ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 4384/2024
12 Δεκεμβρίου, 2025
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
H.S.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ζ. Ττοφαλή (κα) για Χ.Θ. Θεοδούλου (κος), Δικηγόροι για Αιτήτρια.
Ε. Παραδεισιώτη (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Η Αιτήτρια Παρούσα.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 07/10/24 (της κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου παραχώρησης στην Αιτήτρια καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή απόφαση του Δικαστηρίου για επανεξέταση/επαναξιολόγηση της Αιτήτριας από την αρμόδια αρχή και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια, υπήκοος Γουινέας, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 13/05/19, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της στις 13/09/24 και αυθημερόν συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση. Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης αυθημερόν, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος για την Αιτήτρια μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υιοθέτησε τους λόγους αιτήματος διεθνούς προστασίας, επαναλαμβάνοντας στοιχεία που αφορούν το αίτημα της. Ισχυρίστηκε ότι απουσιάζει έρευνα της αρμόδιας αρχής σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ειδικά σε σχέση με διαμάχες μεταξύ των φυλών Peul και Malinke και δεν αξιολογήθηκε κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούτο προστασίας λόγω απειλών σε μέλος της οικογενείας της, στοιχεία συνδεδεμένα με το αίτημα της (παραπέμποντας σε νομολογία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας). Τονίζεται ότι η Αιτήτρια δικαιούται, λόγω των περιστάσεων της καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση παρέλειψαν να αναζητήσουν όλα τα στοιχεία που αφορούν συνολικά τους λόγους που ώθησαν την Αιτήτρια να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Προβάλλονται επίσης νομικοί λόγοι ακύρωσης όπως παράβαση των αρχών Διοικητικού Δικαίου, Συντάγματος, ΕΣΔΑ, νομιμότητας, αρχή της αιτιολογίας, αρχή της ισότητας δικαίωμα ακρόασης, αρχής της ορθής ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας και/ή υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην λήψη απόφασης που έχει επιδράσει δυσμενώς στα δικαιώματα της Αιτήτριας. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκε ένορκη δήλωση της Αιτήτριας με επισυναπτόμενα έγγραφα, με σκοπό να ενισχύσει το αίτημα της (στοιχείο που θα αναλυθεί κατωτέρω).
Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και της έκθεσης/εισήγησης, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ανέφεραν ότι σε κανένα σημείο της συνέντευξης η Αιτήτρια αναφέρθηκε για στοχοποίηση λόγω της εθνοτικής της ομάδας ως Peul.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου της Αιτήτριας αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον ενδιαφερόμενο-αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
H Αιτήτρια με την αίτηση της για διεθνή προστασία δήλωσε μόνο ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή «My brother has a problem» (μετάφραση αιτήματος), χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για δίωξη της λόγω φυλής (δήλωσε στην αίτηση ότι είναι εθνοτικής καταγωγής sousou) (ερυθρά 13, 11, 4, 3 ΔΦ). Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου το προφίλ/προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας έγιναν αποδεκτά από τον εξεταστή-λειτουργό ότι είναι υπήκοος Γουινέας, μουσουλμάνα, εθνοτικής καταγωγής Peul, άγαμη, μορφωμένη με εργασιακή εμπειρία, ότι έχει ένα τέκνο το οποίο ζει στην χώρα της, ότι 3 αδέλφια της βρίσκονται στο Conacry και έχει επικοινωνία μαζί τους (όπου είναι ο τόπος καταγωγής/συνήθους διαμονής της) και ότι ταξίδεψε με τον μικρό αδελφό της (ερυθρά 57-55, 40, 38-36 ΔΦ).
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό της ήτοι ότι εγκατέλειψε την χώρα της λόγω απειλών που δέχθηκε ο αδελφός της από τον αδελφό της συντρόφου του αφού την κατέστησε έγκυο, αυτός απορρίφθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστος. Όπως η Αιτήτρια ανέφερε ο αδελφός της διατηρούσε σχέση με κοπέλα, αδελφός της οποίας είναι φημισμένος εγκληματίας, διαπληκτίστηκε με τον αδελφό της πρώτης και τον αναζητεί για να τον σκοτώσει διότι ατίμασε την οικογένεια τους. Κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήτο σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και σαφείς πληροφορίες στα θέματα που άπτονταν του πυρήνα του αιτήματος της και ότι οι δηλώσεις της ήταν μη συνεκτικές και/ή δεν είχαν την απαιτούμενη επάρκεια πληροφοριών. Ενώ ρωτήθηκε αν γνώριζε τον αδελφό της συντρόφου του αδελφού της και/ή το όνομα του απάντησε ρητώς ότι δεν τον γνωρίζει και/ή το όνομα του και δεν ήτο σε θέση να δώσει καμία πληροφορία επί του προσώπου του. Επίσης, ενώ κλήθηκε να απαντήσει τους λόγους που αυτό το πρόσωπο την αναζητούσε, αόριστα και ασαφώς απάντησε ότι ήτο διότι ο αδελφός της πήγε να μείνει μαζί της. Δεν ήτο σε θέση να δώσει καμία πληροφορία επί του διαπληκτισμού του αδελφού της και του προσώπου αυτού στην αγορά, ούτε ανέφερε ότι είχε οποιαδήποτε επαφή με τον άνθρωπο που κυνηγούσε τον αδελφό της και ούτε τους συνέβη οτιδήποτε μέχρι την αναχώρηση τους από την χώρα (ερυθρά 55-54, 35-34 ΔΦ).
Με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που κατατέθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/11/24, επαναλαμβάνει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της και προβάλει ότι λόγω της αιφνίδιας εγκατάλειψης της χώρας της (αφού οι άντρες του εγκληματία αυτού τους αναζητούσαν) δεν πρόλαβε να φέρει μαζί της αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν το αίτημα της, μετά δε την απόρριψη αίτησης ασύλου της, ενημέρωσης του δικηγόρου της και επικοινωνίας με τον αδελφό της – ο τελευταίος με την σειρά του ανάκτησε/εξασφάλισε στοιχεία τα οποία παρουσιάζει μέσω της ένορκης δήλωσης της.
Καταρχάς μετά από αξιολόγηση της Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπέρμετρη καθυστέρηση που επέδειξε για προσκόμιση εγγράφων σχετικών με το αίτημα ασύλου της. Θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται επαρκώς μέσω της δήλωσης της ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής της υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Αντιφατική είναι και η θέση της ότι αποχώρησε αιφνίδια από την χώρα της αφού κατά την συνέντευξη δήλωσε ότι δεν της συνέβη οτιδήποτε μέχρι την αναχώρηση τους από την χώρα. Ούτε η δικαιολογία της επαρκεί ότι μετά από συμβουλή των δικηγόρων της ο αδελφός της εξασφάλισε έγγραφα, καθότι δεν αποδεικνύει τον τρόπο και/ή ποιος του απέστειλε τα εν λόγω έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή μετά την πάροδο 5-6 ετών από την αναχώρηση τους από την χώρα καταγωγής[1].
Σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο, στα πλαίσια των εξουσιών του[2], προβαίνει σε αξιολόγηση των προσκομισθέντων εγγράφων/στοιχείων (με βάση τη νομολογία και τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο στο εξής «ΕΥΥΑ») τόσο σε συνάρτηση με τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και του περιεχόμενου/συμβατότητας τους με τις δηλώσεις της ίδιας και/ή των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου της. Λαμβάνονται, επίσης, δεόντως υπόψη (α) η συνάφειά τους με το αίτημα ασύλου, (β) η ύπαρξη του τύπου εγγράφων σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) ακρίβεια/λεπτομέρειες εγγράφων, (δ) εάν αποτελούν άμεση μαρτυρία ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, (ε) τον τύπο/τυποποιημένη μορφή ως προς την αξιολόγηση της γνησιότητάς/αυθεντικότητας τους, (στ) τη φύση/μορφή τους, και (ζ) τον συντάκτη τους[3]. Η αποδοχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας συναρτάται άμεσα με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που υποδεικνύει[4] και το επίπεδο απόδειξης συνίσταται στη στάθμιση των πιθανοτήτων σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Αποκλίνει, δηλαδή, ο τρόπος αξιολόγησης εγγράφων που προσκομίζονται από τους αιτούντες άσυλο από τους βασικούς κανόνες του δικαίου απόδειξης[5], καθότι σύμφωνα και με το Άρθρο 4 (1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (στο εξής «ΟΕΑΑ» (αναδιατύπωση), δεν υπάρχει γενική απαίτηση να τεκμηριώνονται όλες οι πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις[6]. Ως εκ τούτου, από τις αρχές που ήδη αναφέρθηκαν μπορεί να συναχθεί ότι η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να βασίζεται στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων – ήτοι συνδυασμού τόσο των δηλώσεων όσο και εγγράφων του αιτούντος[7].
Προχωρώντας σε αξιολόγηση της ενισχυτικής αξίας των προσκομισθέντων εγγράφων που αφορά τα Τεκμήρια Α-Δ καταλήγει το Δικαστήριο στα εξής συμπεράσματα:
(α) Τεκμήριο Α: Αντίγραφο κατ΄ ισχυρισμό φωτογραφίας του κατ΄ισχυρισμό διώκτη/εγκληματία με στρατιωτική στολή που αναζητεί την Αιτήτρια και τον αδελφό της. Η Αιτήτρια κατά την συνέντευξη δεν παρουσίασε καμία ουσιώδη πληροφορία σε σχέση με αυτό το άτομο (όνομα, χαρακτηριστικά και/ή οτιδήποτε άλλο συναφές ζήτημα), πρόβαλε δε αίφνης μέσω της Ένορκης Δήλωσης της και μετά την πάροδο 5 ετών ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο Doumbouya Mory. H φωτογραφία, όμως, από μόνη της ενός άγνωστου προσώπου που ουδέποτε συνδέθηκε με την αίτηση και/ή δηλώσεις της Αιτήτριας κατά την συνέντευξη δεν μπορεί να ενισχύσει την εσωτερική κριθείσα αναξιοπιστία της. Η δε αυθεντικότητα/γνησιότητα της φωτογραφίας δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τεκμηρίωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας οι οποίοι έχουν κριθεί ως εσωτερικά αναξιόπιστο αλλά ούτε την εξωτερική αξιοπιστία της.
(β) Τεκμήριο Β: Αντίγραφο κατ΄ ισχυρισμό φωτογραφιών τραυματισμού του αδελφού της. Η Αιτήτρια κατά την συνέντευξη δεν παρουσίασε καμία ουσιώδη πληροφορία σε σχέση με αυτό το ζήτημα, το πρόβαλε ομοίως μέσω της Ένορκης Δήλωσης της και μετά την πάροδο 5 ετών. Οι φωτογραφίες λόγω απεικόνισης/ποιότητας είναι μηδαμινής αποδεικτικής αξίας και από μόνες τους δεν μπορούν να ενισχύσουν ούτε την εσωτερική κριθείσα αναξιοπιστία της αλλά ούτε την εξωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας. Η δε αυθεντικότητα/γνησιότητα τους δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τεκμηρίωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας οι οποίοι έχουν κριθεί ως εσωτερικά αναξιόπιστοι.
(γ) Τεκμήριο Γ & Δ: Αντίγραφο κατ΄ισχυρισμό ειδοποίησης σύλληψης και φυλάκισης του Doumbouya Mory και εντάλματος εναντίον του μετά από καταγγελία αυτής και του αδελφού της. Καμία πληροφορία εισέφερε η Αιτήτρια επί αυτών των στοιχείων τόσο κατά την αίτηση διεθνούς προστασίας της όσο και κατά την συνέντευξη και/ή ουδέποτε δήλωσε ότι προέβη αυτή ή ο αδελφός της σε καταγγελία στις αρχές κατά του προσώπου αυτού, ούτε σε ερώτηση του λειτουργού απάντησε ότι είχε έγγραφα να καταθέσει. Επιπλέον, η Αιτήτρια κατά την συνέντευξη δεν παρουσίασε καμία ουσιώδη πληροφορία σε σχέση με αυτό το άτομο (όνομα, χαρακτηριστικά και/ή οτιδήποτε άλλο συναφές ζήτημα), πρόβαλε δε αίφνης μέσω της Ένορκης Δήλωσης της και μετά την πάροδο 5 ετών ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο Doumbouya Mory. Ομοίως δε, ως τα ανωτέρω έγγραφα, η αυθεντικότητα/γνησιότητα τους δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τεκμηρίωση των ισχυρισμών της οι οποίοι έχουν κριθεί ως εσωτερικά αναξιόπιστοι. Σημειώνεται, επί τούτου ότι τα έγγραφα χρονολογούνται από το 2018, πρώτη φορά παρουσιάζονται και δεν δικαιολογείται/τεκμηριώνεται ο τρόπος εξασφάλισης τους ειδικά αφού κατ΄ ισχυρισμό πρόκειται για έγγραφα που αφορούν τρίτο πρόσωπο (ούτε την Αιτήτρια ούτε τον αδελφό της) και εκδόθηκαν από αρμόδιες αρχές της Γουινέας.
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας[8] των όσων τέθηκαν τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή εγγράφων και δηλώσεων της κατά την συνέντευξη και κατά την ακροαματική διαδικασία οι ισχυρισμοί της δεν τεκμηριώνονται. Το αφήγημα της με την μαρτυρία που προσκόμισε ενέχει στοιχεία κενών, ασυνεπειών και σοβαρών ελλείψεων. Παρουσιάζονται σωρεία πληροφοριών που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των δηλώσεων της και η ίδια δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών της[9]. Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια θα αναμενόταν να είναι πιο συγκεκριμένη λόγω της ισχυριζόμενης προσωπικής της εμπειρίας, να παράσχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια τόσο στο Δικαστήριο όσο και στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της. Το Δικαστήριο αφού διεξήλθε των λεπτομερειών της συνέντευξης επιβεβαιώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του περί δίωξής της από πρόσωπο εγκληματία λόγω της προσωπικής εμπλοκής του αδελφού της με την αδελφή του εν λόγω προσώπου (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023, βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος άσυλο (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης της και σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών).
Ατυχής είναι και η προσπάθεια του συνηγόρου της Αιτήτριας να συνδέσει το αίτημα της με λόγους εθνοτικής καταγωγής. Καμία πληροφορία δόθηκε επί τούτου – ως λόγος δίωξης – από την Αιτήτρια κατά την αίτηση ή την συνέντευξη της. Από έρευνα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η φυλή Peul (ή Fula ή Fulani) κατοικεί κυρίως στην περιοχή Fouta Djallon και η γλώσσα τους ονομάζεται Pulaar.[10] Όσον αφορά την εθνοτική σύνθεση των κατοίκων της χώρας, από το 2018, το CIA World Factbook εκτιμά ότι οι Fulani (Peuhl) αποτελούν το 33,4 τοις εκατό, οι Malinke 29,4 τοις εκατό, οι Susu 21,2 τοις εκατό, οι Guerze 7,8 τοις εκατό, οι Kissi το 6,2 τοις εκατό και οι Toma 1 τοις εκατό.[11] Υπάρχουν φυλετικές διαμάχες μεταξύ Peul και Malinke, οι οποίες επεκτείνονται και στην πολιτική καθώς οι περισσότεροι οπαδοί του UFDG είναι Peul ενώ του RPG (κόμμα του Alpha Conte) είναι Malinke. Αν και οι Peul είναι η πληθυσμιακά επικρατούσα φυλή και «εκπροσωπούν την κύρια πνευματική, οικονομική και θρησκευτική δύναμη», «η ομάδα εκλαμβάνεται ως απειλή από άλλες κοινότητες».Αναφορές για διακρίσεις βάσει φυλής γίνονται σε σχέση με την εργασία και τον τόπο διαμονής ενώ διακοινοτικές εντάσεις σημειώνονται κατά τις περιόδους εκλογών, σύμφωνα με πλήθος πηγών.[12] Σημειώνεται επί τούτου ότι δεν προκύπτει ούτε με τα όσα δηλώθηκαν από την Αιτήτρια ποια είναι πραγματικά η εθνοτική της καταγωγή αφού στην αίτηση της καταγράφηκε ως εθνοτικής καταγωγής Sousou ενώ στην συνέχεια δήλωσε Peul. Δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της, είτε ότι καταδιώκεται από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000)). Σε αντίθεση δε με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος της και σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διαπιστώνεται ότι δεν παρατηρούνται ένοπλες συγκρούσεις στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής και περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια και/ή δεν υφίσταται κατάσταση αδιάκριτης βίας. Σχετικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Γουινέα, σύμφωνα με το RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), η Γουινέα δεν βρίσκεται υπό καθεστώς εσωτερικής ή διεθνούς ένοπλης σύρραξης[13], από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με στοιχεία από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), επιβεβαιώνονται τα στοιχεία της έκθεσης. Ως προς την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Conakry, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους σημειώθηκαν μόλις 5 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία ωστόσο δεν επέφεραν κάποια ανθρώπινη απώλεια[14]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Conakry ανέρχεται στους 2.300.600 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2025.[15] Εξάλλου, η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε ειδικά ότι υπάρχει ένοπλη σύρραξη και/ή αδιάκριτη βία στην περιοχή της κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου της. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[16].
Η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και κατά τη συνέντευξη της έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές της περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί η ενδιαφερόμενη να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες της, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει είτε με τις απαντήσεις είτε με άλλα αποδεικτικά μέσα επαρκώς το αίτημα της.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1600 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Κανονισμός 3 και 10 του περί τις Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμού του 2019 έως 2022 (3/2019)
[2]Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023, (Ν. 73(I)/2018)
[3]EASO, Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15
[4]EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 01/02/2018, σελίδα 21
[5] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), ON κατά Refugee Appeals Tribunal & Ors [2017] IEHC 13, σκέψη 63.
[6]Ibid 4, σελίδα 82.
[7] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality& Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, σκέψη 11, αρχή 4: «Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας πρέπει να γίνεται με βάση την πλήρη εικόνα που διαμορφώνεται από το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων και πληροφοριών, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους».
[8]Ibid 4, σελίδα 73
[9] Η απόφαση του ΕΔΔΑ, M.A. κατά Ελβετίας, προσφυγή αριθ. 52589/13, σκέψεις 62-67 παρέχει μια χρήσιμη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τη βαρύτητα που δόθηκε σε κλήτευση και απόφαση τις οποίες υπέβαλε ο αιτών, επιβεβαιώνοντας στη σκέψη 62 ότι το αληθές της ιστορίας του αιτούντος πρέπει επίσης να αξιολογείται στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων εγγράφων
[10] Britannica, Guinea, available at: https://www.britannica.com/place/Guinea
[11] CIA – Central Intelligence Agency: World Fact Book. Guinea, updated 12 December 2023.
[12] EASO, COI Query, Conflicts between the Malinke and Peul in Conakry, 27 September 2018, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/1452162/1830_1542969880_gin-q116.pdf ; BTI 2020 Country Report, Guinea, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2029568/country_report_2020_GIN.pdf ; HRW – Human Rights Watch: Guinea: Deaths, Criminality in Post-Election Violence, 24 July 2018, available at: https://www.ecoi.net/en/document/1439336.html ; BBC, Guinea elections: Alpha Condé wins third term amid violent protests, 24 October 2020, available at: https://www.bbc.com/news/world-africa-54657359 ;
Freedom House: Freedom in the World 2014 - Guinea, 23 January 2014, available at: https://www.ecoi.net/en/document/1273855.html
[13] RULAC, Geneva Academy, map, available at: https://www.rulac.org/browse/map
[14] ACLED, Conflict Data, Data Platforms, Guinea, Conakry https://acleddata.com/platform/explorer,
[16] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο