D.D.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4764/2024, 4/12/2025
print
Τίτλος:
D.D.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4764/2024, 4/12/2025
D.D.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 4764/2024, 4/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 4764/2024

04 Δεκεμβρίου, 2025

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D.D.A. εκ Καμερούν

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ι. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 29/10/24 (του κοινοποιήθηκε 20/11/24) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να του αναγνωρίζεται προσφυγικό καθεστώς ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και/ή ζητά οποιαδήποτε άλλη θεραπεία.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 14/06/23, στις 31/08/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξή και έκθεση/εισήγηση στις 18/09/24, ακολούθησε απορριπτική απόφαση επί του αιτήματος ασύλου στις 26/09/24 που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης γίνεται περιγραφή γεγονότων, προσωπικών περιστάσεων και/ή των λόγων που κατ΄ ισχυρισμό οδήγησαν τον Αιτητή να εγκαταλείψει την χώρα του. Προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας. Αποσύρθηκαν δε ρητώς κατά την δικαστική διαδικασία όλοι οι νομικοί ισχυρισμοί επί αναρμοδιότητας οργάνου ζητώντας η συνήγορος του Αιτητή όπως αξιολογηθούν οι ισχυρισμοί του που τον εντάσσουν στο καθεστώς του πρόσφυγα ή τουλάχιστον στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας λόγω της προσωπικής του δίωξης και/ή ανασφάλειας που επικρατεί στην χώρα του.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της Ένστασης και έκθεσης/εισήγησης της Υπηρεσίας Ασύλου και απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικά παρατηρείται πως μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή μέσω της δικηγόρου του σε αρκετά σημεία αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων Νόμου και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται επακριβής υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς και πάγια νομολογία επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτούντα όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. Ούτε επιτρέπεται η εισαγωγή εντελώς νέων λόγων ακύρωσης μέσω Αγορεύσεων πέραν εκείνων που έχουν καταγραφεί στην αίτηση. Αντικείμενο της διαδικασίας καθορίζεται στη δικογραφία η οποία αποτελεί το δικονομικό μέσο για την έκθεση και προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται ότι έχουν εγκαταλειφθεί (Βλέπε Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζεται κατ΄ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο - Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), και των λεχθέντων στις Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης).

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή της θεραπείας που ζητείται από το Δικαστήριο για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα του λόγω της πολιτικής αστάθειας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ότι του το ζήτησε ο πατέρας του για να είναι ασφαλής, ότι κατηγορείται από τους αποσχιστές και την αστυνομία ότι είναι προδότης και ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο, ότι πληροφορήθηκε από φίλο του που ήτο στον στρατό ότι το όνομα του είναι σε λίστα και ότι αυτός ο φίλος του βρίσκεται σε Τρίτη χώρα (ερυθρό 2 ΔΦ).

 

Κατά τη συνέντευξη επαναβεβαίωσε προσωπικά στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά από τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου στο σύνολο τους ήτοι ότι αποτελεί ενήλικο άρρενα, μορφωμένο, με τέκνο και μέλη της οικογενείας του να βρίσκονται στο χωριό καταγωγής του και/ή κάποια μέλη οικογενείας του σε άλλες περιοχές του Καμερούν (ερυθρό 77-75 ΔΦ). Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρα του ότι κινδύνευε να συλληφθεί από τον στρατό και/ή κινδύνευε τους αποσχιστές κρίθηκε ως εσωτερικά αναξιόπιστος (ερυθρό 74-71 ΔΦ). Ειδικότερα σημειώθηκε ότι:

- υπέπεσε σε αντίφαση καθότι ενώ αρχικά ανέφερε ότι έμεινε στο στρατόπεδο των αποσχιστών για 3 ημέρες σε άλλο σημείο της συνέντευξης του δήλωσε ότι διέμεινε για ένα μήνα (ερυθρό 26-25 ΔΦ),

- υπέπεσε σε χρονικές αντιφάσεις καθότι σε ένα σημείο της συνέντευξης ανέφερε ότι όταν αφέθηκε ελεύθερος επέστρεψε στο σπίτι και /ή στην Bafussam ενώ σε άλλο σημείο δήλωσε ότι όταν αφέθηκε ελεύθερος μετοίκησε στο Ibohbong (ερυθρό 24 ΔΦ),

- υπέπεσε σε χρονική ασυνέπεια αφού ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στην Bafoussam τον 8ο/9ο/2018, ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι συνελήφθη από τους αποσχισθέντες τον 6ο/2019 και αργότερα μετέβη στην Bafoussam (ερυθρό 23 ΔΦ),

-  σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ειδοποιήθηκε από ένα φίλο ότι θα συλληφθεί από τον στρατό σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι τον ειδοποίησε τον 11ο/2019, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην Κύπρο από τον 10ο/2019 (ερυθρό 23 ΔΦ),

-  δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς και/ή ούτε τεκμηρίωσε με τους ισχυρισμούς του τους λόγους που κινδύνευε από τον στρατό ή τους αποσχιστές (ερυθρό 22 ΔΦ),

- απάντησε δε με αοριστία σε ερωτήσεις σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματος του που τον ώθησε να εγκαταλείψει  την χώρα του και/ή δεν διαφαίνεται από τις τοποθετήσεις του ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα στην Bafoussam από τον στρατό κατά την διαμονή του εκεί (ερυθρό 22 ΔΦ).

 

Το Δικαστήριο αφού διεξήλθε των λεπτομερειών της συνέντευξης διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό αυτό το μέρος της ιστορίας του. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν παρουσιάζουν συνέπεια και λεπτομέρεια και απέτυχε να παρέχει αναγκαίες και/ή ικανοποιητικές πληροφορίες. Οι απαντήσεις που έδωσε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν δεν υποστηρίζουν τις δηλώσεις του και υποχρεούτο να παρέχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, βλέπε επίσης Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του[1]. Αυτά τα δεδομένα δεν ικανοποιούνται από την συμπεριφορά που υπέδειξε ο Αιτητής. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του Αιτητή (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του Αιτητή σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Στο αφήγημα του Αιτητή παρουσιάζεται σωρεία πληροφοριών που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των δηλώσεων του και ο ίδιος δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών του. Δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις του ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα και του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). Ούτε προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία λανθασμένος τρόπος αξιολόγησης των ισχυρισμών του Αιτητή, επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ούτε θεωρώ ότι η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας ως οι πρόνοιες του Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023 (Ν. 6(Ι)/2000). Όπως προκύπτει και από την έκθεση/εισήγηση του λειτουργού, παρόλο που δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του, έγινε αξιολόγηση και για τους σκοπούς παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, αφού κρίθηκε αναξιόπιστος σε σχέση με τους ισχυρισμούς του. Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του, ο λειτουργός συνοψίζει ότι ο Αιτητής είναι αγγλόφωνος υπήκοος Καμερούν, ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το 2019 και παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την δυσμενή κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής του, η οποία βρίσκεται στην Νοτιοδυτική Περιοχή του Καμερούν. Εμφανώς δε από το φάκελο και την έκθεση/εισήγηση υπάρχουν τα αναγκαία στοιχεία που αφορούν την κατάσταση ανασφάλειας που υπάρχει στον τόπο καταγωγής/γέννησης του Αιτητή, γι’ αυτό τον λόγο διαπιστώθηκε ότι υπάρχει γενικά εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί μεταχείριση που συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν/στις περιοχές καταγωγής του (ερυθρό 71-69 ΔΦ). Όμως, ορθώς ο λειτουργός και κατά συνέπεια η αρμόδια αρχή κατά την νομική ανάλυση για σκοπούς παροχής συμπληρωματικής προστασίας ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, σημειώνει ότι βάσει σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ και των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο ίδιος προσωπικά δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής (ως άμαχος) κατά την επιστροφή του, λόγω της παρουσίας του και μόνο στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει.

 

Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον υψηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[2] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[3] και στην υπόθεση Diakité C-285/12[4]).  Ως προς το στοιχείο της σοβαρής και προσωπικής απειλής, το ΔΕΕ στην απόφαση Elgafaji διευκρίνισε πως «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Θα πρέπει δε να εκτιμάται ότι ο άμαχος/αιτούντας άσυλο ο οποίος θα επιστρέψει στην χώρα του και ακολούθως περιοχή συνήθους διαμονής του ενδεχομένως, λόγω της παρουσίας του και μόνον εκεί θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή. Κατά το Δικαστήριο το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης, στην οποία ο βαθμός κινδύνου είναι τόσο υψηλός, αξιολογείται το κατά πόσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διατρέχει ατομικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακόμη και χωρίς να στοχοποιείται ειδικά. Ακολούθως, διατυπώνεται στην απόφαση ότι η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπου: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας». Η δε «εξατομίκευση» που απαιτείται για να θεωρηθεί η απειλή ως «προσωπική» μπορεί να προκύπτει είτε από παράγοντες ειδικού κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε από παράγοντες «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.[5] Επομένως, η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[6]  όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι «η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο. Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας προκύπτει ότι η κατάσταση στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων του Καμερούν, των ένοπλων αυτονομιστών και πολιτοφυλακών[7].  Επιβεβαιώνεται δε, ότι παρόλο που γενικά στη χώρα υπάρχει έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας και σε συγκεκριμένες περιοχές λαμβάνουν χώρα αυξημένα περιστατικά ασφαλείας, στον τόπο συνήθους/τελευταίας διαμονής του Αιτητή και/ή ο βαθμός αδιάκριτης βίας δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του εκεί τον εκθέτει σε προσωπικό πραγματικό κίνδυνο βλάβης. Προχωρώντας σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του προκύπτει ότι στην ευρύτερη Νοτιοδυτική περιοχή υπάρχουν το τελευταίο έτος 327 περιστατικά ασφαλείας με δυσμενή κατάσταση ασφαλείας, αλλά στον τόπο συνήθους διαμονής του ήτοι North West Fundong υπάρχουν μόνο 20 περιστατικά ασφαλείας πολιτικών αναταραχών με 2 θύματα το τελευταίο έτος[8]. Προσαρμόζοντας, τώρα στην βάση της πιο πάνω νομολογίας, την περίπτωση του Αιτητή εμφανώς πρόκειται για ενήλικο, άρρενα, νεαρό, ικανό προς εργασία πρόσωπο, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, ύπαρξης οικογενειακών δεσμών στην χώρα καταγωγής και ο ισχυρισμός του για προσωπική απειλή έχει κριθεί αναξιόπιστος. Συνεπώς, το Δικαστήριο κατόπιν επαναξιολόγησης όλων των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή του, θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.

 

Με βάση όλα τα ανωτέρω δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα, αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλέπε  Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 



[1] Άρθρο 16 & 18 του περί περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

[2] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)

[3]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie

[4]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides

[5] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf ,  σελ.36 ·(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08.07.2025)

[6]  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 ,  σκέψεις 30, 31, 32

[7] Amnesty International: With or against us: “People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias”,07/23, επίσης https://timbuktu-institute.org/index.php/toutes-l-actualites/item/1254-cameroon-between-political-negotiations-and-security-challenges,

[8] Βάσει στοιχείων από το ACLED, Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Past Year Διαθέσιμο:  https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. προσβ. 03/12/25)

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο