ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: N.N.Z., Νομική Αρωγή αρ. 173/2025, 14/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: N.N.Z., Νομική Αρωγή αρ. 173/2025, 14/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

         Νομική Αρωγή αρ. 173/2025

14 Ιανουαρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,

Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

N.N.Z.

                                                   Από Αφγανιστάν

                                                         Αιτητής

 

Ο Αιτητής εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως

Για τους Καθ' ων η αίτηση: Α. Χατζηιωσήφ (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

[Ευστράτιος Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα

WAHEDI Lima – Διερμηνέας, για διερμηνεία από dari στην αγγλική και αντίστροφα]                            

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο Αιτητής, με την καταχωρισθείσα αίτησή του, επιζητά την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 6Β του περί Προσφύγων Νόμου, με σκοπό τον διορισμό δικηγόρου για την προώθηση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρίσει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 16.09.2025, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Η συνήγορος που εμφανίζεται για τον Γενικό Εισαγγελέα καταχώρισε σημείωμα με το οποίο έφερε ένσταση στο αίτημα του Αιτητή παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης και επισυνάπτοντας τα σχετικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση για την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.

 

Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι Αφγανός υπήκοος, γεννηθείς στην επαρχία Καμπούλ, όπου διέμενε με την οικογένειά του στην περιοχή Dasht-e-Barchi, η οποία αποτέλεσε και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Χαζάρα και είναι Σιίτης μουσουλμάνος.

 

Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε στην αίτησή του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αεροπορικώς στις 10.04.2025, μεταβαίνοντας αρχικά στο Ιράν, εν συνεχεία στην Τουρκία και ακολούθως εισήλθε στη Δημοκρατία στις 12.08.2025. Δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Αφγανιστάν λόγω της εθνοτικής του καταγωγής ως Χαζάρα και της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν, ενώ ανέφερε ότι δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας.

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επανέλαβε ότι ο κύριος λόγος αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του ήταν η εθνοτική του καταγωγή ως Χαζάρα και οι διακρίσεις που, κατά τους ισχυρισμούς του, υφίστανται εις βάρος της εν λόγω ομάδας από το καθεστώς των Ταλιμπάν. Ανέφερε ότι οι Ταλιμπάν επισκέπτονταν συχνά το συνεργείο αυτοκινήτων του πατέρα του και καθυστερούσαν ή δεν κατέβαλλαν την πληρωμή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, πλην όμως επιβεβαίωσε ότι δεν δέχθηκε προσωπικά απειλές, δεν υπήρξε θύμα βίας, σύλληψης ή κράτησης και ότι ο πατέρας του εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εργάζεται στο εν λόγω συνεργείο χωρίς να έχει υποστεί προσωπική στοχοποίηση.

 

Η Υπηρεσία Ασύλου, κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προέβη σε διαχωρισμό των προβαλλόμενων ισχυρισμών του Αιτητή και τους αξιολόγησε αυτοτελώς, τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική αξιοπιστία τους.

 

Ως πραγματικά στοιχεία που έγιναν αποδεκτά, η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε την ταυτότητα και την υπηκοότητα του Αιτητή ως υπηκόου του Αφγανιστάν, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του στην πόλη Kabul και ειδικότερα στην περιοχή Dasht-e-Barchi, την εθνοτική του καταγωγή ως μέλος της ομάδας των Χαζάρα, το θρήσκευμά του ως Σιίτη μουσουλμάνου, τη σύνθεση της οικογένειάς του και την ύπαρξη οικογενειακού και κοινωνικού δικτύου υποστήριξης στην Καμπούλ, τη διαδρομή αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής και εισόδου του στη Δημοκρατία, καθώς και την επαγγελματική του δραστηριότητα στο συνεργείο αυτοκινήτων του πατέρα του πριν από την αναχώρησή του από το Αφγανιστάν. Τα ανωτέρω στοιχεία κρίθηκαν συνεπή, αξιόπιστα και επιβεβαιώθηκαν από τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις διαθέσιμες διεθνείς πηγές πληροφόρησης.

 

Αντιθέτως, ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που προβάλλονταν προς θεμελίωση καθεστώτος πρόσφυγα, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκε εξατομικευμένη στοχοποίηση ή δίωξη του Αιτητή εκ μέρους κρατικών ή μη κρατικών δρώντων για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής στοχοποιήθηκε λόγω της εθνοτικής του καταγωγής ως Χαζάρα -ο οποίος αξιολογήθηκε ως δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός- δεν κρίθηκε αποδεκτός, καθότι ο ίδιος δεν επικαλέστηκε περιστατικά προσωπικής δίωξης στο παρελθόν, δεν ανέφερε απειλές, πράξεις βίας, συλλήψεις ή κρατήσεις εις βάρος του, ούτε προσδιόρισε συγκεκριμένα γεγονότα που να καταδεικνύουν βάσιμο και εξατομικευμένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αναφορικά με τη συμπεριφορά των Ταλιμπάν απέναντι στο συνεργείο του πατέρα του αξιολογήθηκαν ως περιστατικά οικονομικής εκμετάλλευσης, τα οποία, ελλείψει απειλών ή άλλων μορφών καταναγκασμού, δεν κρίθηκαν ικανά να στοιχειοθετήσουν δίωξη κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης.

 

Σε ό,τι αφορά τη συμπληρωματική προστασία, η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τον ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Αφγανιστάν υπό το πρίσμα του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Ο ισχυρισμός περί γενικευμένης ανασφάλειας στην επαρχία Kabul αξιολογήθηκε, βάσει εκτενών και επικαιροποιημένων διεθνών πηγών πληροφόρησης, ως μη επαρκής για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι η ένταση της βίας στην εν λόγω περιοχή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έφθανε σε τέτοιο επίπεδο ώστε να επηρεάζει αυτομάτως οποιοδήποτε άτομο επιστρέφει εκεί. Περαιτέρω, η Υπηρεσία έλαβε υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, την οικογενειακή του κατάσταση και την ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού δικτύου στην Καμπούλ, και έκρινε ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.

 

Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι, παρά την αποδοχή βασικών στοιχείων ταυτότητας και προφίλ του Αιτητή, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που προβάλλονταν προς θεμελίωση τόσο καθεστώτος πρόσφυγα όσο και συμπληρωματικής προστασίας δεν πληρούσαν το απαιτούμενο νομικό κατώφλι και, ως εκ τούτου, δεν έγιναν αποδεκτοί.

 

Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής

 

Ο Αιτητής έχει καταχωρίσει προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της καταχωρισθείσας προσφυγής του.

 

Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].

 

Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].

 

Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3]. Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Έχοντας μελετήσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση, το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή και το σύνολο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε αναλυτική αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή και στήριξαν την κρίση τους σε εκτενή και επικαιροποιημένη αξιοποίηση διεθνών πηγών πληροφόρησης αναφορικά τόσο με την κατάσταση ασφάλειας στην επαρχία Kabul όσο και με τη θέση της εθνοτικής ομάδας των Χαζάρα στο Αφγανιστάν.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση εξετάζει ρητώς τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί εθνοτικής στοχοποίησης λόγω της καταγωγής του ως Χαζάρα και τους αξιολογεί υπό το πρίσμα τόσο του καθεστώτος του πρόσφυγα όσο και της συμπληρωματικής προστασίας. Οι Καθ’ ων η αίτηση καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης, κρίση η οποία, εκ πρώτης όψεως, ερείδεται σε σαφή πραγματικά δεδομένα και τεκμηριωμένη νομική ανάλυση.

 

Ιδιαίτερη σημασία, στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, έχει το γεγονός ότι από τα ίδια τα λεγόμενα του Αιτητή προκύπτει ότι δεν υπήρξε στο παρελθόν προσωπικό θύμα στοχοποίησης, απειλών ή βίας, ότι κανένα μέλος της οικογένειάς του δεν αναζητήθηκε ή διώχθηκε μετά την αναχώρησή του και ότι ο πατέρας του εξακολουθεί να εργάζεται στο ίδιο επαγγελματικό περιβάλλον χωρίς να έχει υποστεί προσωπική δίωξη.

 

Περαιτέρω, αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας στην περιοχή Dasht-e-Barchi της πόλης Kabul, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε συγκεκριμένη αξιολόγηση βάσει διεθνών πηγών και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν υφίσταται κατάσταση αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργεί αυτομάτως πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης για τον Αιτητή. Η αξιολόγηση αυτή, εκ πρώτης όψεως, δεν παρουσιάζει εμφανές νομικό ή πραγματικό σφάλμα.

 

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, και στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που διενεργείται κατά το στάδιο εξέτασης αίτησης για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, δεν διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από πρόδηλο νομικό ή ουσιαστικό σφάλμα, ούτε ότι η προωθούμενη προσφυγή εγείρει ζητήματα τέτοιας φύσεως ώστε να θεμελιώνουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας κατά την έννοια και τον σκοπό του άρθρου 6Β του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Κατά συνέπεια, και με δεδομένο ότι δεν ικανοποιείται η απαιτούμενη εκ του Νόμου προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής, η αίτηση για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής απορρίπτεται.

 

Ο Αιτητής διατηρεί, βεβαίως, το δικαίωμα να προωθήσει την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με ίδια έξοδα.

 

Τα έξοδα των Διερμηνέων να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Δεν εκδίδεται άλλη διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1]   Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010

[2]Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010

[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011

[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο