M.S. κ.α. ν. Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας (Υπηρεσίας Ασύλου), Υπόθ. Αρ.: 4684/2024, 1/12/2025
print
Τίτλος:
M.S. κ.α. ν. Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας (Υπηρεσίας Ασύλου), Υπόθ. Αρ.: 4684/2024, 1/12/2025
M.S. κ.α. ν. Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας (Υπηρεσίας Ασύλου), Υπόθ. Αρ.: 4684/2024, 1/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 4684/2024

01 Δεκεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    M.S., από Ιράν

2.    Μ.Μ., από Λεμεσό

Αιτήτριες

-και-

 

Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας (Υπηρεσίας Ασύλου)

 

Καθ’ ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Α. Ιωάννου (κος) για Μ.CH. Michael LLC, Δικηγόροι για Αιτήτριες.

Θ. Βασιλάκη (κα) Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 24/10/24, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της Αιτήτριας 1 (περιλαμβάνεται στο αίτημα και η Αιτήτρια 2) για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Οι Αιτήτριες είναι υπήκοοι Ιράν. Η Αιτήτρια 1 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 10/03/22. Στις 24/07/24 και 10/09/24  πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις της στην Υπηρεσία Ασύλου και στις 26/09/24 ετοιμάστηκε έκθεση με εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Στις 08/10/24 απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. 

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο συνήγορος για τις Αιτήτριες κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υιοθέτησε τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας, περιόρισε δε τους νομικούς και/ή πραγματικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην έλλειψη δέουσας έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολογίας και πλάνης, απέσυρε δε ρητώς όλους τους υπόλοιπους λόγους όπως αυτοί καταγράφονται στην αίτηση και Γραπτή Αγόρευση.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση απαντούν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα, ότι απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη παραπέμποντας ταυτόχρονα στα στοιχεία της έκθεσης/εισήγησης και του διοικητικού φακέλου. Αναφέρουν ότι η Αιτήτρια 1 δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, για λόγους ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή αντιλήψεων, καθότι κρίθηκε κρίθηκε αναξιόπιστη και/ή εφόσον δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης των Αιτητριών αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε σχετικάΔημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος).

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου των Αιτητριών, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας 1 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν και του ανήλικου τέκνου της του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Ως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής «ΔΦ») κατά την καταγραφή του αιτήματός της Αιτήτριας 1, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, δήλωσε νυμφευμένη, ότι εγκατέλειψε τη χώρα της αεροπορικώς και εισήλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα στις 26/11/21. Κατά το στάδιο της συνέντευξης της ανέφερε ότι είναι γεννήθηκε στο Αράκ του Ιράν, ότι είναι άθεη και δεν ασπάζεται πλέον το Ισλάμ, ενώ μελετά τον Χριστιανισμό. Ανέφερε ότι είναι νυμφευμένη από τις 16/01/15, για περίπου 10 έτη με Ιρανό υπήκοο ο οποίος επίσης διαμένει Κύπρο μαζί με την Αιτήτρια 1 και ήταν επίσης αιτητής ασύλου (η αίτηση του οποίου ωστόσο έχει απορριφθεί) και έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο, γεννηθείσα στις  05/09/22, Αιτήτρια 2 στη παρούσα προσφυγή. Ανέφερε ότι οι γονείς της οι δύο αδελφές της και οι δύο αδελφοί της διαμένουν στο Αρακ του Ιράν με τους οποίους επίσης διατηρεί επικοινωνία. Ως προς επαγγελματικό της υπόβαθρο ανέφερε ότι στο Ιράν εργαζόταν σε εταιρεία, ενώ οικονομικά την στήριζε ο πατέρας της και αφού παντρεύτηκε την στήριζε ο σύζυγός της. Ανέφερε ότι διέμενε στο Αράκ όλη της ζωή, ενώ μετακόμισε στο Kish όταν παντρεύτηκε. Όταν ο σύζυγός της έφυγε για να αιτηθεί διεθνή προστασία στη Κύπρο, η Αιτήτρια επέστρεψε στη πατρική της οικία στο Αράκ, όπου διέμενε μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε το Ιράν.

 

Με βάση την αίτηση ασύλου της καταγράφει ότι εγκατέλειψε τη χώρα της εξαιτίας της ανασφάλειας που αισθανόταν όταν διέμενε με την οικογένεια του συζύγου της, ότι ο αδελφός του συζύγου της επιχείρησε να την κακοποιήσει σεξουαλικά αλλά όταν ανέφερε το περιστατικό στα πεθερικά της αυτοί υποστήριξαν τον αδελφό του συζύγου της, ότι τα πεθερικά της δεν είχαν εγκρίνει ποτέ τον γάμο τους, ότι ήτο αυστηροί και βαθιά θρησκευόμενοι και λόγω της επιρροής τους αναγκάσθηκε να αποσιωπήσει το περιστατικό, ότι ο πεθερός της την κατηγόρησε ότι ευθύνεται για τη φυγή του συζύγου της (υιού του) στο εξωτερικό και ότι δικαστήριο την  καταδικάστηκε σε 20 χτυπήματα με μαστίγιο (lushes). Ανέφερε δε  ότι κατάφερε να πληρώσει πρόστιμο αντί της καταδίκης και ότι ήλθε στη Κύπρο για να επανενωθεί με τον σύζυγό της. Κατά το στάδιο της συνέντευξής της πρόβαλε ότι οι οικογένειές τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου της δεν ενέκριναν την σχέση που διατηρούσαν επί 13 χρόνια. Η οικογένεια του συζύγου της όπως ανέφερε ήταν βαθιά θρησκευόμενη και τα περισσότερα μέλη της εργάζονταν στην Κυβέρνηση και ενώ κάποια μέλη της οικογένειας ήταν μέλη της Sepah. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης ζωής τους και ενώ διέμεναν στη περιοχή Kish, εργαζόταν σε κατάστημά ειδών ένδυσης ενώ ο σύζυγός της ήταν οδηγός ταξί. Μετά από περίπου ένα χρόνο που διέμεναν στο Kish τους επισκέφθηκε ο πατέρας του συζύγου της ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να ενταχθεί στη Sepah, ωστόσο ο σύζυγός της δεν ενδιαφερόταν. Σύμφωνα με την ίδια, ο πεθερός της την κατηγορούσε για την απόφαση του συζύγου της να εγκαταλείψει τη χώρα και άσκησε επανειλημμένες πιέσεις και ψευδείς κατηγορίες εις βάρος της. Παράλληλα, αντιμετώπισε ανάρμοστη και άσεμνη συμπεριφορά από τον κουνιάδο της, ο οποίος της πρότεινε να δημιουργήσουν εξωσυζυγική σχέση και επιχείρησε να την παρενοχλήσει. Η Αιτήτρια 1 αποκάλυψε στο πεθερό της την άσεμνη συμπεριφορά του κουνιάδου της, ο οποίος στη συνέχεια την κατηγόρησε για καταστροφή περιουσίας (κινητού τηλεφώνου), για συκοφαντία κατά του κουνιάδου της και ότι η ίδια εξανάγκασε τον σύζυγό της να εγκαταλείψει το Ιράν. Ακολούθησαν καταγγελίες και δικαστικές διαδικασίες και παρά τις εξηγήσεις που παρείχε, επιβλήθηκαν εις βάρος της οικονομικές κυρώσεις. Ανέφερε, ότι τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα υγείας της πεθεράς της επιδεινώθηκαν και η οικογένεια του συζύγου της απέδωσε στην Αιτήτρια 1 την  ευθύνη για την κατάσταση, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς της, συνοδεύτηκε από περαιτέρω στοχοποίηση και εκφοβισμό προς την ίδια και τα μέλη της δικής της οικογένειας. Από προτροπή του συζύγου της εγκατέλειψε το Ιράν και ένα μήνα αργότερα η πεθερά της απεβίωσε, ενώ η οικογένεια του συζύγου της συνέχισε να ενοχλεί την οικογένεια της. Η ίδια έχει στοχοποιηθεί και κατηγορηθεί επανειλημμένως για τον θάνατο της πεθεράς της (ερυθρό 44-42 ΔΦ). Ερωτηθείσα τι ενδέχεται να της συμβεί εάν επιστρέψει ανέφερε ότι η οικογένεια του συζύγου της ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της ίδιας και της μητέρας της, καθώς και να επιχειρήσει να της στερήσει την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της (Αιτήτρια 2). Σε μεταγενέστερες διευκρινιστικές ερωτήσεις υποστήριξε ότι οικογένεια του συζύγου της κατέστρεψε το αυτοκίνητο του αδελφού της, η ίδια κατά τη διάρκεια της έγγαμης ζωής της στο Ιράν και συγκεκριμένα αφού μετοίκησε με τον σύζυγό της στο Kish εξαναγκάστηκε στην παραδοσιακή  ιρανική ένδυση πλήρους κάλυψης (Chador). Αναφορικά με τις πιέσεις που δεχόταν ο σύζυγός της για να ενταχθεί στη Sepah, υποστήριξε ότι αρχικά τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από την εργασία του ως οδηγός ταξί, ενώ ο εργοδότης του ήταν επίσης μέλος της Sepah και τον απέλυσε με σκοπό να του εξασκήσει πίεση. Ο πεθερός της, συμπλήρωσε, ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της Sepah καθώς ήταν υπεύθυνος για την προστασία των συνόρων του Ιράν αποστέλνοντας στρατεύματα στα σύνορα της χώρας.

 

Αναφορικά με το περιστατικό άσεμνης επίθεσης, ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε τον κουνιάδο της προκειμένου να συγχαρεί τον ίδιο και τη σύζυγό του για τη γέννηση του νεογέννητου παιδιού τους αλλά διαπίστωσε ότι ήτο μόνος στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους, φέρεται να της ανέφερε ότι επιθυμούσε να συνάψουν εξωσυζυγική σχέση. Πρόσθεσε, επί αυτού, ότι όταν ήταν περίπου 10 ετών δεχόταν επανειλημμένως παρενόχληση από γείτονά της και ότι όταν ανέφερε στη μητέρα της την άσεμνη συμπεριφορά του κουνιάδου της βίωσε εκ νέου τα περιστατικά που βίωνε όταν ήταν σε νεαρότερη ηλικία. Ωστόσο διευκρίνισε ότι η παρενόχληση που βίωσε σε νεαρότερη ηλικία δεν διαδραμάτισε οποιοδήποτε ρόλο στην απόφασή της να εγκαταλείψει το Ιράν. Κληθείσα να αναφερθεί στις καταγγελίες που υπέβαλε εναντίον της ο πεθερός της ισχυρίστηκε ότι οι καταγγελίες αφορούσαν 3 κατηγορίες, ήτοι το διασυρμό του κουνιάδου της, καταστροφή ιδιοκτησίας και ότι η ίδια εξανάγκασε τον σύζυγό της να εγκαταλείψει το Ιράν. Όσον αφορά τα στοιχεία που προσκόμισε ο πεθερός της στο Δικαστήριο υποστήριξε ότι παραχώρησε μόνο το κατεστραμμένο κινητό τηλέφωνο ενώ η ίδια αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες. Όσον αφορά τη δικαστική διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν μπορούσε να ανακαλέσει ακριβείς ημερομηνίες κατά τις οποίες εμφανίστηκε ενώπιων Δικαστηρίου, δήλωσε ωστόσο ότι η πρώτη εμφάνιση ήταν κατά ή περί τον Αύγουστο του 2020, ενώ έλαβε απόφαση περίπου 5 μήνες αργότερα, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να πληρώσει χρηματικό ποσό (περίπου €300) ως αποζημίωση για το κατεστραμμένο τηλέφωνο του πεθερού της. Σε διευκρινιστική ερώτηση αναφορικά με την δήλωση της ότι κατηγορήθηκε ότι εξανάγκασε τον σύζυγό της να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της αναφέρθηκε σε επιπλέον ισχυρισμούς, απάντησε ότι κατά τη καταγραφή δεν της ζητήθηκε να περιγράψει όλα τα γεγονότα. Ερωτηθείσα για την αναφορά της στη καταγραφή του αιτήματός της ότι φιμώθηκε αναφορικά με το περιστατικό με τον κουνιάδο της ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της αναφέρθηκε σε σύγκρουση με την οικογένεια του συζύγου της απάντησε ότι εννοούσε ότι ο κουνιάδος της τη παρακάλεσε να μην αναφέρει το περιστατικό πουθενά. Ερωτηθείσα τον λόγο που ανέφερε κατά τη καταγραφή του αιτήματός της ότι ο κουνιάδος της επιχείρησε να την βιάσει, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της αναφέρθηκε σε αγγίγματα στο χέρι και στο πόδι, απάντησε ότι εάν του το επέτρεπε θα την βίαζε. Σε επιπλέον διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με την αναφορά της κατά την καταγραφή του αιτήματός της ότι καταδικάστηκε σε 20 χτυπήματα με μαστίγιο, εξήγησε ότι η εν λόγω καταδίκη αφορούσε την κατηγορία της «ενόχλησης προς την οικογένεια του συζύγου της» και τις κατηγορίες που αφορούσαν τον κουνιάδο της. Τόνισε δε ότι στο Ιράν, στις γυναίκες παρέχεται η δυνατότητα να εξαγοράσουν την καταδίκη τους με την καταβολή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού το οποίο και έκανε. Κληθείσα να αναφερθεί στην προγενέστερη δήλωσή της, σύμφωνα με την οποία η οικογένεια του συζύγου της θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της ή της μητέρας της, ή να της αποστερήσει την κηδεμονία του παιδιού της (Αιτήτρια 2), πρόβαλε περιστατικό καταστροφής του αυτοκινήτου του αδελφού της από την οικογένεια του συζύγου της, υποβολή σχετικής καταγγελίας και ότι ο πεθερός της κατά την παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε στον αδελφό της ότι θα συνεχίσουν να τους ενοχλούν μέχρι να πεθάνει η μητέρα τους, ή ότι θα σκοτώσουν την Αιτήτρια 1, ή ότι θα της αποστερήσουν το παιδί της. Αναφορικά με τη καταστροφή του αυτοκινήτου του αδελφού της ανέφερε ότι από κάμερα ασφαλείας καταγράφηκε ένα άτομο σε δίκυκλο όχημα να ρίχνει οξύ στο αυτοκίνητο του αδελφού της ενώ εξαιτίας του ότι το περιστατικό συνέβη κατά τις βραδινές ώρες ο δράστης δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί. Ερωτηθείσα για τον λόγο που εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο πεθερός της ή, γενικότερα, η οικογένεια του συζύγου της, ακόμη και μετά την πάροδο περισσοτέρων των δύο ετών από το τελευταίο περιστατικό (2022), θα μπορούσαν να προβούν σε πράξεις βλάβης σε βάρος της ίδιας ή της μητέρας της, απάντησε ότι θεωρεί τον πεθερό της εκδικητικό και εκτίμησε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της χωρίς τη συνοδεία του συζύγου της, ο πεθερός της ενδέχεται να της αποστερήσει την κηδεμονία του παιδιού της. Η Αιτήτρια 1 επικαλέστηκε τη σχετική νομοθεσία του Ιράν, σύμφωνα με την οποία, σε απουσία του πατέρα του ανήλικου τέκνου, η κηδεμονία ανατίθεται στον παππού από την πλευρά του πατέρα. Ερωτηθείσα εκ νέου για την αιτία του φόβου της σχετικά με τη ζωή της ίδιας ή της μητέρας της, έχοντας υπόψη ότι πέρασαν πάνω από δύο έτη χωρίς νέα περιστατικά και ότι η οικογένειά της εξακολουθεί να διαμένει στο Αράκ, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ο κύριος φόβος της αφορά την κηδεμονία του παιδιού της, η οποία ενδέχεται να περιέλθει στην οικογένεια του συζύγου της κατά την επιστροφή της στο Ιράν. Πρόσθεσε ότι οι δύο οικογένειες είχαν ανέκαθεν προβλήματα μεταξύ τους και δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα τις ενδεχόμενες μελλοντικές ενέργειες της οικογένειας του συζύγου της. Επιπλέον, ανέφερε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της μαζί με τον σύζυγο και το παιδί του εξακολουθεί να ανησυχεί ότι η οικογένεια του συζύγου της ενδέχεται να προβούν σε πράξεις για να βλάψει την ίδια ωστόσο θα μπορούσε να ζητήσει προστασία από την αστυνομία η οποία είθισται να υποστηρίζει τον άντρα και την οικογένεια του.

 

Στη συνέχεια κληθείσα να αναφερθεί στη δήλωσή της ότι είναι άθεη, ανέφερε ότι το Ισλάμ είναι εναντίον των δικαιωμάτων των γυναικών  και των γενικών γενικότερα. Πλέον η ίδια δεν πιστεύει στο Ισλάμ ενώ μαθαίνει περισσότερα για τον χριστιανισμό. Κληθείσα να περιγράψει την αναφορά της ότι το ισλάμ είναι εναντίον των γυναικών και των δικαιωμάτων της ανέφερε ότι σε διάφορα εγκλήματα όπως για παράδειγμα βιασμούς ή σκοτωμούς ένας άντρας μπορεί να απελευθερωθεί μετά από 5-6 χρόνια κράτηση σε φυλακή ενώ εάν μία γυναίκα κατηγορηθεί για μοιχεία την καταδικάζουν σε θάνατο ενώ παράλληλα ο σύζυγός της μπορεί να είναι πολυγαμικός. Ερωτηθείσα σχετικά με τον χριστιανισμό ανέφερε ότι άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα ενώ η γυναίκα τυγχάνει σεβασμού. Ερωτηθείσα εάν σε υποτιθέμενη επιστροφή της στο Ιράν φοβάται ότι μπορεί να της συμβεί οτιδήποτε που θα την θέσει σε κίνδυνο εξαιτίας των θρησκευτικών της πεποιθήσεων απάντησε με βεβαιότητα ότι αισθάνεται ανασφαλής καθώς στο Ιράν δεν επιτρέπεται η μεταστροφή σε άλλη θρησκεία. Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να μεταγκατασταθεί σε άλλη περιοχή του Ιράν, όπως για παράδειγμα στη Τεχεράνη, ανέφερε η οικογένεια του συζύγου της και δη ο πεθερός της ως μέλος της Sepah και ο κουνιάδος της ως μέλος του στρατού μπορούν να την εντοπίσουν οπουδήποτε.

 

Κατά τη δεύτερή της συνέντευξη, ημερομηνίας 10/09/24 η Αιτήτρια 1 κλήθηκε να αναφερθεί στη δικαστική κλήση που προσκόμισε κατά την πρώτη της συνέντευξη η οποία λόγω κακής ποιότητας δεν ήταν δυνατή η μετάφρασή της, ανέφερε ότι επρόκειτο για αντίγραφο της σχετικής κλήσης και δεν υπάρχει άλλο έγγραφο καλύτερης ποιότητας. Εν συνεχεία η Αιτήτρια κλήθηκε να περιγράψει τη σύγκρουση μεταξύ του πεθερού της, του κουνιάδου της και του πατέρα της η οποία προέκυψε μετά από συζήτηση του συζύγου της με τη μητέρα του. Περιέγραψε ότι κατά την επίσκεψη του κουνιάδου της και του πεθερού της στο σπίτι της, μέσω του θυροτηλεφώνου ο πατέρας της άνοιξε την πόρτα και ο κουνιάδος με απαξιωτικούς/προσβλητικούς χαρακτηρισμούς απαίτησε όπως η Αιτήτρια 1 κατέβει. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, την κατηγόρησε για την εισαγωγή της μητέρας του στο νοσοκομείο και ισχυρίστηκε ότι ο σκοπός της ήταν να βλάψει την οικογένειά του. Ακολούθησε λογομαχία μεταξύ του πατέρα της και του κουνιάδου της, η οποία κλιμακώθηκε σε σωματική επίθεση, η οποία διακόπηκε μόνο με την παρέμβαση των γειτόνων. Το περιστατικό αυτό συνέβη περί/κατά τον 9ο/2021 ωστόσο δεν μπορούσε να ανακαλέσει την ακριβή ημερομηνία. Ανέφερε ότι για το περιστατικό αυτό εκδόθηκε δικαστική απόφαση για έτερα μέρη τα οποία όφειλαν να πληρώσουν σχετικό χρηματικό ποσό. Η Αιτήτρια 1 βρισκόταν ήδη στη Κύπρο κατά την εκδοθείσα απόφαση, και εγκυμονούσε οπότε η οικογένεια της για να μην την αναστατώσει δεν την ενημέρωνε για όλα τα περιστατικά. Σε μεταγενέστερες διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με το περιστατικό σύγκρουσης των δύο οικογενειών αλλά και την σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι έχει δηλώσει όσα γνωρίζει και δεν γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες.

 

Στη συνέχεια, κλήθηκε να αναφερθεί για τη σχέση της με τη θρησκεία της όπου ανέφερε ότι ενώ προέρχεται από οικογένεια Μουσουλμάνων δεν ασπάζεται πλέον τον Μουσουλμανισμό. Πρόσθεσε ότι το ισλάμ είναι θρησκεία που προωθεί την βία καθώς άνθρωποι προβαίνουν σε εγκλήματα στο όνομα του Ισλάμ, όπως ο λιθοβολισμός των γυναικών. Επιπλέον, στη Κύπρο έχει έρθει σε επαφή με τον Χριστιανισμό και προγραμματίζει να παρακολουθήσει σχετικά μαθήματα, ενώ η ίδια θεωρεί τον εαυτό της ως Χριστιανή.  Ανέφερε ότι την μεταστροφή της από το Ισλάμ δεν την αντιλήφθηκε κάποιο κοντινό της πρόσωπο ενώ το γνωρίζει ο σύζυγός της ο οποίος επίσης ενδιαφέρεται για τον Χριστιανισμό. Δήλωσε ότι, μετά την απομάκρυνσή της από το Ισλάμ, δεν αντιμετώπισε αρνητικές συνέπειες, ότι στο κοινωνικό περιβάλλον του Ιράν τα άτομα που δεν ασκούν ή δεν αποδέχονται το Ισλάμ δεν είναι ευπρόσδεκτα και υφίστανται έντονη αμφισβήτηση, ενώ δεν επιτρέπεται η δημόσια συζήτηση άλλων θρησκειών. Υποστήριξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράν, δεν θα αντιμετώπιζε πρόβλημα εφόσον δεν εξέφραζε δημόσια τις πεποιθήσεις της. Ανέφερε ότι είχε γνώση των κινδύνων που συνεπάγεται η αλλαγή ή εγκατάλειψη της ισλαμικής θρησκείας στο Ιράν, καθώς – όπως είπε – η άσκηση άλλης θρησκείας μπορεί να επιφέρει τιμωρία από την κυβέρνηση. Παρά ταύτα, δηλώνει ότι αποδέχθηκε αυτό τον κίνδυνο και ότι η απόφασή της επηρεάστηκε από τη βία που, όπως θεωρεί, σχετίζεται με το θρησκευτικό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε. Αναφερόμενη στη μητέρα της, περιέγραψε ότι ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενη, επιμελής στην προσευχή, την ανάγνωση του Κορανίου και την τήρηση της νηστείας. Ως λόγους απομάκρυνσής της από το Ισλάμ, επικαλέστηκε την υπόθεση ενός γνωστού θρησκευτικού δασκάλου στο Ιράν, ο οποίος – σύμφωνα με όσα εκείνη δήλωσε – κακοποίησε ανήλικα αγόρια και δεν αντιμετώπισε συνέπειες λόγω της υψηλής του θέσης. Στη σύγκριση των αντιλήψεών της με το Ισλάμ, δήλωσε ότι επηρεάστηκε αρνητικά από εγκληματικές πράξεις που, κατά την άποψή της, τελούνται από μουσουλμάνους, καθώς και από τη διαφορετική μεταχείριση ανδρών και γυναικών. Ανέφερε επίσης ότι στο Ιράν ορισμένες πράξεις, όπως η θανάτωση παιδιού από τον πατέρα, δεν τιμωρούνται, κάτι που θεωρεί αντίθετο με τις αρχές που – όπως είπε – ισχύουν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όταν ρωτήθηκε να περιγράψει την τρέχουσα θρησκευτική της πίστη, απάντησε ότι δεν έχει ολοκληρώσει τα σχετικά μαθήματα για τον Χριστιανισμό τα οποία ανέμενε να ξεκινήσουν στη γλώσσα φαρσί, τον Σεπτέμβριο (2024). Ερωτηθείσα εκ νέου να αναφέρει στις θρησκευτικές τις πεποιθήσεις ανέφερε ότι  δεν είναι οι ίδιες με το Ισλάμ ενώ σε επαναλαμβανόμενη σχετική ερώτηση ανέφερε ότι θεωρεί τη πίστη της καλύτερη από το Ισλάμ. Κληθείσα να περιγράψει πως η πίστη της διαφέρει από το Ισλάμ ανέφερε ότι  αυτά που γνωρίζει και άκουσε μέσω άλλων μεταστραφέντων, είναι ότι ο Χριστιανισμός είναι πολύ καλύτερος από το Ισλάμ ενώ δεν υποχρεώνεσαι να κάνεις τίποτα, τα δικαιώματα άνδρα και γυναίκας είναι ίσα και υπάρχει ελευθερία. Ανέφερε ότι έχει συζητήσει τη θρησκεία της με φίλες που έχει γνωρίσει κατά τη παραμονή της στο κέντρο πρώτης υποδοχής Πουρνάρα ενώ σε σχετική συζήτηση οι φίλες της της ανέφεραν ότι αφού μεταστράφηκαν στον Χριστιανισμό είναι πιο ήρεμες και δεν έχουν άγχος, ενώ της ανέφερε ότι οι χριστιανοί είναι πιο καλοσυνάτοι από τους Μουσουλμάνους. Γνωρίζουν δε τον Ιησού ως τον Θεό της καλοσύνης. Επιπλέον ανέφερε ότι αφού μεταστράφηκαν στον Χριστιανισμό έχουν καλύτερη ζωή και δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα (ερυθρό 66-65, ΔΦ). Κληθείσα να αναφερθεί με λεπτομέρειες σχετικά με το τι θεωρεί αξιόλογο στον Χριστιανισμό η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ο άντρας και η γυναίκα είναι ίσοι ενώ  σε σχέση με την άσκηση της νέας χριστιανικής της θρησκείας στην καθημερινότητά της, δήλωσε δε κατ’ επανάληψη ότι δεν γνωρίζει πολλά για τον Χριστιανισμό. Στη συνέχεια πρόβαλε ότι δεν θεωρεί ακόμη τον εαυτό της ότι είναι Χριστιανή ενώ όταν της επισημάνθηκε η αντίφαση στην οποία υπέπεσε, καθώς σε προγενέστερη δήλωσή της ανέφερε ότι θεωρεί τον εαυτό της Χριστιανή, δεν μπόρεσε επαρκώς να αιτιολογήσει (ερυθρό 64, 2χ ΔΦ). Υποστήριξε ότι η μεταστροφή της επιβεβαιώθηκε όταν η κόρη της (Αιτήτρια 2) όταν ήταν τριών μηνών, έπρεπε να υποβληθεί σε καρδιολογική εξέταση, πριν από την οποία η ίδια προσευχήθηκε σε κοντινή εκκλησία για την υγεία της κόρης της· στη συνέχεια πληροφορήθηκε από την ιατρική εξέταση ότι η κόρη της ήταν υγιής (ερυθρό 64, 3χ ΔΦ). Όταν ρωτήθηκε ποια είναι η τρέχουσα σχέση της με τον Θεό, απάντησε, ότι μεταβαίνει στην αυλή της εκκλησίας και κάθε Τετάρτη και Κυριακή και ανάβει ένα κερί (ερυθρό 63, 1χ ΔΦ). Όταν ρωτήθηκε για τη σχέση της πρακτικής αυτής με τη χριστιανική θρησκεία, απάντησε ότι προβαίνει στο άναμμα του κεριού για την δική της ηρεμία ενώ είχε η ίδια είχε συνδέσει την πρακτική αυτή με τη σχέση της με τον Θεό, λέγοντας ότι δεν σχετίζεται καθόλου με τον Χριστιανισμό και ότι ήταν απλώς πρόταση της γειτόνισσάς της όταν η κόρη της θεραπεύτηκε από την ασθένεια (ερυθρό 63, 1χ ΔΦ). Ερωτηθείσα πως διαφέρει η τρέχουσα σχέση της με τον Θεό από την περίοδο που ήταν μουσουλμάνα ανέφερε ότι έχει αποδεχθεί τον Χριστιανισμό, έχει καλό προαίσθημα και μισεί το Ισλάμ (ερυθρό 63, 2χ ΔΦ). Ερωτηθείσα τι πιστεύει ως Χριστιανή, απάντησε ότι πιστεύει στη καλοσύνη, στην ισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών και ότι δεν υπάρχει βία ενώ αυτά είναι όσα έχει ακούσει από φίλους της. Ερωτηθείσα πως αυτές οι έννοιες αναφέρονται στην Χριστιανική θρησκεία ανέφερε ότι της τα  αναφέρει όλα μία φίλη της ενώ η ίδια δεν γνωρίζει πολλά για την θρησκεία. Όταν ρωτήθηκε για τις Χριστιανικές γιορτές στη Κύπρο,  δήλωσε ότι είχε γιορτάσει τον μήνα νηστείας, τα γενέθλια της Μαρίας και τα γενέθλια του Ιησού. Ειδικότερα, και ερωτηθείσα σχετικά, για τον μήνα νηστείας δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τη σημασία της εορτής, ενώ ως προς τον τρόπο εορτασμού ανέφερε ότι οι Χριστιανοί δεν επιτρέπεται να τρώνε κρέας εκείνο τον μήνα ή να πίνουν γάλα, μπορούν ωστόσο να τρώνε ρύζι και κάποια άλλα τρόφιμα. Ερωτηθείσα εάν έχει αλλάξει η ζωή της με οποιονδήποτε τρόπο μετά την μεταστροφή της στο Χριστιανισμό ανέφερε ότι είναι πιο ήρεμη, πιο άνετη με λιγότερα προβλήματα και άγχος. Όταν ρωτήθηκε εάν έχει βαπτιστεί, απάντησε ότι δεν έχει βαπτιστεί διότι δεν έχει Αγία Γραφή στη γλώσσα φαρσί. Ερωτηθείσα εάν επιστρέψει στο Ιράν πως θα επηρεαστεί η ζωή της δήλωσε ότι η ζωή της θα είναι πολύ δύσκολη, ότι μόνο το Ισλάμ είναι αποδεκτή θρησκεία, ότι δεν επιτρέπετε η μεταστροφή και ότι κάτι τέτοιο τιμωρείται με θάνατο. Ως πως το πως θα εξασκεί την Χριστιανική θρησκεία στη χώρα της ανέφερε ότι εφόσον δεν γνωρίζει τις χριστιανικές πρακτικές, δεν ασκεί καμία μορφή χριστιανικής λατρείας. Κληθείσα να τοποθετηθεί επί της αναφοράς της κατά την πρώτη της συνέντευξη, ότι άρχισε να αμφισβητεί το Ισλάμ πριν από 7-8 έτη, ενώ κατά τη δεύτερη συνέντευξή της, δήλωσε ότι άρχισε να αμφισβητεί το Ισλάμ μετά την είσοδό της στην Κυπριακή Δημοκρατία και κατόπιν σχετικών συζητήσεων με γειτόνισσά της ανέφερε ότι πράγματι  η αρχική της αμφισβήτηση έναντι του Ισλάμ ξεκίνησε πριν 7-8 έτη, πρόσθεσε ωστόσο ότι περίπου έναν χρόνο πριν μεταβλήθηκε πλήρως η θρησκευτική της άποψη. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι το Ισλάμ περιλαμβάνει πολυάριθμους κανόνες και βιβλία αναφορικά με εγκλήματα και τιμωρίες, γεγονός που άρχισε να αμφισβητεί ήδη από την προαναφερθείσα περίοδο. Μετά την άφιξή της στην Κύπρο και την επαφή της με πολλούς Ιρανούς που είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό, δήλωσε ότι η απόρριψη του Ισλάμ εντάθηκε, ενώ κατά τη διαμονή της στην Κυπριακή Δημοκρατία άρχισε να γνωρίζει σε μεγαλύτερο βάθος τη χριστιανική πίστη. Ερωτηθείσα να αναφερθεί στο γεγονός που την οδήγησε, πριν από 7-8 έτη, να αμφισβητήσει το Ισλάμ, δήλωσε ότι τότε είχε ακούσει για τη δράση των ISIS, παράλληλα, ανέφερε ότι είχε παρακολουθήσει ορισμένα βίντεο στα οποία εμφανίζονταν άτομα που έφεραν τη σημαία του Ισλάμ και εισέρχονταν σε κατοικίες χωρίς άδεια, αρπάζοντας γυναίκες και παιδιά και θανατώνοντας τα μέλη των οικογενειών τους. Πρόσθεσε δε ότι είχε ακούσει πως ορισμένοι άνδρες «δωρίζουν» τις συζύγους τους στους ISIS (ερυθρό 62-61 ΔΦ). Ερωτηθείσα με ποιο τρόπο θα εξέφραζε τις χριστιανικές της πεποιθήσεις σε περίπτωση επιστροφής της, δήλωσε ότι θα παρακολουθούσε κρυφά μαθήματα σχετικώς με τον Χριστιανισμό και ότι θα προωθούσε και θα κήρυττε την εν λόγω πίστη με διακριτικό τρόπο και αποκλειστικά σε ασφαλές περιβάλλον και μόνο προς άτομα και φίλους τους οποίους εμπιστεύεται. Παρόλο που, όπως ανέφερε, δεν κατέχει ακόμη επαρκείς γνώσεις για τον Χριστιανισμό, θεωρεί τον εαυτό της Χριστιανή, καθότι ενδιαφέρεται για τη συγκεκριμένη θρησκεία. Πρόσθεσε ότι πλέον γνωρίζει περισσότερα για τον Χριστιανισμό σε σύγκριση με όσα γνώριζε κατά τη διάρκεια της πρώτης συνέντευξης (ερυθρό 60, 1χ ΔΦ).

 

Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε έξι ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας 1, ήτοι: (α) ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής, (β) ότι ο κουνιάδος της της πρότεινε εξωσυζυγική σχέση τον 5ο/2020, (γ) ότι καταδικάστηκε από Δικαστήριο μετά από καταγγελία του πεθερού της, υπόθεση που εκδικάστηκε τον 8ο/2020, (δ) ότι θεωρήθηκε υπεύθυνη για την ασθένεια της πεθεράς της - γεγονός που οδήγησε σε δικαστική διαμάχη μεταξύ της ίδιας και της οικογένειας του συζύγου της μετά από σωματική συμπλοκή στο σπίτι της, (ε) ότι τον 12ο/2021 η πεθερά της απεβίωσε και θεωρήθηκε υπεύθυνη ενώ μέλη της οικογένειας του συζύγου της έριξαν οξύ στο αυτοκίνητο του αδελφού της τον 1ο/2022 και φώναξαν επανειλημμένα έξω από το σπίτι των γονέων της, (στ) ότι έχει μεταστραφεί στον Χριστιανισμό μετά την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ενώ οι υπόλοιποι απορρίφθηκαν ως εσωτερικά μη αναξιόπιστοι (ερυθρό 115-95 ΔΦ).

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό κρίθηκε ότι  οι δηλώσεις της υπήρξαν ανεπαρκώς λεπτομερείς και μη επαρκώς εξατομικευμένες. Η περιγραφή της για τη συμπεριφορά του κουνιάδου της κρίθηκε ως επιφανειακή και χωρίς ουσιαστική εξειδίκευση των πράξεων που την έκαναν να αισθανθεί άβολα. Δεν παρείχε λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο απέφυγε την κατάσταση, παρά το γεγονός ότι αργότερα ανέφερε ότι εκείνος της εμπόδιζε την έξοδο από την οικία του. Σημειώθηκε, επίσης, ότι υπήρχαν σημαντικές ασυνέπειες/αντιφάσεις στις δηλώσεις της καθώς στην αίτηση της ανέφερε απόπειρα βιασμού, ενώ στη συνέντευξη μίλησε για πρόταση εξωσυζυγικής σχέσης την οποία απέρριψε και δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει αυτήν την απόκλιση. Επιπλέον, στην αίτηση δήλωσε ότι «φιμώθηκε» λόγω των διασυνδέσεων της οικογένειας του συζύγου της, ενώ αυτό δεν αναφέρθηκε στη συνέντευξη. Συμπερασματικά απορρίφθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός λόγω μη τεκμηριωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας (ερυθρό 110-108 ΔΦ).

 

Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες ημερομηνίες για την εξέλιξη της υπόθεσης, αναφέροντας μόνο ενδεικτικά ότι η πρώτη ακροαματική διαδικασία έλαβε χώρα περίπου τον 8ο/2020, ότι η δεύτερη δύο μήνες αργότερα και ότι η απόφαση εκδόθηκε πέντε μήνες μετά. Δεν παρείχε λεπτομέρειες για τις συνεδριάσεις, περιοριζόμενη στο ότι ο πεθερός της προσκόμισε μόνο το σπασμένο κινητό, ότι δεν υπήρξαν μάρτυρες και ότι η ίδια δεν είχε δικηγόρο. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι υπήρξαν σημαντικές ασυνέπειες/αποκλίσεις σε σύγκριση με την αίτηση ασύλου καθώς αρχικά είχε αναφέρει ότι ο πεθερός της την κατηγόρησε μόνο για το ότι ανάγκασε τον σύζυγό της να διαφύγει στο εξωτερικό, ενώ στη συνέντευξη ανέφερε τρεις κατηγορίες. Όταν της επισημάνθηκε η αντίφαση, δήλωσε απλώς ότι κατά τη καταγραφή του αιτήματος της δεν της ζητήθηκε να καταγράψει όλη την ιστορία. Αντίστοιχες αντιφάσεις διαπιστώθηκαν σχετικά με την ποινή καθώς στη αίτηση της κατέγραψε ότι καταδικάστηκε σε 20 χτυπήματα με μαστίγιο, ενώ στη συνέντευξη δήλωσε ότι η μόνη ποινή ήταν η υποχρέωση καταβολής χρηματικού προστίμου για το κατεστραμμένο κινητό του πεθερού της. Σε μεταγενέστερη διευκρινιστική ερώτηση, αναθεώρησε ξανά, αναφέροντας ότι τα 20 χτυπήματα επιβλήθηκαν λόγω της επίσκεψής της στο σπίτι της οικογένειας του συζύγου της και της κατηγορίας κατά του κουνιάδου της. Ωστόσο, προηγουμένως είχε αρνηθεί ότι υπήρξαν άλλες κυρώσεις πέραν της αποζημίωσης, γεγονός που υπονόμευσε σοβαρά την αξιοπιστία της. Οι δηλώσεις της σχετικά με τη διαδικασία εξαγοράς της ποινής ήταν επίσης γενικόλογες και χωρίς εξατομικευμένα στοιχεία, παρά το σημαντικό προσωπικό βάρος μιας τέτοιας εμπειρίας. Δεν παρείχε συγκεκριμένη περιγραφή της διαδικασίας, περιοριζόμενη στο ότι «το δικαστήριο παρέχει αριθμό λογαριασμού και γίνεται πληρωμή». Τέλος, εντοπίστηκε ασυνέπεια και ως προς το έγγραφο που η ίδια υπέβαλε μεταξύ των συνεντεύξεων καθώς αρχικά το χαρακτήρισε ως δικαστική κλήση, αργότερα ως δικαστική απόφαση, και ακολούθως ανέφερε ότι τη διαφοροποίηση στις δηλώσεις οφείλεται σε παρεξήγηση. Συνολικά, οι δηλώσεις της σχετικά με τη σύγκρουση με τον πεθερό της και τη δικαστική διαδικασία κρίθηκαν ως στερούμενων ουσιωδών λεπτομερειών και συνοχής. Οι αντιφάσεις, και ιδίως εκείνες που αφορούν την ποινή των 20 χτυπημάτων από μαστίγιο, την οποία αρχικά δεν ανέφερε παρά την εκτεταμένη σχετική εξέταση, καθιστούν αδύνατη την τεκμηρίωση του ισχυρισμού της. Κατά την εξωτερική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ισχυρισμού αυτού ο λειτουργός-εξεταστής αναφερόμενος στο έγγραφο που υποβλήθηκε, το οποίο όπως η ίδια δήλωσε επρόκειτο για δικαστική απόφαση, σημειώνει ότι είναι τόσο κακής ποιότητας ώστε να το καθιστά αδύνατο να αναγνωστεί, ακόμα και από την ίδια. Ελλείψει αναγνώσιμου περιεχομένου και δεδομένου ότι πρόκειται για αντίγραφο, η αποδεικτική του αξία κρίθηκε ως εξαιρετικά χαμηλή. Δεδομένου, επίσης του γεγονότος ότι η Αιτήτρια 1 δεν υπέβαλε κανένα άλλο έγγραφο και η αδυναμία της να προσκομίσει οποιοδήποτε αναγνώσιμο αποδεικτικό έγγραφο από τα πολλαπλά έγγραφα επικοινωνίας που ισχυρίστηκε ότι αντάλλαξε με το δικαστήριο, ενισχύει, σύμφωνα με τον λειτουργό την αμφισβήτηση ως προς την αξιοπιστία της. Συμπερασματικά, απέρριψε και τον ισχυρισμό της που σχετίζεται άμεσα και με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο οποίος επίσης απορρίφθηκε, και δεδομένου ότι δεν τεκμηριώθηκε εσωτερική αξιοπιστία, η αξιολόγηση του γεγονότος κρίθηκε ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί (ερυθρό 108-106 ΔΦ).

 

Αναφορικά με τον τέταρτο ισχυρισμό κρίθηκε επίσης ως αναξιόπιστος καθότι οι περιγραφές της σχετικά με τα περιγραφόμενα γεγονότα κρίθηκαν ως επαναλαμβανόμενες τοποθετήσεις στερούμενες συγκεκριμένων λεπτομερειών. Δήλωσε ότι ο πεθερός και ο κουνιάδος της χρησιμοποίησαν το θυροτηλέφωνο για να εισέλθουν, ότι ο κουνιάδος της φώναζε με θυμό κατηγορώντας την και ότι στη συνέχεια ο πατέρας της και ο κουνιάδος της ενεπλάκησαν σε σωματική αντιπαράθεση. Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει μία λεπτομερή, βήμα προς βήμα βιωματική περιγραφή των γεγονότων. Δεδομένου ότι ήτο παρούσα κατά τη διάρκεια της διαπλοκής αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει περισσότερη ουσιαστική λεπτομέρεια και ειδικότερη περιγραφή της αλληλεπίδρασης μεταξύ του πατέρα και του κουνιάδου της. Ούτε μπόρεσε να αναφέρει σχετική ημερομηνία του περιστατικού, ενώ  σε νέα ερώτηση για προσέγγιση της ημερομηνίας, ανέφερε μόνο ότι πιστεύει πως συνέβη τον 9ο/2021 - αναμενόταν να μπορέσει να δώσει περισσότερες και πιο ακριβείς πληροφορίες. Ούτε μπόρεσε να παράσχει λεπτομέρειες για τη μετέπειτα δικαστική διαδικασία σχετικά με το περιστατικό και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικό πλαίσιο πέραν του ότι η ακρόαση έλαβε χώρα ενώ, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, η ίδια βρισκόταν ήδη στη Κύπρο. Όταν ζητήθηκαν λεπτομέρειες για τη διαδικασία, απάντησε μόνο ότι και οι δύο πλευρές πλήρωσαν ένα χρηματικό πρόστιμο, ενώ κληθείσα να παράσχει περαιτέρω εξειδίκευση, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει περισσότερα επειδή ήταν έγκυος και η οικογένειά της δεν ήθελε να την στενοχωρήσει. Σε ερωτήσεις για λεπτομέρειες της δικαστικής απόφασης απάντησε παρομοίως ότι έχει ήδη πει ό,τι γνωρίζει, και ότι της τα μετέφερε η μητέρα της. Δεδομένου δε ότι το περιστατικό αφορούσε άμεσα μέλη της στενής οικογένειας και ότι η Αιτήτρια 1 βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία μαζί τους, ο λειτουργός έκρινε ότι θα αναμενόταν να διαθέτει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη δικαστική εξέλιξη και η αδυναμία της να το πράξει υπονομεύει την αξιοπιστία της. Συνολικά, κρίθηκε ότι δεν κάλυψε το απαιτούμενο αποδεικτικό βάρος και οι δηλώσεις της κρίθηκαν ότι στερούνταν λεπτομερειών και επαρκούς εξειδίκευσης καθιστώντας αδύνατη την στοιχειοθέτηση της αξιοπιστία της τόσο για το περιστατικό της συμπλοκής όσο και για την επακόλουθη δικαστική διαδικασία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν παρούσα στο πρώτο γεγονός και ότι το δεύτερο επηρέασε άμεσα την οικογένειά της θα αναμενόταν, σύμφωνα με τον λειτουργό-εξεταστή να μπορεί να παράσχει σαφέστερες και πιο λεπτομερείς περιγραφές. Αξιολογώντας την εξωτερική της αξιοπιστία επί αυτού και λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αιτήτρια δεν υπέβαλε κανένα έγγραφο σχετικά με τα προαναφερθέντα γεγονότα, κατέληξε ότι δεν ήταν δυνατό να διερευνηθούν τα γεγονότα σε εξωτερικές πηγές (ερυθρό 106-104 ΔΦ).

 

Αναφορικά με τον πέμπτο ισχυρισμό της κατά την εσωτερική αξιολόγηση κρίθηκε επίσης ως αναξιόπιστος καθότι οι δηλώσεις της επί αυτού θεωρήθηκαν ως γενικόλογες, με ελλιπείς λεπτομέρειες και συχνά ασύνδετες ή επαναλαμβανόμενες και χωρίς συνοχή. Συγκεκριμένα καταγράφεται λεπτομερώς στην έκθεση/εισήγηση ότι η Αιτήτρια 1 δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με σαφήνεια τον λόγο για τον οποίο η οικογένεια του συζύγου της τη θεωρούσε υπεύθυνη, πέρα από τη γενική αναφορά ότι η υγεία της πεθεράς της επιδεινώθηκε (για ιατρικά προβλήματα τα οποία προϋπήρχαν). Σημειώνεται, επίσης ότι όταν της ζητήθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα ή περιστατικά που να καταδεικνύουν παρενοχλήσεις ή απειλές προς την ίδια ή την οικογένειά της, οι απαντήσεις της ήταν ασύνδετες και συχνά δεν απαντούσαν στο ερώτημα. Αναφορικά με το περιστατικό παρενόχλησης μετά τον θάνατο της πεθεράς της κατά το οποίο η Αιτήτρια 1 περιέγραψε ότι η οικογένεια του συζύγου της φώναζε έξω από το σπίτι των γονέων της, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένα επεισόδια, ημερομηνίες, περιεχόμενο των απειλών ή τυχόν αντιδράσεις των γειτόνων ή των αρχών. Αναφορικά με την επίθεση με οξύ στο αυτοκίνητο του αδελφού της, ενώ αρχικά ανέφερε ότι οι κάμερες ασφαλείας δεν κατέγραψαν το οτιδήποτε, σε μεταγενέστερη δήλωσή της αντίθετα υποστήριξε πως υπήρξε βιντεοσκοπημένο υλικό που έδειχνε άτομο σε μοτοσικλέτα να ρίχνει οξύ, αν και χωρίς αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι δεν μπόρεσε να δώσει σαφείς πληροφορίες για την αστυνομική καταγγελία, το αρμόδιο τμήμα, το περιεχόμενο της δήλωσης ή το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας ενώ δεν ήταν σε θέση ούτε να αναφέρει πότε διεξήχθη η σχετική δίκη ή σε ποιο στάδιο βρίσκεται, δηλώνοντας ότι δεν έχουν συζητήσει για το ζήτημα για αρκετό διάστημα. Αναφορικά με την φερόμενη απειλή από τον πεθερό της, δεν παρείχε συνεκτική περιγραφή των συνθηκών, των μαρτύρων, ούτε της ακριβούς διατύπωσης της απειλής. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι το περιστατικό συνέβη περίπου τον 5ο/2022  χωρίς, ωστόσο σύμφωνα με τον λειτουργό, να παραθέσει σε πρόσθετες πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν τη σοβαρότητα ή τη συνέχεια του κινδύνου. Συνολικά, οι δηλώσεις της επί αυτού του ισχυρισμού κρίθηκαν ότι στερούνταν λεπτομέρειας και συνοχής με αποτέλεσμα να υπονομεύουν την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Επιπλέον δε η ίδια επιβεβαίωσε ότι μετά τον 5ο/2022 δεν έλαβαν χώρα άλλα περιστατικά, γεγονός που σύμφωνα με τον λειτουργό δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί συνεχιζόμενης ή έντονης απειλής. Ούτε κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής της αξιοπιστίας προσκόμισε οποιαδήποτε τεκμηρίωση σχετικά με τα αναφερόμενα περιστατικά, πλην μίας κλήσης σε δικαστήριο, η οποία όμως δεν επαρκούσε για την απόδειξη των καταγγελλομένων γεγονότων. Συμπερασματικά ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη ότι ο συγκεκριμένος  ισχυρισμός εξαρτάται/συνδέεται από τους ανωτέρω ισχυρισμούς 2-4  οι οποίοι έχουν επίσης απορριφθεί, και λόγω της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων της απέρριψε και αυτόν τον ισχυρισμό (ερυθρό 104-102 ΔΦ).

 

Αναφορικά με τον έκτο ισχυρισμό της για μεταστροφή της στον Χριστιανισμό μετά την άφιξή της καταγράφηκε ότι οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από ασυνέπειες, έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και απουσία συνεκτικής περιγραφής της προσωπικής της θρησκευτικής πορείας. Διαπιστώθηκαν αντιφάσεις στις δηλώσεις της ως προς τη θρησκευτική ταυτότητα της καθότι κατά την πρώτη συνέντευξη δήλωσε ότι δεν ανήκει σε θρήσκευμα και ότι ίσως ασπαστεί τον Χριστιανισμό στο μέλλον, ενώ στη δεύτερη συνέντευξη δήλωσε αρχικά ότι θεωρεί τον εαυτό της χριστιανή και αργότερα ότι δεν θεωρεί ακόμη ότι έχει μεταστραφεί ενώ οι εξηγήσεις που έδωσε κρίθηκαν επαρκείς. Επιπλέον οι αναφορές της σε προσωπική αλλαγή κρίθηκαν γενικόλογες και στερεοτυπικές, χωρίς να αναφέρεται σε βιωματική πνευματική διεργασία ενώ δεν μπόρεσε να εξηγήσει τι ακριβώς την οδήγησε στη νέα πίστη καθώς υπέπεσε, σύμφωνα με τον λειτουργό σε έλλειψη γνώσεων και πρακτικής της χριστιανικής θρησκείας. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι δεν γνωρίζει βασικές ιστορίες, διδασκαλίες ή προσευχές και ότι δεν ασκεί κάποια χριστιανική πρακτική, οι αναφορές της σε χριστιανικές εορτές κρίθηκαν ανακριβείς και χωρίς επίγνωση της θρησκευτικής σημασίας τους ενώ παράλληλα δεν έχει βαπτιστεί και δεν μπορούσε να εξηγήσει την εξέλιξη της θρησκευτικής της πορείας. Ο λειτουργός έκρινε επίσης ότι υπέπεσε σε ασυνέπειες αναφορικά το πότε και γιατί απομακρύνθηκε από το Ισλάμ, καθώς κατά τη πρώτη συνέντευξη ανέφερε ότι άρχισε να αμφισβητεί το Ισλάμ στο Ιράν πριν 7–8 χρόνια και κατά τη δεύτερη συνέντευξη δήλωσε ότι αμφισβήτησε την πίστη της μετά την άφιξή της στην Κύπρο ενώ σύμφωνα με τον λειτουργό υπήρξε αδυναμία στην Αιτήτρια να εξηγήσει επαρκώς την αντίφαση αυτή. Συνολικά, ο λειτουργός διέκρινε ότι οι δηλώσεις της δεν περιείχαν τα αναμενόμενα επίπεδα λεπτομέρειας, συνοχής και προσωπικής εμβάθυνσης που απαιτούνται για να τεκμηριωθεί πραγματική θρησκευτική μεταστροφή. Κατά την εξωτερική αξιολόγηση του ισχυρισμού της ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αιτήτρια 1 δεν υπέβαλε κανένα έγγραφο σχετικό με τη φερόμενη μεταστροφή της και παρόλο που αναφέρθηκε σε γενικές αναφορές της στους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι χριστιανοί μεταστραφέντες στο Ιράν (πληροφορίες που ευθυγραμμίζονται με διεθνείς πηγές) ωστόσο η ίδια, δεν απέδειξε ότι έχει πραγματικά μεταστραφεί κατά την εσωτερική της αξιοπιστία (ερυθρό 102-99 ΔΦ).

 

Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού (επί των έξι (6) ισχυρισμών της Αιτήτριας 1) ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14/03/13). Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς του συνηγόρου της Αιτήτριας 1, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος της και σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό (όπως ζητήματα επιμέλειας τέκνου βάσει ιρανικού δικαίου και μεταστροφής θρησκείας στο Ιράν ερυθρά 91-76 ΔΦ). Μετά δε από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και εγγράφων[1] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία επί του συνόλου του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται ούτε κρίνεται ως αληθοφανής. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Στο αφήγημα της Αιτήτριας προκύπτουν δηλώσεις από τις οποίες ελλείπει το στοιχείο επαρκούς λεπτομέρειας και συνοχής και/ή είναι διάσπαρτη η μη τεκμηρίωση των ισχυρισμών της σε όλη τη συνέντευξη λόγω της μη παροχής επαρκών ημερομηνιών και/ή δικαστικών διαδικασιών (για την οικογενειακή διαφωνία/διαμάχη) που οδηγούν αναμφίβολα σε μη προσωπική εμπλοκή και δίωξη (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανή να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[3] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί, η απουσία επαρκών αναφορών/δηλώσεων της στο πρόσωπο του συζύγου της στο συνολικό αφήγημα της (λ.χ. τον ρόλο που διαδραμάτισε σε όλο αυτό το βίωμα που υποστηρίζει ότι είχε ήτοι δηλώσεις/παραινέσεις/υποδείξεις προς τα πεθερικά της/γονείς του). Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας 1 ότι κατά την επιστροφή της ενδέχεται να χάσει την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της προκύπτει από εξωτερικές πηγές ότι η επιμέλεια παιδιών μετά από διαζύγιο, η μητέρα έχει προτεραιότητα έως την ηλικία των επτά ετών· μετά την ηλικία αυτή, η επιμέλεια μεταβιβάζεται στον πατέρα[4] στην παρούσα περίπτωση όμως δεν προκύπτουν τέτοια στοιχεία από το αίτημα της, αφού παραμένει με τον σύζυγο της στη Δημοκρατία και ο γάμος τους βρίσκεται σε ισχύ. Παράλληλα, ούτε υπάρχουν ζητήματα στην παρούσα υπόθεση που να αφορούν ίσα δικαιώματα σε θέματα διαζυγίου και/ή επιμέλειας παιδιών[5]. Περαιτέρω, προβληματισμός δημιουργείται (στην συνολική της εσωτερική αναξιοπιστία) αναφορικά με τον ισχυρισμό της να μεταστραφεί στον Χριστιανισμό και τους λόγους που απέρριψε το Ισλάμ, καθότι από τις απαντήσεις της προκύπτει ότι υιοθέτησε κυρίως αυτή τη θέση μετά από επικοινωνία με ομοεθνείς της και/ή άλλους αιτητές ασύλου ενώ βρισκόταν στο κέντρο υποδοχής, εξέλιπε εμφανώς το βιωματικό στοιχείο και/ή κρίνεται συνοπτική, ρηχή και ελλιπής στις δηλώσεις της επί του χριστιανισμού. Μέσα δε από τις ερωτήσεις του λειτουργού της δόθηκε η ευκαιρία να αποσαφηνίσει τους λόγους που την οδήγησαν να ασπαστεί τη νέα θρησκεία αλλά οι απαντήσεις της ήταν ανεπαρκείς και συγκεχυμένες. Ούτε οι απαντήσεις της σε ερωτήσεις για τις αλλαγές στη ζωή της από τη μεταστροφή της θεωρούνται ικανοποιητικές και ενώ της δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξει τις σκέψεις της σχετικά με τη Χριστιανική πίστη με ερωτήσεις ανοικτού τύπου, δεν κατόρθωσε να προβάλει ουσιαστική και βιωματική αναφορά σε αυτή, ούτε να δώσει λεπτομέρειες σχετικά με την απόφασή της και με την εσωτερική αλλαγή που ένιωσε λόγω της πράξης της. Οι απαντήσεις της για τις γνώσεις της για τη Χριστιανική πίστη ήταν επιφανειακές και ανεπαρκείς και χωρίς να είναι σε θέση να εισχωρήσει σε πολλές και εις βάθος λεπτομέρειες. Ούτε γνώση επέδειξε και για βασικές πληροφορίες που και πάλι αυτό δεν αρκεί από μόνο του προκειμένου να τεκμηριωθεί η μεταστροφή της σε μια άλλη θρησκεία. Από έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές προκύπτει ότι οι συνθήκες για αποστασία από το Ισλάμ, θρησκευτικές ελευθερίες, θρησκευτικές μειονότητες[6] και θρησκευτικούς αντιφρονούντες[7] παραμένουν δυσχερείς στο Ιράν. Οι αρχές υποβάλλουν τους κρατούμενους για θρησκευτικούς λόγους σε βασανιστήρια και σκληρές τιμωρίες, μεταξύ άλλων αρνούμενες να τους παράσχουν ιατρική περίθαλψη. Η κυβέρνηση συνέχισε επίσης να παρενοχλεί, να εκφοβίζει και να στοχοποιεί συστηματικά τις θρησκευτικές μειονότητες μέσω αυθαίρετων συλλήψεων, εξαναγκαστικών εξαφανίσεων, αναγκαστικού κλεισίματος επιχειρήσεων, καταστροφής περιουσιών και προώθησης ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο. Η ιρανική κυβέρνηση πραγματοποίησε πάνω από 900 εκτελέσεις το 2024 και εξέδωσε δεκάδες θανατικές ποινές για κατηγορίες θρησκευτικής φύσης[8]. Ειδικά υπάρχουν δυσμενείς συνέπειες και σκληρή μεταχείριση από τις αρχές σε πρόσωπα με αποκλίνουσα προσηλυτιστική δραστηριότητα και ηγεσία σε δίκτυο ευαγγελικού χριστιανισμού[9]. Η εσωτερική αξιοπιστία, όπως αναλύεται πιο πάνω, δεν τεκμηριώθηκε από την Αιτήτρια 1 και ο έλεγχος εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω επίσημων πηγών πληροφόρησης έπεται της τεκμηρίωσης εσωτερικής αξιοπιστίας του αιτούντος. Δεν θα μπορούσε, συνεπώς, η αρμόδια αρχή λόγω της κατάστασης στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας 1 (για τους μεταστραφέντες/θρησκευτικές ελευθερίες) γενικά να θεωρήσει εξ υπαρχής ότι καθίσταται αυτομάτως η Αιτήτρια 1 ως πρόσφυγας. Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έπεισε για το υπαρκτό οιασδήποτε μορφής δίωξης (Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023,(Ν.6(Ι)/2000) αλλά ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα και του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας 1 δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της Αιτήτριας 1 εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όσον αφορά περιφερειακά ζητήματα ασφάλειας, αναφέρεται ότι τον 4ο/2024, το Ιράν εξαπέλυσε μαζικές επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) κατά του ισραηλινού εδάφους[10] και ακολούθως το Ισραήλ πραγματοποίησε αεροπορική επίθεση στην πόλη Ισφαχάν, κοντά σε αεροπορική βάση και πυρηνική εγκατάσταση, ως αντίποινα, γεγονός που οδήγησε σε άμεση αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών[11](σημειώνεται ότι έχει υπάρξει πλήρης αποκλιμάκωση προς το παρόν). Παραθέτοντας δε περαιτέρω ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία της κατάστασης ασφαλείας το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED (“Armed Conflict Location and Event Data Project”) για την πόλη Αρακ τόπος τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας 1 όπου έχει καταγραφεί συνολικά μόνο 1 περιστατικό ασφαλείας χωρίς ωστόσο να καταγραφούν ανθρώπινες απώλειες[12]. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[13]. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από την αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής, ο λειτουργός ορθά διαπίστωσε ότι  η Αιτήτρια 1 είναι έγγαμη γυναίκα ιρανικής υπηκοότητας, γεννημένη και μεγαλωμένη στο Αράκ του Ιράν, με δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τετραετή εργασιακή εμπειρία. Δεν έχουν αναφερθεί ιατρικά ζητήματα για την ίδια ενώ διατηρεί στενούς δεσμούς με την οικογένειά της, η οποία συνεχίζει να κατοικεί στο Αράκ και αποτελεί υποστηρικτικό δίκτυο. Η Αιτήτρια 2, είναι ανήλικη κόρη της, γεννήθηκε στη Δημοκρατία της Κύπρου και φέρει την ιρανική υπηκοότητα από τους γονείς της· επίσης δεν παρουσιάζει ιατρικά προβλήματα. Σχετικά με την αναφορά της Αιτήτριας 1 σε ζητήματα επιμέλειας βάσει ιρανικού δικαίου, ο λειτουργός καταγράφει ότι παρότι ο ισχυρισμός περί σύγκρουσης με τον πατέρα του συζύγου απορρίφθηκε, εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι η επιμέλεια στο Ιράν αποδίδεται στη μητέρα για συγκεκριμένη ηλικιακή περίοδο, ενώ λαμβάνεται κυρίως υπόψη το συμφέρον του παιδιού. Επιπρόσθετα, ο πατέρας της Αιτήτριας 2 και σύζυγος της Αιτήτριας 1 έχει λάβει απορριπτική απόφαση στην αίτηση διεθνούς προστασίας και δύναται να επιστρέψει στο Ιράν μαζί με την οικογένεια του. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει κίνδυνος απώλειας επιμέλειας ή μεταβίβασής της στον παππού από την πατρική γραμμή.

 

Ως εκ των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται ελλιπής έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την έκδοση της απόφασης (Βλέπε Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της Αιτήτριας ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας 1 και 2, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να τους αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας 1 και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023

[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.

[3] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[4] The Iran Primer, Part 3: Iranian laws on women, USIP, 13 August 2023 διαθέσιμο σε : https://iranprimer.usip.org/blog/2020/dec/08/part-3-iranian-laws-women

[5] Freedom House, Freedom in the World 2024 - Iran, 2024 https://freedomhouse.org/country/iran/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/25)

[6] 7 Fox News, Iran violently clamps down on Christians amid reports of torture, fines and floggings, 3 March 2024: https://www.foxnews.com/world/iran-violently-clamps-down-christians-reports-torture-fines-floggings ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/2025)

[7] Article18, “Faceless Victims, rights violations against Christians in Iran, 19 February 2024 file:///C:/Users/xenopch/Downloads/PARCI-AnnualReport2024%20.pdf σελ.3, 8,18  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/25)

[8] USCIRF - US Commission on International Religious Freedom: United States Commission on International Religious Freedom 2025 Annual Report; USCIRF–Recommended for Countries of particular Concern (CPC): Iran, March 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2124278/Iran 2025 USCIRF Annual Report.pdf σελ.24 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/25)

[9] IBID 8 σελ.3-4

[10] EUAA, Iran – Country Focus, Ιούνιος 2024,. 27, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-06/2024_06_COI_Report_Iran_Country_Focus_EN_0.pdf σελ.30  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/25)

[11] IBID 10 σελ.30 

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iran, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/2025)

[13] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο