ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: IJA κ.α., Νομική Αρωγή αρ. 123/2025, 9/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: IJA κ.α., Νομική Αρωγή αρ. 123/2025, 9/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

         Νομική Αρωγή αρ. 123/2025

9 Ιανουαρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,

Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

1.    IJA,

2.    R.O.J.E. (ανήλικη θυγατέρα)

3.    J.N.A.E. (ανήλικος υιός)

                                                   από Νιγηρία

                                                         Αιτητές

 

Οι Αιτητές εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως

Για τους Καθ' ων η αίτηση: Α. Χατζηιωσήφ (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

[Ευστράτιος Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]                            

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Οι Αιτητές, με την καταχωρισθείσα αίτησή τους, επιζητούν την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 6Β του περί Προσφύγων Νόμου, με σκοπό τον διορισμό δικηγόρου για την προώθηση της προσφυγής που έχουν ήδη καταχωρίσει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29.05.2025, η οποία κοινοποιήθηκε στις 16.06.2025 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα ημερ. 08.09.2025 που κατατέθηκε εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, η Αιτήτρια 1, μαζί με τα ανήλικα τέκνα της (Αιτήτρια 2 και Αιτητής 3), κατάγονται από τη Νιγηρία, την οποία εγκατέλειψαν στις 05.11.2021 και αφίχθηκαν παράνομα στη Δημοκρατία στις 22.12.2021 υποβάλλοντας αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 07.02.2022. Στις 15.04.2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 1 ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος υπέβαλε στις 29.05.2025 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε την εισήγηση στις 29.05.2025 και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ασύλου, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 16.06.2025 μέσω σχετικής επιστολής ιδίας ημερομηνίας.

 

Εναντίον της απόφασης αυτής, η Αιτήτρια καταχώρισε στις 10.07.2025 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας την υπ’ αρ. 1723/2025 προσφυγή, για την προώθηση της οποίας επιθυμεί να λάβει δωρεάν νομική αρωγή, μέσω της υπό εξέταση αίτησης.

 

Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα με το γραπτό της σημείωμα,  έφερε ένσταση στο αίτημα των Αιτητών, υιοθετώντας πλήρως την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, και εισηγήθηκε ότι οι Αιτητές δεν συνιστούν πρόσφυγες, ούτε δικαιούνται συμπληρωματική προστασία και συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Νομικής Αρωγής Νόμου για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής.

 

Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Αιτήτρια 1 είναι υπήκοος Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής και τόπο συνήθους διαμονής το Agbor της πολιτείας Delta. Δήλωσε εθνοτική καταγωγή Igbo, θρήσκευμα χριστιανικό, και ότι είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, ήτοι των Αιτητών 2 και 3). Σύμφωνα με τα όσα η ίδια δήλωσε, ο πατέρας των τέκνων της βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, συμμετέχει ενεργά στα έξοδα διαβίωσης των τέκνων και επικοινωνεί συχνά μαζί τους. Η Αιτήτρια 1 ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2003 και εργάστηκε ως αυτοτελώς εργαζόμενη, ως ιδιοκτήτρια παιχνιδότοπου. Δήλωσε ότι οι γονείς της και ο αδελφός της διαμένουν στην περιοχή Agbor, ενώ μία αδελφή της διαμένει στην πολιτεία Lagos. Ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία τον Νοέμβριο 2021 νόμιμα με το διαβατήριό της.

 

Κατά την καταγραφή της αίτησης διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή μέλη της ομάδας Indigenous People of Biafra (IPOB) πήγαν στο κατάστημά της και στη συνέχεια το κατάστημά της έκλεισε. Πρόσθεσε επίσης ότι έγινε λεσβία και λόγω αυτού η ίδια και η σύντροφός της υπέστησαν διακρίσεις. Επιπλέον, ανέφερε ότι έφυγε για να μην υποστεί η κόρη της ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων (ΑΓΓΟ/FGM) στην ηλικία των 14 ετών.

 

Πιο συγκεκριμένα, κατά τη συνέντευξή της, η Αιτήτρια 1 προέβαλε ως βασικούς λόγους αναχώρησης από τη χώρα καταγωγής της:

  1. προβλήματα που συνδέει με την αστυνομία και την παρουσία ατόμων που ανήκαν στην Biafra μεταξύ των πελατών του παιχνιδότοπου,
  2. φόβο ότι η κόρη της θα υποστεί ΑΓΓΟ/FGM από την οικογένεια (ιδίως από τη μητέρα της Αιτήτριας), και
  3. προβλήματα λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, τον οποίο περιέγραψε ως ερωτική έλξη/έκφραση προς γυναίκες, με παράλληλες αναφορές ότι εκφράζεται ερωτικά και προς άντρες.

 

Η Υπηρεσία Ασύλου, κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προέβη σε διαχωρισμό των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας 1 και τους αξιολόγησε αυτοτελώς, τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική αξιοπιστία τους. Ειδικότερα, ο λειτουργός ασύλου απομόνωσε και εξέτασε ως ουσιώδεις ισχυρισμούς, τους ακόλουθους:

 

(α) ταυτότητα/προφίλ/χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής,

(β) ισχυριζόμενα προβλήματα λόγω ΑΓΓΟ/FGM,

(γ) ισχυριζόμενα προβλήματα με τις αρχές της χώρας λόγω του ότι στον παιχνιδότοπο που διατηρούσε, υπήρχα πελάτες που ανήκαν στον πληθυσμό Biafra, και

(δ) ισχυριζόμενα προβλήματα λόγω ομόφυλου σεξουαλικού προσανατολισμού της Αιτήτριας 1, η οποία αυτοπροσδιορίστηκε ως λεσβία.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του. Αντιθέτως, ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος ισχυρισμός δεν έγιναν αποδεκτοί καθώς κρίθηκαν μη στοιχειοθετημένοι ως προς την εσωτερική αξιοπιστία και κατά τούτο απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι, με αναφορά σε ασάφειες, ελλιπή/γενικόλογη περιγραφή κρίσιμων στοιχείων, ελλείψεις σε χρονικούς προσδιορισμούς και έλλειψη συνοχής σε ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματος.

 

Περαιτέρω, ο λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει του πρώτου ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός και, στηριζόμενος σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη Νιγηρία και ειδικότερα την περιοχή Agbor (Delta), κατέληξε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Αιτητές, βάσει του ατομικού τους προφίλ, θα αντιμετωπίσουν προβλήματα κατά την επιστροφή. Λήφθηκαν επίσης υπόψη τα ατομικά χαρακτηριστικά της Αιτήτριας 1 ως αμάχου πολίτη, ενήλικα, χωρίς προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας, χωρίς προηγούμενη δίωξη στο πρόσωπό της, μητέρα δύο ανήλικων τέκνων στην εφηβεία, ο πατέρας των οποίων βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, με επαρκές μορφωτικό επίπεδο και ικανοποιητική επαγγελματική εμπειρία, κρίνοντας, στη βάση αυτών, ότι πρόκειται για άτομο αυτόνομο, ικανό και ανεξάρτητο. Διαθέτει δε, οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, καθώς στην περιοχή Agbo της Νιγηρίας όπου αναμένεται να επιστρέψουν οι Αιτητές, ζουν οι γονείς και ο αδερφός της Αιτήτριας 1, οι οποίοι φαίνεται να είναι πρόθυμοι να τη βοηθήσουν.

 

Κατά τη νομική αξιολόγηση, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 19(1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ ειδικότερα ως προς το άρθρο 19(2)(γ) κρίθηκε ότι στην εν λόγω περιοχή δεν παρατηρείται διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση.

 

Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι, παρά την αποδοχή βασικών στοιχείων ταυτότητας και προφίλ των Αιτητών, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που προβάλλονταν προς θεμελίωση τόσο καθεστώτος πρόσφυγα όσο και συμπληρωματικής προστασίας δεν πληρούσαν το απαιτούμενο νομικό κατώφλι και, ως εκ τούτου, δεν έγιναν αποδεκτοί.

 

Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής

 

Οι Αιτητές έχουν καταχωρίσει προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της καταχωρισθείσας προσφυγής των Αιτητών.

 

Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].

 

Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].

 

Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τους Αιτητές, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3]. Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Έχοντας μελετήσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση, το πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας 1 και το σύνολο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω εκ πρώτης όψεως ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε επαρκή, συστηματική και εξατομικευμένη εξέταση της υπόθεσης, με διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών και αξιολόγησή τους τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου και σε επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής.

 

Προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που αφορά την ταυτότητα, την υπηκοότητα, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής, καθώς και βασικά στοιχεία του προσωπικού και οικογενειακού προφίλ των Αιτητών, έγινε αποδεκτός. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί που συγκροτούν τον πυρήνα των λόγων φόβου επιστροφής, ήτοι ο ισχυρισμός περί ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων και επικείμενου κινδύνου για την ανήλικη κόρη της (Αιτήτρια 2), ο ισχυρισμός περί προβλημάτων με τις αρχές λόγω της παρουσίας πελατών που φέρονται να ανήκαν στον πληθυσμό ή το κίνημα Biafra, καθώς και ο ισχυρισμός περί σεξουαλικού προσανατολισμού, απορρίφθηκαν αιτιολογημένα -εκ πρώτης όψεως- ως μη αξιόπιστοι, λόγω ασάφειας, ελλείψεων και έλλειψης συνοχής σε ζητήματα που άπτονται του πυρήνα τους.

 

Ειδικότερα, εκ πρώτης όψεως, η αιτιολογία της απόρριψης του ισχυρισμού περί ΑΓΓΟ/FGM ερείδεται στη διαπίστωση ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας 1 παρουσιάζουν αοριστία και ανεπαρκή βιωματική ανάπτυξη ως προς κρίσιμα στοιχεία, τόσο αναφορικά με το φερόμενο προσωπικό βίωμα όσο και ως προς τον επικαλούμενο μελλοντικό κίνδυνο για το ανήλικο τέκνο. Αντίστοιχα, ως προς τον ισχυρισμό που συνδέεται με την ομάδα ή τον πληθυσμό Biafra, διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως ότι η Υπηρεσία αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψή του, επισημαίνοντας την έλλειψη εξατομικευμένης σύνδεσης των επικαλούμενων περιστατικών με προσωπική στοχοποίηση της Αιτήτριας 1 και ασυνέπειες ως προς τον χρόνο και τις συνθήκες των γεγονότων. Περαιτέρω, σε σχέση με τον ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού, προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι, παρά τη συνεκτίμηση της γενικής κατάστασης των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία, οι δηλώσεις της Αιτήτριας 1 κρίθηκαν ως ανεπαρκείς και μη συνεκτικές για τη θεμελίωση εξατομικευμένου φόβου δίωξης.

 

Περαιτέρω, εκ πρώτης όψεως, η αξιολόγηση κινδύνου βάσει του αποδεκτού προφίλ της Αιτήτριας 1 και των ανήλικων τέκνων της, καθώς και της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή επιστροφής (Agbor, πολιτεία Delta), προκύπτει ότι διενεργήθηκε κατόπιν επαρκούς έρευνας και στηρίχθηκε σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης, χωρίς να εντοπίζεται πρόδηλο σφάλμα ως προς τη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται κατάσταση αδιάκριτης βίας ή άλλος πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης. Η Υπηρεσία έλαβε επίσης υπόψη εξατομικευμένα στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας 1, την ύπαρξη οικογενειακού δικτύου στη χώρα καταγωγής και το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων.

 

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, και στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που διενεργείται κατά το στάδιο εξέτασης αίτησης για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, δεν διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από πρόδηλο νομικό ή ουσιαστικό σφάλμα, ούτε ότι η προωθούμενη προσφυγή εγείρει ζητήματα τέτοιας φύσεως ώστε να θεμελιώνουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας κατά την έννοια και τον σκοπό του άρθρου 6Β του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Κατά συνέπεια, και με δεδομένο ότι δεν ικανοποιείται η απαιτούμενη εκ του Νόμου προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής, η αίτηση για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής απορρίπτεται.

 

Οι Αιτητές διατηρούν, βεβαίως, το δικαίωμα να προωθήσουν την προσφυγή που έχουν ήδη καταχωρίσει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με ίδια έξοδα.

 

Τα έξοδα των Διερμηνέων να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Δεν εκδίδεται άλλη διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1]   Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010

[2]Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010

[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011

[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο