ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1749/2024
29 Ιανουαρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
I. B. T.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Ζ. Ποντίκη (κα), για Αλ Ταχέρ, Μπενέτη και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή
Κ. Ιμανίμης (κος), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
[Η Αιτήτρια είναι παρούσα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 29/03/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία ως άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με το αιτητικό (Β) η Αιτήτρια αιτείται την αναγνώριση σε αυτή καθεστώτος πρόσφυγα και διαζευκτικά με το αιτητικό (Γ) ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας. Εναλλακτικά, με το αιτητικό (Δ) αιτείται απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρρα Λεόνε θα παραβιαστεί το άρθρο 2 και/ή το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 11/11/2021 συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 12/11/2021 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής της. Στις 12/11/2021 διενεργήθηκε αξιολόγηση ευαλωτότητας της Αιτήτριας και κρίθηκε ως «χαμηλού ρίσκου». Στις 26/03/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία. Αυθημερόν, αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 29/03/2024 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία. Στις 30/04/2024 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια δια χειρός στις 02/05/2024.
Στις 17/05/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
Η Αιτήτρια καταχώρισε αρχικά προσφυγή αυτοπροσώπως χωρίς να εξειδικεύει οποιονδήποτε λόγο ακυρώσεως της επίδικης απόφασης. Καταγράφει δε χειρόγραφα ότι δεν είναι ασφαλής στη χώρα της, επειδή σκότωσε κάποιον εκεί και κάποιος την βοήθησε να δραπετεύσει. Στη συνέχεια η Αιτήτρια διόρισε συνήγορους, οι οποίοι καταχώρησαν τροποποιημένη προσφυγή κατόπιν σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 29/11/2024.
Με τη γραπτή της αγόρευση η Αιτήτρια, μέσω των συνηγόρων της, πρόβαλε διάφορους λόγους ακύρωσης, ωστόσο, κατά την ακροαματική διαδικασία ημερομηνίας 23/09/2025 η συνήγορος της Αιτήτριας περιόρισε και διατήρησε μόνο τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Ο συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση με τη δική της γραπτή αγόρευση αντιτείνει ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθώς κι νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο, εκτός της νομιμότητας, και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, και την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Προσφύγων Νόμου (βλ. άρθρο 11(3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(Ι)/2018).
Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών της Αιτήτριας ως προβλήθηκαν από την ίδια καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Η Αιτήτρια κατέγραψε ότι γεννήθηκε στο χωριό Masoka και κάποιο μέλος λατρευτικής/αιρετικής ομάδας (“cultist”) ήρθε στο σπίτι της για να την πάρει δια της βίας σε μυστική οικία για να την μυήσουν. Λόγω του ότι η ενέργεια αυτή ήταν αντίθετη με τη θρησκεία της, αντιστάθηκε και έσπρωξε ένα από τα μέλη προς τον τοίχο, με συνέπεια να πεθάνει και να διώκεται από τα μέλη αυτής της λατρευτικής ομάδας (βλ. ερυθρό 1 του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στο χωριό Masokary και ως προς τη θρησκεία δήλωσε Μουσουλμάνα. Ομιλεί αγγλικά και Krio. Ως προς την οικογένειά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε το 2015 λόγω ασθένειας και ότι η μητέρα της εξακολουθεί να διαμένει στο χωριό και να καλλιεργεί την οικογενειακή γη. Πρόσθεσε ότι έχει δύο αδερφές, μία εκ των οποίων διαμένει με τη μητέρα της και μία διαμένει στη Freetown και έχει ένα αδερφό ο οποίος δεν γνωρίζει πού βρίσκεται. Σε σχέση με το μορφωτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη Freetown και ως προς την εργασιακή της εμπειρία, ανέφερε ότι προετοίμαζε και πωλούσε φαγητό στην αγορά της Freetown.
Ερωτηθείσα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια κατά την ελεύθερη αφήγησή της ανέφερε ότι κάποια μέλη μίας ομάδας λατρείας/ αιρετικής κοινότητας (“cultists society”) ήρθαν στο σπίτι της και της ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο μυστικό χώρο λατρείας τους. Η ίδια αρνήθηκε και τότε ένας εξ αυτών την άρπαξε από το χέρι και όταν αρνήθηκε και πάλι να συνεργαστεί τον έσπρωξε προς τον τοίχο και διέφυγε στο αγρόκτημα του πατέρα της. Συνεχίζοντας την αφήγησή της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της έστειλε κάποιον να την ψάξει και να την συμβουλέψει να δραπετεύσει επειδή τα άτομα αυτά θέλουν να την σκοτώσουν.
Σε διευκρινιστικά ερωτήματα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αναχώρησε από το χωριό της στις 05/06/2021 με χρήματα που έδωσε η μητέρα της στο άτομο που τη βρήκε και μετέβη στην πόλη Kenema. Ερωτηθείσα πού διέμενε, η Αιτήτρια απάντησε ότι έμενε στο δρόμο. Ως προς το περιστατικό, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήρθαν τρία άτομα στο σπίτι της με σκοπό να τους ακολουθήσει στη μυστικιστική τους κοινότητα. Ερωτηθείσα για το όνομα αυτής της κοινότητας, η Αιτήτρια απάντησε “cultiarist”. Αναφορικά με τον λόγο που την προσέγγισαν, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της υπήρξε μέλος, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Κληθείσα να περιγράψει τι συνέβη όταν έσπρωξε ένα από τα άτομα αυτά, η Αιτήτρια ανέφερε ότι έπεσε κάτω και αιμορραγούσε από το κεφάλι και τότε η ίδια άρχισε να τρέχει. Ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε από την μητέρα της σε μεταγενέστερο στάδιο ότι το εν λόγω άτομο απεβίωσε. Ως προς τις συνέπειες που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι θα την σκοτώσουν, επειδή και η ίδια σκότωσε κάποιον.
Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αξιολογήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας:
1. Υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε με περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής το χωριό Masokary, περιοχή Tonkolili, πόλη Kenema.
2. Εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω άρνησής της να ακολουθήσει τα άτομα τα οποία ανήκαν στην ομάδα “cultist”.
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας, καθότι προσκόμισε διαβατήριο της χώρας καταγωγής της και επιβεβαιώθηκε κατόπιν έρευνας η ύπαρξη του χωριού Masokary.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός τον απέρριψε ως μη αξιόπιστο, λόγω του ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες για τον πυρήνα του αιτήματος της και οι ισχυρισμοί της δεν είχαν την απαιτούμενη ευλογοφάνεια. Συγκεκριμένα, ως κατέγραψε ο αρμόδιος λειτουργός, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα άτομα της μυστικιστικής/αιρετικής ομάδας (“cultists”) της ζήτησαν να τους ακολουθήσει και η ίδια αρνήθηκε. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο την προσέγγισαν, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι της είπαν ότι ο πατέρας της ήταν μέλος, χωρίς ωστόσο να δίνει οποιεσδήποτε πληροφορίες για τη δήλωσή της αυτή, καθότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για τη συμμετοχή του πατέρα της.
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν της ανέφεραν για ποιο λόγο της ζήτησαν να τους ακολουθήσει. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν τους ακολούθησε, η Αιτήτρια δήλωσε λόγω της θρησκείας της και συγκεκριμένα επειδή είναι Μουσουλμάνα. Όταν της επισημάνθηκε, πώς αφού δεν γνώριζε τι ήθελαν από την ίδια, δεν τους ακολούθησε, η Αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν τους ακολούθησε, δεν έδωσε οποαδήποτε απάντηση. Περαιτέρω, ως επεσήμανε ο αρμόδιος λειτουργός, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε με την μητέρα της δύο φορές όσο βρισκόταν στην Kenema, όπου ισχυρίστηκε ότι διέφυγε, και ερωτηθείσα τι συζήτησαν με την μητέρα της, ουδεμία αναφορά έκανε στο περιστατικό, ενώ σε αρχικό στάδιο της συνέντευξης δήλωσε ότι τα άτομα αυτά είχαν πει στη μητέρα της ότι θα την σκοτώσουν.
Ερωτηθείσα, αναφορικά με τα τρία άτομα που την επισκέφθηκαν, η Αιτήτρια δήλωσε πως δεν τους γνώριζε, ότι τους έβλεπε πρώτη φορά, ωστόσο ισχυρίστηκε ότι διέμεναν στο ίδιο χωριό. Ως προς το περιστατικό κατά το οποίο έσπρωξε το ένα από τα τρία άτομα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες, ενώ ερωτηθείσα εάν την ακολούθησαν όταν έτρεξε να διαφύγει, απάντησε πως δεν την ακολούθησε κανείς. Επίσης, ως κατέγραψε ο λειτουργός, ούτε στο διάστημα των δύο ημερών που βρισκόταν στη φάρμα του πατέρα της, αλλά ούτε όσο διέμενε στην πόλη Kenema, ήρθε οποιοσδήποτε για να την αναζητήσει. Tέλος, όταν της επισημάνθηκε ότι στην αίτησή της για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι τα άτομα αυτά ήρθαν με σκοπό να την μυήσουν (“for initiation”), ενώ στη συνέντευξή της ουδεμία αναφορά έκανε σε μύηση, η Αιτήτρια ανέφερε πως η μύηση που έγραψε σημαίνει να σε εντάσσει κάποιος κάπου που δεν σου αρέσει, χωρίς να δίνει περαιτέρω λεπτομέρειες.
Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα η Αιτήτρια ανέφερε αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις της, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του αποδεδειγμένου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού που προέκυψε από τις δηλώσεις της Αιτήτριας, καθώς επίσης και επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο διαμονής της, ήτοι το χωριό Masokary, διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε νομική ανάλυση και κατέληξε ότι βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας, του προσωπικού της προφίλ και της αξιολόγησης κινδύνου, δεν τεκμηριώνεται φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου δεν δύναται να της αναγνωριστεί καθεστώς πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρρα Λεόνε και συγκεκριμένα στο χωριό Masokary, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, δεν παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια ούτε το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Λαμβάνω υπόψιν ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός και συγκεκριμένα ότι η αιτήτρια είναι υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε, με περιοχή καταγωγής και διαμονής της το χωρίο Masoky, στην περιοχή Tonkolili στην πόλη Kenema. Τα ευρήματα των Καθ’ων η Αίτηση ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από την Αιτήτρια μέσω των συνηγόρων της, στην παρούσα διαδικασία.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας που σχηματίστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση, συμφωνώ με την ανάλυση τους, καθότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνταν συνοχής, ευλογοφάνειας και επάρκειας πληροφοριών. Παρά τις θέσεις των συνηγόρων της ότι οι παραλείψεις της Αιτήτριας δεν ήταν δομικές και ουσιώδεις, κρίνω ότι οι πληροφορίες που παρέθεσε η Αιτήτρια για το περιστατικό κατά το οποίο μέλη λατρευτικής/αιρετικής ομάδας της ζήτησαν να τους ακολουθήσει είναι ελάχιστες και αόριστες, χωρίς την εξειδίκευση που θα αναδείκνυε το προσωπικό στοιχείο του βιώματος που θα στοιχειοθετούσε την εσωτερική της αξιοπιστία. Δεν κατέστη εφικτή η δημιουργία μιας σαφούς εικόνας γύρω από τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να την προσέγγισαν, δεν παρείχε οποιαδήποτε περιγραφή για τα άτομα που ήρθαν στην οικία της, ούτε για το περιστατικό κατά το οποίο επικαλέστηκε ότι έσπρωξε ένα άτομο με συνέπεια να αποβιώσει, αλλά ούτε και για τις μετέπειτα ενέργειές της.
Επισημαίνεται ότι κατόπιν έρευνας δεν ανευρέθηκε η ομάδα στην οποία αναφέρθηκε η Αιτήτρια με την ονομασία “cultiarist”. Αναφερόμενη η Αιτήτρια σε καταστάσεις που κατ’ ισχυρισμό έχει βιώσει η ίδια και που την ανάγκασαν να αλλάξει τόσο τόπο διαμονής, όσο και χώρα, θα ήταν αναμενόμενο οι περιγραφές της να ήταν πιο λεπτομερείς. Αντίθετα, οι απαντήσεις της χαρακτηρίζονταν από επιφανειακότητα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ήταν μονολεκτικές, αόριστες και μη ευλογοφανείς. Επισημαίνεται επίσης ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε σοβαρή αντίφαση καθότι σε αρχικό στάδιο της συνέντευξής της ισχυρίστηκε ότι μετέβη στην πόλη Kenema τον Σεπτέμβριο του 2021, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι το περιστατικό στο χωριό της συνέβη στις 5 Ιουνίου του 2021 και αφού έμεινε δύο μέρες στο αγρόκτημα του πατέρα της, μετέβη στην Kenema όπου διέμενε στο δρόμο από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Τέλος, ως προς τον εκπεφρασμένο φόβο ότι πιθανόν να αναζητείται επειδή κατ’ ισχυρισμό σκότωσε ένα από τα μέλη της ομάδας, δεν στοιχειοθετήθηκε, καθότι η Αιτήτρια δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά που να δικαιολογούν τον φόβο αυτό, ενώ ως δήλωσε, κανείς δεν την αναζήτησε, ούτε όσο βρισκόταν στο αγρόκτημα του πατέρα της, ούτε κατά την παραμονή της στην Kenema.
Συνεπώς, διαπιστώνω ότι η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής, τόσο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ως προς τον αριθμό και το περιεχόμενο των ερωτήσεων, όσο και ως προς τη δευτερογενή έρευνα με τη συλλογή πληροφοριών από εξωτερικές πηγές για αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας και της κατάστασης ασφαλείας. Είναι πάγια νομολογημένο ότι η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ενώ η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμόδιου οργάνου. Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).
Επισημαίνεται ότι δυνάμει του άρθρου 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αιτητής φέρει καταρχήν το βάρος να τεκμηριώσει την αίτησή για διεθνή προστασία. Από την άλλη πλευρά, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αίτησης (Βλ. Προτάσεις της Γενικής εισαγγελέως, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-148/13, C-149/13 και C-150/13, A, B και C, 17 Ιουλίου 2014, σημεία 73 και 74). Στην παρούσα περίπτωση, δεν διακρίνω για ποιο λόγο θα υπείχαν υποχρέωση οι Καθ' ων η αίτηση να διερευνήσουν περαιτέρω την αίτηση της Αιτήτριας, καθότι οι ισχυρισμοί της εξετάστηκαν δεόντως και αξιολογήθηκαν.
Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο της Αιτήτριας οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή της σε προσφυγικό καθεστώς.
Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.
Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Από επικαιροποιημένη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στην οποία προέβη το Δικαστήριο, σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σιέρρα Λεόνε και ειδικότερα στο χωριό Masokary (Northern) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ως προς την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, σύμφωνα με το Portal RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η Σιέρρα Λεόνε δεν βρίσκεται υπό ένοπλη σύρραξη.[1]
Στην έκθεση του USDOS που δημοσιεύθηκε το 2024 αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Σιέρρα Λεόνε κατά το έτος 2023, αναφέρεται ότι υπήρξαν αναφορές για παραβιάσεις σημαντικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που αφορούσαν μεταξύ άλλων, αυθαίρετες ή παράνομες δολοφονίες, σκληρές και απειλητικές για τη ζωή συνθήκες κράτησης, αυθαίρετες συλλήψεις ή κρατήσεις, εκτεταμένη βία με βάση το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής και της σεξουαλικής βίας.[2] Η κυβέρνηση έλαβε ορισμένα μέτρα για τον εντοπισμό και την τιμωρία αξιωματούχων που ενδέχεται να έχουν διαπράξει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά η ατιμωρησία παρέμεινε.[3]
Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, για το τελευταίο έτος (με τελευταία πρόσβαση στις 19/09/2025) καταγράφηκαν στη Βόρεια περιφέρεια της Σιέρρα Λεόνε, όπου ανήκει το χωριό Masokary, 4 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία δεν προκλήθηκαν θάνατοι.[4]
Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Βόρειας περιφέρειας (Northern) της Σιέρρα Λεόνε καταγράφεται στους 1,316,831 κατοίκους σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις που έλαβαν χώρα το έτος 2021.[5]
Κατά συνέπεια, η Βορειοδυτική περιφέρεια της Σιέρρα Λεόνε στην οποία βρίσκεται το χωριό Masokary που συνιστά την περιοχή καταγωγής και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ.[6] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή ενήλικη γυναίκα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, ικανή προς εργασία και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) map
https://www.rulac.org/browse/map (ημερομηνία πρόσβασης 26/09/2025)
[2] USDOS - US Department of State, 'Sierra Leone 2023 Human Rights Report', 23 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107719.html (ημερομηνία πρόσβασης 26/09/2025)
[3] Ibid.
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Sierra Leone (Northern), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/09/2025)
[5] City population, https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/ (Sierra Leone - Western Area) (ημερομηνία πρόσβασης 26/09/2025)
[6] Βλ. C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο