S.M.N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1825/2024, 26/1/2026
print
Τίτλος:
S.M.N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1825/2024, 26/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 1825/2024 

 

26 Ιανουαρίου 2026 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ: 

S.M.N.

Αιτήτρια 

-και- 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Ι. Ιάσονος (κα), για την Αιτήτρια

Κ. Χρυσοστόμου (κα) για Σ. Πιτσιλλίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση

Η Αιτήτρια παρούσα  

[Παρών ο κ. Παύλος Χαραλάμπους για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, κοινοποιηθείσα προς αυτήν μέσω επιστολής ημερομηνίας 22/04/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με δεύτερη αιτητικό, αιτείται της χορήγησης διεθνούς προστασίας δυνάμει του άρθρου 3 άλλως του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος Καμερούν, κάτοχος διαβατηρίου με ημερομηνία έκδοσης 09/03/2021 και ημερομηνία λήξης 09/03/2026, η οποία κατά δήλωσή της στις 11/04/2021 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, απ' όπου στη συνέχεια, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 29/06/2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 29/02/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 08/04/2024 ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός της. Αυθημερόν συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της Έκθεσης, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας και την επιστροφή της στο Καμερούν.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 22/04/2024, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από την Αιτήτρια αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή της αφού προηγουμένως της επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που κατανοεί πλήρως.

 

Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ωστόσο με την στην συνέχεια καταχωρηθείσα γραπτή του αγόρευση ο τότε συνήγορος της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω πλάνης περί τα πράγματα εφόσον κατά τον συνήγορο υπάρχει ενεστώς και υπαρκτός κίνδυνος κατά της προσωπικής της ασφάλειας, ελευθερίας και ενδεχομένως της ζωής της. Επιπλέον αποτελεί θέση του ότι εξαιτίας της γενικότερης κατάσταση ασφαλείας η Αιτήτρια δικαίως αιτείται χορήγησης προστασίας στη χώρα μας ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα και εξέδωσαν αναιτιολόγητη απόφαση.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας αλλά και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίπτοντας όλους τους προβαλλόμενους από την Αιτήτρια ισχυρισμούς. Αποτελεί θέση τους ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ούσα δε δεόντως αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη πράξη, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή της Αιτήτριας και επικυρώσει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των διευκρινήσεως, η νυν συνήγορος της Αιτήτριας παραδεχόμενη ότι οι λόγοι για τους οποίους η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της είναι οικονομικοί και δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα, προωθεί ως μοναδικό λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, χωρίς σχετική δικογράφιση, τη θέση ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε καμία έρευνα και αξιολόγηση της κατάστασης του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας και δε λήφθηκε υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου γεννηθέντα στη Κύπρο, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου το πιστοποιητικό γέννησης του ανηλίκου, χωρίς ωστόσο το ανήλικο τέκνο της να είναι μέρος της προσβαλλόμενης πράξης ή διάδικο μέρος της δικαστικής διαδικασίας.

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, της ένστασης, και της γραπτής τους αγόρευσης, εμμένοντας στις θέσεις τους. Ως προς τον προωθούμενο από την Αιτήτρια μοναδικό ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας λήφθηκε υπόψη εφόσον αυτό εμπίπτει στο προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας. Δεδομένης της κρίσης ότι δεν υπάρχει κίνδυνος επιστροφής της μητέρας-Αιτήτριας, συνάγεται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος ούτε για το παιδί το οποίο θα επιστρέψει με την μητέρα του.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτή πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου και τους προωθούμενους από την Αιτήτρια ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Με την αίτηση της για παροχή διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω της επικρατούσας κρίση, δηλώνοντας ότι στις 18/03/2021 δέχθηκαν επίθεση στο σπίτι από άγνωστους ένοπλους άντρες, οι οποίοι έκαψαν το σπίτι, απήγαγαν τον ξάδερφο της, και βίασαν την ίδια. Λόγω του τραύματος που υπέστη και των απειλών αυτοκτονίας, τα μέλη της οικογένειας της αποφάσισαν να την βοηθήσουν να εγκαταλείψει τη χώρα.  

 

Στα πλαίσια της προφορικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στην πόλη Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας (Northwest region) του Καμερούν η οποία προσδιορίστηκε και ως ο τελευταίος τόπος διαμονής της. Κατά δήλωσή της άγαμη, μητέρα δύο ανήλικων θυγατέρων, εκ των οποίων η μία (1) διαμένει στο Καμερούν με την μεγαλύτερη αδερφή του πατέρα της (θεία της), και η δεύτερη γεννήθηκε και διαμένει μαζί της στη Δημοκρατία. Ως προς την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της απεβίωσε, και ο πατέρας της μαζί με την μητριά της και τα ετεροθαλή αδέρφια της εξακολουθούν να διαμένουν στο Καμερούν. Δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία σε εμπορικό κατάστημα για την περίοδο 2018 έως το 2020.      

 

Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της για μια νέα αρχή, ήθελε να σπουδάσει, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια και τα παιδιά της.

 

Κληθείσα να σχολιάσει τα όσα κατέγραψε στην αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, η Αιτήτρια πρόβαλε ότι πήγε στο χωριό να επισκεφθεί τον θείο της, και εκεί υπέστη θύμα βιασμού και ο ξάδερφος της σκοτώθηκε, προσθέτοντας πως παρόλο που δεν απειλείται η ζωή της, υπέστη τραύμα.

 

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με την επίσκεψη στον θείο της και τα όσα βίωσε εκεί, η Αιτήτρια αρχικά δήλωσε άγνοια ως προς την ταυτότητα των δραστών και τον λόγο της επίθεσης. Επιπρόσθετα, κληθείσα να σχολιάσει την αντίφαση ως προς την απαγωγή του ξαδέρφου της (ως δήλωσε στην αίτηση διεθνούς προστασίας), με την δολοφονία του (ως πρόβαλε στη συνέντευξη), η Αιτήτρια αρνήθηκε σχολιασμό.

Ερωτηθείσα αν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια επανέλαβε την επιθυμία της για μια καλύτερη ζωή.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις της Αιτήτριας. Πρώτον, ως προς την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, και δεύτερο για λόγους φοίτησης και οικονομικού περιεχομένου.

 

Αμφότεροι ουσιώδεις ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί καθότι κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, η Αιτήτρια είναι κάτοχος διαβατηρίου της χώρας καταγωγής της, ενώ οι δηλώσεις της επικυρώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα η Αιτήτρια ανέφερε στη συνέντευξη της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, με αναφορά ότι πρόκειται περί οικονομικής μετανάστριας.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεχτών ισχυρισμών, ο λειτουργός έκρινε ότι ως προς την κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, και ειδικότερα στην πόλη Bamenda όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια, υπάρχουν εύλογοι λόγοι να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως απόρροια της ανασφαλούς κατάστασης που επικρατεί στην συγκεκριμένη περιοχή.  

 

Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθότι οι οικονομικοί λόγοι δεν εμπίπτουν σε οποιονδήποτε από τους πέντε (5) λόγους δίωξης που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης της Αιτήτριας στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Αιτήτριας δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας της και μόνον στη συγκεκριμένη περιοχή, ήτοι την πόλη Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας.   

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις εκ του νόμου προϋποθέσεις ώστε να της εκχωρηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή άλλως, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εξού και απορρίφθηκε η αίτησή της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας προνοούνται στο άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«18. [...]

 

(3) Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη βάση αντικειμενικά και αμερόληπτα, και περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση:

 

(α) όλων των σχετικών με την αίτηση στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά το χρόνο λήψης απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών στη χώρα καταγωγής και του τρόπου εφαρμογής τους,

 

(β) των συναφών δηλώσεων και εγγράφων που υπέβαλε ο αιτητής, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με το εάν ο αιτητής έχει ήδη ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

 

(γ) την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, οι συνθήκες στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

 

(δ) εάν οι δραστηριότητες του αιτητή από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ανελήφθησαν με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί, συνεπεία των δραστηριοτήτων αυτών, σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα,

 

(ε) εάν θα ήταν εύλογο να αναμένεται ότι ο αιτητής θα θέσει εαυτόν υπό την προστασία άλλης χώρας, την ιθαγένεια της οποίας θα μπορούσε να διεκδικήσει».

 

(.)

 

        (7Α)(α) Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων λαμβάνονται μετά τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων, σε εξατομικευμένη βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα, μετά από τη λήψη συγκεκριμένων και ακριβών πληροφοριών από διάφορες πηγές, όπως την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και τις σχετικές διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως προς τη γενική κατάσταση στις χώρες ιθαγένειας των αιτητών

 

 [.]

(7Α) (δ) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α), ο Προϊστάμενος δύναται, για σκοπούς της παραγράφου (α) ή/και (β) του εδαφίου (6) του άρθρου 11 και εφόσον η αίτηση βασίζεται στους ίδιους λόγους, να λαμβάνει μία μόνο απόφαση που να καλύπτει την αίτηση του αιτητή και των εξαρτωμένων του προσώπων, εκτός εάν αυτό θα οδηγούσε σε κοινολόγηση της ιδιαίτερης κατάστασης του αιτητή που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντά του, ιδίως σε περιπτώσεις διώξεων με βάση το φύλο, τον γενετήσιο προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή/και την ηλικία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Προϊστάμενος εκδίδει ξεχωριστή απόφαση για το συγκεκριμένο πρόσωπο.»

 

Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και ειδικά στο πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας διαπιστώνω δύο σημεία τα οποία δεν φαίνεται να ερευνήθηκαν δεόντως ή/και δεν απασχόλησαν καθόλου τους Καθ’ ων η αίτηση. Αυτά αφορούν πρώτο στο γεγονός ότι η Αιτήτρια είναι φορέας HIV και δεύτερο είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου το οποίο απέκτησε μετά την άφιξη της στην Κύπρο ούσα έγκυος κατά την άφιξή της και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο 2021. Και τα δύο αυτά γεγονότα ήταν γνωστά στους Καθ’ ων η αίτηση αφενός μεν με την προσκόμιση του πιστοποιητικού γέννησης της θυγατέρας της Αιτήτριας αφετέρου δε με τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων της Αιτήτριας.  Τα στοιχεία αυτά δεν εξετάστηκαν καθόλου κατά το στάδιο αξιολόγησης του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Πρόκειται για παράλειψη που μεταβάλλει ουσιωδώς την ίδια την αίτηση, καθώς θα πρέπει να αξιολογηθούν τυχόν ανάγκες διεθνούς προστασίας της ανήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας, τόσο αυτοτελώς, όσο και σε συνάρτηση με την αίτηση της μητέρας της.  Μεταβάλλει περαιτέρω και το προφίλ και τις ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας ως μόνης μητέρας ανήλικων τέκνων και συνεπώς κεφαλή μονογονεϊκής οικογένειας αλλά και ως άτομο φορέας HIV. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής στην οποία προέβησαν οι Καθ’ ων η αίτηση, κρίνεται λανθασμένη στο μέτρο που δε λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι τόσο η Αιτήτρια όσο και τo ανήλικo τέκνo της, είναι πρόσωπα που χρήζουν ειδικής μεταχείρισης, ευάλωτα πρόσωπα, κατά την έννοια του άρθρου 9ΚΓ του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 2 (δ) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τυγχάνουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων κατά την εξέταση αναγκών διεθνούς προστασίας.

 

Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά την προσωπική συνέντευξη η Αιτήτρια δεν ερωτήθηκε αναλυτικά αναφορικά με τη κατάσταση της υγείας της ίδιας ενώ είχε την πληροφορία ότι είναι φορέας ΗIV, για τις συνθήκες της θυγατέρας της, ενώ είχε την πληροφορία ότι η Αιτήτηρια απέκτησε τέκνο ούσα έγκυος κατά την άφιξή της στην Κύπρο, το υποστηρικτικό της δίκτυο στη χώρα καταγωγής και, γενικότερα, αναφορικά με την κατάσταση που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της τόσο της ίδιας όσο και της ανήλικης. Αντίστοιχα στην εισηγητική έκθεση, η οποία υιοθετήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, και στη βάση αυτής απορρίφθηκε το αίτημα της Αιτήτριας, δεν πραγματοποιήθηκε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς την διαθέσιμη ιατροφαρμακευτική κατάσταση στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας αλλά και τη κατάσταση των μονογονεϊκών οικογενειών με πρωτεύον μέλος τη μητέρα αλλά ούτε και ως προς την κατάσταση των γυναικών γενικότερα στο Καμερούν.

 

Δεν παραγνωρίζω και επισημαίνω ότι δυνάμει του άρθρου 11 (7) του περί Προσφύγων Νόμου, κάθε αιτητή διεθνούς προστασίας υπέχει υποχρέωση «να ενημερώνει το Κλιμάκιο για τη γέννηση νέων μελών της οικογένειάς του ή/και για τα νέα εξαρτώμενα από αυτόν πρόσωπα και να επισυνάπτει σχετικό πιστοποιητικό γέννησης. Το Κλιμάκιο οφείλει να ενημερώνει σχετικά την Υπηρεσία Ασύλου και τον Διευθυντή». 

 

Από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια προσκόμισε ενώπιον της διοίκησης το σχετικό πιστοποιητικό γέννησης (ερυθρό 39 Δ.Φ.), συνεπώς, κρίνω ότι η ίδια εκπλήρωσε την υποχρέωσή της προς ενημέρωση της Υπηρεσίας Ασύλου. Επιπρόσθετα, παρατηρώ ότι αναφέρθηκε στα ανήλικα τέκνα της και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης (ερυθρά 24-25 Δ.Φ.), ωστόσο η αρμόδια αρχή παρέλειψε ως είχε υποχρέωση να προβεί σε αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου.

 

Καίτοι το παρόν Δικαστήριο, κέκτηται εξουσίας, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος διεθνούς προστασίας, είναι η εκτίμησή μου, ότι σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, όπου διακρίνεται παντελής απουσία εξέτασης ουσιαστικών γεγονότων, τη στιγμή που το δεδομένο αυτό ήταν ενώπιον τους, το Δικαστήριο δε μπορεί να προχωρήσει σε έλεγχο ορθότητας επί της ουσίας της προσφυγής, εφόσον δεν έχει ενώπιον του κρίση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου και σαφώς δεν μπορεί να υποκαταστήσει το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Σε αντίθετη περίπτωση, θα παραβιαζόταν το δικαίωμα της Αιτήτριας σε πραγματική προσφυγή, καθώς θα κατέληγε σε εξέταση του αιτήματος μόνο από μία αρχή, σε ένα μόνο βαθμό και σε αποστέρηση του δικαιώματος να επανεξεταστεί απόφαση που έχει ληφθεί από την διοίκηση.

 

Ως προς τον περιορισμό της έκτασης του ελέγχου που διενεργεί το παρόν Δικαστήριο σε λόγους νομιμότητας σε ορισμένες περιπτώσεις, υιοθετώ το σκεπτικό της αδελφής Δικαστή Ε. Ρήγα στην υπόθεση αριθ. 1588/21, X.S. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 06/10/2023 (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Στις περιπτώσεις λοιπόν που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 4 το παρόν Δικαστήριο ασκεί ακυρωτικό έλεγχο, αναπέμποντας κατά τούτο την υπόθεση πίσω στη διοίκηση προς επανεξέταση. 

 

Βασικός δικαιολογητικός λόγος που υποκρύπτεται πίσω από την υποχρέωση της αναπομπής, είναι η βούληση του νομοθέτη το Δικαστήριο να επιλαμβάνεται της ουσίας τέτοιων υποθέσεων, νοουμένου ότι έχει ήδη υπάρξει μία πρώτη κρίση της διοικητικής αρχής, η οποία έχει ληφθεί με τη νόμιμη διαδικασία[1]. Και τούτο διότι, το διοικητικό όργανο πρέπει να είναι το πρώτο που θα ερευνήσει και θα αξιολογήσει τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, θα υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου και θα εκδώσει την αρμόζουσα ατομική διοικητική πράξη τηρώντας την προσήκουσα διοικητική διαδικασία. Στις περιπτώσεις που το διοικητικό όργανο δεν έχει ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ή η πράξη έχει εκδοθεί από όργανο αναρμόδιο ή με μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση, τότε δεν έχει επιληφθεί της υποθέσεως σε πρώτη φάση το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Η θέση αυτή διαπνέεται από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών -η οποία χωρίς να είναι ρητώς διατυπωμένη στο κείμενο του Συντάγματος, συνάγεται αβίαστα από πολλές επιμέρους διατάξεις του- δεδομένου ότι εάν στις ως άνω περιπτώσεις το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη πράξη, τότε θα ήταν εκείνο που θα έκρινε το πρώτον την υπόθεση, υποκαθιστώντας πλήρως το έργο της διοικητικής αρχής[2]. Το Δικαστήριο ωστόσο δεν έχει τη δυνατότητα, υποκαθιστώντας το διοικητικό όργανο σε μη ασκηθείσα εξουσία του, να αποφανθεί εκείνο το πρώτον επί της υπόθεσης. Η υπεισέλευση του Δικαστή σε θέματα για τα οποία η διοικητική αρχή δεν έχει ασκήσει την αποδιδόμενη σε αυτήν ευχέρεια εξομοιώνεται με «πλήρη υποκατάσταση» της εκτελεστικής λειτουργίας και δε στοχεύει απλώς στο να διορθώσει πλημμέλειες της διοικητικής λειτουργίας[3].Παρά τις διευρυμένες εξουσίες που έχει το παρόν Δικαστήριο σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις (διεθνούς προστασίας), ωστόσο ο δικαστικός έλεγχος ουσίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει, όσο πλήρης κι αν είναι, το στάδιο διοικητικής κρίσης για ζητήματα για τα οποία δεν έχει αποφανθεί η διοίκηση σε πρώτο βαθμό. Ως χαρακτηριστικά σημειώνεται από τον Γ. Δελλή, στο σύγγραμμα του «Η Διοικητική Δικαιοσύνη σε αναζήτηση ταχύτητας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013», σελ. 329, «η ευρύτητα του ελέγχου ο οποίος ασκείται στις διαφορές ουσίας κακώς παρουσιάζεται ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τις διοικητικές παρατυπίες». ».

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω πως δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία εξέτασης της αίτησης της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, παρά το ότι η ύπαρξη της θυγατέρας της Αιτήτριας, η οποία γεννήθηκε μετά την είσοδο της τελευταίας στη Κυπριακή Δημοκρατία, ήταν γνωστή στους Καθ’ ων η αίτηση και είχαν υποχρέωση όπως εξετάσουν ατομικά και τις δικές της συνθήκες. Όπως επίσης υποχρέωση είχαν να εξετάσουν στα πλαίσια του ατομικού προφίλ της Αιτήτριας την κατάσταση της υγείας της σε συνδυασμό με τις ιατροφαρμακευτικές συνθήκες που επικρατούν στο χώρα καταγωγής αυτής.

 

Κατά συνέπεια το Δικαστήριο κρίνει ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός της συνηγόρου της Αιτήτριας, παρά την γενικότητα στην οποία διατυπώθηκε περί έλλειψης δέουσας έρευνας επιτυγχάνει, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης.

 

Ως εκ τούτου η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18), λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας. Το Δικαστήριο προβληματίστηκε ως προς την επιδίκαση εξόδων υπερ του επιτυχόντα διάδικου, δεδομένου ότι οι διαπιστωθείσες παραλείψεις των Καθ’ ων η αιτηση κατά την αξιολόγηση της αίτησης της Αιτήτριας δεν δικογραφήθηκαν και δεν προωθήθηκαν δεόντως και αυστηρά από τους συνήγορους της Αιτήτριας. Κατά συνέπεια επιδικάζονται μειωμένα έξοδα στο ποσό των €300 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ  Δ ΔΔΔΠ

 



[1] Λαζαράτος Π., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 3η, 2018, σελ.439.

[2] ΣτΕ 693/2013, σκ. 7.

[3] Π.Δ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, παρ. 360, Η. Κουβαράς, Η απαγόρευση υποκατάστασης του δικαστή στο έργο της Διοίκησης ως είδωλο της Διοικητικής Δικαιοσύνης, δημοσίευση στον ιστότοπο www.constitutionalism.gr.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο