ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 531/21
23 Δεκεμβρίου, 2025
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G.L.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση.
....................................
H Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Θεοχάρια Παπανικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως προσφεύγει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 08/12/2020, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα που αφορούν την Αιτήτρια έχουν ως κατωτέρω: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 22/11/2019, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, παραλαμβάνοντας στις 25/11/2019 την σχετική Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας.
Στις 11/06/2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (στο εξής ʺΕΥΥΑʺ). Στις 04/11/2020 ο λειτουργός ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας, η οποία υιοθετήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 08/12/2020, αποφασίζοντας την απόρριψη του αιτήματος και την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της.
Στις 19/02/2021 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφαση της σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια στις 23/02/2021. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, καταχώρησε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Στην πορεία της υπόθεσης την εκπροσώπησε δικηγόρος ο οποίος δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και η προσφυγή της απορρίφθηκε. Η αιτήτρια αυτοπροσώπως υπέβαλε αίτημα επαναφοράς της προσφυγής και αφού δεν υπέβαλε ένσταση στο αίτημα της αιτήτριας ο συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (που χειριζόταν τότε την υπόθεση), εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα επαναφοράς της προσφυγής.
Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, η Αιτήτρια, η οποία δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν πρόβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της απόφασης απόρριψης του αιτήματος της για διεθνή προστασία. Η Αιτήτρια μέσω της γραπτής της αγόρευσης ισχυρίστηκε πως μετά τον θάνατο των γονέων της το 2019 περιήλθε στην κατοχή της η οικία τους εφόσον ήταν το μεγαλύτερο τέκνο της οικογένειας. Εξαιτίας αυτού ο θείος της, ο μικρότερος αδελφός του πατέρα της, άρχισε να της προκαλεί προβλήματα επειδή επιθυμούσε να περιέλθει στην κατοχή του το συγκεκριμένο ακίνητο. Πρόσθεσε πως ο θείος της έκανε τα πάντα για να την αποδυναμώσει και να την σκοτώσει. Επειδή η κατάσταση είχε γίνει πολύ επικίνδυνη για την ίδια διέφυγε σε έναν φίλο του πατέρα της ο οποίος την φιλοξένησε για μικρό χρονικό διάστημα στο σπίτι του. Όταν ο θείος της ανακάλυψε ότι κρυβόταν στο σπίτι του προαναφερόμενου άνδρα έψαχνε τρόπο να βοηθήσει την Αιτήτρια να εγκαταλείψει την χώρα και να βρεθεί στην Ευρώπη. Για αυτούς του λόγους ισχυρίστηκε πως μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Οι καθ΄ ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και εισηγούνται πως θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
Κατά τις διευκρινίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια δήλωσε πως δεν συμφωνεί με την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και αιτείται όπως την προστατέψει το Δικαστήριο και ανέφερε πως έχει ένα παιδί. Όταν της ζητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου να αναφέρει πότε γεννήθηκε το τέκνο της στην Κυπριακή Δημοκρατία δήλωσε στις 18/01/2022 σε μεταγενέστερο στάδιο από την υποβολή της προσφυγής της. Ο πατέρας του τέκνου της δήλωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν. Κληθείσα να αποκριθεί εάν έχει συγγενείς στην χώρα καταγωγής της δήλωσε πως έχει μια μικρότερη σε ηλικία αδελφή η οποία είναι περί τα 12 ετών και δεν γνωρίζει που βρίσκεται μέσα στην χώρα καταγωγής της καθότι δεν έχει επικοινωνία μαζί της.
Στη συνέχεια, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για διευκρινίσεις όπου η κυρία Παπανικολάου υποστήριξε σχετικά με το ζήτημα του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας, πως το τέκνο της γεννήθηκε μετά την καταχώρηση της προσφυγής, επεσήμανε πως δεν έχει γίνει οποιαδήποτε τροποποίηση της προσφυγής προκειμένου να προστεθεί σε αυτή το ανήλικο της τέκνο και πως το παιδί μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στο προφίλ της αιτήτριας.
Η αιτήτρια σε μεταγενέστερο χρόνο ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε πως ο πατέρας του παιδιού διαμένει στη Λάρνακα, ότι δεν είναι πλέον μαζί και πως το αίτημά του για διεθνή προστασία απορρίφθηκε. Η κυρία Παπανικολάου επανέλαβε πως το παιδί μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια του προφίλ της αιτήτριας και διευκρίνισε πως δεν είναι διάδικο μέρος στη διαδικασία και κατά συνέπεια, ότι δεν θα μπορούσε να του δοθεί καθεστώς.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.
Κατά την καταγραφή της αίτησης της δήλωσε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της επειδή εξαναγκάσθηκε σε γάμο με τον θείο της και καθώς οι γονείς της ήταν Χριστιανοί δεν συμφώνησαν και αυτό αποτέλεσε σκάνδαλο. Στη συνέχεια, δήλωσε πως ο θείος της, την απείλησε σε θάνατο (Ερ. 12 του διοικητικού φακέλου). Κατά την συνέντευξη της, η Αιτήτρια δήλωσε πως είναι υπήκοος της ΛΔΚ γεννηθείσα στην Mbandaka (Equateur province) όπου έμεινε μέχρι την ηλικία των 7 ετών και στη συνέχεια, μετέβη στην Kinshasa όπου διέμενε μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Η Αιτήτρια δήλωσε έγγαμη με παραδοσιακό γάμο στην Κινσάσα το 2017.
Από τον γάμο της με τον σύζυγό της έχει αποκτήσει μια κόρη η οποία σήμερα βρίσκεται με την αδελφή του πατέρα της στην Κινσάσα. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια δήλωσε πως οι γονείς της έχουν αποβιώσει, ο πατέρας της το 2014 και η μητέρα της το 2019, και πως έχει έναν αδελφό και δύο αδελφές οι οποίες διαμένουν στην Κινσάσα με την αδελφή του πατέρα της. Έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της δήλωσε πως έχει πονοκεφάλους και μια μόλυνση στο αίμα αλλά έχει προβεί στις αναγκαίες εξετάσεις αίματος (Ερ. 17 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της δήλωσε πως η ζωή της κινδυνεύει από τον θείο της, από την μητρική της πλευρά, ο οποίος επιθυμούσε να πάρει την περιουσία της, την χτύπησε και αποπειράθηκε να την βιάσει (Ερ.24 1χ του διοικητικού φακέλου). Ειδικότερα, δήλωσε πως τα προβλήματα ξεκίνησαν μετά τον θάνατο της μητέρας της το 2019. Η Αιτήτρια δήλωσε πως μετά τον θάνατο του πατέρα της έμεινε μόνη της και χρειαζόταν υποστήριξη και για αυτό τον λόγο αποφάσισε να παντρευτεί. Η ίδια συνέχισε να διαμένει στην πατρική της οικία και ο σύζυγός της έμενε στο σπίτι του όμως την συνέδραμε οικονομικά. Δεν διαβιούσαν στο ίδιο σπίτι επειδή έπρεπε να νομιμοποιηθεί ο παραδοσιακός τους γάμος. Ο θείος της δήλωσε πως επιθυμούσε να τους πάρει την οικία και πως ένα βράδυ αποπειράθηκε να μπει στο δωμάτιο της και να την βιάσει. Η Αιτήτρια του ζήτησε να πάει στην τουαλέτα και έτσι κατάφερε να αποδράσει και να μεταβεί στην εκκλησία. Κατά την διαμονή της στην εκκλησία δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα από τον θείο της.
Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει τι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της δήλωσε πως θα κινδυνέψει από τον θείο της ο οποίος εάν είναι ακόμα στη ζωή δεν θα της επιτρέψει να ζήσει. Όταν ρωτήθηκε αν θα μπορούσε να διαμείνει σε άλλο μέρος της χώρας της με ασφάλεια αποκρίθηκε αρνητικά καθότι ισχυρίστηκε πως δεν θα έχει που να διαμείνει και δήλωσε πως δεν θα αντέξει να διαμείνει σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της. Σε διευκρινιστική ερώτηση σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τον θείο της δήλωσε πως o θείος της επιθυμούσε να της πάρει το σπίτι, όπως συνήθιζαν στην Αφρική οι συγγενείς, όταν αποβιώνουν οι γονείς. Ανέφερε πως προκειμένου ο θείος της να πάρει την περιουσία της την χτυπούσε πολύ και το βράδυ που απέδρασε από το σπίτι αποπειράθηκε να την βιάσει. O σύζυγός της δήλωσε πως εκείνο το βράδυ απουσίαζε σε ταξίδι στο Kisangani και πως γι’αυτό το λόγο δεν ανέφερε αυτό το περιστατικό στον σύζυγό της.
Τα πρόσωπα που την βοήθησαν (η εκκλησία στην οποία κατέφυγε και ο φίλος του πατέρα της) προτίμησαν να εγκαταλείψει την χώρα της. Πρόσθεσε πως εάν παρέμενε στην χώρα καταγωγής της ο θείος της σίγουρα θα την σκότωνε και αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα επειδή δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία για την απόπειρα βιασμού από τον θείο της αλλά και την σωματική κακοποίηση που δήλωσε ότι δέχθηκε από αυτόν. Σχετικά με όσα κατέγραψε κατά την υποβολή της αίτησης της περί του ότι εξαναγκάστηκε σε γάμο με το θείο της πως δεν συμφώνησαν οι γονείς της και ότι ο θείος της την απειλεί με θάνατο, δήλωσε πως βρισκόταν σε σύγχυση και για αυτό τον λόγο προέβη σε αυτή την καταγραφή.
Στην εισηγητική έκθεση ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: έναν αναφορικά με τα στοιχεία ταυτότητας και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και έναν δεύτερο αναφορικά με το ότι ο θείος της προσπάθησε να την σκοτώσει και να πάρει όλη την περιουσία της. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε δεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Αντίθετα, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος.
Ειδικότερα, κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά το τι συνέβη μετά τον θάνατο της μητέρας της, καθώς και να περιγράψει με επάρκεια πληροφοριών τον ισχυρισμό της περί του ότι ο θείος της επιθυμούσε να πάρει την περιουσία της. Επίσης, η Αιτήτρια δεν αποκρίθηκε με σαφήνεια και με συγκεκριμένο τρόπο όταν κλήθηκε από τον λειτουργό να εξηγήσει εάν ήταν η ιδιοκτήτρια της κατοικίας/περιουσίας παρά δήλωσε ασαφώς και γενικόλογα πως όταν απέδρασε άφησε όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας στο σπίτι και πως ο θείος της τους πήρε. Στη συνέχεια, κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν μπορούσε να δώσει μια συνεκτική και πειστική απάντηση σχετικά με τον λόγο για τον οποίο δεν πληροφόρησε τον σύζυγό της σχετικά με το περιστατικό με τον θείο της.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε πως εάν ο σύζυγός της βρισκόταν στην Κινσάσα θα ήταν σε θέση να την βοηθήσει γεγονός που καθιστά ασαφή τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της αντί να ζητήσει την προστασία του. Ούτε κατάφερε να επεξηγήσει για ποιο λόγο δεν απευθύνθηκε στις αρχές της χώρας της για προστασία. Επισημάνθηκε από τον λειτουργό πως η Αιτήτρια σε κανένα σημείο της αρχικής της συνέντευξης δεν αναφέρθηκε στην επιθυμία του θείου της να την σκοτώσει παρά αναφέρθηκε σε αυτό το στοιχείο πολλές φορές σε δεύτερο χρόνο κατά την ανάγνωση σε αυτήν του πρακτικού της συνέντευξης της.
Επιπρόσθετα, κρίθηκε πως η Αιτήτρια δεν μπορούσε να παραθέσει μια πειστική και συνεκτική εξήγηση όταν κλήθηκε να επεξηγήσει για ποιο λόγο δεν διέμεινε με τα αδέλφια της από την στιγμή που ήταν ασφαλή και προστατευμένα, παρά ταύτα προτίμησε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Σε αυτό το σημείο η αιτήτρια απάντησε με ασάφεια και ασυνέπεια πως επειδή ήταν η μεγαλύτερη σε ηλικία ήταν αυτή που διέτρεχε μεγαλύτερο κίνδυνο και καθότι αυτή προστάτευε τα αδέλφια της έπρεπε να την εξαφανίσει. Τέλος, ως αόριστες και μη πειστικές κρίθηκαν οι δηλώσεις της όταν κλήθηκε να διασαφηνίσει τις ασυνέπειες που εντοπίστηκαν σε όσα η ίδια κατέγραψε κατά την αίτηση της σε σχέση με όσα δήλωσε κατά την συνέντευξη της. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν έγινε αποδεκτή.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε πως τα όσα περιέγραψε η Αιτήτρια αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της, χωρίς να υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε ένα από τους πέντε λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου, απορρίφθηκε η πιθανότητα χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε από τη σχετική έρευνα στην οποία προέβη ότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να δικαιολογούν την υπαγωγή της Αιτήτριας στο άρθρο 19 (2) (γ) ίδιου Νόμου καθώς η κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa καταγράφεται ως σταθερή και δεν βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής ή διεθνούς ένοπλης σύρραξης.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου παρατηρώ πως ο αρμόδιος λειτουργός έθεσε επαρκείς ερωτήσεις στην Αιτήτρια ώστε να διευκρινίσει πτυχές της ιστορίας της, από τις οποίες, ενδεχομένως, να προέκυπτε κίνδυνος προσωπικής δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της αλλά και κατά την ενώπιον μου διαδικασία η Αιτήτρια είχε την δυνατότητα να παρουσιάσει και να ενισχύσει τους ισχυρισμούς της.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους της, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ, εφόσον μάλιστα δεν αμφισβητείται.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό της Αιτήτριας περί του ότι ο θείος της επιθυμούσε να την σκοτώσει και να πάρει την περιουσία της συντάσσομαι με τα ευρήματα αναξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού ως αυτά εντοπίστηκαν από τους Καθ’ων η αίτηση κατά την εισηγητική τους έκθεση. Ειδικότερα, οι αποκρίσεις της Αιτήτριας ήταν σε μεγάλο βαθμό γενικόλογες και αόριστες, μη δυνάμενη να επεξηγήσει με συγκεκριμένο και πειστικό τρόπο τις ασάφειες και ασυνέπειες που προέκυψαν από τα λεγόμενα της, όταν υπεδείχθησαν σε αυτήν από τον λειτουργό ενώ από τις δηλώσεις της εξέλειπε το στοιχείο της βιωματικότητας, ως θα αναμενόταν, λαμβάνοντας υπόψη ότι εξιστόρησε προσωπικές της εμπειρίες βιωμένες μάλιστα σε χρόνο πριν την αναχώρηση της από την χώρα καταγωγής της.
Παρατηρώ πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να συγκεκριμενοποιήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες ο θείος της ένα βράδυ μπήκε στο δωμάτιο της και αποπειράθηκε να την βιάσει αλλά και να διασαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο απέδρασε. Ομοίως δεν κατάφερε να παραθέσει με επάρκεια συγκεκριμένων πληροφοριών και συνεκτικότητα τι συνέβη μετά τον θάνατο της μητέρας της το 2019. Ως ατεκμηρίωτες κρίνονται και οι δηλώσεις της περί της σωματικής κακοποίησης που δήλωσε ότι υπέστη από τον θείο της καθώς δεν παρέθεσε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία σχετικά με το ανωτέρω γεγονός (συχνότητα και χρονικό σημείο κακοποίησης) (Ερ. 20 3χ, 4χ 19 2χ του διοικητικού φακέλου).
Επιπρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με ευλογοφάνεια, σαφήνεια και πειστικότητα ως ορθά διαπίστωσαν οι Καθ’ων η αίτηση για ποιο λόγο δεν περίμενε να επιστρέψει ο σύζυγός της από το ταξίδι του προκειμένου να την βοηθήσει σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τον θείο της. Παρόλα αυτά αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της αφήνοντας πίσω το τέκνο και τον σύζυγό της (Ερ. 19 5χ 6χ, 18 1χ, 2χ, 3χ, του διοικητικού φακέλου). Ούτε κατάφερε να επεξηγήσει γιατί δεν απευθύνθηκε για βοήθεια στις αρχές της χώρας καταγωγής της ώστε να διερευνηθεί εάν θα είχε αφενός πρόσβαση και αφετέρου προστασία από αυτές (Ερ. 19 7χ του διοικητικού φακέλου). Επιπρόσθετα, δεν καθίσταται σαφές από τις δηλώσεις της για ποιο λόγο ενώ ήταν παντρεμένοι με τον σύζυγό της και είχαν αποκτήσει ένα τέκνο μαζί από το 2017 διέμεναν μέχρι το 2019 όταν και εγκατέλειψε την χώρα της σε ξεχωριστές κατοικίες αποκρινόμενη αόριστα πως έπρεπε πρώτα να νομιμοποιηθεί ο παραδοσιακός γάμος που είχαν συνάψει (Βλ. Ερ. 19 του διοικητικού φακέλου). Ως αόριστη και ασυνεπής κρίνεται και η δήλωση της όταν κλήθηκε να επεξηγήσει για ποιο λόγο δεν πήγε να διαμείνει με την θεία και τα τρία της αδέλφια αλλά αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της (Ερ. 16 2χ, 3χ, 4χ του διοικητικού φακέλου).
Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί πως η Αιτήτρια διέμεινε για κάποιο διάστημα στην εκκλησία όπου κατέφυγε χωρίς να εντοπισθεί από τον θείο της από τον οποίο ως δήλωσε κινδύνευε η ζωή της, αλλά και ούτε μέχρι σήμερα έχει δεχθεί τόσο η ίδια όσο και τα αδέλφια της που διαμένουν με την θεία της στην Κινσάσα οποιαδήποτε ενόχληση από αυτόν. Περαιτέρω, συνυπολογίζοντας το ότι ο θείος της κράτησε ως δήλωσε τους τίτλους ιδιοκτησίας της οικίας της οικογένειας της όταν εγκατέλειψε το σπίτι καθώς και ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της (περί τα 6 έτη) χωρίς να έχει δεχθεί κάποια ενόχληση από αυτόν, δεν κρίνεται εύλογο η Αιτήτρια να διατρέξει κίνδυνο από τον θείο της κατά την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της.
Ούτε στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία μέσω της γραπτής της αγόρευσης κατάφερε η Αιτήτρια να επεξηγήσει τις ανωτέρω ασάφειες, κενά και αποκλίσεις στους ισχυρισμούς της. Τουναντίον εντοπίζω αντιφάσεις στα λεγόμενα της Αιτήτριας σχετικά με την ιδιότητα του θείου της καθότι κατά την συνέντευξη της ανέφερε πως επρόκειτο για τον θείο της από την μητρική πλευρά (Ερ. 21 1χ του διοικητικού φακέλου) ενώ κατά την γραπτή της αγόρευση δήλωσε πως διατρέχει κίνδυνο από τον θείο της από την πατρική της πλευρά.
Επίσης κατά την δικαστική διαδικασία η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με την οικογένεια της και την ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου στην χώρα καταγωγής της ισχυριζόμενη πως έχει μόνο μια μικρότερη αδελφή στην ΛΔΚ ενώ κατά την συνέντευξη της δήλωσε πως έχει άλλα τρία μικρότερα αδέλφια που διαμένουν με την θεία της στην Κινσάσα (Ερ.25 του διοικητικού φακέλου). Τέλος, στα πλαίσια της Γραπτής Αγόρευσης της Αιτήτριας ουδεμία αναφορά κάνει στην απόπειρα βιασμού της από τον θείο της καθώς και προέβαλε άλλη εκδοχή σχετικά με τα πρόσωπα στα οποία κατέφυγε όταν εγκατέλειψε το σπίτι της. Ως εκ τούτου τα ανωτέρω στοιχεία δεν δρουν ενισχυτικά της αξιοπιστίας των λεγομένων της Αιτήτριας. Κατά συνέπεια, δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού θα συμφωνήσω με τους Καθ’ων η αίτηση πως ένεκα της προσωπικής φύσης του υπό εξέταση ισχυρισμού αυτός δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Εντούτοις διεξήγαγα έρευνα σε πληροφορίες για την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας σχετικά με το περιουσιακό και ιδιοκτησιακό δίκαιο στην ΛΔΚ.
Σύμφωνα με τη UNICEF την οποία επικαλείται σε ετήσια έκθεση του το US Department of State για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ΛΔΚ, αναφέρεται «ότι πολλές χήρες δεν μπόρεσαν να κληρονομήσουν την περιουσία του νεκρού συζύγου τους, επειδή ο νόμος ορίζει ότι σε περίπτωση θανάτου που δεν υπάρχει διαθήκη, τα παιδιά του συζύγου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που γεννήθηκαν εκτός γάμου (με την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζονταν επίσημα από τον πατέρα), και όχι η χήρα, έχουν προτεραιότητα όσον αφορά την κληρονομιά»[1].
Αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς, έκθεση του Freedom house αναφέρει ότι «αν και το σύνταγμα απαγορεύει τις διακρίσεις κατά των γυναικών, ορισμένοι νόμοι και εθιμικές πρακτικές θέτουν τις γυναίκες σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την κληρονομιά και την ιδιοκτησία γης»[2]. Αναφορικά με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή, το άρθρο 758 του Οικογενειακού Κώδικα της ΛΔΚ αναφέρεται στους κανόνες περί διαδοχής και ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο αποβιώσας κληρονομείται από το παιδί του (τα παιδιά συνιστούν την 1η τάξη κληρονομίας), την σύζυγο (συντρέχει στην 2η τάξη κληρονομίας με τους γονείς και τα αδέλφια του αποβιώσαντος, όπου η σύζυγος, οι ανιόντες και τα αδέλφια του αποβιώσαντος συνιστούν ξεχωριστές ομάδες μέσα στην ίδια τάξη) και τους μητρικούς ή πατρικούς θείους και θείες οι οποίοι συνιστούν την 3η τάξη επί της διαδοχής» [3]. Το επόμενο άρθρο προβλέπει ότι «οι κληρονόμοι της πρώτης κατηγορίας λαμβάνουν τα τρία τέταρτα της κληρονομιάς[...].[4]»
Σύμφωνα με το άρθρο 760 του ως άνω Κώδικα, «οι κληρονόμοι της δεύτερης τάξης λαμβάνουν την λοιπή κληρονομιά εάν οι κληρονόμοι της πρώτης τάξης υφίστανται και εάν δεν υπάρχουν λαμβάνουν το σύνολο της κληρονομιάς. Οι τρεις ομάδες λαμβάνουν η κάθε μία το ένα δωδέκατο της κληρονομίας. Όταν, με το θάνατο του αποβιώσαντος, δύο ομάδες αντιπροσωπεύονται μόνες, η κάθε μια λαμβάνει το ένα όγδοο της κληρονομίας, και το λοιπό μεταφέρεται στους κληρονόμους της πρώτης τάξης» [5].
Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει πως οι γυναίκες/σύζυγοι έχουν βάσει νόμου και εθίμων μειωμένα δικαιώματα επί της κληρονομιάς του συζύγου και επί της ιδιοκτησίας. Επίσης συνάγεται σχετικά με την κληρονομική διαδοχή στην ΛΔΚ πως τα παιδιά του αποβιώσαντος προηγούνται στη διαδοχή τα οποία αποτελούν την πρώτη τάξη κληρονόμων. Επομένως, οι ανωτέρω πληροφορίες (νομοθεσία περί κληρονομικής διαδοχής) δεν συμφωνούν με τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί του ότι στην ίδια περιήλθε το ακίνητο της οικογένειας που είχαν αφήσει οι γονείς της σε όλα τα τέκνα επειδή ήταν το μεγαλύτερο σε ηλικία τέκνο της οικογένειας. Πρόσθετα, ενόψει των ανωτέρω πληροφοριών, θα έπρεπε και τα αδέλφια της να διατρέξουν κίνδυνο από τον θείο της, εντούτοις όταν της τέθηκε σχετική ερώτηση δήλωσε πως η ίδια ως μεγαλύτερη διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο. Επομένως, ενόψει της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού αλλά και της μη τεκμηρίωσης της εξωτερικής του αξιοπιστίας, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της Αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, καθώς δεν προέκυψε καμία ένδειξη πραγματικής, υφιστάμενης και έμπρακτης απειλής της Αιτήτριας από οποιοδήποτε φορέα, κρατικό ή μη, στη χώρα καταγωγής της.
Σχετικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 προκειμένου να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, καθότι, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν τεκμηριώνεται από τους ισχυρισμούς της παρελθούσα δίωξη, ούτε στοχοποίησή της από οποιονδήποτε κρατικό ή μη κρατικό φορέα. Προκειμένου δε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των συγκεκριμένων άρθρων και να υπαχθεί η Αιτήτρια σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει αυτών, απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο φόβο (βλ. C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009). Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011).
Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Αιτήτριας και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της ως παρατέθηκε ανωτέρω, η περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της ήταν η Kinshasa όπου η Αιτήτρια διέμενε από μικρή ηλικία με την οικογένεια της. Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 ανέτρεξα σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην επαρχία της Kinshasa.
Σύμφωνα με το portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, «η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό είναι αναμεμειγμένη σε διάφορες μη- διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στην επικράτειά της εναντίον αριθμού μη κρατικών ένοπλων ομάδων»[6]. To δε International Crisis Group, σε έκθεση για τη ΛΔΚ το 2024 αναφέρει ότι ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά είτε στην πόλη Kinshasa ή στην ομώνυμη περιφέρεια[7]. Έκθεση του Amnesty International η οποία καλύπτει το έτος 2023 επιβεβαιώνει πως δεκάδες ένοπλες ομάδες παρέμειναν ενεργές, κυρίως στις ανατολικές επαρχίες Ituri, Nord-Kivu και Sud-Kivu[8]. Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει ότι στην Κινσάσα, όπου αναμένεται να επιστρέψει η αιτήτρια, δεν επικρατούν συνθήκες εσωτερικής σύρραξης καθώς η κατάσταση ασφαλείας χαρακτηρίζεται ως σταθερή.
Αναλύοντας τα κατωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί συγκεκριμένα στην περιφέρεια της Kinshasa, οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης καταδεικνύουν το ακίνδυνο και ασφαλές της περιοχής. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (με τελευταία πρόσβαση στις 12/12/2025) καταγράφηκαν 144 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι.[9]
Δεδομένου ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις ο πληθυσμός της πόλης Kinshasa το 2023 ανερχόταν στα 16,316,000 κατοίκους,[10] καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (54 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη, η οποία μπορεί να επιφέρει συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Κατά συνέπεια, η επαρχία της Kinshasa, την οποία θεωρώ ως την περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της ως παρατέθηκε ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι θα διατρέξει η ίδια ή το ανήλικο τέκνο της οποιονδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.[11]
Σε σχέση με το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας θα συμφωνήσω με την κυρία Παπανικολάου πως δεν είναι διάδικο μέρος και πως πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο στα πλαίσια αξιολόγησης του προφίλ της αιτήτριας. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημάνω πως η αιτήτρια δεν εξέφρασε οποιοδήποτε κίνδυνο ή φόβο για το ανήλικο τέκνο της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και δεν έχει αποδείξει οποιοδήποτε δεσμό του ανήλικου τέκνου της με την Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο γεννήθηκε στις 18/1/2022 και είναι σχεδόν τριών ετών. Δόθηκε η ευκαιρία στην αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου να επιχειρηματολογήσει για το ζήτημα αυτό και να αναφέρει όσα η ίδια επιθυμούσε επί τούτου. Ούτε για τον πατέρα του παιδιού και για τη σχέση του με το παιδί πρόβαλε οτιδήποτε σχετικό, αλλά αρκέστηκε στο να αναφέρει πως δεν είναι πλέον μαζί.
Με το ζήτημα αυτό ασχολήθηκε σε πρόσφατη απόφαση ο αδελφός μου Δικαστή κύριος Χριστοφόρου στα πλαίσια την υπόθεσης υπ’ αριθμόν 567/2024, FLV v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 15/12/2025, με τα ευρήματα του οποίου συμφωνώ και στην οποία αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Εν προκειμένω λοιπόν, ως εκ της ως άνω νομολογίας προκύπτει, δεδομένου ότι δέκτης της επίδικης απόφασης επιστροφής είναι ο πατέρας και όχι το ανήλικο καθ' αυτό, η μόνη πτυχή που θα μπορούσε να εξεταστεί είναι αυτή που αφορά το δικαίωμα του ανηλίκου στην οικογενειακή ζωή και του πως αυτή επηρεάζεται από την επιστροφή του πατέρα του ανηλίκου. Εν προκειμένω όμως ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε προς τούτο και συνεπώς παραμένει άγνωστη η κατάληξη της αιτήσεως διεθνούς προστασίας της μητέρας του ανηλίκου (ή αν εκκρεμεί ακόμα), η εθνικότητα της, καθώς και όλοι οι λοιποί παράμετροι που εξετάζονται, ως αποτυπώνονται στο πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ, C-112/20, M. A., μεταξύ των οποίων η σχέση εξάρτησης που αυτό διατηρεί με τον εδώ αιτητή, η ένταση του συναισθηματικού του δεσμού με το παιδί και ο κίνδυνος που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον αιτητή. Ουδεμία λοιπόν στάθμιση δύναται να γίνει των ως άνω παραμέτρων, η δε ύπαρξη και μόνο του ανήλικου τέκνου του αιτητή δεν αρκεί από μόνη της, δεδομένων των ως άνω, για να καταστήσει ακυρωτέα την επίδικη απόφαση επιστροφής.»
Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ότι πρόκειται για μια ενήλικη και υγιή γυναίκα, που θα επιστρέψει με το ανήλικο τέκνο της, με βασική μόρφωση και με υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα καταγωγής της, εφόσον έχει τα αδέλφια και την θεία της, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα διατρέξουν κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους και συγκεκριμένα στην Kinshasa της Λ.Δ.Κ. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα της αιτήτριας για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος της αιτήτριας, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €600 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
X. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Π.
[1] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html
[2] Freedom House, Freedom in the World 2023 - Democratic Republic of the Congo, 2023, https://www.ecoi.net/en/file/local/2096524/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf
[3] Μετάφραση δική μου από την γαλλική στην ελληνική του κάτωθι κειμένου :LEGALNET Congo, CODE DE LA FAMILLE, « Article 758: CHAPITRE II DES REGLES GENERALES DE LA SUCCESSION AB INTESTAT
http://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/LIVREIVSUCCESSIONSLIBERALITES.htm
[4] Μετάφραση του κάτωθι κειμένου από την γαλλική στην ελληνική LEGALNET Congo, CODE DE LA FAMILLE, « Article 759: Les héritiers de la première catégorie reçoivent les trois quarts de l'hérédité […].»,http://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/LIVREIVSUCCESSIONSLIBERALITES.htm
[5] Μετάφραση του κάτωθι κειμένου από την γαλλική στην ελληνική LEGALNET Congo, CODE DE LA FAMILLE,http://www.leganet.cd/Legislation/Code%20de%20la%20famille/LIVREIVSUCCESSIONSLIBERALITES.htm
[6] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Last updated: Tuesday 14th February 2023, available at: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord
[7]International Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo
[8] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024https://www.ecoi.net/en/document/2107871.html
[9]Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Democratic Republic of Congo - Kinshasa, Events/Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[10]CIA, The World Factbook, DRC
[11] Βλ. C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο