ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 3494/24
08 Δεκεμβρίου, 2025
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α.Μ.Κ. ασυνόδευτου ανήλικου, από τη Σιέρα Λεόνε, δια της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού
Αιτητής
- και -
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Γ. Ουστάς (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Λ. Βελίκοβα (κα) Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 08/08/24 η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ο Αιτητής ως πρόσφυγας και/ή δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι δικαιούται προστασίας από επαναπροώθηση διότι παραβιάζονται τα Άρθρα 2 και 3 της ΕΣΔΑ και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνεται εύλογη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπήκοος Σιέρα Λεόνε, εισήλθε παράνομα από μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 06/12/23, ακολούθησε διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης ευαλωτότητας του, όπου κρίθηκε ότι αποτελεί ευάλωτο πρόσωπο, με ειδικές ανάγκες υποδοχής ως ασυνόδευτος ανήλικος. Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ορίστηκε ως κηδεμόνας, εκπρόσωπος και συνδρομητής του Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησής του και συμμετείχε στη συνέντευξή, μέσω λειτουργού, που πραγματοποιήθηκε στις 12/06/24 από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 19/06/24 ετοιμάστηκε έκθεση/εισήγηση και αυθημερόν ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος για τον Αιτητή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υιοθετεί τον πυρήνα του αιτήματος του και υποστηρίζει ότι η χώρα καταγωγής του δεν είναι ασφαλής, δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο ασφαλών χωρών και ότι σωρεία από πηγές πληροφόρησης (Amnesty International, Freedom House) την παρουσιάζουν ως χώρα με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η προσβαλλόμενη απόφαση, τονίζει, είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης εφαρμογής του Νόμου, Κανονισμών και Διαδικασίας και/ή λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης. Αναφέρθηκε, επίσης, σε παραβίαση του Άρθρου 10 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023 (Ν.6(Ι)/2000), όπου ορίζονται ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις για τα παιδιά και συγκεκριμένα τη νομική εκπροσώπηση του κατά την διοικητική διαδικασία, ότι δεν ακολουθήθηκε διαδικασία η οποία να διασφαλίζει τα δικαιώματα του ως ασυνόδευτου ανηλίκου, δεν έτυχε επαρκούς εκπροσώπησης κατά την συνέντευξη του, ο λειτουργός που πραγματοποίησε τη συνέντευξή του δεν προκύπτει να είναι ειδικά εκπαιδευμένος σε ζητήματα ασύλου που αφορούν ασυνόδευτους ανηλίκους, ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει μεροληπτική στάση από την κηδεμόνα/εκπροσώπου του εναντίον των συμφερόντων του Αιτητή. Συγκεκριμένες παραλείψεις και/ή ενέργειες καταδεικνύουν ότι η κηδεμόνας του Αιτητή δεν ενήργησε έχοντας υπόψη το βέλτιστο του συμφέρον ως εκπρόσωπος και συνδρομητής αυτού στις διαδικασίες που προβλέπονται στην νομοθεσία, ούτε ήταν δεόντως καταρτισμένη σε θέματα ανηλίκων. Υποστηρίζει επίσης, ότι δεν έγινε επαρκής έρευνα από τον λειτουργό-εξεταστή της υπόθεσης, δεν δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή να παραθέσει με λεπτομέρεια τους λόγους που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει την χώρα του και περιορίστηκε σε ανεπαρκείς ερωτήσεις για να προσβάλλουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Η προσέγγιση της διοικητικής αρχής δεν ήτο παιδοκεντρική παραλείποντας τις ιδιαίτερες συνθήκες που αφορούν την περίπτωση ενός ασυνόδευτου ανήλικου, την περιορισμένη γνώση του λόγω της ηλικίας του και/ή την περιορισμένη ικανότητα του να δώσει πλήρεις και συνεκτικές πληροφορίες επί του αιτήματος του.
Επιπρόσθετα των ανωτέρω είναι η θέση του ότι η προσβαλλόμενη πράξη στερείται αιτιολογίας ή/και επαρκούς αιτιολογίας είναι δε προϊόν παράνομων και/ή πλημμελών προπαρασκευαστικών πράξεων, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκής και δεν μπορεί να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που από μόνος του είναι ελλιπής. Ούτε οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη τον θανάσιμο κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο Αιτητής στη χώρα καταγωγής του και/ή βασανιστήρια, και/ή απάνθρωπη συμπεριφορά που πιθανόν να αντιμετωπίσει και/ή ήτο δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας και/ή οι ισχυρισμοί του θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν σοβαρή βλάβη που συνίσταται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Σημειώνεται ότι κατά την δικαστική διαδικασία αποσύρθηκαν οι νομικοί ισχυρισμοί επί της αναρμοδιότητας διοικητικού οργάνου και/ή λειτουργού που διενήργησε την συνέντευξη.
Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και μετά από αξιολόγηση όλων των σχετικών γεγονότων και στοιχείων της υπόθεσης, ενώ είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη. Τονίζουν ότι διενεργήθηκαν όλες οι σχετικές διαδικαστικές εγγυήσεις που αφορούν ανήλικους και/ή με τρόπο που να διασφαλίζεται το βέλτιστο συμφέρον του Αιτητή ως ανήλικου. Ούτε απαιτείται η παρουσία δικηγόρου ή νομικού συμβούλου κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης σε ασυνόδευτο ανήλικο αιτούντα άσυλο. Ο δε ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 10 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023 (Ν.6(Ι)/2000), δεν ευσταθεί, όπως δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός ότι δεν παρασχέθηκαν οι απαραίτητες ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Επιπλέον, είναι η θέση τους ότι η νομική εκπροσώπηση του Αιτητή, ως ασυνόδευτου ανηλίκου και η παρουσία εκπροσώπου κατά τη συνέντευξη σημαίνει δικαιοπρακτική ικανότητα και δεν αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών, ούτε στη νομική κατάρτιση του εκπροσώπου. Επιπλέον, σημειώνουν ότι η παρέμβαση των κηδεμόνων γίνεται όπου διαπιστώνεται παράβαση ή ανάγκη, γεγονός που δεν κρίθηκε απαραίτητο στην προκειμένη περίπτωση.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Μετά από αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή που προβάλλονται μέσω του συνηγόρου του στο δικόγραφο της προσφυγής του διαπιστώνω ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών δεν αναπτύσσεται στην Γραπτή Αγόρευση, επομένως θεωρώ ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι αρκετοί ισχυρισμοί που καταγράφονται στην Γραπτή Αγόρευση περιορίζονται μόνο στην επανάληψη κανόνων δικαίου και διατάξεων νόμων χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Επισημαίνεται δε ότι με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022, (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή μέσω του δικηγόρου του να αιτιολογεί πλήρως τους λόγους ακύρωσης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί τέτοιοι ισχυρισμοί διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε σχετικά, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598) Ούτε μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που εγείρονται για πρώτη φορά στην Γραπτή Αγόρευση που δεν έχουν καταγραφεί στο δικόγραφο της προσφυγής (Βλέπε σχετικά Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636).
Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που εγείρονται σε σχέση με την μη τήρηση διαδικαστικών εγγυήσεων που προνοούνται από τον Νόμο δεν εξειδικεύονται ούτε αιτιολογούνται επαρκώς από τον συνήγορο του Αιτητή. Ενώ γίνεται εκτενής αναφορά με σχετικές παραπομπές στην νομοθεσία, τις σχετικές Οδηγίες της Ένωσης και Κατευθυντήριες Οδηγίες ως προς τον χειρισμό των αρμόδιων αρχών αναφορικά με ασυνόδευτους ανήλικους δεν γίνεται επαρκής υπαγωγή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και πως αυτές οι τυχόν ισχυριζόμενες παραλείψεις επίδρασαν δυσμενώς την ουσία του αιτήματος του Αιτητή – το οποίο εν τέλει έγινε αποδεκτό από τους Καθ΄ ων η αίτηση.
Σε κάθε περίπτωση (και ανεξάρτητα των πιο πάνω) το Άρθρο 10 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023 (Ν.6(Ι)/2000) ως τροποποιήθηκε και ισχύει ορίζει όλα τα σχετικά διαδικαστικά διαβήματα που θα πρέπει να τηρούνται αναφορικά με τους ασυνόδευτους ανήλικους. Το σχετικό άρθρο περιέχει ρητά τις υποχρεώσεις του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ήτοι να ενεργεί ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου στις διαδικασίες που προβλέπονται στον Νόμο, ενώ όταν και εφόσον κριθεί αναγκαίο (οσάκις είναι αναγκαίο) και νοουμένου ότι ο αιτούντας είναι ανήλικος τότε θα πρέπει σε περίπτωση δικαστικής διαδικασίας να διασφαλίζεται η εκπροσώπηση του σύμφωνα με τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014. Θα συμφωνήσω με τους Καθ΄ ων η αίτηση ότι κατά την διάρκεια της εξέτασης αίτησης ασύλου του Αιτητή, είχε τη συνδρομή του εκπροσώπου του στις διαδικασίες εξέτασης ασύλου του. Ο Διευθυντής του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργούσε ως κηδεμόνας του εν λόγω ανηλίκου από την υποβολή της αίτησης του, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του στις διαδικασίες που προβλέπονται στον Νόμο και ως εκπρόσωπος/κηδεμόνας αυτού παρίστατο στην προσωπική συνέντευξη του. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε, ενώ με την απόρριψη του αιτήματος του και συνεπεία της ολοκληρωμένης ενημέρωσης του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας υπάρχει και νομική εκπροσώπηση του στην παρούσα προσφυγή. Ειδικότερα από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) του Αιτητή προκύπτουν τα εξής:
(α) με την υποβολή του αιτήματος ασύλου του Αιτητή και τη συμπλήρωση του ειδικού έντυπου «Screening and Assessment Vulnerability Form» (ερυθρά 25-06 Δ.Φ.), συμπληρώθηκε το ειδικό έντυπο «Βεβαίωση Αναγνώρισης/Διαπίστωσης Ευάλωτων προσώπων αιτητών διεθνούς προστασίας με ειδικές ανάγκες υποδοχής» στη βάση του Άρθρου 9 ΚΔ (6) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν.6(Ι)/2000) η οποία κατέδειξε μόνο ότι πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο και δεν προέκυψαν άλλες ειδικές ανάγκες υποδοχής του Αιτητή δηλαδή πρόσωπο που έχει υποστεί βασανιστήρια ή άλλης μορφής ψυχολογικής ή φυσικής βίας. Δεν εντοπίστηκαν προβλήματα είτε σε σχέση με την φυσική ή ψυχολογική κατάσταση του Αιτητή κατά την αξιολόγηση του, ενώ παραπέμφθηκε μόνο για εξέταση στην Υπηρεσία Ασύλου και στο Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας (ως ασυνόδευτος ανήλικος και/ή δικαιούχος υλικών υποδοχής) (ερυθρό 19 Δ.Φ.),
(β) από το πρακτικό συνέντευξης προκύπτει ότι κατά την διάρκεια ολόκληρης της διαδικασίας παρίστατο εκπρόσωπος/κηδεμόνας αυτού - λειτουργός Κοινωνικής Ευημερίας, ενώ έγινε ολοκληρωμένη και ενδελεχής ενημέρωση του για όλα τα στάδια της διαδικασίας σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του (ερυθρό 37-29 Δ.Φ.)
(γ) κατά την συνέντευξη δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση, του παραχωρήθηκε διερμηνέας στην Αγγλική γλώσσα την οποία δηλώνει στην αίτηση του ότι γνωρίζει. Υπάρχει δε υπογραφή του Αιτητή, εκπροσώπου/κηδεμόνα του και του διερμηνέα στο τέλος του εντύπου συνέντευξης με βάση τις οποίες επιβεβαιώνονται ότι οι πληροφορίες και απαντήσεις του Αιτητή που καταγράφηκαν στη συνέντευξη του αντικατοπτρίζουν τις δηλώσεις του και ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της (ερυθρό 29 Δ.Φ.)
(δ) σε κανένα σημείο από το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν αντιλαμβανόταν την διαδικασία ή την οποιαδήποτε ερώτηση που θα μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις από τον διερμηνέα (Βλέπε Abul Kalam Kalam ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 585).
Ούτε με την Γραπτή Αγόρευση παρουσιάζονται στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου δεν συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις του Νόμου. Από τα πρακτικά της συνέντευξης του Αιτητή προκύπτει ενημέρωση του σε σχέση με την προσωπική συνέντευξη του, η Υπηρεσία Ασύλου επέτρεψε στον εκπρόσωπο ή/και νομικό σύμβουλο να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου. Δεν προκύπτει, ως η θέση της συνηγόρου του Αιτητή, ότι η εκπρόσωπος/κηδεμόνας του ασυνόδευτου ανήλικου επιβάλλεται να υποβάλλει ερωτήσεις, παρατηρήσεις και/ή να επεμβαίνει κατά την διάρκεια της συνέντευξης του, καθότι ρητά στον Νόμο προβλέπεται ότι αυτό μπορεί να το πράξει μόνο εντός του πλαισίου που ορίζει ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει τη συνέντευξη. Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζονται ειδικοί λόγοι για τους οποίους επιβαλλόταν η εκπρόσωπος/κηδεμόνας του Αιτητή να επέμβει κατά την συνέντευξη και/ή να συνδράμει στο να αποσαφηνιστούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που τυχόν είχαν παραλειφθεί από τον Αιτητή στις απαντήσεις του.
Γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες θεωρώ είναι και οι θέσεις του συνηγόρου του Αιτητή σε σχέση με τα προσόντα που διέθεταν τόσο η εκπρόσωπος/κηδεμόνας του Αιτητή κατά το στάδιο της συνέντευξης όσο και ο λειτουργός που διεξήγαγε τη συνέντευξη στα πλαίσια εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή με τους οποίους αμφισβητούνται τα προσόντα της λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και του εξεταστή της υπόθεσης χωρίς να υποδεικνύουν ποια είναι τα προσόντα που εξέλειπαν και πώς επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του δεν είναι επαρκείς για να ανατρέψουν το τεκμήριο της κανονικότητας που διέπει διοικητικές πράξεις της διοίκησης, με βάση τη πάγια νομολογία. Όπως τονίστηκε στην Υπόθ.Αρ.801/1999, Μαυρονύχη v. Δημοκρατίας, ημερ.12/03/2001, η διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως αυτό δεν συμβαίνει. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία να έχουν επισυμβεί τα όσα υποδεικνύονται από τον Αιτητή (Βλέπε Χριστίνα Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας, (2009) 4 Α.Α.Δ. 929). Στο πλαίσιο δε της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν νοείται ανατροπή του με τα όσα επιχειρηματολογεί η πλευρά του Αιτητή μέσω του συνηγόρου του. Ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία επί αυτού του λόγου ακύρωσης που να ανατρέπει τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του Αιτητή.
Αναφορικά τώρα με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί υποχρέωσης παρουσίας νομικού εκπροσώπου λόγω ανηλικότητας του Αιτητή, αντίστοιχο ζήτημα εξετάστηκε από την αδελφή Δικαστή Μ. Παπαντωνίου, Δ.Δ.Δ.Π, στην Υπόθεση Αρ. 601/16, Y.D.M.O. v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 31/12/21, το σκεπτικό της οποίας με βρίσκει σύμφωνο το οποίο και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης, ήτοι:
«Αναφορικά με τον ισχυρισμό που εγείρεται από τη συνήγορο του Αιτητή σχετικά με την θέση των λειτουργών των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ) ως οι εκ νόμου καθοριζόμενοι εκπρόσωποι των ασυνόδευτων ανήλικων αιτητών ασύλου και οι οποίοι θα έπρεπε να διαθέτουν νομική κατάρτιση, προς υποστήριξη του οποίου παρατίθενται και οι θέσεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αναφέρεται ότι από τις εν λόγω τοποθετήσεις δεν προκύπτει νομική δέσμευση. Θα αποτελούσε ωστόσο βήμα προς θετική κατεύθυνση ο προβληματισμός των εμπλεκόμενων με υποθέσεις ασυνόδευτων ανήλικων κρατικών υπηρεσιών ως προς τις υποδείξεις της Επιτρόπου.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου, εκπρόσωπος «σημαίνει το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σύμφωνα με το εδάφιο (1Β) του άρθρου 10», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 10(1Β) « Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου (.)».
Ο διορισμός κοινωνικών λειτουργών ως εκπρόσωποι/κηδεμόνες αποτελεί συνηθισμένη πρακτική και σε πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη μέλη.[7] Η ΕΑΣΟ εισηγείται το διορισμό εκπροσώπου/κηδεμόνα ο οποίος να γνωρίζει τις εθνικές διαδικασίες ασύλου και να μπορεί να βοηθήσει τον αιτητή κατά τη διάρκειά τους. Η θέση του διοριζόμενου ατόμου θα πρέπει να μην προκαλεί σύγκρουση συμφερόντων και να ασκείται από επαγγελματίες και όχι άλλους αιτητές διεθνούς προστασίας.[8]
Η UNHCR, στις Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Εξέταση των Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών στο πλαίσιο των άρθρων 1 (Α) 2 και 1 (ΣΤ) της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, παρ. 69 αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά με τους εκπροσώπους/κηδεμόνες: «Στην περίπτωση των ασυνόδευτων ή των χωρισμένων από την οικογένειά τους παιδιών επιβάλλεται ο άμεσος και δωρεάν διορισμός ανεξάρτητου και εξειδικευμένου κηδεμόνα. Τα παιδιά που είναι βασικοί αιτούντες άσυλο στη διαδικασία ασύλου δικαιούνται επίσης νομική εκπροσώπηση. Οι νομικοί συμπαραστάτες ή εκπρόσωποι των παιδιών πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι και οφείλουν να υποστηρίζουν το παιδί καθόλη τη διαδικασία.», ενώ στην υποσημείωση 135 στην οποία παραπέμπει η ανωτέρω παράγραφος γίνεται διαχωρισμός του όρου κηδεμόνας από τον όρο νομικός εκπρόσωπος και αναφέρονται τα εξής: « «Κηδεμόνας» ή «επίτροπος»: πρόκειται για ανεξάρτητο πρόσωπο με εξειδικευμένες δεξιότητες, που φροντίζει το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και γενικότερα την ευημερία του. Οι διαδικασίες για το διορισμό κηδεμόνα ή επιτρόπου δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις ισχύουσες εθνικές διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στην περίπτωση των παιδιών που είναι πολίτες της χώρας υποδοχής. Ο «νομικός εκπρόσωπος ή συμπαραστάτης»: πρόκειται για δικηγόρο ή άλλο εξειδικευμένο πρόσωπο που έχει το δικαίωμα να παρέχει νομική συνδρομή και να ενημερώνει το παιδί για τη διαδικασία ασύλου καθώς και να επικοινωνεί με τις αρχές για νομικά ζητήματα.».
Από τις πιο πάνω κατευθυντήριες οδηγίες προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο όρος κηδεμόνας ή εκπρόσωπος δεν σημαίνει απαραίτητα άτομο με νομικά ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά πρόσωπο το οποίο ασκεί νομική ικανότητα εκ μέρους του ασυνόδευτου ανήλικου αιτητή ασύλου, ενημερώνοντάς τον και λειτουργώντας εκ μέρους του όπου χρειάζεται καθόλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του και εξασφαλίζοντας το βέλτιστο συμφέρον του.»
[ο τονισμός δικός μου]
Ούτε τεκμηριώνεται από τα στοιχεία του φακέλου και/ή της παρούσας υπόθεσης ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων/αρμοδιοτήτων της λειτουργού ευημερίας είτε λόγω της συμπεριφοράς της είτε λόγω της ταυτόχρονης ιδιότητας της ως κηδεμόνας, εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανήλικου Αιτητή και αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου ως κρατική αρχή. Το Δικαστήριο – όπως τέθηκε ο σχετικός ισχυρισμός – δεν μπορεί να αποφασίζει επί ακαδημαϊκών ερωτημάτων αλλά επί συγκεκριμένων νομικών και ουσιαστικών ζητημάτων που επέδρασαν ουσιαστικά στην κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου και εν τέλει στο νομικό καθεστώς του Αιτητή. Με βάση δε τα όσα ορίζονται στην σχετική νομοθεσία και τα όσα καταγράφονται ανωτέρω ούτε μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι διαφορετικές ταυτόχρονα ιδιότητες/αρμοδιότητες των λειτουργών των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας είναι ασυμβίβαστές μεταξύ τους, ούτε φαίνεται (στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης) να οδήγησαν στην ανεπαρκή εκπροσώπησή του Αιτητή και/ή δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης ασύλου του.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023, (Ν. 73(I)/2018) προχωρεί σε εξέταση των στοιχείων του Δ.Φ. του Αιτητή σε συνδυασμό με τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα του και σε συνάρτηση με τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που αφορούν έλλειψη δέουσας έρευνας, πλάνης και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Η ουσιαστική εξέταση των λόγων που οδήγησαν τον Αιτητή να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του και τα όσα καταγράφονται στα πρακτικά της συνέντευξης του συναρτώνται άμεσα και με τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του κατά πόσο δηλαδή η περίπτωση του αξιολογήθηκε υπό το πρίσμα του μείζονος συμφέροντος του ως ασυνόδευτου ανήλικου προτού απορριφθεί η αίτηση του. Επιπλέον, εξετάζεται κατά πόσο στα πλαίσια της αξιολόγησης της αίτησης του συνεκτιμήθηκαν παράγοντες όπως η βιολογική και αναπτυξιακή ηλικία του παιδιού, το φύλο, τυχόν ευάλωτη θέση του, η οικογενειακή του κατάσταση, η εκπαίδευση και η κατάσταση της σωματικής και διανοητικής του υγείας. Εξάλλου, η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους μη παροχής σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του διότι η ζωή του ήτο σε κίνδυνο από την μητριά του η οποία τον κακομεταχειρίστηκε, ότι οι γονείς του απεβίωσαν μεταξύ 2010-2023, ότι δεν τον ήθελε η μητριά του και τον απειλούσε για την περιουσία που του άφησε ο πατέρας του (ερυθρά 1 Δ.Φ.).
Κατά την συνέντευξη επανέλαβε τον πυρήνα του αιτήματος του και κατά την αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, ο λειτουργός-εξεταστής διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός που έγινε αποδεκτός, αφορά τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του (υπήκοος Σιέρα Λεόνε, Freetown, μουσουλμάνος, ελεύθερος ερυθρά 82-80, 37-33, 12-12 Δ.Φ.), ο δε δεύτερος ισχυρισμός που αφορά τις δηλώσεις του περί του ότι δεχόταν απειλές, κακομεταχείριση από την μητριά του που απορρίφθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστος (ερυθρά 80-76 Δ.Φ.). Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ικανοποιητικές και ευλογοφανείς πληροφορίες και υπέπεσε σε σχετικές αντιφάσεις στο αφήγημα του, ήτοι:
- Ερωτηθείς πότε ξεκίνησε η μητριά του να του συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο, αρχικά ανέφερε ότι ξεκίνησε όταν τελείωσε το σχολείο ενώ μετέπειτα άλλαξε τα λεγόμενά του, ισχυριζόμενος ότι ξεκίνησε όταν πέθανε η μητέρα του (ερυθρά 31/1Χ Δ.Φ.).
- Όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει περαιτέρω πληροφορίες για την συμπεριφορά της μητριάς του, δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητική απάντηση, ενώ αναφέρθηκε σε ένα μόνο περιστατικό όπου επέστρεψε από την αγορά χωρίς χρήματα και η μητριά του τον χτύπησε στο πόδι με σίδερο και τον έδιωξε από το σπίτι (ερυθρό 31/1Χ Δ.Φ.).
- Ούτε απάντησε με ικανοποιητικό/συνεκτικό τρόπο ή δικαιολόγησε τους λόγους που η μητριά του δεν έκανε πράξη τις απειλές της, αλλά επανέλαβε/περιορίστηκε στο μόνο περιστατικό που είχε αναφέρει σε σχέση με την επίθεση με το σίδερο. Σε προσπάθειες του λειτουργού να δώσει πραγματική ευκαιρία στον Αιτητή να απαντήσει, δεν το έπραξε και συνέχισε να είναι αόριστος και γενικός στις απαντήσεις του (ερυθρό 31/2Χ Δ.Φ.).
- Καθώς είχε αναφέρει σε προηγούμενο σημείο ότι όταν τον είχε διώξει η μητριά του από το σπίτι κατέληξε σε ορφανοτροφείο, κρίθηκε σημαντικό να του ζητηθούν περαιτέρω πληροφορίες. Ο Αιτητής απάντησε ότι πήγε στο ορφανοτροφείο το 2021, παρέμεινε εκεί για ένα χρόνο, ακολούθως τον πήρε ο θείος του και πήγε στην πόλη Freetown όπου και παρέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα τον 11ο/2023 (ερυθρό 31/3Χ Δ.Φ.). Αφού διαπιστώθηκε ότι τα τελευταία 2 χρόνια της ζωής του δεν ζούσε με την μητριά του, δεν ήτο ικανός να εξηγήσει επαρκώς τον λόγο που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα του το 2023. Οι αναφορές του ότι η μητριά του ερχόταν εκεί και τους ενοχλούσε, ζητώντας τον να πάει πίσω μαζί της, ενώ ο θείος του της απαντούσε αρνητικά, χαρακτηρίστηκαν από έλλειψη ευλογοφάνειας, ειδικά λόγω του ότι ζούσαν σε διαφορετικές πόλεις.
- Ενώ ρωτήθηκε εάν προσπάθησε να ζητήσει βοήθεια από τις αρχές, απάντησε αρνητικά και ζητηθείς να εξηγήσει τον λόγο που δεν προσπάθησε να ζητήσει βοήθεια, δεν έδωσε καμία απάντηση (ερυθρό 31/5Χ Δ.Φ.).
- Σε επόμενη ερώτηση του λειτουργού, για το εάν μπορεί να ζήσει σε άλλο μέρος της χώρας απάντησε ότι δεν μπορεί καθώς δεν έχει κάποιο άλλο μέρος που να μπορεί να ονομάσει σπίτι του, απάντηση που βρίσκεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι διέμενε για ένα χρόνο με τον θείο του στην πόλη Freetown, δήλωσε που δεν κατάφερε να εξηγήσει (ερυθρό 31/7Χ Δ.Φ.).
- Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν και αντιθέσεις στα λεγόμενα του Αιτητή σε συνάρτηση με την αίτησή του για διεθνή προστασία, του εντύπου ευαλωτότητας (ερυθρό 30/2Χ Δ.Φ.). Καταγράφεται ότι στην αίτησή του δήλωσε ότι οι γονείς του πέθαναν μεταξύ του 2010-2023, ενώ στην συνέντευξη ανέφερε ότι πέθαναν το 2011 και το 2016 και δεν κατάφερε να εξηγήσει την πιο πάνω αντίφαση, αρνούμενος ότι έτσι είχε καταγράψει στην αίτησή του (ερυθρό 30/3Χ & 3-1 Δ.Φ.). Επίσης, σημειώθηκε, ότι στην αίτησή του είχε κάνει αναφορά και σε περιουσιακά θέματα, τα οποία δεν ανέφερε καθόλου κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Απάντησε δε ότι όντως ο πατέρας του του είχε αφήσει κάποια γη που η μητριά του δεν τον άφηνε να διεκδικήσει, αλλά όταν ερωτήθηκε τον λόγο που δεν ανέφερε κάτι σχετικό στη συνέντευξη, πάλι δεν έδωσε επαρκή απάντηση, αναφέροντας ότι εξήγησε την κατάσταση στη συνέντευξη (ερυθρό 30/4Χ Δ.Φ.). Καταληκτικά, καταγράφεται από τον λειτουργό-εξεταστή ότι κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης ευαλωτότητας του οι γονείς του ήτο χωρισμένοι και ότι η μητέρα του δεν ζούσε μαζί τους από τότε που ο πατέρας του ακόμη ζούσε, ενώ στην συνέντευξη όταν ερωτήθηκε επί τούτου απάντησε ότι δεν είχαν χωρίσει. Δεν μπόρεσε δε να δώσει ικανοποιητική απάντηση στην αντίφαση αυτή (ερυθρό 34/1Χ, 30/5Χ και 22/1Χ Δ.Φ.).
- Αφού λήφθηκαν όλα τα πιο πάνω δεδομένα κρίθηκε ότι δεν διαπιστώνονται οι οποιεσδήποτε ενδείξεις που να δικαιολογούν τον φόβο του Αιτητή.
Μετά από συνολική αξιολόγηση του αφηγήματος του Αιτητή, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί της ουσίας του αιτήματος του, δεν τεκμηριώνεται. Οι συνθήκες δίωξης του, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματος του και η μη τεκμηρίωση βιωματικών στοιχείων αποδυναμώνουν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας του στο σύνολό τους. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους, ανεξαρτήτως της ανηλικότητας του, επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα της λειτουργού (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα, επίσης, και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, ο Αιτητής θα έπρεπε:
«(i) να λέει την αλήθεια και να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του με κάθε δυνατό τρόπο.
(ii) Να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο τεκμήριο και να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων. Αν είναι αναγκαίο πρέπει να καταβάλει προσπάθεια να προσκομίσει επιπρόσθετα τεκμήρια.
(iii) Να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αναμένεται ότι θα του ζητηθεί να δώσει μια συνεκτική εξήγηση όλων των λόγων που επικαλείται για υποστήριξη του αιτήματός του για προσφυγικό καθεστώς και θα πρέπει να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που θα του υποβληθούν.»
Ως εκ των ανωτέρω κρίνεται ορθή η εισήγηση της λειτουργού και συνακόλουθα η απόφαση του αρμόδιου λειτουργού ότι ο Αιτητής δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα πρόσφυγα καθότι δεν έχει τεκμηριώσει ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του που να αντιμετωπίζει δίωξη, ενώ σε περίπτωση επιστροφής του δεν θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας του. Τα γεγονότα της περίπτωσης του Αιτητή σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις του ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). Επίσης, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή γεγονότα και/ή έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία να υποδεικνύουν ότι αντιμετωπίζει οποιαδήποτε άλλα προβλήματα. Ούτε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία για αξιολόγηση και για να ενισχυθεί το αίτημα του Αιτητή και/ή ούτε ανατράπηκε το τεκμήριο αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του (Βλέπε Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591, Α.Ε. 49/2012, Σάββα ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 07/02/2018) το οποίο μέσω της συνέντευξης κρίθηκε ως μη τεκμηριωμένο, αλλά αρκέστηκε στα όσα καταγράφηκαν κατά την συνέντευξη.
Ως προς το εάν η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ερυθρό 76-72 ΔΦ). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε, ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διαπιστώνεται ότι δεν παρατηρούνται ένοπλες συγκρούσεις είτε στον τόπο καταγωγής του Αιτητή είτε στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του και συγκεκριμένα είτε στο Eastern Province είτε στη Freetown όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής και/ή δεν υφίσταται κατάσταση αδιάκριτης βίας. Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με στοιχεία από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), επιβεβαιώνονται τα στοιχεία της έκθεσης[1] για το ανύπαρκτο ή μειωμένων περιστατικών ασφαλείας, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει κατάσταση ένοπλης σύρραξης επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας, και άρα, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[2].
Ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, εξάλλου, δεν υπάρχει απόφαση επιστροφής ή απομάκρυνσης του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Σημειώνεται καταληκτικά ότι υπάρχει αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την περιοχή του. Επιπλέον, δεν υπάρχει απόφαση επιστροφής εναντίον του Αιτητή κατά την ημερομηνία απόρριψης της αίτησης - ούτε έχει εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση επιστροφής με χρονικό περιθώριο οικειοθελούς αναχώρησης, ούτε έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα απομάκρυνσης εναντίον του Αιτητή. Ούτε με βάση την πιο πάνω ανάλυση προκύπτει δίωξη του Αιτητή λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε η ζωή ή η ελευθερία του θα τεθεί σε κίνδυνο ή θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής, επομένως δεν τεκμηριώνεται η θέση του δικηγόρου του για παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Ο δε Αιτητής έχει πλέον ενηλικιωθεί και τυχόν διαδικασίες που θα ακολουθηθούν από τις αρμόδιες αρχές δεν θα αφορούν πλέον ανήλικο πρόσωπο.
Με βάση όλα τα ανωτέρω δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλέπε Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα λόγω της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης (ήτοι πρόκειται για ανήλικο πρόσωπο κατά τον χρόνο υποβολής αίτησης ασύλου).
Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/Sierra Leone, το τελευταίο έτος καταγράφηκαν 14 περιστατικά ασφαλείας στη Freetown (2 θύματα) στο δε Eastern Province μόνο 6 περιστατικά ασφαλείας (4 θύματα) (πρόσβαση 05/12/25).
[2] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο