P.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3744/24, 3/12/2025
print
Τίτλος:
P.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3744/24, 3/12/2025
P.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3744/24, 3/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 3744/24

 

 03 Δεκεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

P.A., από την Νιγηρία.

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Δ. Παυλίδης (κος) για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή.

Μ. Φιλίππου (κα) για Θ. Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 20/09/24, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητά από το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιστροφής του παραβιάζεται το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία την 29/10/19, ακολούθησε η συνέντευξη του στις 27/08/24 και την 30/08/24 λειτουργός Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση με εισήγηση για απόρριψη του αιτήματός του. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 31/08/24, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω του δικηγόρου του, υποστηρίζει ότι η Νιγηρία δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής χώρα στη βάση πηγών πληροφόρησης (παραθέτει διάφορες στο κείμενο της Γραπτής του Αγόρευσης), καθότι υπάρχουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ένοπλες συγκρούσεις που καθιστούν επικίνδυνη την επιστροφή του. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν καθοδηγήθηκε από επίσημες πηγές πληροφόρησης και απέρριψε την αίτηση ασύλου του χωρίς να γίνει εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του και χωρίς να διεξαχθεί δέουσα έρευνα για τις συνθήκες που επικρατούν στην χώρα καταγωγής του κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000). Αναφέρει, επίσης, ότι η απόφαση είναι πεπλανημένη και αναιτιολόγητη.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν δεόντως υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα η επίδικη πράξη να είναι δεόντως αιτιολογημένη. Είναι η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι ορθά και εύλογα κατέληξαν ότι ο Αιτητής ήταν αναξιόπιστος και σε καμία περίπτωση δεν έχει εμφιλοχωρήσει οποιασδήποτε μορφής πλάνη κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται πως οι νομικοί λόγοι ακύρωσης δεν αναπτύσσονται με βάση τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς, καθώς και την αποτυχία του Αιτητή να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Στην υπό εξέταση υπόθεση εμφανώς η διατύπωση και/ή επίκληση παραβίασης Νόμων, γενικών αρχών διοικητικού δικαίου χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση και/ή υπαγωγή στα γεγονότα της υπόθεσης δεν είναι αρκετή. Η δε αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική βάση των λόγων, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά  παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζεται κατ΄ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο - Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), και των λεχθέντων στη Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599 (Απόφαση Πογιατζή, Δ.),Kadivari ν.  Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924 (Απόφαση Πική, Δ. - όπως ήταν τότε- βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017) Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Ούτε οι πληροφορίες που υποδείχθηκαν μέσω της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή έχουν προσκομισθεί δεόντως ως προνοείται στους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς αλλά ούτε έχουν συνδεθεί επαρκώς και/ή με τεκμηριωμένους ισχυρισμούς σε συνάρτηση με την ουσία του αιτήματος του ιδίου του Αιτητή.

 

Αναφορικά δε με τους γενικούς/ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς που καταγράφονται σποραδικά στο κείμενο της Γραπτής Αγόρευσης του συνηγόρου του Αιτητή για παραβίαση των διαδικασιών ασύλου διαπιστώνω από τα στοιχεία του διοικητικού του φακέλου (στο εξής «ΔΦ») ότι ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τη διαδικασία της συνέντευξης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Κατά την συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις από τον λειτουργό για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος του, όσο και τα επιμέρους ζητήματα που τον αφορούν, και ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία. Θεωρώ ότι οι πλείστες ερωτήσεις ήτο ανοικτού τύπου όπου ο Αιτητής μπορούσε να αναφέρει ό,τι επιθυμούσε, είχε την ευκαιρία να προσθέσει στοιχεία και να συμπληρώσει τις οποιεσδήποτε δηλώσεις του. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση και η διαδικασία συνέντευξης έγινε στην Αγγλική γλώσσα, κατανοητή στον Αιτητή. Υπάρχει δε υπογραφή του Αιτητή και του εξεταστή σε κάθε σελίδα της συνέντευξης του, ενώ και στο τέλος του εντύπου της συνέντευξης ο Αιτητής πιστοποίησε με την υπογραφή του επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες και απαντήσεις του που καταγράφηκαν κατά τη συνέντευξη και ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου τους (ερυθρά 29-20 ΔΦ). Εξάλλου, εάν ο Αιτητής δεν αντιλαμβανόταν την διαδικασία ή την οποιαδήποτε ερώτηση θα μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις (Βλέπε Abul Kalam Kalam ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 585). Συνεπώς, δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν. 73(I)/2018), προχωρεί σε εξέταση της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή και των στοιχείων του φακέλου του σε συνδυασμό με τους (υπολειπόμενους) εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που αφορούν έλλειψη δέουσας έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολόγησης και πλάνης της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου πρόκειται για αιτούντα άσυλο υπήκοο Νιγηρίας με καταγωγή χωριό Akegbe- Ugwu της κοινότητας  Ndiagu Attakwu, της τοπικής αυτοδιοίκησης (LGANkanu  West, της πολιτείας Enugu. Περί τον Αύγουστο του 2016 μετοίκησε στο Καμερούν όπου διέμενε στη πόλη  Kumba και έπειτα από 4 μήνες επέστρεψε στη Νιγηρία. Στη συνέχεια και μετά τη πάροδο ενός μηνός μετοίκησε στη πόλη  Gariki της πολιτείας Enugu όπου διέμενε μεέναν φίλο του. Ανέφερε ότι είναι Χριστιανός καθολικός και ανήκει στην εθνοτική ομάδα Igbo. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 18/10/19 και με το διαβατήριο του και φοιτητική θεώρηση ταξίδεψε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου όπου και εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατίας περιοχές τον 10ο/2019 (ερυθρά 29-24 ΔΦ). Κατά τη καταγραφή του αιτήματός του ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς καταδιωκόταν από τους Fulani για να τον σκοτώσουν. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι οι Fulani  σκότωσαν τον πατέρα του ενώ έκαψαν το σπίτι τους (ερυθρό 1 ΔΦ). Κατά την διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, επανέλαβε ότι κτηνοτρόφοι Fulani επιτέθηκαν στην οικογένεια του και τους σκότωσαν, ότι ο πατέρας του είχε ένα μεγάλο αγρόκτημα όπου καλλιεργούσε casava και yum, ότι οι κτηνοτρόφοι Fulani έφεραν τις αγελάδες τους να βοσκήσουν στο αγρόκτημα τους και ότι ο πατέρας του πυροβόλησε (με ένα αντικείμενο που δεν είναι όπλο) και οι αγελάδες φοβήθηκαν και έτρεξαν μακριά. Οι κτηνοτρόφοι Fulani τους απείλησαν ότι θα έρθουν για να τους εκδικηθούν και ότι τα μεσάνυχτα εισέβαλαν περίπου 40 κτηνοτρόφοι Fulani από τη στέγη του σπιτιού τους σκότωσαν ένα φοιτητή θεολογίας (Seminarian) ο οποίος ενοικίαζε δωμάτιο στο σπίτι τους, μαχαίρωσαν την αδερφή της μητέρας του η οποία ήταν 6 μηνών έγκυος (απεβίωσε) και μαχαίρωσαν επίσης την θυγατέρα και το γιο της θείας του. Ο Αιτητής διέφυγε από το παράθυρο του δωματίου του και λόγω αυτού του συμβάντος διέφυγε στο Καμερούν. Λόγω του ότι εκείνη την περίοδο ξεκίνησε η κρίση στο Καμερούν, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Νιγηρία. Σε διευκρινιστική ερώτηση εάν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της επίθεσης από τους Fulani ο απάντησε καταφατικά ενώ επιβεβαίωσε ότι πέραν της επίθεσης αυτής δεν θα εγκατέλειπε τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 23 ΔΦ). Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με την επίθεση των Fulani στο σπίτι όπου διέμενε ανέφερε ότι οι Fulani εισήλθαν στην οικία τους από  την οροφή, ενώ ο ίδιος μόλις άκουσε θόρυβο διέφυγε από το παράθυρο. Σε επιπλέον διευκρινιστικές ερωτήσεις για προηγούμενες αναφορές στο περιστατικό για τον πατέρα του διευκρίνισε ότι αναφερόταν για τον παππού του καθώς δεν είχε ποτέ πατέρα (ερυθρό 22 ΔΦ). Αναφορικά με τον φοιτητή θεολογίας  και τη θεία του υποδείχθηκε στον Αιτητή ότι πράγματι από έγκυρες πηγές διαπιστώνεται ότι φοιτητής όντως δολοφονήθηκε από τους κτηνοτρόφους αλλά στο εν λόγω περιστατικό  μαχαίρωσαν μία εγκυμονούσα γυναίκα και τραυματίστηκε ο σύζυγος της, η ηλικιωμένη μητέρα του και η κόρη τους – σε αντίθεση με τις πληροφορίες που παρουσίασε ο Αιτητής. Η απάντηση του Αιτητή επί αυτού ήτο ότι τα ειδησεογραφικά μέσα διαδίδουν οτιδήποτε για να κερδίζουν χρήματα ενώ ο ίδιος ανέφερε τα περιστατικά όπως τα γνωρίζει ο ίδιος και αφορούν την οικογένεια του (ερυθρά 22 ΔΦ). Στη συνέχεια κλήθηκε να αναφερθεί στο άρθρο όπου ο λειτουργός-εξεταστής του επισήμανε, όπου ο Αιτητής επανέλαβε τους ισχυρισμούς του.

 

Ο λειτουργός στα πλαίσια σύνταξης της έκθεσης/εισήγησης του αποδέχθηκε την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή απέρριψε όμως τον ισχυριζόμενο φόβο κατά της ζωής του από επίθεση που έκαναν οι κτηνοτρόφοι Fulani, στο σπίτι του. Κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του ήταν αβάσιμοι και ασαφείς, ενώ σημειώθηκαν σοβαρές αντιφάσεις και/ή ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες. Αναφορικά με τις δηλώσεις του ότι δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του ενώ σε μεταγενέστερη δήλωσή του ανέφερε ότι ο πατέρας του πυροβόλησε με αντικείμενο που δεν ήταν όπλο τις αγελάδες των κτηνοτρόφων με αποτέλεσμα να τις τρομάξει, ανάφερε ότι εννοούσε τον παππού του, δηλώσεις που κρίθηκαν αντιφατικές. Του επισημάνθηκε η αντίφαση των δηλώσεων του με εξωτερικές πηγές και/ή με σχετικό δημοσίευμα που περιέχει διαφορετικές πληροφορίες και όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει αυτές τις αντιφάσεις, ο κρίθηκε ότι  δεν μπόρεσε να δώσει επαρκείς διευκρινίσεις, λέγοντας μόνο ότι «οι ειδήσεις μπορούν να γράψουν οτιδήποτε». Το ίδιο συνέβη και όταν του ζητήθηκε να δικαιολογήσει γιατί τα δημοσιεύματα θα έλεγαν ψέματα για γεγονός που έγινε στο σπίτι του, πληροφορίες που κρίθηκαν ως μη ικανοποιητικές και επαρκείς από τον λειτουργό. Επιπλέον, επισημάνθηκε ότι σύμφωνα με δημοσιεύματα, η επίθεση ίσως προκλήθηκε από σχόλια της εγκύου γυναίκας προς τους Fulani την προηγούμενη μέρα, ενώ ο Αιτητής έδωσε μια διαφορετική εκδοχή αντίφαση την οποία όταν κλήθηκε να αποσαφηνίσει δεν το έπραξε. Καταληκτικά κρίθηκε ότι οι αναφορές του Αιτητή δεν παρουσίασαν την απαιτούμενη επάρκεια λεπτομερειών ενώ δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες καθώς και εντοπίστηκαν σοβαρές αντιφάσεις με αποτέλεσμα να τρωθεί ανεπανόρθωτα η εσωτερική του αξιοπιστία.

 

Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή (Βλέπε Nicolaou v. Minister of Interior a.ο. (1974) 3 C.L.R. 189Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14/03/13 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α.,  Α.Ε. Αρ. 153/2009, ημερ.14/01/14). Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς του συνηγόρου του Αιτητή, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό (εκτενείς πηγές προκύπτουν στα ερυθρά 68-33 ΔΦ). Μετά δε από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και αποδεικτικών στοιχείων[1] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί αυτού του σημείου του αιτήματος του, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημα του Αιτητή εμπεριέχει δηλώσεις που ελλείπουν βιωματικά στοιχεία, ευλογοφάνεια, συνοχή και λεπτομέρεια που να τεκμηριώνουν προσωπική εμπλοκή και δίωξη. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια. (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανός να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[3] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα. (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις του ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα και του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). Πέραν τούτου, προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις στο αφήγημα του σε συνάρτηση με εξωτερική πηγή που εντόπισε ο λειτουργός. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο ο Αιτητής θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης η κατάσταση στην περιοχή του Αιτητή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Σημειώνεται ότι, ο ίδιος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης του ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα του, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου[4] (σε αντίθεση με όσα παραπέμπει μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης που δεν συνδέονται ουσιωδώς με την περίπτωση του) επιβεβαιώνονται τα ευρήματα του λειτουργού ότι δηλαδή ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στον τόπο διαμονής, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών ορίζει την χώρα καταγωγής του Αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, ο ίδιος δεν έχει τεκμηριώσει ότι στην χώρα του δεν είναι ασφαλής λόγω των ειδικών του περιστάσεων. 

 

Με βάση όλα τα ανωτέρω δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα, αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλέπε  Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270).

 

Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. 

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023

[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.

[3] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[4] https://acleddata.com/explorer/ όσον αφορά τη πόλη Enugu τόπος τελευταίας διαμονής τoy Αιτητή, σύμφωνα με τη πιο πάνω βάση δεδομένων και κατά την ίδια περίοδο έχουν καταγραφεί 58 περιστατικά πολιτικής βίας με 72 ανθρώπινες απώλειες με πληθυσμό της πόλης Enugu να ανέρχεται στα 4,690,100.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο