J. F. K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1669/2024, 27/1/2026
print
Τίτλος:
J. F. K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1669/2024, 27/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1669/2024

27 Ιανουαρίου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ

 J. F. K

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Ελ. Ιωακειμίδου (κα) για Μ. Μπαγιαζίδου (κα), Δικηγόροι για Αιτητή

Μ. Αμπελώμος (κος), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

[Ο Αιτητής είναι παρών]

[Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα]

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 29/03/2024, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 23/04/2024 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.  Επίσης αιτείται την έκδοση νέας απόφασης από το Δικαστήριο επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (εφεξής «ΛΔΚ) και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 05/12/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 15/12/2022 κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητάς του, ο Αιτητής κρίθηκε ως «χαμηλού ρίσκου». Στις 15/01/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από εμπειρογνώμονα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο - ΕΥΥΑ, (στο εξής αναφερόμενος ως «λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.

 

Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 28/03/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 29/03/2024 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου,  ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία. Στις 23/04/2024 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή δια χειρός αυθημερόν, κατόπιν μετάφρασης του περιεχομένου της στη μητρική του γλώσσα από διερμηνέα.

 

Στις 13/05/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.

 

Ο Αιτητής δια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της, προώθησε τους ακόλουθους λόγους ακύρωσης: (α) η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη από αναρμόδιο πρόσωπο χωρίς τη λήψη της απαιτούμενης εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών, (β) η προσβαλλόμενη πράξη ελήφθη χωρίς να διεξαχθεί η δέουσα έρευνα και/ή χωρίς να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, (γ) η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση στερείται επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας και/ή είναι ελλιπής και/ή στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς, υπέβαλε δια της γραπτής του αγόρευσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που του αναλογεί. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της παρούσας υπόθεσης στις 26/09/2025, η συνήγορος του Αιτητή δήλωσε ότι αποσύρει τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας οργάνου.

 

Δεδομένου του περιορισμού της υπό εξέταση προσφυγής στην έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και λαμβάνοντας υπόψιν ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο, προχωρώ στην εξέταση της επίδικης απόφασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.

 

Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών του Αιτητή, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ο Αιτητής κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω ανασφάλειας, επειδή έλαβε απειλές κατά της ζωής του από τον Στρατηγό, ο οποίος ήθελε να οικειοποιηθεί δια της βίας τη γη που κληρονόμησε από τον πατέρα του (βλ. ερυθρό 1 του δ.φ.).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του την Kinshasa και συγκεκριμένα στην περιοχή Lemba. Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός ως προς το θρήσκευμα και ως προς την εθνοτική ομάδα ανήκει στους Bandudu. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι δεν είναι νυμφευμένος αλλά έχει σύντροφο και έναν ανήλικο υιό, οι οποίοι διαμένουν στην Kinshasa και με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία. Σε σχετική ερώτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιμετωπίζουν οικονομικής φύσεως προβλήματα και δυσκολίες στην επιβίωσή τους και ότι ο ίδιος τους στηρίζει κατά καιρούς οικονομικά.

 

Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε τον Μάρτιο του 2017 λόγω ασθένειας και ότι η μητέρα του και τα τρία του αδέρφια διαμένουν στην Kinshasa. Σε σχέση με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε για ένα χρόνο στο τμήμα οικονομικών του πανεπιστημίου της Kinshasa, αλλά διέκοψε τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ως προς την εργασιακή του εμπειρία ανέφερε ότι εργάστηκε σε πρατήριο βενζίνης.

 

Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αναχώρησε λόγω απειλών κατά της ζωής του. Κατά την ελεύθερη αφήγησή του ανέφερε ότι κληρονόμησε από τον πατέρα του ένα τεμάχιο γης, το οποίο του είχε ο προτείνει ο θείος του να πουλήσει, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε. Τότε ο θείος του με πλαστά έγγραφα το πούλησε στον στρατηγό Chiwewe. Όταν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί προέβη σε καταγγελία στο δικαστήριο, αλλά ως δήλωσε, ο νόμος στη χώρα του προστατεύει μόνο τους ισχυρούς.

 

Μετά την καταγγελία, ο στρατηγός άρχισε να τον απειλεί για να εξασφαλίσει τα νόμιμα έγγραφα και επειδή ο Αιτητής αρνήθηκε να του τα δώσει, τον συνέλαβε και τον έστειλε στο στρατόπεδο Lufungula, όπου κρατήθηκε για τρεις ημέρες. Όταν αρνήθηκε και πάλι να παραδώσει τα νόμιμα έγγραφα τον έστειλαν στο “IPCrime”, όπου υπέστη βασανιστήρια με συνέπεια να συμφωνήσει να τους τα δώσει. Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ανέφερε ότι μερικές ημέρες αργότερα, διεκδίκησε τα δικαιώματά του δικαστικώς και όταν το πληροφορήθηκε ο στρατηγός άρχισε να τον αναζητεί και να τον απειλεί εκ νέου.  Ως εκ τούτου αποφάσισε να αποταθεί στον φίλο του πατέρα του με την βοήθεια του οποίου κατάφερε να αναχωρήσει από τη χώρα του. Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής απάντησε ότι οι στρατηγοί είναι ισχυροί και εάν κάποιος αντιμετωπίζει πρόβλημα μαζί τους, μπορεί να τον σκοτώσουν.

 

Σε διερευνητικά ερωτήματα αναφορικά με το τεμάχιο γης το οποίο κληρονόμησε από τον πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι 20 επί 20 και δεν είχε οτιδήποτε κτισμένο, ενώ είχε αρχίσει να κτίζεται ένας φράκτης. Ισχυρίστηκε ότι το κληρονόμησε ως ο πρωτότοκος υιός. Αναφορικά με τον θείο του, ο Αιτητής ανέφερε ότι είθισται στη χώρα του, ακόμη κι αν ο αποβιώσας έχει οικογένεια και παιδιά, τα αδέρφια του αποβιώσαντος να διεκδικούν την περιουσία του. Σε σχετική ερώτηση, δήλωσε ότι ο θείος του πούλησε το τεμάχιο γης στον στρατηγό στις 20/06/2021 για 5000 δολάρια χρησιμοποιώντας πλαστά έγγραφα. Ο ίδιος το αντιλήφθηκε περί τα τέλη του 2021, όταν μία μέρα μετέβη στο τεμάχιο γης με σκοπό να το καθαρίσει και διαπίστωσε ότι είχαν αρχίσει την ανοικοδόμηση ενός κτηρίου. Ακολούθως, όταν πληροφορήθηκε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν ο στρατηγός Chiwewe, προέβη σε καταγγελία στο δικαστήριο χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου, λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων, αλλά ως δήλωσε, η διαδικασία δεν προχώρησε, διότι του είπαν ότι πρέπει να προσλάβει νομικό εκπρόσωπο.

 

Σχετικά με την σύλληψή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι συνέβη στις 27/12/2021, ημερομηνία κατά την οποία κάποιοι στρατιώτες, χωρίς στολή, ήρθαν στην οικία του, τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν στο στρατόπεδο Lufungula, όπου πληροφορήθηκε ότι τους είχε στείλει ο στρατηγός για τα έγγραφα της γης. Κατά την τριήμερη κράτησή του στο στρατόπεδο, ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε κελί, δεν έτρωγε, του πετούσαν νερό από τη στέγη και τον κτυπούσαν. Την τρίτη μέρα της κράτησής του συναντήθηκε με τον στρατηγό, ο οποίος ζήτησε τα έγγραφα, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε να του τα δώσει. Συνεπεία αυτού ο στρατηγός έδωσε εντολή να τον μεταφέρουν στο “IP Crime” (Intervention Police), σε κελί όπου τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια. Την ίδια ημέρα, αποφάσισε εν τέλει να παραδώσει τα έγγραφα και τον συνόδεψαν στην οικία του για να τους τα δώσει.

 

Σε σχετική ερώτηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι έκτοτε δεν είδε ξανά τον στρατηγό. Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του, δεδομένου ότι δεν είχε ακούσει ξανά από τον στρατηγό, ο Αιτητής δήλωσε ότι λάμβανε αρκετές απειλές κατά της ζωής του από τον στρατηγό. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο εξακολουθούσε να τον απειλεί ο στρατηγός, ο Αιτητής εξήγησε ότι επανέφερε την υπόθεση στο δικαστήριο για να του επιστραφεί αυτό που δικαιωματικά του ανήκε. Ως προς τις απειλές που έλαβε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι απειλήθηκε δύο φορές, ότι έρχονταν στρατιώτες με καλυμμένα πρόσωπα και όπλα και ότι ο ίδιος κρυβόταν στον φίλο του πατέρα του. Σε σχετική ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι έλαβε την τελευταία απειλή τον Ιούλιο του 2022.

 

Ερωτηθείς κατά πόσο θα ήταν ασφαλής σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, εξηγώντας ότι ο συγκεκριμένος στρατηγός, ηγείται όλου του στρατού και όπου κι αν πάει θα τον εντοπίσει και θα τον σκοτώσει. Σε σχέση με τη νόμιμη αναχώρησή του από τη χώρα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο φίλος του πατέρα του είχε διασυνδέσεις στο αεροδρόμιο και ως εκ τούτου κατάφερε να αναχωρήσει χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.

 

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυψαν από τις δηλώσεις του Αιτητή:

1.   Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή.

2.   Ο Αιτητής απειλήθηκε και τέθηκε υπό κράτηση από τον στρατηγό στον οποίο ο θείος του πώλησε τη γη που κληρονόμησε ο Αιτητής από τον πατέρα του.

 

Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, καθώς απάντησε με συνέπεια και με επαρκείς λεπτομέρειες σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν σε ό,τι αφορά αυτό το ουσιώδες θέμα και οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο λειτουργός τον απέρριψε ως μη αξιόπιστο, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν συνοχής και επαρκούς λεπτομέρειας. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ανέφερε ότι μετά το θάνατο του πατέρα του, στις 02/03/2017, κληρονόμησε ένα τεμάχιο γης, το οποίο του πρότεινε ο θείος του (αδερφός του πατέρα του) να πουλήσει. Καθότι ο Αιτητής αρνήθηκε να προβεί στην ενέργεια αυτή, ο θείος του προχώρησε στην πώληση της γης στον στρατηγό Chiwewe, χωρίς τη συγκατάθεση του Αιτητή. Σε διερευνητικά ερωτήματα ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο θείος του προχώρησε στην πώληση της γης στις 20/06/2021 για 5000 δολάρια. Εντούτοις, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς έγινε η συναλλαγή, αφού ο θείος του δεν είχε τη συγκατάθεση του ιδίου, ούτε τα νόμιμα έγγραφα. Η μόνη εξήγηση που έδωσε ήταν ότι ο θείος του ήταν ο μικρότερος αδελφός του πατέρα του, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι ετοίμασε πλαστά έγγραφα για να το πράξει.

 

Ως επεσήμανε ο λειτουργός, η αφήγηση του Αιτητή ήταν αόριστη, χωρίς την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Ως προς το πότε αντιλήφθηκε την ενέργεια αυτή, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μια μέρα το 2021, χωρίς να διευκρινίσει πότε ακριβώς, πήγε στο τεμάχιο γης για να το καθαρίσει και βρήκε στρατιώτες, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη ανοικοδόμηση κτηρίου. Ως σημείωσε ο λειτουργός, ο Αιτητής δεν έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες για την ημέρα εκείνη, τι ακριβώς αντίκρυσε και πώς το βίωσε ο ίδιος, όπως θα ήταν αναμενόμενο για ένα βιωματικό περιστατικό. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν υπήρξε σαφής σχετικά με το πώς πήρε την απόφαση να αποταθεί δικαστήριο και όχι στην αστυνομία για να καταγγείλει την παράνομη πώληση της γης του, ούτε υπήρξε συγκεκριμένος για τη διαδικασία που ακολούθησε για την καταγγελία.

 

Περαιτέρω, ως κατέγραψε ο λειτουργός, ο Αιτητής δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο από το δικαστήριο, καθώς ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία δεν είχε ξεκινήσει. Ως ο λειτουργός σημείωσε, ο Αιτητής δεν ήταν περιγραφικός, ενώ οι δηλώσεις του κρίθηκαν ασαφείς και γενικόλογες. Μετά την καταγγελία που ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε στο δικαστήριο, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο στρατηγός τον συνέλαβε και τον μετέφερε στο στρατόπεδο Lufungula. Ο Αιτητής υπήρξε εξίσου αόριστος και ασαφής ως προς την περιγραφή του περιστατικού, καθώς δήλωσε μόνο ότι στρατιώτες που δεν φορούσαν στολή πήγαν στο σπίτι του για να τον συλλάβουν. Ερωτηθείς πώς κατάλαβε ότι ήταν στρατιώτες, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι του είπαν αργότερα ότι τους είχε στείλει ο στρατηγός. Επιπλέον, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αρχικά δεν γνώριζε τον λόγο της σύλληψής του και αφού μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του, πληροφορήθηκε ότι ο στρατηγός ήθελε τα νόμιμα έγγραφα του τεμαχίου γης.

 

 

Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο ο στρατηγός δεν του τα ζήτησε προηγουμένως και προέβη σε σύλληψή του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος δεν ήθελε να πουλήσει το τεμάχιο γης. Ούτε για τη διαδικασία της σύλληψης ο Αιτητής έδωσε επαρκείς πληροφορίες, δηλώνοντας ότι με αυτόν τον τρόπο γίνονται τα πράγματα στη ΛΔΚ, καθώς ο στρατηγός ήταν τόσο ισχυρός που μπορούσε να προχωρήσει στη σύλληψη. Επιπλέον, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ήρθαν τέσσερα άτομα στην οικία του για να τον συλλάβουν, ακολούθως δήλωσε ότι ήταν τρία. Περαιτέρω, ούτε τις συνθήκες της τριήμερης κράτησής του στο στρατόπεδο Lufungula ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς ο Αιτητής, καθότι μπορούσε να θυμηθεί μόνο ότι ήταν σκοτεινά και ότι υπήρχαν άνθρωποι μέσα. Ανέφερε αόριστα ότι απλά καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει οτιδήποτε.

 

Αναφορικά με τη σωματική βία που ισχυρίστηκε ότι υπέστη κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν του έδιναν φαγητό και ότι τον κτυπούσαν και ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις στη Δημοκρατία τον Ιανουάριο του 2024, χωρίς να προβάλλει ευλογοφανή απάντηση για τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να υποβληθεί σε εξετάσεις δύο περίπου χρόνια μετά το ισχυριζόμενο περιστατικό. Την τελευταία ημέρα της κράτησής του ο Αιτητής ανέφερε ότι τον πλησίασε ο στρατηγός για τα έγγραφα και όταν αρνήθηκε να του τα δώσει, έδωσε εντολή να τον μεταφέρουν στο “IP Crime”, όπου παρέμεινε για μια ημέρα, καθότι ως ισχυρίστηκε, «ο στρατηγός είναι στην κορυφή» και «μπορεί να κάνει ό,τι θέλει». Σε σχετικές ερωτήσεις, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τι ακριβώς είναι το τμήμα αυτό της αστυνομίας.

 

Επιπρόσθετα, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση για ποιο λόγο είχε ο στρατηγός τόσο μεγάλη ανάγκη τα έγγραφα, αφού είχε ήδη αγοράσει τη γη από τον θείο του και αφού ήταν τόσο ισχυρός στη ΛΔΚ. Ο Αιτητής τελικά ως ισχυρίστηκε έδωσε στον στρατηγό τα ζητούμενα έγγραφα και τον συνόδεψαν στην οικία του για να τους τα παραδώσει. Ως σημείωσε ο λειτουργός, ο Αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για ποιο λόγο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, αφού δεν τον είδε ξανά από τότε που του παρέδωσε τα έγγραφα, ήτοι τον Δεκέμβριο του 2021. Ανέφερε αόριστα ότι λάμβανε αρκετές απειλές και ότι ο στρατηγός ήθελε να τον σκοτώσει επειδή είχε πάει στο δικαστήριο για να τον καταγγείλει. Ως κατέγραψε ο λειτουργός, ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσαφηνίσει τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι λάμβανε, ούτε στοιχειοθέτησε ότι βρισκόταν σε κίνδυνο η ζωή του

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα για τον στρατηγό Chiwewe Songesha. Με βάση πηγές πληροφόρησης στις οποίες παραπέμπει,  ο Chiwewe είναι στρατηγός τριών αστέρων, ο οποίος ανέβηκε ταχέως στην ιεραρχία εντός τριών χρόνων. Έγινε αναπληρωτής διοικητής της Δημοκρατικής Φρουράς, υπεύθυνος για τις πληροφορίες και τις επιχειρήσεις και το 2020 έγινε διοικητής της Δημοκρατικής Φρουράς. Ο πρόεδρος F?lix Tshisekedi τον προήγαγε στο βαθμό του υποστράτηγου, στη συνέχεια του αντιστράτηγου και, τέλος, του στρατηγού (βλ. ερυθρό 54 του δ.φ.).

Εν συνεχεία, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα για τα δικαιώματα κληρονομιάς γης στη ΛΔK βάσει της οποίας ο Οικογενειακός Κώδικας της χώρας προβλέπει ότι οι θυγατέρες και οι υιοί έχουν τα ίδια δικαιώματα κληρονομιάς γης, και ομοίως ο νόμος διασφαλίζει ότι οι επιζώντες σύζυγοι, γυναίκες και άνδρες, έχουν ίσα δικαιώματα κληρονομιάς. Επιπλέον διαπιστώθηκε ότι ο Κώδικας απαγορεύει την αποκλήρωση από μερίδιο κληρονομιάς και επιβάλλει πρόστιμα σε όσους την διαπράττουν. Παρόλο που τα ανωτέρω βρίσκονται σε ισχύ, οι εθιμικές και παραδοσιακές πρακτικές συνεχίζουν να εισάγουν διακρίσεις κυρίως εις βάρος των κοριτσιών και των γυναικών.

 

Ως σημείωσε ο λειτουργός, παρά το γεγονός ότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την εξουσία που έχει ο στρατηγός Chiwewe στη ΛΔΚ, η αφήγηση του Αιτητή στερείται εσωτερικής αξιοπιστίας και ως εκ τούτου δεν έγινε αποδεκτός ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός.


Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου, ο λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του αποδεδειγμένου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού που προέκυψε από τις δηλώσεις του Αιτητή, καθώς επίσης και επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του,  ήτοι την 
Kinshasa της ΛΔΚ, διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Ακολούθως, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, του προσωπικού του προφίλ και της αξιολόγησης κινδύνου, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ευλόγως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας και 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, αντίστοιχο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa της ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο ή σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα του Αιτητή και κατέληξαν τόσο στα ευρήματα περί αναξιοπιστίας του όσο και στη μη υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς. Συμφωνώ με την αιτιολόγηση της Διοίκησης ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν επαρκών πληροφοριών, λεπτομερειών και συνοχής. Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). 

 

Παρόλο που τμήματα της αφήγησης του Αιτητή βρίσκουν έρεισμα στις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη του στρατηγού Chiwewe και την εξουσία που έχει στη ΛΔΚ, ωστόσο ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει το αίτημά του με ικανοποιητική λεπτομέρεια και σαφήνεια, ενώ δεν παρείχε μία επαρκώς περιγραφική αφήγηση που να παραπέμπει σε προσωπικά βιώματα, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι οι δηλώσεις του πηγάζουν από ευρέως γνωστές πληροφορίες για τη χώρα του και όχι από βιωματική εμπειρία. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει την διαδικασία της καταγγελίας της παράνομης πώλησης της γης στο δικαστήριο, ούτε την κατ’ ισχυρισμό σύλληψή του και την επακόλουθη κράτησή του, ενώ δεν στοιχειοθέτησε ότι εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνδυνο η ζωή του από τον στρατηγό όταν πλέον του παρέδωσε τα έγγραφα. Ο Αιτητής ανέφερε αόριστα ότι παρόλο που δεν ξαναείδε τον στρατηγό από τον Δεκέμβριο του 2021 έλαβε δύο απειλές μέσω στρατιωτών, ενώ ο ίδιος κρυβόταν. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δεν αναφέρθηκε στην εξέλιξη της υπόθεσης στο δικαστήριο στο οποίο ως ισχυρίστηκε αποτάθηκε εκ νέου όταν έδωσε τα έγγραφα στον στρατηγό.  Οι απαντήσεις που έδωσε ο Αιτητής χαρακτηρίζονταν από επιφανειακότητα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις  ήταν αόριστες και μη ευλογοφανείς. Για τους ανωτέρω λόγους, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ορθώς ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή που αφορά τον πυρήνα του αιτήματός του, απορρίφθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση ως μη αξιόπιστος.

 

Κατόπιν έρευνας στην οποία προέβη το Δικαστήριο διαπιστώθηκε ότι o στρατηγός Christian Tshiwewe (Chiwewe) συνελήφθη τον Ιούλιο του 2025 μαζί με άλλους αξιωματούχους στρατιωτικούς με την κατηγορία για συνεργασία με τον πρώην πρόεδρο Kabila και ως ύποπτος για συνωμοσία με σκοπό την πραγματοποίηση πραξικοπήματος.[1] Ακόμη κι αν γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι απειλείται από τον στρατηγό Chiwewe βάσει των ανωτέρω πληροφοριών διαπιστώνεται ότι ο εν λόγω στρατηγός βρίσκεται υπό κράτηση και ως εκ τούτου δεν τεκμηριώνεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα του θα τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του.

 

Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).  Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).  Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.

 

Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, κρίνεται ότι τα όσα προέβαλε ο Αιτητής δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.  Ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με αξιοπιστία και αληθοφάνεια τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς που θα τον ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως ο Αιτητής είχε αρκετές ευκαιρίες κατά το στάδιο της συνέντευξής του να αναπτύξει με κάθε λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός του και να θεμελιώσει τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του. Ούτε στην ενώπιον μου διαδικασία που είχε τη δυνατότητα μέσω της συνηγόρου του να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του, έθεσε ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο.  Κατά συνέπεια, ενόψει των προβαλλόμενων ισχυρισμών δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς πρόσφυγα.

 

Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο του Αιτητή οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς.

 

Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στον Αιτητή ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.

 

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Kinshasa, η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θεωρείται ο τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Συγκεκριμένα, αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, και ειδικότερα στην πρωτεύουσα Kinshasa, οι πληροφορίες από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν τα κάτωθι:

 

Σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη RULAC «Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον αριθμού ενόπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu»[2], σημειώνεται ωστόσο, ότι δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ενεργών, μη κρατικών, ένοπλων ομάδων στην Kinshasa. Επιπρόσθετα, Έκθεση (2024) της Διεθνούς Αμνηστίας για τη ΛΔΚ αναφέρει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά συνεχίστηκαν, με τις κυβερνητικές δυνάμεις να μάχονται εναντίον ένοπλων ομάδων∙ ενώ η διακοινοτική βία επεκτάθηκε και στις επαρχίες Kasai, Kwango, Kwilu, Mai-Ndombe και Tshopo, και οδήγησε σε περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[3] Ως διαφαίνεται από τις ανωτέρω πληροφορίες, στην Kinshasa δεν επικρατούν συνθήκες εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και η κατάσταση ασφαλείας παρουσιάζεται σταθερή.

 

Προχωρώντας να εξετάσω την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (με τελευταία πρόσβαση στις 03/10/2025) καταγράφηκαν 36 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 38 θάνατοι.[4] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2023 ανερχόταν στα 16,316,000 κατοίκους.[5]

 

Κατά συνέπεια, η Kinshasa που συνιστά τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ.[6] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρό, υγιή ενήλικα, ικανό προς εργασία και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

                                                      Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] SACC, “DRC former Army Chief arrested on allegations of plotting to overthrow Tshisekedi”, 11 July 2025

http://web.sabc.co.za/sabc/home/channelafrica/news/details?id=4036241e-f3dd-4e20-88ca-c50107d057e8&title=DRC%20former%20Army%20Chief%20arrested%20on%20allegations%20of%20plotting%20to%20overthrow%20Tshisekedi ;

The Great Lakes Eye, “Tshisekedi, FARDC at loggerheads as 30 generals are detained”, 13 October 2025

https://thegreatlakeseye.com/post?s=Tshisekedi,--FARDC--at--loggerheads--as--30--generals--are--detained_1983 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/10/2025)

 

 

[2]  RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Τελευταία Ενημέρωση: 13 Απριλίου 2021

https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/10/2025]

[3] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024

https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/10/2025]

[4]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Cono - Kinshasa, Events/Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/10/2025)

[5]CIA, The World Factbook, DRC

https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/congo-democratic-republic-of-the/#people-and-society [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15/10/2025]

[6] Βλ.  C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο