ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: ΝΑ 159/25
27 Ιανουαρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Ο ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (Αρ. 1) ΤΟΥ 2003
Ο ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2002 (Ν.165(Ι)/2002)
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
1. C. U. N.,
2. M.E.Z.A.,
3. G.E.A.Α.
Αιτητές
Οι Αιτητές εμφανίζονται προσωπικά
Α. Κίτσιου (κα), για Α. Πάλλη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα] .
Η Αιτήτρια 1 είναι παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για παροχή προς αυτούς δωρεάν νομικής αρωγής έτσι ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να διορίσουν δικηγόρο, προκειμένου να προωθήσουν προσφυγή κατά της νομιμότητας της απόφασης ημερομηνίας 26/03/25 η οποία τους κοινοποιήθηκε μέσω ταχυδρομείου, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους για διεθνή προστασία.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που παρατίθενται στο Σημείωμα που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα και υποστηρίζεται από σχετικά Παραρτήματα, η Αιτήτρια 1 είναι υπήκοος της Νιγηρίας, γεννηθείσα στις 11/09/1998. Οι Αιτητές 2 και 3 είναι τα ανήλικα τέκνα της τα οποία γεννήθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 17/03/2023 και 27/08/2024 αντίστοιχα. Η Αιτήτρια 1 συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 25/05/2022, αφού εισήλθε παρατύπως στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.
Στις 12/03/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 1 και αυθημερόν ετοιμάστηκε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών. Η εν λόγω Έκθεση-Εισήγηση εγκρίθηκε στις 26/03/2025.
Στις 03/06/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή.
Στις 17/09/2025, οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση ακυρώσεως κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 26/03/2025, καθώς και την υπό κρίση αίτηση για παραχώρηση δωρεάν νομικής αρωγής.
Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα ανέφερε τόσο μέσω του γραπτού της σημειώματος όσο και προφορικά στο Δικαστήριο, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Νομικής Αρωγής Νόμου του 2002 ως τροποποιήθηκε, δωρεάν νομική αρωγή παρέχεται στις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 4-6γ του Νόμου. Η κρίσιμη διάταξη του Νόμου Περί Νομικής Αρωγής είναι το άρθρο 6Β, εδάφιο 2, παράγραφος (α) το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:
«(6Β)(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊστάμενου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, (.)».
Tο ανωτέρω άρθρο, ωστόσο, προβλέπει τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
2. Κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Νοείται ότι σε αυτή την περίπτωση, η διάταξη που αφορά στις πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας εφαρμόζεται χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.
Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει κατά πόσο η προσφυγή των Αιτητών έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας. Τούτο χωρίς να αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που έχουν καταχωρήσει οι Αιτητές. Τονίζεται πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης δεν επηρεάζει την τελική απόφαση επί της προσφυγής.
Έχω μελετήσει προσεκτικά την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και την Εισηγητική-Έκθεση που ετοιμάστηκε από τον/την αρμόδιο λειτουργό και λαμβάνω επίσης υπόψιν μου τα όσα η Αιτήτρια 1 ανέφερε κατά την διάρκεια της παρούσας διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στην αίτηση για διεθνή προστασία η Αιτήτρια 1 κατέγραψε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα της η μητέρα της παντρεύτηκε και την εγκατέλειψε. Η Αιτήτρια 1 διέμενε μαζί με τον θείο της ο οποίος την κακοποιούσε σεξουαλικά ο οποίος την απείλησε ότι σε περίπτωση που αναφέρει σε οποιοδήποτε την κακοποίηση θα την σκοτώσει.
Κατά το στάδιο της συνέντευξής της, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Enugu της Νιγηρίας, που συνιστά και τον τελευταίο τόπο διαμονής της, προτού την εγκαταλείψει το 2022. Είναι χριστιανή στο θρήσκευμα και ανήκει στη φυλή Igbo. Η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι είναι απόφοιτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ως προς την εργασία της, ανέφερε ότι για περίοδο 2 ετών εργαζόταν ως μαγείρισσα και για διάστημα 4 μηνών ως γραμματέας.
Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι τέλεσε παραδοσιακό γάμο. Η Αιτήτρια 1 μετά την άφιξη της στη Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε 2 τέκνα, ήτοι τον Αιτητή 2 και την Αιτήτρια 3. Ο πατέρας των τέκνων και σύντροφος της Αιτήτριας 1 είναι επίσης αιτητής ασύλου. Σχετικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε το 2007. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε και η Αιτήτρια 1 δεν διατηρούσε καλές σχέσεις με τον νέο σύζυγο της μητέρας της. Η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με την μητέρα της. Έχει 5 ετεροθαλή αδέρφια τα οποία βρίσκονται στη πολιτεία Enugu της Νιγηρίας. Επίσης ανέφερε ότι ο θείος της βρίσκεται στην πολιτεία Enugu όπως και τα δύο ξαδέρφια της με τα οποία διατηρεί επικοινωνία.
Κατά τα διευκρινιστικά ερωτήματα προς διερεύνηση των ισχυρισμών της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ο θείος της ήταν κακοποιητικός και ξεκίνησε να την παρενοχλεί σεξουαλικά όταν ήταν σε ηλικία περίπου 5 με 6 χρονών μέχρι την ηλικία των 16, με την απειλή να μην αναφέρει σε κανένα για τις πράξεις του. Η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ο θείος της επανειλημμένως την κακοποιούσε και αν και η σύζυγός του το γνώριζε δεν μπορούσε να βοηθήσει γιατί ήταν άρρωστη. Το 2016 η Αιτήτρια εξομολογήθηκε στο πάστορά της τι της συνέβαινε και ο τελευταίος μάζεψε χρήματα για να μπορέσει η Αιτήτρια 1 να εγκαταλείψει τη χώρα.
Εν συνεχεία, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι το 2015, οι κακοποιητικές πράξεις του θείου της εναντίον της σταμάτησαν γιατί όπως εξήγησε, αποφοίτησε από το σχολείο, ήταν σε θέση να εργαστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ωστόσο όπως περαιτέρω ανέφερε η Αιτήτρια 1, εξακολουθούσε να διαμένει στο σπίτι του θείου της γιατί δεν είχε την οικονομική ευχέρεια. Αν και όπως ανέφερε, δεν βρισκόταν σε κίνδυνο, ο θείος της εξακολουθούσε να την απειλεί λεκτικά να μην αναφερθεί στις πράξεις που προέβαινε εναντίον της.
Ερωτηθείσα για τον λόγο που επέλεξε η Αιτήτρια 1 να εγκαταλείψει τη χώρα της το 2022 αφού από το 2015 ο θείος της σταμάτησε να την παρενοχλεί, αποκρίθηκε ότι δε μπορούσε να διαμένει μαζί του λόγω του τραύματος. Ακολούθως, η Αιτήτρια 1 ρωτήθηκε για τον λόγο που ενώ από το 2016 ο πάστορας μάζεψε χρήματα για αυτή δεν επέλεξε να τα χρησιμοποιήσει για να εγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας της, απάντησε ότι ο θείος της είχε διασυνδέσεις και ότι θα μπορούσε να την εντοπίσει όπου και αν βρισκόταν. Ερωτηθείσα για το αν πιστεύει ότι ο θείος της σε περίπτωση που επιθυμούσε να την βλάψει δεν είχε την ευκαιρία να το κάνει στο διάστημα των 7 ετών που παρέμενε μαζί του, η Αιτήτρια 1 αποκρίθηκε ότι ήταν ήδη 16 χρονών και ότι θα μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Η Αιτήτρια 1 επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι ο λόγος που αποφάσισε εν τέλει να εγκαταλείψει τη χώρα της 7 χρόνια μετά, ήταν λόγω των απειλών από τον θείο της. Κληθείσα να αναφέρει πως αισθάνεται για τους βιασμούς από το θείο της, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι αισθάνεται άσχημα όμως λόγω και του συντρόφου της έχει αφήσει στο παρελθόν την εμπειρία που έζησε.
Για το αν υπέβαλε καταγγελία στις αρχές εναντίον του θείου της, η Αιτήτρια 1 απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι θα ήταν χάσιμο χρόνου καθότι όπως είχε στο παρελθόν ακούσει, οι αρχές δε θα μπορούσαν να την βοηθήσουν ή/και προστατεύσουν. Για το τί πιστεύει ότι θα της συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα της μαζί με το σύντροφο και τα τέκνα της, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ο θείος της θα την αναζητήσει.
Ο/η αρμόδιος/α λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διαχώρισε και αξιολόγησε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας 1:
1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας 1,
2) Ισχυριζόμενοι βιασμοί από το θείο της Αιτήτριας 1.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς η Αιτήτρια 1 κρίθηκε ικανοποιητικά αξιόπιστη.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, απορρίφθηκε λόγω μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής του αξιοπιστίας, καθώς διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια 1 δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες σε ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της. Κληθείσα να παρέχει περαιτέρω πληροφορίες, κρίθηκε από τον λειτουργό ότι η Αιτήτρια 1 υπέπεσε και σε αντιφάσεις.
Ειδικότερα, διαπιστώθηκε από το λειτουργό ότι αδυνατούσε να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με το αφήγημά της ως προς τους ισχυριζόμενους βιασμούς. Παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις για τις συνθήκες, τα περιστατικά που αφορούσαν αυτούς, ο λειτουργός έκρινε ότι οι απαντήσεις παρέμειναν γενικές και αφορούσαν κυρίως τις απειλές που ισχυρίστηκε η Αιτήτρια 1 ότι δεχόταν για να μην μιλήσει σε κανένα, χωρίς να είναι σε θέση να περιγράψει τα περιστατικά.
Ως προς την απόφαση της Αιτήτριας 1 να εγκαταλείψει τη χώρα της ο λειτουργός έκρινε ότι η αφήγηση της Αιτήτριας 1 στερείται λογικής και πειστικότητας. Παρά τον ισχυρισμό ότι έφυγε λόγω φόβου για τον θείο της, δεν εξήγησε επαρκώς πώς η παραμονή της στη χώρα είχε καταστεί αφόρητη, ενώ στο αίτημά της δεν προκύπτει σαφώς στοιχείο φόβου ή δίωξης.
Ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας 1 δε θεωρούνται πειστικές ως προς τον λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα της. Παρότι σύμφωνα με τις δηλώσεις της, έμεινε για 7 χρόνια μετά το τελευταίο περιστατικό στο ίδιο σπίτι με τον φορέα δίωξής της χωρίς να συμβεί κάτι που να υποδηλώνει κίνδυνο, ισχυρίστηκε ότι δεν φοβόταν πλέον επειδή μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό της και επειδή εκείνος δεν είχε πια δύναμη επάνω της. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί της, σύμφωνα με το λειτουργό δεν καταδεικνύουν ότι η παραμονή της στη χώρα καταγωγής της ήταν αφόρητη, γεγονός που υπονομεύει τον πυρήνα του αιτήματός της και αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί φόβου δίωξης σε περίπτωση επιστροφής.
Ακόμα, ο λειτουργός έκρινε ότι το αφήγημα της Αιτήτριας 1 εμφανίζει έλλειψη ευλογοφάνειας και λογικής καθότι ως ενήλικο πρόσωπο, θύμα βιασμού στη χώρα της δεν επιχείρησε ποτέ να ζητήσει προστασία από τις αρχές ή να προχωρήσει μέσω της δικαστικής οδού πριν εγκαταλείψει τη χώρα της.
Ως προς το γεγονός ότι συνέχισε να παραμένει με τον εν λόγω άνδρα στο ίδιο σπίτι χωρίς να κάνει προσπάθειες να ζήσει σε άλλη περιοχή της χώρας προτού να αποφασίσει να την εγκαταλείψει, κρίθηκε από το λειτουργό ως έλλειψη ευλογοφάνειας και λογικής. Ομοίως, ως έλλειψη ευλογοφάνειας εντοπίστηκε από τον λειτουργό αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αιτήτριας εργαζόταν, είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το σπίτι του φορέα δίωξης της, ωστόσο συνέχισε να παραμένει εκεί και εν συνεχεία να εγκαταλείψει τη χώρα χωρίς να προσπαθήσει να προστατευτεί σε άλλο μέρος.
Καταληκτικά, ο λειτουργός επεσήμανε ότι οι αναφορές της Αιτήτριας 1 παρουσιάζουν σοβαρή έλλειψη ευλογοφάνειας και πειστικότητας. Ο λειτουργός επιπλέον έκρινε ότι δεν είναι εύλογο ένα άτομο να εγκαταλείπει τη χώρα του χωρίς να έχει προηγουμένως κάνει προσπάθειες να ζητήσει προστασία από τις αρχές της χώρας. Ο λόγος της άρνησής της όπως επιπρόσθετα έκρινε ο λειτουργός βασίζεται μόνο σε αοριστίες και γενικότητες.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ενόψει του ότι όσα ανέφερε η Αιτήτρια 1 αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της, ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η Αίτηση έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την περαιτέρω ανάλυση σε εξωτερικές πηγές και ως εκ τούτου εισηγήθηκε την απόρριψη του ισχυρισμού.
Κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησής της για νομική αρωγή στο Δικαστήριο, στην Αιτήτρια 1 δόθηκε χρόνος ώστε να μελετήσει το Σημείωμα και τα επισυνημμένα Παραρτήματα και να εξηγήσει τους λόγους που θεωρεί ότι η προσφυγή της έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Η Αιτήτρια 1 κατά την ακρόαση της παρούσας δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, ο λειτουργός δεν κατέγραψε όλα όσα ανέφερε η Αιτήτρια 1. Στη συνέχεια ανέφερε ότι μέχρι σήμερα ο θείος της την απειλεί ότι αν υποβάλει καταγγελία στις αρχές για τις πράξεις που προέβαινε εναντίον της θα της προκαλέσει κακό. Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο αν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της μαζί με τον σύντροφό της και τα ανήλικα τέκνα της, αποκρίθηκε ότι ο θείος της είναι πολύ θυμωμένος μαζί της. Κατόπιν σχετικής ερώτησης για το αν οι αρχές της χώρας θα μπορούσαν να την προστατεύσουν η Αιτήτρια αν και απάντησε θετικά, πρόσθεσε ότι στη χώρα της συμβαίνουν διάφορα και εξήγησε ότι προβαίνουν σε δολοφονίες χριστιανών και ότι οι αρχές αναλαμβάνουν υποθέσεις των πολιτών μόνο όταν οι τελευταίοι είναι σε θέση να πληρώσουν.
Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο του Σημειώματος, στο οποίο καταγράφηκε η θέση τους ότι δεν υπάρχουν πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής των Αιτητών και επιπλέον πρόσθεσαν σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αιτήτριας 1 το τελευταίο περιστατικό έλαβε χώρα το 2015 και η Αιτήτρια 1 εν τέλει εγκατέλειψε τη χώρα το 2022 διαμένοντας με τον θείο της για 7 χρόνια, χρονική περίοδος που δεν της συνέβη το οτιδήποτε. .
Έχοντας ανατρέξει στο πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας 1, παρατηρώ - εκ πρώτης όψεως - ότι ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε και αξιολόγησε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας 1 που σχετίζονται με το λόγο που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της. Ευδιάκριτη ήταν η αδυναμία της να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με τους κατ’ ισχυρισμό βιασμούς από τον θείο της. Οι αναφορές τις Αιτήτριας 1 είναι γενικές και αόριστες. Ουδόλως άλλωστε παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η ίδια η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι κατά την ηλικία των 16 ετών και την ικανότητά της να εργαστεί μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Επίσης για μεγάλη χρονική περίοδο, ήτοι 7 χρόνια ο θείος της δεν την παρενόχλησε ως οι αναφορές της.
Για τους λόγους αυτούς και έχοντας υπόψη ότι βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, οι Αιτητές έχουν το βάρος να καταδείξουν ότι έχουν πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του και χωρίς να αποφασίζεται οριστικά το αποτέλεσμα της προσφυγής που έχει καταχωρήσει (Tarrago Durgo Man v Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 278/09, ημερ. 15/7/09, Nacira Baghour and Maged Ahmad Odeh, Υπόθ. Αρ. 10/12, ημερ. 28/3/12), κρίνω στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή που προτίθεται να καταχωρηθεί έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Επαναλαμβάνω ότι οι Αιτητές έχουν το δικαίωμα, αν επιθυμούν, να προωθήσουν την προσφυγή που ήδη έχουν καταχωρήσει με δικά τους έξοδα.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο