφέρον, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η γενική κατάσταση ανασφάλειας επηρεάζει όλους, όλοι εγκαταλείπουν την περιοχή, οι αυτονομιστές γνωρίζουν σε ποια ομάδα έχει ενταχθεί κάποιος και εάν κάποιος δεν τους υποστηρίζει θεωρείται αντίπαλος. Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να αναζητήσει προστασία από τις αρχές εάν απειλείτο από τους αυτονομιστές, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά.
Αναφορικά με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν θα ήταν εφικτό να έχει μία φυσιολογική ζωή, καθότι οι Amba θα ζητούν την στήριξή της και εάν αρνηθεί θα την σκοτώσουν, ενώ δεν θα μπορούσε να διαμείνει σε άλλη περιοχή του Καμερούν.
Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αξιολογήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση - Εισήγησή του τρεις (3) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας:
1) Ταυτότητα και χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και προφίλ της.
2) Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της γενικής κατάστασης στην περιοχής συνήθους διαμονής της.
3) Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων στα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς 1 και 2, αφού κρίθηκαν ως αξιόπιστοι στο σύνολό τους τόσο από πλευρά εσωτερικής, όσο και εξωτερικής αξιοπιστίας.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι της, την ενημέρωσε ότι θα εργαζόταν σε υπεραγορά στην Κύπρο, αλλά εν τέλει το άτομο αυτό εργαζόταν για ένα δίκτυο εμπορίας προσώπων. Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τις πράξεις του εμπλεκόμενου προσώπου εναντίον της. Συγκεκριμένα, ανέφερε αόριστα ότι, όταν εργαζόταν στην Douala, αφού είχε εγκαταλείψει τη συνήθη κατοικία της στο Kob, ένας άνδρας την προσέγγισε σε ένα μπαρ και της πρόσφερε ευκαιρία εργασίας στην Κύπρο. Η ίδια κατέβαλε το ποσό των 1300 ευρώ (600.000 CFA) για να της διευθετήσει το ταξίδι, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα αφαιρούνταν από τον μισθό της στην Κύπρο. Αναφορικά με το ταξίδι της από το αεροδρόμιο προς την οικία όπου θα διέμενε και τα γεγονότα που συνέβησαν εκεί, η Αιτήτρια προέβη σε αόριστες και ασαφείς δηλώσεις, καθότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας της. Δήλωσε γενικόλογα ότι ένας έγχρωμος άνδρας την παρέλαβε και μια γυναίκα την υποδέχτηκε στο σπίτι και της πήρε το διαβατήριο.
Ο λειτουργός κατέγραψε ότι όταν ρωτήθηκε επανειλημμένα για το τι μπορούσε να θυμηθεί από το ταξίδι της προς το σπίτι και να περιγράψει τον τόπο διαμονής της, απάντησε αόριστα ότι της ήταν δύσκολο να υπολογίσει την απόσταση και το χρόνο, ότι το σπίτι είχε σαλόνι και κουζίνα και ότι ήταν λευκό. Η Αιτήτρια ανέφερε γενικά ότι μετά την άφιξή της δεν είχε λάβει καμία ενημέρωση σχετικά με την εργασία της στην Κύπρο ή πότε θα άρχιζε να εργάζεται, και ότι αρχικά της φαίνονταν όλα νόμιμα, καθότι την υποδέχτηκε μια γυναίκα και της έδωσαν δωμάτιο, φαγητό και νερό. Κληθείσα να εξηγήσει με ποιο τρόπο την εκμεταλλεύτηκαν, η Αιτήτρια ανέφερε γενικόλογα ότι δύο άνδρες είχαν έρθει στο δωμάτιό της ζητώντας να συνευρεθούν μαζί της, αλλά έφυγαν όταν αρνήθηκε, και ότι δύο ημέρες αργότερα ένας άνδρας την είχε εκμεταλλευτεί σεξουαλικά. Ανέφερε επίσης αόριστα ότι κατάφερε να ανακτήσει το διαβατήριό της ανάμεσα σε πολλά άλλα διαβατήρια και στη συνέχεια κατάφερε να δραπετεύσει με τη βοήθεια ενός άνδρα.
Ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να περιγράψει λεπτομερώς τα περιστατικά που αντιμετώπισε και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια την αλληλουχία των περιστατικών. Περαιτέρω, ερωτηθείσα για τον τρόπο διαφυγής της από την οικία όπου διέμενε, οι απαντήσεις της κρίθηκαν ασαφείς και ασυνάρτητες, ενώ δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τον χρόνο που χρειάστηκε για να μετακινηθεί από την οικία μέχρι την πλατεία Σολωμού στη Λευκωσία, δηλώνοντας ότι δεν ήταν ξαφνικό. Ερωτηθείσα για τον άνδρα που την βοήθησε να διαφύγει, η Αιτήτρια απάντησε χωρίς επαρκή λεπτομέρεια ότι είχε λευκά μαλλιά και βρισκόταν τυχαία έξω από το σπίτι τη στιγμή που αναχωρούσε και συμφώνησε να την μεταφέρει κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε, ότι παρόλο που το αφήγημα είναι εύλογο, οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνται λεπτομέρειας και επαρκών περιγραφών, ενώ απουσίαζε το βιωματικό στοιχείο για τις εμπειρίες που αφηγήθηκε. Τέλος, η Αιτήτρια σε σχετική ερώτηση δήλωσε ότι δεν είχε έρθει σε επαφή με το πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι της στην Κύπρο ή με οποιονδήποτε άλλο σχετικά με τα χρήματα που κατ’ ισχυρισμό οφείλει, ενώ δεν της έχει συμβεί οτιδήποτε λόγω των παραπάνω. Ως κατέγραψε ο αρμόδιος λειτουργός, οποιαδήποτε σύνδεση των κατ’ ισχυρισμό περιστατικών με πρόσωπα στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας παρέμεινε ασαφής και η Αιτήτρια δεν προέβαλε λεπτομέρειες ή συγκεκριμένα στοιχεία για να δημιουργήσει έναν πιθανό σύνδεσμο μεταξύ προσώπων στη χώρα της, τα οποία πιθανόν να την στοχοποιήσουν με σκοπό να την εκμεταλλευτούν ή να την βλάψουν.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα βάσει της οποίας επιβεβαιώθηκε ότι οι γυναίκες θύματα εμπορίας ανθρώπων από το Καμερούν έχουν συχνά προφίλ παρόμοιο με της Αιτήτριας (από μειονεκτικά κοινωνικά στρώματα και αγροτικές περιοχές). Σύμφωνα με πηγές πληροφόρησης στις οποίες παραπέμπει ο αρμόδιος λειτουργός, το Καμερούν (ανάμεσα σε άλλες χώρες της Δυτικής Αφρικής) αποτελεί μία από τις χώρες προέλευσης των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. ερυθρά 110-105 του δ.φ.). Εντούτοις, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στο αφήγημα της Αιτήτριας, ο ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Υπό το φως των ανωτέρω, στη βάση του πρώτου αποδεδειγμένου ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι της χώρας καταγωγής και του προφίλ της, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι η Αιτήτρια είναι νεαρή, ανύπανδρη μητέρα ανήλικου τέκνου, επαρκώς μορφωμένη και υγιής. Λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές της περιστάσεις, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα για τα παιδιά που γεννιούνται εκτός γάμου στο Καμερούν. Εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες παραπέμπει ο λειτουργός αναφέρουν ότι υπάρχουν εμπόδια στην εγγραφή παιδιών από ανύπανδρες μητέρες, όπως οι πολιτιστικές πρακτικές και τα πατριαρχικά πρότυπα, καθώς και το στίγμα που επικρατεί για τις ανύπανδρες μητέρες. Διαπιστώθηκε επιπλέον ότι τα παιδιά εκτός γάμου υπόκεινται σε πρόσθετες προϋποθέσεις για να αποκτήσουν την υπηκοότητα του Καμερούν και υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα σε «νόμιμα» και «εξώγαμα» παιδιά, ενώ υπάρχει και η προϋπόθεση να είναι «υγιές στο σώμα και πνεύμα» για πολιτογράφηση (βλ. ερυθρά 119-112 του δ.φ.).
Βάσει των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και ότι θα μπορούσε να αποκτήσει την υπηκοότητα του Καμερούν, παρόλο που η Αιτήτρια ως ανύπανδρη μητέρα ενδέχεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες, καθώς και στιγματισμό κατά την εγγραφή του. Επιπρόσθετα ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι δεν βρέθηκαν πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές σχετικά με περαιτέρω διακριτικά μέτρα κατά των ανύπανδρων μητέρων με παιδιά που έχουν γεννηθεί εκτός γάμου και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της να υποστούν μεταχείριση που θα μπορούσε να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στο Kob.
Λαμβάνοντας εν συνεχεία υπόψη τον δεύτερο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της κατάστασης ασφαλείας, κατόπιν έρευνας τόσο γενικά για τη χώρα καταγωγής της, όσο και για τη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής της με το ανήλικό της τέκνο στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην περιοχή Kob.
Εν συνεχεία, κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προέβαλε η Αιτήτρια, το προφίλ της και την αξιολόγηση κινδύνου, κατέληξε ότι δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν δικαιούταν να της χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, καταδεικνύεται ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλεια της Αιτήτριας και του ανήλικού της τέκνου λόγω αδιάκριτης βίας απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας τους στις αγγλόφωνες περιοχές, καθότι οι προσωπικές της περιστάσεις δεν αυξάνουν τις πιθανότητες να διατρέξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλεια της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της με το ανήλικό της τέκνο και συγκεκριμένα στην περιοχή Kob, στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο εσωτερικής σύγκρουσης.
Συγκεκριμένα, ως προς τις προσωπικές τις συνθήκες, όπως σημειώνουν οι Καθ’ ων η Αίτηση, η Αιτήτρια είναι μια μορφωμένη, νεαρή, υγιής ανύπανδρη μητέρα, η οποία ήταν σε θέση να συντηρεί τον εαυτό της μέσω της δικής της επιχείρησης στο Καμερούν και η μητέρα της, με την οποία διατηρεί επικοινωνία, εξακολουθεί να διαμένει στην περιοχή Kob. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν διαθέτει χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο να γίνει στόχος είτε του στρατού, είτε των αυτονομιστών, καθότι με βάση τις δηλώσεις της δεν της συνέβη οτιδήποτε όταν λειτουργούσε την επιχείρηση πώλησης τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης στο Kob. Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, κρίθηκε ότι δεν δύναται να παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στην Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της.
Υπό το φως των ανωτέρω σημείων που έχω αναλύσει, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της και κατέληξαν στη μη υπαγωγή της σε προσφυγικό καθεστώς και στη συνέχεια στη μη παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Συμφωνώ με την αιτιολόγηση της Διοίκησης ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας επί του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού στερούνταν συνοχής, λεπτομέρειας και επάρκειας πληροφοριών. Με βάση τα πρακτικά της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες να περιγράψει τα όσα διαδραματίστηκαν στις κατεχόμενες περιοχές. Η Αιτήτρια έδωσε γενικόλογες απαντήσεις, χωρίς να παρέχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες, συγκεκριμένα περιστατικά και χωρίς να προβάλει βιωματικά στοιχεία από την καθημερινότητά της. Οι πληροφορίες που παρέθεσε είναι ελάχιστες και γενικές, χωρίς την εξειδίκευση που θα αναδείκνυε το προσωπικό στοιχείο του βιώματος που θα στοιχειοθετούσε την εσωτερική της αξιοπιστία.
Πέραν δε τούτου, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι η Αιτήτρια πράγματι υπήρξε θύμα κυκλώματος εμπορίας προσώπων, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία οποιασδήποτε αναζήτησης/επαφής/οχλήσεως της από πρόσωπα του κυκλώματος τα τελευταία έξι έτη, το γεγονός ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις της οι επαφές με το πρόσωπο που την παραπλάνησε έλαβαν χώρα στην Douala, τόπο διάφορο από εκείνον του τόπου διαμονής της Αιτήτριας, την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να οδηγήσει στην με οποιονδήποτε τρόπο ταυτοποίηση της Αιτήτριας από το εν λόγω κύκλωμα, αλλά και την ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της, οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγή της κινδυνεύει να αντιμετωπίσει κάποιο κίνδυνο από το εν λόγω κύκλωμα. Εξάλλου, ούτε η ίδια κατάφερε να στοιχειοθετήσει ότι ακόμη κι αν ο ισχυρισμός κρινόταν αξιόπιστος, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο επανεκμετάλλευσης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα της.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στην αίτησή της ουδεμία αναφορά έκανε στο γεγονός ότι υπέστη σεξουαλική εκμετάλλευση στις κατεχόμενες περιοχές, ενώ κατόπιν χειρισμού του θέματος από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, η Αιτήτρια δεν αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων.
Ως προς τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Αιτήτριας περί παραπομπής σε ψυχολογική εξέταση, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού, που εξετάζει κάθε περίπτωση, να αποφασίσει εάν αιτητής θα παραπεμφθεί σε ιατρικές εξετάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια έδωσε τη συγκατάθεση της να παραπεμφθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες για ψυχολογική στήριξη ενόψει της αξιολόγησής της ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων (βλ. ερυθρό 86 του δ.φ.). Περαιτέρω ερωτηθείσα στη συνέντευξή της από τον αρμόδιο λειτουργό για την κατάσταση της υγείας της η Αιτήτρια ανέφερε ότι έλαβε ικανοποιητική περίθαλψη για ένα θέμα με το πόδι της και δήλωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση (βλ. ερυθρό 60 του δ.φ.). Από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, δεν προκύπτει ότι ήταν αναγκαία η παραπομπή της Αιτήτριας σε περαιτέρω ιατρικές εξετάσεις.
Εν πάση περιπτώσει, τονίζω ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). Στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια δεν κατάφερε να στηρίξει με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια, παρά τις ευκαιρίες που της δόθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, αλλά ούτε ενώπιον Δικαστηρίου προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχεία για να στηρίξει το αίτημά της.
Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η έρευνα που είχε προηγηθεί της απόφασης για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας (η οποία περιλάμβανε και το ανήλικο τέκνο της παρόλο που δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα) ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της. Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη, ενώ σύντομη αιτιολόγηση της απόφασης είχε επισυναφθεί και στην απορριπτική επιστολή η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια. Επισημαίνω δε ότι συμπληρώνεται και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως αυτά έχουν αναλυθεί ανωτέρω (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371 Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (1998) 3 ΑΑΔ 270). Ως εκ τούτου, απορρίπτω τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την συνήγορο της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας.
Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.
Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Από επικαιροποιημένη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στην οποία προέβη το Δικαστήριο, σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σε έκθεση αναφορικά με τις εξελίξεις στην κατάσταση ασφαλείας στην Κεντρική Αφρική, η οποία δημοσιεύτηκε στις 31 Μαΐου 2023 σημειώνει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν, συνέχισαν οι αναφορές και καταγγελίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν από δυνάμεις ασφαλείας και άμυνας και ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες εναντίον αμάχων, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών και της καταστροφής περιουσίας. Επιπλέον, η αναγκαστική απαγόρευση κυκλοφορίας, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και η απαγωγή αμάχων από ένοπλες ομάδες περιόρισαν την διανομή της απαραίτητης ανθρωπιστικής βοήθειας.[1]
Σύμφωνα με το Human Rights Watch σε έκθεση για την χώρα η οποία καλύπτει το έτος 2023, αναφέρεται πως το 2023, ένοπλες ομάδες και κυβερνητικές δυνάμεις συνέχισαν τη διάπραξη παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων παράνομων δολοφονιών, στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και στην περιοχή του Άπω Βορρά. Η βία στις δύο αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές συνεχίστηκε για έκτη χρονιά, παρά το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Paul Biya δήλωσε τον Ιανουάριο ότι πολλές ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες είχαν παραδοθεί και ότι η απειλή που αποτελούσαν είχε μειωθεί σημαντικά. Μέχρι τα μέσα του έτους, υπήρχαν πάνω από 638.000 εσωτερικά εκτοπισμένοι στις αγγλόφωνες περιοχές και τουλάχιστον 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι χρειάστηκαν ανθρωπιστική βοήθεια. Άμαχοι αντιμετώπισαν δολοφονίες και απαγωγές από ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες στην περιοχή του Άπω Βορρά, συμπεριλαμβανομένης της Μπόκο Χαράμ και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Οι αυτονομιστές μαχητές συνέχισαν να στοχεύουν αμάχους, αναγκάζοντας τους να μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους και εξαπολύοντας επιθέσεις γύρω από μεγάλα γεγονότα, όπως των εκλογών καθώς και του ανοίγματος των σχολείων την περίοδο του Σεπτεμβρίου. Οι δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν στις αυτονομιστικές επιθέσεις, αποτυχαίνοντας συχνά να προστατεύσουν τους αμάχους σε όλες τις αγγλόφωνες περιοχές»[2].
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για τη χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS της χώρας αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστικών ομάδων να διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonia στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Boko Haram και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους[3].
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης παρατηρείται ότι το Καμερούν εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη με την Boko Haram στο Βορρά (περιοχή Far North)[4] ενώ στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές (Northwest και Southwest) αναφέρεται ότι αριθμός αγγλόφωνων αποσχιστικών ομάδων μάχεται έναντι της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία των περιοχών. Ωστόσο, η βία δεν ισοδυναμεί με μη διεθνή ένοπλή σύρραξη.[5]
Στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, γνωστές και ως Αγγλόφωνες περιοχές[6], οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αποσχιστών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αποσχιστές επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος[7]. Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των ηγετών των αποσχιστών χώρισαν τις αυτοανακηρυχθείσες αγγλόφωνες κυβερνήσεις σε περισσότερες από 50 αποσχιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας τις πολιτικές τους απαιτήσεις και την ικανότητά τους να αντισταθούν στις κυβερνητικές επιθέσεις[8]. Το ACLED περαιτέρω έδειξε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων αυτονομιστές, η κυβέρνηση, ιδιωτικές εταιρείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις[9].
Τον Ιανουάριο του 2024, το UNOCHA ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν «συνεχίζουν να υφίστανται κακομεταχείριση, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών, της καταστροφής περιουσιών, των απαγωγών για λύτρα, της παράνομης φορολόγησης, των αυθαίρετων συλλήψεων και των εκβιασμών»[10]. Η κατάσταση ασφάλειας παρέμεινε «εξαιρετικά ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024[11], με αύξηση της εγκληματικότητας, επιδρομές από NSAGs (Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες) σε αστικά κέντρα, επιθέσεις στις δυνάμεις ασφαλείας του κράτους, απειλές κατά των πολιτών και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών συσκευών (IEDs) από τις NSAGs[12]. Σύμφωνα με το ACLED, «η σύγκρουση στην Αγγλόφωνη περιοχή αυξάνεται κάθε χρόνο, με τα βίαια περιστατικά να αυξάνονται κατά μέσο όρο 49% ετησίως από το 2020 έως το 2023»[13]. Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι αποσχιστές επέβαλαν κλεισίματα και απεργίες στις σχολικές δραστηριότητες και ήταν υπεύθυνοι για το 89% των σχεδόν 50 βίαιων περιστατικών που στόχευαν δασκάλους το 2023[14].
Στην επικαιροποιημένη της έκθεση που καλύπτει την περίοδο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2024, η Global Protection Cluster ανέφερε αύξηση των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον Ιούλιο του 2024, με τις SSF (Δυνάμεις Ασφάλειας του Κράτους) να εκτελούν «επιχειρήσεις αποκλεισμού και έρευνας» που οδήγησαν σε επτά περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων, με 303 θύματα, ενώ οι NSAGs εγκαθίδρυσαν περισσότερα παράνομα σημεία ελέγχου για εκβιασμό χρημάτων και απαγωγή πολιτών για λύτρα[15]. Οι πιο συχνές παραβιάσεις που καταγράφηκαν ήταν αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, σωματικές επιθέσεις ή κακοποίηση και δολοφονίες[16]. Ο μεγαλύτερος αριθμός παραβιάσεων μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2024 «καταγράφηκε στην Buea (457 θύματα) και την Muyuka (199 θύματα), και οι δύο στη νοτιοδυτική περιοχή του Fako, ακολουθούμενες από την Meme επίσης στη νοτιοδυτική περιοχή και έπειτα τη Mezam στην βορειοδυτική περιοχή»[17].
Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, για το τελευταίο έτος (με τελευταία πρόσβαση την 29/08/2025) καταγράφηκαν στη Βορειοδυτική περιφέρεια (Nord-Ouest) του Καμερούν 393 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 218 θάνατοι. Ωστόσο δεν εντοπίζονται στο χάρτη περιστατικά στις περιοχές στις οποίες αναφέρθηκε η Αιτήτρια (Acha Tugi και Kob).[18]
Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, λαμβάνει χώρα εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των κρατικών δυνάμεων και των αυτονομιστών, που συμπαρασύρει τον άμαχο πληθυσμό, σημειώνοντας αρκετές απώλειες. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά ασφαλείας, ως αναλύθηκαν ανωτέρω, συνάγεται ότι η ένοπλη σύρραξη που συντελείται, δεν επηρεάζει την περιοχή Kob σε τέτοιο βαθμό ώστε μόνη η παρουσία κάποιου εκεί να τον εκθέτει σε κίνδυνο.
Επικουρικά, λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Αιτήτριας για την αξιολόγηση του προσωπικού κινδύνου που θα αντιμετωπίσει ως άμαχη αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, ήτοι ότι είναι ενήλικη γυναίκα νεαρής ηλικίας, ανύπανδρη μητέρα ανήλικου τέκνου, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, η οποία διαβίωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στον τόπο συνήθους διαμονής της, έχει εργαστεί στο παρελθόν διατηρώντας δική της επιχείρηση και είναι ακόμη και σήμερα ικανή προς εργασία. Επίσης, δεν εντοπίζονται στοιχεία ευαλωτότητας στην ίδια ή στο ανήλικό της τέκνο ή θέματα υγείας που να αυξάνουν το ρίσκο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Τέλος, η Αιτήτρια δεν διαθέτει προφίλ πολιτικά ενεργού ανθρώπου ή ανθρώπου συνδεδεμένου με κάποια αντιμαχόμενη οργάνωση στην χώρα καταγωγής της, στοιχεία που θα ενίσχυαν τον κίνδυνο στοχοποίησής της σε καθεστώς ένοπλης βίας.
Ως εκ τούτου, με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] UN Security Council (Author): The situation in Central Africa and the activities of the United Nations Regional Office for Central Africa; Report of the Secretary-General [S/2023/389], 31 May 2023
https://www.ecoi.net/en/file/local/2093063/N2313778.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025)
[2] HRW – Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11 January 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2103168.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025)
[3] ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024
https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025)
[4] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, Τελευταία Ενημέρωση: 21/01/2021
https://www.rulac.org/browse/countries/cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025)
[5] Ibid.
[6] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status, 31 March 2023, https://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[7] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 15 July 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/; ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025)
[8] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, pp. 3, 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[9] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[10] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024), 8 March 2024, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[11] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 15 July 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[12] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[13] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[14] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, p. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[15] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[16] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, p. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[17] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, p. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025).
[18] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon (Nord-Ouest), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/09/2025)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο