ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1979/2023
28 Ιανουαρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ
R. K.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Τζ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για Αιτητή
Ν. Νικολάου (κος) για Θ. Βασιλάκη (κα), Δικηγόροι για τους Καθ’ ων η Αίτηση
[Ο Αιτητής είναι παρών]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 25/05/2023, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 31/05/2023 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 28/05/2021 συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 04/06/2021 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής του. Στις 07/06/2021 διεξήχθη αξιολόγηση ευαλωτότητας του Αιτητή κατά την οποία κρίθηκε ως «χαμηλού ρίσκου». Στις 09/05/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από εμπειρογνώμονα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο - ΕΥΥΑ, (στο εξής αναφερόμενος ως «λειτουργός») προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 22/05/2023 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 25/05/2023 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία. Στις 31/05/2023 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή δια χειρός αυθημερόν.
Στις 26/06/2023 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
O Αιτητής δια της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του, προωθεί επιχειρηματολογία περί μη άσκησης κατά ορθό τρόπο της αρμοδιότητας των Καθ’ ων η Αίτηση και λήψη της επίδικης απόφασης κατά παράβαση της ορθής ή/και νόμιμης διαδικασίας και κατά παράβαση του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου. Προωθεί επίσης, ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Επισημαίνει ότι δεν αφιερώθηκε επαρκής χρόνος για τη συνέντευξη και ότι ο λειτουργός δεν ήταν κατάλληλα καταρτισμένος. Περαιτέρω, ισχυρίζεται πως υπήρξε παράλειψη εξέτασης από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, καθώς και ότι δεν τηρήθηκαν οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (κατά παράβαση του άρθρου 18(2Α) του περί Προσφύγων Νόμου).
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υποβάλλει ότι ο Αιτητής δεν δικογράφησε τους ισχυρισμούς του σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανώτατου Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος απαιτεί την έκθεση και πλήρη αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως. Είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υποβλήθηκαν συμπληρωματικές αγορεύσεις από μέρους των συνηγόρων των δύο πλευρών. Με τη συμπληρωματική γραπτή τους αγόρευση, οι συνήγοροι του Αιτητή προβάλλουν ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα και παραπέμπουν σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, βάσει των οποίων ως ισχυρίζονται σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχει πιθανότητα να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, οι συνήγοροι του Αιτητή απέσυραν τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας.
Συνακόλουθα, η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση, προς απάντηση των πιο πάνω, υποβάλλει μέσω της συμπληρωματικής γραπτής της αγόρευσης τις θέσεις της, επαναλαμβάνοντας τα όσα προέβαλε στη γραπτή της αγόρευση. Ως προς το χρόνο της συνέντευξης, η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση αναφέρει ότι δεν ορίζεται θεσμοθετημένος ελάχιστος χρόνος εντός του οποίου πρέπει να διεξαχθεί μία συνέντευξη, ενώ σχετικά με τη μη κατάρτιση του λειτουργού, είναι η θέση της ότι δεν ανατράπηκε από τον Αιτητή το τεκμήριο της κανονικότητας και καμία παραβίαση της διαδικασίας δεν διαπιστώνεται.
Δεδομένων των πιο πάνω, θα προχωρήσω ακολούθως με την εξέταση του ισχυρισμού περί μη δέουσας έρευνας (συμπεριλαμβανομένης της παράλειψης εξέτασης/έρευνας ως προς την απόδοση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας), ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο, εκτός της νομιμότητας, και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, καθώς και την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(I)/2018).
Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών του Αιτητή ως προβλήθηκαν από τον ίδιο καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ο Αιτητής κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της αγγλόφωνης κρίσης στο βόρειο τμήμα του Καμερούν, καθότι κατάγεται από την Bamenda. Πριν ξεκινήσει η κρίση, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του εργαζόταν ως στρατιωτικός για την κυβέρνηση και ως εκ τούτου μετακινούνταν σε όλα τα μέρη όπου τον τοποθετούσαν. Μετά τη συνταξιοδότηση του πατέρα του διέμεναν στο Banso στην Bamenda. Όταν ξεκίνησε η αγγλόφωνη κρίση, δήλωσε ότι έπρεπε να βρει ένα μέρος για να εγκατασταθεί, και αυτό ήταν ο τόπος γεννήσεώς του, η Douala. Αυτό συνέβη, ως ισχυρίστηκε επειδή οι Ambazonians ανάγκασαν τον πατέρα του λόγω της ιδιότητας του ως στρατιωτικός να εργαστεί γι’ αυτούς, μαθαίνοντάς τους πολεμικές δεξιότητες και ο ίδιος ως γιος του, είτε θα εντασσόταν στην ομάδα τους, είτε θα σκοτωνόταν. Όταν ο πατέρας του εγκατέλειψε τα καθήκοντά του με τους Amabazonians, τον συμβούλεψε να εγκαταλείψει τη χώρα και να αναζητήσει προστασία (βλ. ερυθρό 1 του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, με τόπο καταγωγής και τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής την Douala όπου ζούσε από την ηλικία των είκοσι τριών ετών. Στο μεταξύ δήλωσε ότι διέμενε κάποια χρόνια στην Bamenda και στην Foumban. Δήλωσε Χριστιανός-Καθολικός ως προς το θρήσκευμα, ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Bamileke ομιλεί αγγλικά και γαλλικά. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι μη νυμφευμένος. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2019 κατά την αγγλόφωνη κρίση, η μητέρα του και μία από τις αδερφές του βρίσκονται στο Παρίσι, ο αδερφός του στις Η.Π.Α. και έχει δύο αδερφές στη Δημοκρατία. Δήλωσε ότι στην Douala διαμένουν κάποιοι θείοι και θείες του. Σε σχέση με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι εργάστηκε για μερικούς μήνες ως πωλητής στην Douala.
Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του ανέφερε ότι o κύριος λόγος ήταν ο πόλεμος. Ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν υπολοχαγός στο στρατό, ήταν υπολοχαγός, αποστρατεύτηκε και, κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, ήταν ένας από τους ηγέτες των νέων που διαδήλωναν κατά της κυβέρνησης. Ως ισχυρίστηκε ο πατέρας του προέβη στην ενέργεια αυτή επειδή η κυβέρνηση δεν του κατέβαλλε τη σύνταξή του. Οι διαδηλώσεις αρχικά ήταν ειρηνικές, αλλά αργότερα, επειδή κάποιοι αντάρτες (“rebels”) είχαν δωροδοκηθεί από την κυβέρνηση, άρχισαν να προκαλούνται εντάσεις. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, μετέβη στην Douala για να ξεκινήσει μία νέα ζωή, επειδή ήταν γιος στρατιωτικού. Ισχυρίστηκε ότι αυτοί που σκότωσαν τον πατέρα του ήταν οι αντάρτες και όχι οι κυβερνητικοί. Στη Douala ωστόσο ισχυρίστηκε ότι έλαβε απειλές κατά της ζωής του από τους αντάρτες, επειδή νόμιζαν ότι έδινε πληροφορίες στην κυβέρνηση. Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει επειδή είναι γιος στρατιωτικού και θα τον απαγάγουν ή θα τον σκοτώσουν οι αντάρτες.
Σε διερευνητικά ερωτήματα ο Αιτητής δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, ο πατέρας του ήταν μεταξύ των ατόμων που διαμαρτύρονταν κατά της κυβέρνησης, σχετικά με την ποιότητα μεταξύ της γαλλόφωνης και της αγγλόφωνης πλευράς, υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα των αγγλόφωνων. Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης, συνειδητοποίησε ότι δεν είχαν όλοι τον ίδιο στόχο, καθότι μερικοί αντάρτες αλληλοσκοτώνονταν. Οι Ambazonians που διαμαρτύρονταν σχημάτιζαν ομάδες, αρκετοί σκοτώθηκαν, ενώ άτομα που συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες έδιναν πληροφορίες στην κυβέρνηση. Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ισχυρίστηκε ότι επειδή ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός, άρχισαν να πιστεύουν ότι ήταν ένα από τα άτομα που έδιναν πληροφορίες στην κυβέρνηση, ότι δηλαδή ήταν πληροφοριοδότης. Συνεπεία αυτού, το 2019 τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρών στο περιστατικό, αλλά γνωρίζει ότι οι αντάρτες τον σκότωσαν επειδή εκείνη την περίοδο βρίσκονταν στην περιοχή και σκότωσαν πολλά άτομα, ανάμεσα στα οποία και άλλους συναδέλφους του πατέρα του. Κληθείς να αναφέρει πώς το γνωρίζει, απάντησε ότι τον ενημέρωσε η θεία του, η οποία το έμαθε από άλλα πρόσωπα.
Ως προς τις ενέργειές του μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι μετέβη στη Douala και με τη βοήθεια της μητέρας του σπούδαζε και παράλληλα εργαζόταν, συγκεντρώνοντας ένα χρηματικό ποσό για να έρθει στη Δημοκρατία. Αναφορικά με τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι έλαβε, ο Αιτητής ανέφερε ότι νεαρά αγόρια που ανήκαν στα Amba groups τον απειλούσαν μέσω της γιαγιάς του, ζητώντας του να επιστρέψει στο χωριό και να ενταχθεί στην ομάδα τους, αλλιώς θα τον σκότωναν. Ισχυρίστηκε ότι έλαβε το πρώτο απειλητικό τηλεφώνημα τον Δεκέμβριο του 2020 και το τελευταίο τον Μάρτιο του 2021, συνολικά τέσσερα τηλεφωνήματα. Σε σχετική ερώτηση δήλωσε ότι εκτός από τα απειλητικά τηλεφωνήματα δεν του συνέβη οτιδήποτε άλλο. Ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε να επιστρέψει στο Καμερούν και να είναι ασφαλής σε άλλη περιοχή, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, ισχυριζόμενος ότι εξακολουθούν να τον αναζητούν και ότι ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει.
Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του Αιτητή:
1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προφίλ του Αιτητή.
2) Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Ambazonians το 2019 και ακολούθως τον απειλούσαν να ενταχθεί στην ομάδα τους.
Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, καθώς απάντησε με συνέπεια και με επαρκείς λεπτομέρειες σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν σε ό,τι αφορά αυτό το ουσιώδες θέμα και οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν από το έγγραφο διαβατηρίου που προσκόμισε ο Αιτητές και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, δεν έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του επειδή ο πατέρας του, ο οποίος ήταν συνταξιούχος στρατιωτικός, σκοτώθηκε από τους Ambazonians το 2019 και ο ίδιος έλαβε κάποιες τηλεφωνικές απειλές από τους Ambazonians, οι οποίοι του ζήτησαν να ενταχθεί στην ομάδα τους, διαφορετικά θα τον σκοτώσουν. Ο λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Συγκεκριμένα, όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον συνέλαβαν, του έκοψαν το κεφάλι και ότι μετά από αυτό το περιστατικό δεν είδε ξανά τη σορό του πατέρα του. Κληθείς να εξηγήσει πώς γνωρίζει ότι οι Ambazonians ήταν υπεύθυνοι για τον θάνατο του πατέρα του, απάντησε αόριστα ότι τον ενημέρωσε η θεία του.
Όταν ρωτήθηκε με ποιο τρόπο η θεία του έλαβε αυτή την πληροφορία, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Επιπλέον, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά το περιστατικό, αναφέροντας ότι συνέβη μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου του 2019. Ως σημείωσε ο λειτουργός, αναμενόταν από τον Αιτητή να δώσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό σύλληψη και δολοφονία του πατέρα του, καθότι αποτέλεσε το λόγο για τον οποίο μετέβη στην Douala και ο λόγος για τον οποίο έλαβε απειλές, συνεπεία των οποίων εγκατέλειψε τη χώρα του. Σχετικά με τα απειλητικά τηλεφωνήματα τα οποία ισχυρίστηκε ότι έλαβε από τους Ambazonians, ο Αιτητής δεν υπήρξε συνεπής ως προς τον αριθμό των κλήσεων, αναφέροντας αρχικά ότι τον κάλεσαν δύο φορές και αργότερα τέσσερις.
Κληθείς να εξηγήσει την αντίφαση στους ισχυρισμούς του, ο Αιτητής απάντησε ότι έλαβε τέσσερις τηλεφωνικές κλήσεις. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το περιεχόμενο αυτών των τηλεφωνημάτων, απάντησε γενικόλογα ότι του είπαν να επιστρέψει στο χωριό του και να ενταχθεί στους Amba boys, αλλιώς θα τον σκότωναν. Σε ερώτηση για ποιο λόγο έλαβε το πρώτο τηλεφώνημα (Δεκέμβριος του 2020) πέραν του ενάμιση χρόνου μετά το θάνατο του πατέρα του, δεδομένου ότι ο Αιτητής συνέδεσε τις απειλές αυτές με τον θάνατο του πατέρα του, απάντησε αόριστα ότι δεν γνώριζαν πού βρισκόταν. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι κρυβόταν, απάντηση η οποία ωστόσο κρίθηκε ως μη ευλογοφανής, καθότι με βάση τις δηλώσεις του σπούδαζε στο πανεπιστήμιο και δούλευε στην αγορά. Κληθείς να εξηγήσει, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι εργαζόταν, πήγαινε στη σχολή και στην αγορά και ότι έπρεπε να το κάνει, χωρίς να επεξηγεί για ποιο λόγο δεν τον εντόπισαν νωρίτερα. Όταν ρωτήθηκε ο Αιτητής εάν τον ενόχλησαν με τη φυσική τους παρουσία, απάντησε αρνητικά. Κληθείς να εξηγήσει πώς βρήκαν τον αριθμό του τηλεφώνου του, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ενώ ισχυρίστηκε μη ευλογοφανώς ότι συνέχισαν να του τηλεφωνούν ακόμη κι όταν άλλαξε αριθμό τηλεφώνου.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέπεμψε σε πηγές πληροφόρησης βάσει των οποίων επιβεβαιώνεται ότι οι αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν παραμένουν σε έκρυθμη κατάσταση λόγω των συνεχιζόμενων συγκρούσεων μεταξύ των αυτονομιστικών κινημάτων και της κυβέρνησης. Ελλείψει ωστόσο εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, καθότι οι δηλώσεις του κρίθηκαν αόριστες, ασυνεπείς και μη ευλογοφανείς, αφού δεν κατάφερε να συνδέσει τη δολοφονία του πατέρα του και με τις απειλές που έλαβε ο ίδιος αργότερα, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Ακολούθως, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση των αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή άνδρα, υπήκοο του Καμερούν, χωρίς εξαρτώμενα, με ικανοποιητική μόρφωση και χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, ο λειτουργός κατόπιν έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Douala, διαπίστωσε ότι δεν επηρεάζεται άμεσα από την αγγλόφωνη κρίση και ως εκ τούτου δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.
Εν συνεχεία, ο λειτουργός προέβη σε νομική ανάλυση κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούταν να του χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στη Douala, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις, καταδεικνύεται ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλεια του Αιτητή, λόγω αδιάκριτης βίας απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Υπό το φως των ανωτέρω σημείων που έχω αναλύσει, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα του Αιτητή και κατέληξαν τόσο στα ευρήματα περί αναξιοπιστίας του αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, όσο και στη μη υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Από τα στοιχεία που έχω ενώπιόν μου διαπιστώνω ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκε στον Αιτητή επαρκής αριθμός ερωτήσεων για να του δοθεί η ευκαιρία να προβάλει τους ισχυρισμούς του και να τεκμηριώσει το αίτημά του, σε περίπτωση που πράγματι υφίστατο φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής του ή πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Συμφωνώ με την αιτιολόγηση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν λεπτομέρειας και επάρκειας πληροφοριών. Οι πληροφορίες που παρέθεσε ο Αιτητής είναι ασαφείς και αόριστες, χωρίς την εξειδίκευση που θα αναδείκνυε το προσωπικό στοιχείο του βιώματος που θα στοιχειοθετούσε την εσωτερική του αξιοπιστία ως προς τον ισχυρισμό του περί απειλών εναντίον του λόγω του πατέρα του, ο οποίος υπήρξε στρατιωτικός.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι στην αίτηση του ο Αιτητής κατέγραψε ότι ο πατέρας του εξαναγκάστηκε να εργαστεί για τους Ambazonians, μαθαίνοντάς τους πολεμικές δεξιότητες. Ωστόσο κατά τη συνέντευξή του, ενώ του δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξει το αίτημά του ουδέποτε αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο πατέρας του εργάστηκε για τους αυτονομιστές. Επιπλέον, κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητάς του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2018, ενώ στη συνέντευξή του δήλωσε ως χρονολογία θανάτου του πατέρα του το 2019. Περαιτέρω κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητάς του, ο Αιτητής δεν ανέφερε ότι απειλήθηκε από τους Ambazonians. Δήλωσε ότι μετά το θάνατο του πατέρα του φοβήθηκε ότι οι Ambazonians θα του ζητούσαν να ενταχθεί στις δυνάμεις τους και για τον λόγο αυτό εγκατέλειψε τη χώρα του. Η δήλωσή του αυτή αφορά σε φόβο για πιθανή στρατολόγησή του από τους αυτονομιστές και έρχεται σε αντίφαση με το αφήγημά του στη συνέντευξη, όπου αναφέρθηκε στο γεγονός ότι έλαβε απειλές για να ενταχθεί στις ομάδες τους. Όλα τα ανωτέρω, ενισχύουν το συμπέρασμα περί μη στοιχειοθέτησης των ισχυρισμών του Αιτητή.
Ως εκ τούτου, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, και η αιτιολόγηση της συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω. Στον δε Αιτητή δόθηκε η ευκαιρία κατά τη συνέντευξή του να αναπτύξει τους λόγους που θεωρεί ότι αποδεικνύεται το αίτημα του για διεθνή προστασία, αλλά αυτός έδωσε γενικές απαντήσεις, υποπίπτοντας σε αντιφάσεις.
Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στον Αιτητή ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.
Αναφορικά με την υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Από επικαιροποιημένη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στην οποία προέβη το Δικαστήριο, σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν προκύπτουν τα ακόλουθα:
Όσον αφορά στην τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον Καμερούν, τον Σεπτέμβριο του 2024, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ανέφερε ότι «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική κρίση που προκαλείται από τη σύγκρουση, τη διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής»[1]. Οι πηγές ανέφεραν ότι το Καμερούν συνεχίζει να επηρεάζεται από δύο μεγάλες συγκρούσεις: τη σύγκρουση του λεκανοπεδίου της Λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορά και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν (NWSW)[2].
Ομοίως το RULAC επιβεβαιώνει ότι το Καμερούν «εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη (NIAC) εναντίον της Boko Haram στην περιοχή Far North και εναντίον αριθμού ομάδων αγγλόφωνων αποσχιστών, οι οποίες διαμάχονται εναντίον της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία των περιοχών στις περιφέρειες Northwest και Southwest»[3].
Ωστόσο η Douala (περιφέρεια Littoral), η οποία αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες.
Σύμφωνα με δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση την 17/10/2025) καταγράφηκαν στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν 5 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκε ένας θάνατος. Εξ αυτών, καταγράφηκαν 2 περιστατικά στην πόλη Douala, τα οποία είχαν μία απώλεια ανθρώπινης ζωής.[4] Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της περιφέρειας Littoral εκτιμάται στους 3.355.000 κατοίκους[5] σύμφωνα με εκτίμηση του 2015. Από τα ανωτέρω συμπεραίνεται πως η κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral είναι σταθερή με ένα χαμηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας να καταγράφεται στην ανωτέρω περιφέρεια και ως εκ τούτου τα περιστατικά ασφαλείας σε συνάρτηση με τον πληθυσμό της είναι πολύ χαμηλά.
Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας ή ενόπλου συρράξεως στην περιοχή που αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής που θα μπορούσαν να θέσουν υπό απειλή τη ζωή ενός πολίτη μόνο με την παρουσία του στην εν λόγω περιοχή, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Δέον να αναφερθεί ότι ο Αιτητής είναι υγιής άνδρας, επαρκώς πεπαιδευμένος, ομιλεί γαλλικά και αγγλικά και ο οποίος ζούσε, σπούδαζε και εργαζόταν στη Douala. Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν έχει κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό που να αυξάνει το ρίσκο του.
Ως εκ τούτου, με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση τα ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €800 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, 10 September 2024, σ. 1
https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/10/2025).
[2] UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, 14 April 2024, σ. 9
https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/10/2025).
[3] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights - RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023
https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/10/2025).
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon (Littoral-Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/10/2025)
[5] City Population – Cameroon – Littoral
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο