ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 2026/24
14 Ιανουαρίου, 2025
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ν.Ν.Κ.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
I. Χαραλάμπους (κα), για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, για τους Καθ' ων η αίτηση
Β. Κλαυδιανού (κα), για πιστή διερμηνεία από την ελληνική σε λινγκάλα και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 30.4.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής: «ΛΔΚ»). Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και περί 19.11.2021, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 9.4.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 30.4.2024. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 21.5.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Στο εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας διαδικασίας, ο Αιτητής καταγράφει ότι δεν δύναται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, κινδυνεύει η σωματική του ακεραιότητα λόγω πολιτικών προβλημάτων και συγκρούσεων του κόμματος στο οποίο ανήκε η αποβιώσασα μητέρα του, για τον λόγο δε αυτό δεν επιθυμεί την επιστροφή του.
3. Στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής του, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι στη χώρα καταγωγής του επικρατεί κατάσταση ανασφάλειας και ότι ο ίδιος κινδυνεύει από την εθνική υπηρεσία πληροφοριών - Agence Nationale de Renseignements (στο εξής: ANR), η οποία, όπως ισχυρίζεται, τον αναζητεί σε σχέση με υποθέσεις που αφορούν τη μητέρα του, με την οποία και ο ίδιος συνεργαζόταν. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η μητέρα του διατηρούσε επιχείρηση ανταλλαγής συναλλάγματος πλησίον του στρατοπέδου Kokolo, στην περιοχή N’Danda Lungwa, και ότι παρείχε δάνεια σε κατοίκους της περιοχής, κυρίως σε γυναίκες στρατιωτικών, γεγονός που την καθιστούσε γνωστή στην τοπική κοινωνία. Ο ίδιος δηλώνει ότι τη συνέδραμε κυρίως στην είσπραξη οφειλών από πελάτες της.
4. Περαιτέρω, ο Αιτητής αναφέρει ότι, έως το 2021, δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα, παρά την παρουσία της ομάδας “Μ23” και ενόπλων ομάδων Mai-Mai, και ότι γενικά επικρατούσε αίσθημα ασφάλειας στην πρωτεύουσα. Ωστόσο, κατά το έτος 2021, η Κυβέρνηση φέρεται να άλλαξε στάση, πραγματοποιώντας ελέγχους και επιχειρήσεις, καθώς διαπίστωσε, κατά τους ισχυρισμούς του, διασυνδέσεις μεταξύ προσώπων της πρωτεύουσας και του ανατολικού τμήματος της χώρας, ιδίως στις περιοχές Βόρειο και Νότιο Kivu και Ituri, μέσω χρηματοδοτήσεων προς στρατιωτικούς. Κατά τα λεγόμενά του, διαπιστώθηκε ότι ορισμένα πρόσωπα απέστελλαν χρήματα σε στρατιωτικούς του στρατοπέδου Kokolo, ενώ στρατιωτικοί πραγματοποιούσαν συναλλαγές στην επιχείρηση της μητέρας του. Στο πλαίσιο αυτό, ένοπλοι στρατιωτικοί εισήλθαν στην οικία του Αιτητή και της μητέρας του, συνέλαβαν τη δεύτερη, απείλησαν αμφότερους και μετέφεραν τη μητέρα του στο στρατόπεδο Kokolo, με την κατηγορία ότι συνεργαζόταν με αντάρτικες ομάδες. Ακολούθως, αυτή παραδόθηκε στην ANR, όπου, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής, κακοποιήθηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Cabimnola, όπου και κατέληξε. Τέλος, ο Αιτητής καταγράφει ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας του, ως στενό συνεργάτη της μητέρας του η ANR φέρεται να τον καταζητεί, θεωρώντας ότι διαθέτει γνώση ή διασυνδέσεις με αντάρτικες ομάδες.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης απόφασης. Προς τούτο, παραπέμπουν στα συναφή ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας αξιολογήθηκε ο πυρήνας του αιτήματος του Αιτητή και οι δηλώσεις του ως προς τη χώρα καταγωγής του, τον τόπο διαμονής του και το προσωπικό του προφίλ. Ως ιδιαίτερος ουσιώδης ισχυρισμός που εξετάστηκε, επισημαίνεται η επίκληση δίωξης της μητέρας του, ένεκα των κατηγοριών που της προσήψαν οι αρχές της χώρας καταγωγής για οικονομική υποστήριξη ανταρτικών ομάδων που δραστηριοποιούνται στο Βόρειο και το Νότιο Kivu, μέσω της επιχείρησης ανταλλαγής συναλλάγματος που διατηρούσε στην Kinshasa. Οι Καθ’ ων η αίτηση παραθέτουν τα επιμέρους αξιολογικά τους ευρήματα, τα οποία, κατά την κρίση τους, καθιστούν μη αποδεκτό τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό και εν τέλει μη ικανό τον Αιτητή να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εισηγούνται, συνεπώς, την απόρριψη της παρούσας προσφυγής
Το νομικό πλαίσιο
5. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
6. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
7. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
8. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
9. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
10. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
11. Είναι κρίσιμο να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την ενώπιόν του αίτηση διεθνούς προστασίας εξ υπαρχής και δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική της ορθότητα de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.
12. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
13. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο Αιτητής, κατά την καταγραφή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθόσον η μητέρα του παρείχε δάνεια σε γυναίκες στρατιωτικών και στους συζύγους τους. Σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, η μητέρα του συνελήφθη και αφέθηκε ελεύθερη δύο μήνες αργότερα, οπότε και απεβίωσε. Μετά την κηδεία της, ο Αιτητής, ως υιός της, ανέφερε ότι μετέβη προς αναζήτηση του υπολοίπου των οφειλόμενων χρημάτων, πλην όμως, κατά τα λεγόμενά του, τα πρόσωπα στα οποία απευθύνθηκε –χωρίς ο ίδιος να προσδιορίζει επαρκώς ποια ακριβώς ήταν αυτά– φέρονται να επιχείρησαν να του δημιουργήσουν προβλήματα, για τον λόγο δε αυτόν εγκατέλειψε τη χώρα.
14. Κατά το στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1997 στην κοινότητα Kitambo της Kinshasa και ότι μεγάλωσε στην κοινότητα Mbumbu της ίδιας πόλης. Ως προς το θρήσκευμά του, ανέφερε ότι είναι χριστιανός προτεστάντης. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι η μητέρα του αποτελούσε το μοναδικό στενό συγγενικό του πρόσωπο, καθόσον ο πατέρας του εγκατέλειψε τη μητέρα του όταν εκείνη ήταν έγκυος και ότι είναι ο μόνος υιός της. Η μητέρα του απεβίωσε το 2021. Ερωτηθείς ως προς τα αίτια θανάτου της, ο Αιτητής ανέφερε αρχικώς ότι η μητέρα του δεχόταν απειλές, οι οποίες την οδήγησαν σε ασθένεια και, κατ’ επέκταση, στον θάνατό της. Σε άμεσο επόμενο στάδιο, διευκρίνισε ότι η μητέρα του είχε δεχθεί σωματική κακοποίηση και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο στην Kinshasa, συγκεκριμένα στο νοσοκομείο Kabinda, όπου και απεβίωσε. Κατά τα λοιπά, ανέφερε ότι διαθέτει έναν θείο, αδελφό της μητέρας του, καθώς και εξαδέλφες από τη μητρική πλευρά, χωρίς να διατηρεί άλλη οικογενειακή σχέση. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι φοίτησε για τρία έτη σε πανεπιστημιακές σπουδές στον τομέα της αγρονομίας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Σε σχέση με την επαγγελματική του εμπειρία, ανέφερε ότι συνέδραμε τη μητέρα του στην εργασία της, η οποία αφορούσε γραφείο ανταλλαγής συναλλάγματος, καθώς και ότι απασχολήθηκε περιστασιακά σε δραστηριότητες συναφείς με το αντικείμενο των σπουδών του. Τέλος, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νομίμως, μέσω του διεθνούς αεροδρομίου Ndjili
15. Ερωτηθείς για τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, o Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του, διότι δεν ήταν πλέον ασφαλής. Η μητέρα του διατηρούσε επιχείρηση ανταλλαγής χρημάτων στην περιοχή Bandal, πλησίον του στρατοπέδου Kokolo, με πελάτες κυρίως αμάχους, συζύγους στρατιωτών και στρατιώτες. Η επιχείρηση λειτουργούσε από το 2013 και ο ίδιος τη βοηθούσε περιστασιακά, ιδίως μετά την αποφοίτησή του από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κατά το 2021, λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης ασφαλείας στο ανατολικό τμήμα της χώρας και της δράσης ενόπλων ομάδων, οι αρχές ξεκίνησαν ελέγχους για τον εντοπισμό ατόμων που θεωρούνταν ότι χρηματοδοτούσαν ή συνεργάζονταν με αντάρτες. Στο πλαίσιο αυτό, στρατιώτες που είχαν λάβει χρήματα στο ανατολικό τμήμα της χώρας φέρονται να τα αντάλλασσαν μέσω της επιχείρησης της μητέρας του, γεγονός που οδήγησε τις αρχές να τη θεωρήσουν ύποπτη συνεργασίας με αντάρτες. Σύμφωνα με τον Αιτητή, νωρίς το πρωί αστυνομικές δυνάμεις εισέβαλαν στην οικία τους, προέβησαν σε έρευνα και προσαγωγή της μητέρας του, την οποία κακοποίησαν και απείλησαν, κατηγορώντας την ως σύζυγο ανταρτών. Ο ίδιος δεν συνελήφθη, αλλά εξαναγκάστηκε να παραμείνει ακινητοποιημένος. Ακολούθως, πληροφορήθηκε ότι η μητέρα του μεταφέρθηκε αρχικά στις αρχές (ANR) και κατόπιν σε νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε σε σοβαρή κατάσταση λόγω κακοποίησης και απεβίωσε, χωρίς να της παρασχεθεί επαρκής ιατρική φροντίδα, λόγω έλλειψης χρημάτων. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, οι αρχές συνέχισαν να τον αναζητούν, θεωρώντας ότι γνώριζε ή συμμετείχε στη φερόμενη συνεργασία με αντάρτες. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ενημερώθηκε από αξιωματικό ότι υπήρχε κίνδυνος σύλληψής του και ότι πράκτορες της ANR τον αναζητούσαν. Για τον λόγο αυτό, κρύφτηκε αρχικά σε πανεπιστημιακό κοιτώνα και στη συνέχεια, με τη βοήθεια συγγενών, προετοιμάστηκε η διαφυγή του από τη χώρα. Ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα αεροπορικώς, κρυπτόμενος μέχρι την αναχώρησή του, και ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Κονγκό φοβάται σύλληψη και κράτηση από τις αρχές λόγω των κατηγοριών περί συνεργασίας με αντάρτες, οι οποίες, όπως ανέφερε, εξακολουθούν να υφίστανται. Ερωτηθείς τι θα μπορούσε να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η ANR θα τον συλλάβει καθώς αναζητούν άτομα που εικάζουν ότι συνεργάζονται με τους αντάρτες και τους χρηματοδοτούν.
16. Κατά την υποβολή διευκρινιστικών ερωτημάτων, ζητήθηκε από τον Αιτητή να απαντήσει σε ερωτήματα που άπτονται των βασικών παραμέτρων των δηλώσεών του και, συγκεκριμένα, των κινήτρων της φερόμενης στοχοποίησης της μητέρας του και του ιδίου, καθώς και των ενδείξεων προσωπικής του στοχοποίησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της μητέρας του· της σχέσης της τελευταίας με στρατιωτικούς· των περιστάσεων της σύλληψής της· των αιτίων, του χρόνου και των περιστάσεων του θανάτου της· καθώς και των περιστάσεων της διαδήλωσης της 6.1.2020, της προσωπικής του ανάμιξης σε αυτήν και της τυχόν μετέπειτα στοχοποίησής του. Ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο προς επιβεβαίωση ή τεκμηρίωση των δηλώσεών του, πέραν του διαβατηρίου του.
17. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, στη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του, ο δεύτερος ότι ότι η μητέρα του κατηγορήθηκε από τις αρχές ότι παρέχει χρηματική υποστήριξη στους αντάρτες το Βόρειο και Νότιο Kivu μέσω της επιχείρησης συναλλάγματος που διατηρούσε στην Κινσάσα. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του έγινε αποδεκτός, κρίνοντας ότι οι επιμέρους δηλώσεις του ήταν αρκούντως συγκεκριμένες και συνεκτικές, ευρισκόμενες σε συμφωνία με με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
18. Αντιθέτως, κατά την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, κρίθηκε ότι σε διάφορα κρίσιμα σημεία του αφηγήματός του παρουσιάζονται ελλιπείς και αόριστες αναφορές, με αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η αίτηση να καταλήξουν στη μη θεμελίωση της εσωτερικής του αξιοπιστίας.
19. Περαιτέρω, εξωτερικές πηγές που εντοπίστηκαν επιβεβαιώνουν μεν την κατάσταση που επικρατεί στις ανατολικές περιοχές της χώρας, με τις αντιμαχόμενες πλευρές να βρίσκονται σε ένοπλες συγκρούσεις, τη σύμπραξη ορισμένων στοιχείων του στρατού με ένοπλες ομάδες που δρουν στις εν λόγω περιοχές, καθώς και την ύπαρξη του στρατοπέδου Kokolo στην περιοχή της Kinshasa. Πλην όμως, η αντιπαραβολή των δηλώσεων του Αιτητή με τις εν λόγω πηγές, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και του περιεχομένου του υπό αξιολόγηση ισχυρισμού, καθώς και της γενικότερης αξιοπιστίας του, κρίθηκε ότι δεν επαρκεί για την αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού.».
20. Στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών του στοιχείων, και λαμβάνοντας υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του, κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
21. Στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, οι Καθ΄ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού δυνάμει του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικά σχετικά με ενδεχόμενη υπαγωγή του στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, από τις πληροφορίες που παρατέθηκαν σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης στην Kinshasa.
22. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστήριο, υποβλήθηκαν στον Αιτητή ερωτήματα αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του εξακολουθούν να διαμένουν στην Kinshasa. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει την τύχη ή τον τόπο διαμονής του πατέρα του από τη γέννησή του και ότι είναι μοναχογιός.
23. Αναφορικά με τους λόγους αναχώρησής του, δήλωσε γενικώς ότι εγκατέλειψε τη χώρα του επειδή βρισκόταν σε κίνδυνο, αποδίδοντας τον κίνδυνο αυτό στις κατηγορίες που αποδόθηκαν στη μητέρα του περί συνεργασίας με αντάρτικες ομάδες (M23), γεγονός που, κατά τα λεγόμενά του, έθεσε και τον ίδιο σε κίνδυνο. Ερωτηθείς ειδικότερα περί προσωπικών απειλών, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτές άρχισαν μετά τον θάνατο της μητέρας του, όταν μετέβη στο στρατόπεδο Kokolo προκειμένου να αναζητήσει χρηματικά ποσά που, κατά τους ισχυρισμούς του, της όφειλαν στρατιωτικοί, οι οποίοι διατηρούσαν συναλλαγές μαζί της. Σε διαφορετικά σημεία των δηλώσεών του, απέδωσε τις απειλές άλλοτε σε στρατιωτικούς του στρατοπέδου Kokolo, άλλοτε στην ANR, ενώ σε επόμενο στάδιο ανέφερε ότι οι απειλές προήλθαν από άτομα που συνεργάζονταν με τη μητέρα του, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει τη θεσμική ή μη ιδιότητά τους. Ως προς τη σύλληψη της μητέρας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτή συνελήφθη από στρατιωτικούς που εισήλθαν στην οικία τους, την κακοποίησαν και την μετέφεραν αρχικώς στο στρατόπεδο Kokolo και εν συνεχεία στην ANR, με την κατηγορία ότι συνεργαζόταν με αντάρτες, λόγω οικονομικών συναλλαγών με στρατιωτικούς που φέρονται να προμήθευαν όπλα στο M23. Σε άλλο σημείο, ωστόσο, ανέφερε ότι δεν δύναται να αναγνωρίσει τα πρόσωπα που προέβησαν στη σύλληψη, ούτε να προσδιορίσει με σαφήνεια την υπηρεσιακή τους ιδιότητα. Αναφορικά με τη δική του μη σύλληψη, ο Αιτητής δεν παρέσχε σαφή και συνεπή εξήγηση, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι, κατά τον χρόνο σύλληψης της μητέρας του, δεν θεωρείτο ακόμη πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές και ότι ο κίνδυνος για τον ίδιο προέκυψε μεταγενέστερα, μετά τον θάνατό της, λόγω της ιδιότητάς του ως μοναδικού υιού και της γνώσης που υποτίθεται ότι είχε για τις δραστηριότητές της. Ως προς τον θάνατο της μητέρας του, δήλωσε ότι αυτή μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο (Kabinda), όπου είχε ήδη χάσει τις αισθήσεις της και απεβίωσε, χωρίς να δύναται να διευκρινίσει ποιος τη μετέφερε εκεί ή υπό ποιες συνθήκες, ενώ ανέφερε ότι του ζητήθηκαν χρηματικά ποσά για τη νοσηλεία της.
24. Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι ο Αιτητής προσκόμισε κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία, ως Τεκμήριο 2, δύο έγγραφα με ημερομηνίες Ιουνίου και Ιουλίου 2021, αντιστοίχως. Το πρώτο αφορά κλήση προς εμφάνισή του ενώπιον των αρμόδιων αρχών (έγγραφο Ιουνίου 2021), ενώ το δεύτερο συνιστά ένταλμα αναζήτησής του από τις αρχές της κοινότητας Mbumbu της Kinshasa. Στο δεύτερο έγγραφο δεν περιγράφονται οι λόγοι ή το αντικείμενο της αναζήτησής του. Σε σχέση με τα φερόμενα έγγραφα αναζήτησής του, τα οποία ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτά εκδόθηκαν το 2021, πλην όμως τα παρέλαβε μόλις το 2025, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, τα έγγραφα δεν του είχαν κοινοποιηθεί και παρέμεναν στην κατοχή συγγενικών του προσώπων, ενώ εντοπίστηκαν μετά τον θάνατο της γιαγιάς του. Δεν παρείχε, ωστόσο, πειστική εξήγηση για τη μακρά αυτή χρονική απόσταση ούτε για τον λόγο μη προσκόμισής τους σε προγενέστερο στάδιο. Tέλος, ως προς την αναχώρησή του από τη χώρα, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα νομίμως μέσω του διεθνούς αεροδρομίου το οποίο βρίσκεται στην πόλη της Kinshasa, και αποτελεί το κύριο διεθνές αεροδρόμιο της χώρας με τη συνδρομή θείων του, παρά το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, τελούσε ήδη υπό αναζήτηση από τις αρχές.
25. Προχωρώντας στη de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας[1], όπου επισημαίνονται τα κάτωθι:
26. Σε σχέση με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι καταρχάς με το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του, για τους λόγους που καταγράφονται στην εισηγητική έκθεση, η οποία αποτέλεσε και την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο Αιτητής προς ταυτοποίηση του ιδίου προσκόμισε και το αυθεντικό του διαβατήριο, από το οποίο προκύπτουν και τα επιμέρους στοιχεία της ταυτότητάς του. Επισημαίνεται ωστόσο ότι οι περιστάσεις θανάτου της μητέρας του Αιτητή δεν εξετάζονται στο πλαίσιο του παρόντος ισχυρισμού αλλά αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό προς αξιολόγηση υπό το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό.
27. Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί δίωξής της μητέρας του από τις αρχές εξαιτίας αποδιδόμενης σε αυτήν συνεργασία με τους επαναστάτες στα ανατολικά της χώρας επισημαίνονται τα εξής. Ο Αιτητής αναφέρει σχετικώς ότι η μητέρα του είχε ως πελάτες στην επιχείρηση συναλλάγματος που διατηρούσε και στρατιώτες του γειτονικού στρατοπέδου Kokolo. Στις 15.2.201, ένστολοι άνδρες εισέβαλαν στην οικία τους και συνέλαβαν την μητέρα του, την οποία κακοποίησαν και ακολούθως τη μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου κατέληξε αργότερα στις 20.3.2021. Ο Αιτητής αποδίδει τη σύλληψη και κακοποίηση της μητέρας του στην ANR. Παρατηρείται γενικώς ότι ο σκελετός του αφηγήματος του Αιτητή κατά στη συνέντευξη και την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία παρέμενε εν πολλοίς συνεκτικός. Ωστόσο επισημαίνεται ότι κατά την καταγραφή του ο Αιτητής ως προς ο χρόνο θανάτου της μητέρας του αναφέρει ότι αυτός επήλθε δύο μήνες μετά το κρίσιμο περιστατικό και όχι ένα μήνα όπως προκύπτει από τη συνέντευξή του. Επίσης, ο ίδιος ανέφερε ότι δύο μήνες μετά το περιστατικό όταν πήγε να αναζητήσει χρήματα από τους δανειστές της τότε άρχισαν να αναζητούν και τον ίδιο και για το λόγο αυτό αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Κατά τη συνέντευξή του ωστόσο, ο Αιτητή μεταβάλλει ως φορέα δίωξής του την ΑΝR λόγω της σχέσης του με τη μητέρα του. Συνεπώς, ο Αιτητής δεν παρείχε συνεπή και σαφή περιγραφή ως προς την ταυτότητα των φερόμενων δραστών της σύλληψής της, αποδίδοντας αυτήν άλλοτε σε στρατιωτικούς του στρατοπέδου Kokolo και άλλοτε στην εθνική υπηρεσία πληροφοριών (ANR), χωρίς να δύναται να διευκρινίσει την υπηρεσιακή τους ιδιότητα ή τη μεταξύ τους σχέση. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τις κατηγορίες που φέρονται να αποδόθηκαν στη μητέρα του (οικονομική υποστήριξη ανταρτών, συναλλαγές με στρατιωτικούς, εμπλοκή σε παράνομες δραστηριότητες) εμφανίζονται γενικές και αόριστες, χωρίς συγκεκριμενοποίηση πράξεων, χρόνου ή αποδεικτικών στοιχείων. Αντίστοιχα ασαφείς παραμένουν και οι περιστάσεις κράτησης, μεταφοράς και θανάτου της, καθώς ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με συνοχή ποιος τη μετέφερε στο νοσοκομείο, υπό ποιες συνθήκες και με ποια θεσμική εμπλοκή των αρχών, γεγονός που υπονομεύει την ευλογοφάνεια των ισχυρισμών περί στοχευμένης κρατικής δίωξης της μητέρας του. Μη ευλογοφανής κρίνεται η περιγραφόμενη αντίδραση του Αιτητή την οποία επαναφέρει και κατά τη δικαστική διαδικασία ήτοι ότι κατά την είσοδο των άγνωστων προσώπων στην οικία του και μετά τη σύλληψη της μητέρας του, η άμεση αντίδρασή του ήταν να τακτοποιήσει την οικία του και μόνο τέσσερεις ώρες αργότερα έσπευσε στο μέρος όπου φέρεται να κρατούσαν τη μητέρα του. Συντάσσομαι με τους Καθ’ ων η αίτηση ότι η περιγραφή από τον Αιτητή της εισόδου των εν λόγω προσώπων στην οικία του και τα όσα ακολούθησαν στο στρατόπεδο, στο νοσοκομείο και η επικοινωνία με τον στρατηγό «Κ» παρουσιάζονται με γενικότητα και χωρίς βιωματικής φύσεως λεπτομέρειες. Ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή ως προς τον υπό εξέταση ισχυρισμό.
28. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, το Δικαστήριο παραπέμπει στις γενικές πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο, αναφορικά με την ενδεχόμενη σύμπραξη στοιχείων των κρατικών ενόπλων δυνάμεων με αντάρτικες ομάδες στις ανατολικές περιοχές της χώρας, καθώς και με την ύπαρξη του στρατοπέδου Kokolo. Πλην όμως, σε συμφωνία με την εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση, οι εν λόγω γενικές πηγές δεν δύνανται, ελλείψει θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή ως προς τα άμεσα περιστατικά που τον αφορούν, να οδηγήσουν στην αποδοχή των συναφών ισχυρισμών του.
29. Οι Καθ’ ων η αίτηση περιέλαβαν, υπό τον ίδιο ουσιώδη ισχυρισμό, και τη φερόμενη δίωξη του Αιτητή. Εντούτοις, το Δικαστήριο κρίνει ορθότερη τη διακριτή αξιολόγηση των δύο ισχυρισμών, καθόσον, παρά την προφανή συνάφεια και τη χρονική διαδοχή των γεγονότων, επιβάλλεται ιδίως να εξετασθεί αυτοτελώς η περίπτωση φερόμενης δίωξης του ίδιου του Αιτητή. Τούτο διότι τυχόν δίωξη συγγενικού προσώπου και δη της μητέρας του δεν δύναται, άνευ ετέρου, να θεμελιώσει συμπέρασμα περί δίωξης και του ιδίου, ελλείψει συγκεκριμένων και εξατομικευμένων ενδείξεων προσωπικής του στοχοποίησης (απόφαση του ΔΕΕ της 28ης Ιουνίου 2018, Υπόθεση C‑652/16, ECLI:EU:C:2018:514, Ahmedbekova, σκέψεις 29 έως 34). Επισημαίνεται, ως προς τη διάκριση των ουσιωδών ισχυρισμών, σύμφωνα με τον Πρακτικό Οδηγό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO, και πλέον Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο – EUAA), ότι «η προσήκουσα ταυτοποίηση των ουσιωδών ισχυρισμών είναι ουσιώδης τόσο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας όσο και για την αξιολόγηση του κινδύνου».
30. Προχωρώντας στην εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή ως προς τον τρίτο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό περί προσωπικής του δίωξης, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με σαφήνεια εάν οι απειλές που επικαλείται προήλθαν από κρατικές αρχές, από την ANR, από στρατιωτικούς ή από ιδιώτες που συναλλάσσονταν με τη μητέρα του, μεταβάλλοντας κατ’ επανάληψη την εκδοχή του. Ο ίδιος δεν βίωσε οποιαδήποτε μορφή προσωπικής δίωξης, παρά το γεγονός ότι παρέμεινε στην οικία του μετά τη φερόμενη σύλληψη της μητέρας του και έως τον χρόνο του θανάτου της. Ακολούθως, και μετά τον θάνατό της, παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του για χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών, χωρίς να προκύπτουν συγκεκριμένες ενδείξεις ενεργής αναζήτησής του, καθόσον, κατά τα λεγόμενά του, διέμενε κρυπτόμενος στον χώρο του πανεπιστημίου του.
31. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρείχε πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν συνελήφθη ταυτόχρονα με τη μητέρα του, ούτε για το πώς κατέστη δυνατή η εκ νέου μετάβασή του στο στρατόπεδο Kokolo και στο νοσοκομείο χωρίς να τεθεί υπό κράτηση, παρά τον ισχυρισμό ότι αποτελούσε πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις αρχές. Γενικότερα, η πληροφόρησή του περί της φερόμενης δίωξής του προερχόταν αποκλειστικά από τρίτα πρόσωπα (τον θείο του και τον στρατηγό «Κ»), χωρίς ο ίδιος να επικαλείται άμεση προσωπική εμπλοκή των αρχών. Η δε νόμιμη αναχώρησή του από τη χώρα μέσω διεθνούς αεροδρομίου, παρά τη φερόμενη ενεργή καταζήτηση, συνιστά πρόσθετο στοιχείο που αποδυναμώνει την ευλογοφάνεια και την εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών περί προσωπικής του δίωξης.
32. Περαιτέρω, η προσκόμιση εγγράφων αναζήτησής του με χρονολογία 2021, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, περιήλθαν σε γνώση του μόλις το 2025 και τα οποία προσκόμισε κατά τη διαδικασία των διευκρινίσεων, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση της χρονικής αυτής καθυστέρησης, χωρίς οποιαδήποτε μνεία τους σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας και χωρίς σαφή εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή των προσώπων που φέρονται να τα κατείχαν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πρόκειται για αντίγραφα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι μειωμένης αποδεικτικής αξίας και δεν δύνανται να ενισχύσουν την ήδη τρωθείσα εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή ως προς τη φερόμενη δίωξή του από την ANR ή από άλλους στρατιωτικούς. Επικουρικώς, και παρά ότι αυτό άπτεται της αξιολόγησης κινδύνου, ακόμα και εάν γινόταν δεκτή η παρελθούσα δίωξή της μητέρας του Αιτητή, ο ίδιος δεν έχει καταδείξει με βάση τα ανωτέρω ότι διώκεται από τους φερόμενους φορείς δίωξής του.
33. Ένεκα της προσωπικής φύσεως των περιστάσεων που συνθέτουν τον εν λόγω ισχυρισμό και της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, δεν είναι απαραίτητη καταρχήν σκόπιμη η περαιτέρω εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του σε συνάρτηση με τα έγγραφα που προσκόμισε.
34. Ωστόσο για την πληρέστερη εξέταση των δηλώσεων του Αιτητή κατόπιν περαιτέρω έρευνας του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται η ύπαρξη της Εθνικής Υπηρεσία Πληροφοριών (Agence Nationale de Renseignements, ANR): Το Διάταγμα–Νόμος υπ’ αρ. 003-2003 περί ίδρυσης και οργάνωσης της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Agence nationale de renseignements, ANR) της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ) ορίζει τα εξής σχετικά με την αποστολή της ANR:
[ανεπίσημη μετάφραση]
35. «Άρθρο 3. — Με την επιφύλαξη άλλων αποστολών που της έχουν ανατεθεί ή ενδέχεται να της ανατεθούν με ειδικά κείμενα, η αποστολή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών είναι η διασφάλιση της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας του Κράτους.
36. Στα καθήκοντά της περιλαμβάνονται τα εξής:
i. η έρευνα, συγκέντρωση, κεντρικοποίηση, ερμηνεία, αξιοποίηση και διάδοση πολιτικών, διπλωματικών, στρατηγικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, επιστημονικών και άλλων πληροφοριών που είναι συναφείς με την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια του Κράτους·
ii. η διερεύνηση και διαπίστωση, σύμφωνα με τον νόμο, αδικημάτων κατά της ασφάλειας του Κράτους·
iii. η επιτήρηση προσώπων ή ομάδων ημεδαπών ή αλλοδαπών που θεωρούνται ύποπτοι για δραστηριότητες ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του Κράτους·
iv. η προστασία του πολιτικού περιβάλλοντος, ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς·
v. η δακτυλοσκοπική ταυτοποίηση των υπηκόων·
vi. η αναζήτηση εγκληματιών και λοιπών δραστών αδικημάτων που έχουν εντοπιστεί από τη Διεθνή Οργάνωση Εγκληματολογικής Αστυνομίας (INTERPOL)·
vii. η συνεργασία στην καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, της απάτης και του λαθρεμπορίου, της τρομοκρατίας, του σοβαρού οικονομικού εγκλήματος και κάθε άλλου εγκλήματος που συνιστά απειλή για το Κράτος ή την ανθρωπότητα.»[2]
37. Το άρθρο 11 του Διατάγματος–Νόμου, σχετικά με την οργάνωση της κεντρικής διοίκησης του Τμήματος Εσωτερικής Ασφάλειας (département de la sécurité intérieure, DSI) της ANR, ορίζει ότι [ανεπίσημη μετάφραση] «ιδρύεται επαρχιακή διεύθυνση στην πρωτεύουσα κάθε επαρχίας, η οποία περιλαμβάνει τμήματα που ασκούν, mutatis mutandis, τα ίδια καθήκοντα με τα αντίστοιχα τμήματα της κεντρικής διοίκησης».[3]
38. Το 2023, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (USDOS) ανέφερε ότι, λόγω ανεπαρκών διοικητικών συστημάτων, η ANR ήλεγχε την έκδοση διαβατηρίων και συχνά καθυστερούσε ή αρνιόταν την παροχή άδειας σε πολιτικά πρόσωπα «που θεωρούνταν επικριτικά προς την κυβέρνηση».[4] Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι συνθήκες κράτησης σε ολόκληρη τη ΛΔΚ ήταν «σκληρές και απειλητικές για τη ζωή» και ότι οι φυλακές που λειτουργούσε η ANR ήταν ακόμη «σκληρότερες» από τις υπόλοιπες.[5]
39. Ως προς τη μεταχείριση από την ANR ατόμων που εκφράζουν διαφωνία ή θεωρείται ότι το πράττουν έναντι της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας εντοπισμού διαφωνούντων, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2024, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών κατέγραψε οκτώ περιστατικά «παραβιάσεων και καταχρήσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που διαπράχθηκαν από μέλη της ANR μεταξύ 20 Μαρτίου και 31 Μαΐου 2024 σε ολόκληρη τη ΛΔΚ.[6]
40. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία (Amnesty International – AI), το 2024 οι υπηρεσίες ασφαλείας του Κονγκό, συμπεριλαμβανομένης της ANR, «εντείνουν την καταστολή ειρηνικών ακτιβιστών».[7] Παρομοίως, τον Μάιο του 2022, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (Reporters Sans Frontières – RSF) ανέφεραν «την αυξανόμενη λίστα καταχρήσεων κατά δημοσιογράφων – συμπεριλαμβανομένων εκφοβισμών, ανακρίσεων, συλλήψεων και […] βασανιστηρίων – από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ANR)».[8]
41. Σύμφωνα με έκθεση του Κοινού Γραφείου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (UNJHRO), από τις 801 παραβιάσεις και καταχρήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταγράφηκαν μόνο τον Νοέμβριο του 2021 σε ολόκληρη τη ΛΔΚ, το 39 % αποδόθηκε σε κρατικούς παράγοντες και στελέχη της ANR, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 40 περιπτώσεων εξωδικαστικών εκτελέσεων.[9]
42. Ενδεικτικά περιστατικά απαγωγών από πράκτορες της ANR εις βάρος ατόμων που εκφράζουν διαφωνία ή θεωρείται ότι εκφράζουν διαφωνία με την κυβέρνηση, όπως αναφέρθηκαν από πηγές, περιλαμβάνουν τα εξής:
i. Τον Φεβρουάριο του 2024, μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι επτά νεαροί ακτιβιστές απήχθησαν από πρόσωπα που φέρονται να ήταν πράκτορες της ANR κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης στην Κινσάσα, η οποία οργανώθηκε «για να επιστήσει την προσοχή στην κρίση ασφάλειας στο ανατολικό τμήμα της χώρας».[10] Ένας από τους συλληφθέντες ακτιβιστές ανέφερε σε δήλωσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι, κατά τη σύλληψή του και την «ολιγόχρονη κράτησή του στις εγκαταστάσεις της ANR στη λεωφόρο Mwene-Ditu», υπέστη «σκληρή και εξευτελιστική μεταχείριση», συμπεριλαμβανομένων απειλών θανάτου και σωματικής βίας.[11]
ii. Τον Μάιο του 2023, ακτιβιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ανήκε στο αντιπολιτευόμενο πολιτικό κόμμα Envol δήλωσε στη Human Rights Watch ότι απήχθη από στελέχη της ANR με πολιτικά ρούχα, αφού είχε παραστεί σε πολιτική συνάντηση.[12] Η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι, σύμφωνα με τον δικηγόρο του ακτιβιστή, μετά από κράτηση έξι εβδομάδων από την ANR, του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για «προσβολή του προέδρου» και «δυσφημιστικές αποδόσεις», λόγω ανάρτησης που είχε κοινοποιήσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.[13] Ο ακτιβιστής διώχθηκε βάσει του νόμου περί ψηφιακού κώδικα, αλλά αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος τον Δεκέμβριο του 2023.[14]
iii. Τον Φεβρουάριο του 2023, στελέχη της ANR απήγαγαν και συνέλαβαν σατιρικό κωμικό εξαιτίας βίντεο-σάτιρας που είχε δημοσιεύσει έναν χρόνο νωρίτερα.[15] Σύμφωνα με τη Human Rights Watch, στέλεχος της ANR δήλωσε σε συγγενικό του πρόσωπο ότι το βίντεο «θεωρήθηκε προσβλητικό για τον Πρόεδρο Félix Tshisekedi».[16]
iv. Τον Μάιο του 2022, στην πόλη Boende, πρωτεύουσα της βορειοδυτικής επαρχίας Tshuapa, τρεις δημοσιογράφοι που εργάζονταν σε τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς «απειλήθηκαν από τον τοπικό διευθυντή της ANR, εξαναγκάστηκαν να γδυθούν, τέθηκαν υπό κράτηση και στη συνέχεια βασανίστηκαν και στερήθηκαν τροφής για αρκετές ώρες», πριν αφεθούν ελεύθεροι.[17] Νωρίτερα την ίδια ημέρα, οι τρεις δημοσιογράφοι είχαν κληθεί στα τοπικά γραφεία της ANR λόγω της πρόσφατης εκπομπής τους «Ας μιλήσουμε για την Εκπαίδευση», κατά την οποία συζητήθηκαν παρατυπίες στις εξετάσεις αποφοίτησης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.[18]
v. Τον Ιούνιο του 2022, δύο δημοσιογράφοι, ένας αμερικανικής υπηκοότητας και ένας Κονγκολέζος, συνελήφθησαν στο Lubumbashi, στο νοτιοδυτικό τμήμα της ΛΔΚ, και κρατήθηκαν στις εγκαταστάσεις της ANR στην Κινσάσα.[19] Οι δημοσιογράφοι πραγματοποιούσαν γυρίσματα για σειρά ρεπορτάζ σχετικά με τη φύση, την οικονομία και τον πολιτισμό στη ΛΔΚ,[20] και θεωρήθηκαν ύποπτοι για μη εξουσιοδοτημένες επαφές με ένοπλες ομάδες που δρούσαν στην περιοχή.[21] Αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από 6 και 22 ημέρες κράτησης αντίστοιχα.[22]
43. Σύμφωνα με την Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (USDOS) για τις πρακτικές ανθρωπίνων δικαιωμάτων το 2023, οι κυβερνητικές αρχές φέρονται να κρατούσαν υπόπτους σε ανεπίσημες εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων κέντρων κράτησης της ANR, χωρίς να αναγνωρίζουν πάντοτε επίσημα την κράτησή τους.[23] Η ίδια πηγή αναφέρει επιπλέον ότι, παρότι ο Πρόεδρος είχε υποσχεθεί στα Ηνωμένα Έθνη πρόσβαση σε όλες τις εγκαταστάσεις κράτησης, ορισμένες φυλακές της ANR παρέμεναν απρόσιτες για ανεξάρτητους παρατηρητές.[24]
44. Παρά τον εντοπισμό των ανωτέρω πηγών αναφορικά με τη συχνότητα, τη φύση και τα πρόσωπα ενδιαφέροντας της ANR κρίνεται υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης των προσωπικών -περιστάσεων του Αιτητή ότι ο ισχυρισμός του περί προσωπικής του δίωξης δε θεμελιώνεται για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται ανωτέρω.
45. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, επιπρόσθετα προς όσα καταγράφονται στην Εισηγητική-Έκθεση, ιδίως όσον αφορά στην επικαιροποιημένη εικόνα της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, παρατηρώ τα εξής:
46. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai-Mai Yakutumba, FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative de développement économique du Congo) και M23[25]. Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[26], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ’ αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[27]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα[28]. Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες[29].
47. Καταληκτικά, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01.01.2026), καταγράφηκαν 46 περιστατικά πολιτικής βίας[30] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 56 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[31] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 17,778,500 (2025) κατοίκους.[32] Υπό το φως των ανωτέρω ποσοτικών και αριθμητικών δεδομένων, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε κίνδυνος για τον Αιτητή ένεκα της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο προηγουμένης διαμονής του.
48. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράμετρος του προφίλ του, η οποία να επιτείνει με οποιοδήποτε τρόπο τον κίνδυνο που τυχόν αυτός διατρέχει, ούτε και καθαυτό κάποιο στοιχείο του προφίλ του δίδει βάσιμο έρεισμα για φόβο δίωξης. Ούτε και ο Αιτητής εξέφρασε οποιοδήποτε φόβο απορρέων από το προφίλ του, πέραν των όσων εξετάστηκαν ήδη ανωτέρω.
49. Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού, ούτε με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, αντιμετωπίζει ευλόγως κίνδυνο. Πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[33] Ούτε, επίσης, προκύπτει τέτοιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος λόγω της εθνοτικής καταγωγής του Αιτητή, καθώς δεν εντοπίστηκαν οποιεσδήποτε πληροφορίες που να παραπέμπουν σε εμπλοκή της εθνοτικής φυλής του Αιτητή, ήτοι Muswahili- ερ. 40, σε εσωτερικές διενέξεις, ή διακρίσεις εναντίον ατόμων που ανήκουν στην εν λόγω φυλή. Οι Swahili στη ΛΔΚ (Muswahili) είναι κυρίως μουσουλμάνοι και τηρούν τις ισλαμικές τους πρακτικές στην καθημερινή ζωή. Είναι οικονομικά ευκατάστατοι, εργάζονται σε εμπόριο, γεωργία, μικρές επιχειρήσεις και αστικές δραστηριότητες, ενσωματώνοντας και δυτικά στοιχεία. Από έρευνα σε εξωτερικές πηγές δεν προκύπτουν στοιχεία για διώξεις ή περιορισμούς λόγω θρησκείας ή ταυτότητας[34]. Σημειώνεται, ότι ούτε ο Αιτητής πρόβαλε οποιοδήποτε υποκειμενικό φόβο προς αυτή την κατεύθυνση.
50. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, με εργασιακή εμπειρία στον τόπο συνήθους διαμονής του και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο.
51. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
52. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
53. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] δεν προκύπτει ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].
54. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
55. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
56. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή.
57. Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
58. Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
59. Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
60. Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως αδιάκριτη βία λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Την ίδια στιγμή δεν προκύπτει οποιοσδήποτε παράγοντας επίτασης του κινδύνου στο πρόσωπο του Αιτητή (ΔΕΕ, C-285/12, Diakité, ημερ. 30/01/2014, σκ. 27-28). Ενόψει της έλλειψης της ουσιώδους αυτής προϋπόθεσης εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο αντίστοιχο καθεστώς.
61. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 7.1.2026], σ. 120-134 και επίσης
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] DRC, Décret-Loi n° 003-2003 portant création et organisation de l’Agence nationale de renseignements, 11 January 2003, https://www.leganet.cd/Legislation/Droit%20Public/Ordre/DL.11.01.2003.htm
[3] DRC, Décret-Loi n° 003-2003 portant création et organisation de l’Agence nationale de renseignements, 11 January 2003, https://www.leganet.cd/Legislation/Droit%20Public/Ordre/DL.11.01.2003.htm
[4] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices – Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , p. 27
[5] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices – Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , p. 5
[6] UN Security Council, United Nations Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo; Report of the Secretary-General, 20 June 2024, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/n24/163/40/pdf/n2416340.pdf?token=TQCot4QhjwOeC4SaPm&fe=true , para. 22
[7] AI, DR Congo’s arrest of activists invokes déjà vu of growing repression, 16 February 2024, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2024/02/dr-congos-arrest-of-activists-invokes-deja-vu-of-growing-repression/
[8] RSF, Three journalists tortured by DRC intelligence agency, 23 May 2022, https://rsf.org/en/three-journalists-tortured-drc-intelligence-agency
[9] Radio Okapi, RDC : 800 cas de violations des droits de l’homme recensées en novembre 2021, 6 January 2022, https://www.radiookapi.net/2022/01/06/actualite/securite/rdc-800-cas-de-violations-des-droits-de-lhomme-recensees-en-novembre ; UN News, RDC : 800 cas de violations des droits humains recensés en novembre 2021, 7 January 2022, https://news.un.org/fr/story/2022/01/1111862
[10] Reuters, DR Congo youth group says seven activists abducted by suspected security agents, 4 February 2024, https://www.reuters.com/world/africa/dr-congo-youth-group-says-seven-activists-abducted-by-suspected-security-agents-2024-02-04/ ; Voice of Africa (VOA), DRC Security Agents Abduct Seven Activists, Says Youth Group, 4 February 2024, https://www.voaafrica.com/a/7470260.html
[11] Fred Bauma, [X], posted on: 7 February 2024, https://x.com/fredbauma90/status/1755265131490021853/photo/1
[12] HRW, DR Congo: Prominent Activist Abducted, 23 May 2024, https://www.hrw.org/news/2024/05/23/dr-congo-prominent-activist-abducted
[13] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[14] AI, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2023, 24 April 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ ; Actualite.CD, RDC: le militant de l’opposition Len's Omelonga condamné à 7 mois de prison, 6 November 2023, https://actualite.cd/2023/11/06/rdc-le-militant-de-lopposition-lens-omelonga-condamne-7-mois-de-prison
[15] HRW, Satire in Congo is No Laughing Matter, 27 February 2023, https://www.hrw.org/news/2023/02/27/satire-congo-no-laughing-matter ; USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/
[16] HRW, Satire in Congo is No Laughing Matter, 27 February 2023, https://www.hrw.org/news/2023/02/27/satire-congo-no-laughing-matter
[17] RSF, Three journalists tortured by DRC intelligence agency, 23 May 2022, https://rsf.org/en/three-journalists-tortured-drc-intelligence-agency
[18] RSF, Three journalists tortured by DRC intelligence agency, 23 May 2022, https://rsf.org/en/three-journalists-tortured-drc-intelligence-agency ; JED, Les Pages Sombres d ela Liberté de la Presse en RDC, 2023, https://jed-afrique.org/wp-content/uploads/2024/05/Rapport-2023-FINAL-1.pdf , p. 53
[19] Actualite.cd, RDC : le journaliste Joseph Kazadi libéré après 3 semaines de détention au secret, 5 August 2022, https://actualite.cd/2022/08/05/rdc-le-journaliste-joseph-kazadi-libere-apres-3-semaines-de-detention-au-secret ; RFI, RDC: deux journalistes dont un Américain arrêtés par les services de renseignement, 18 July 2022, https://www.rfi.fr/fr/afrique/20220718-rdc-deux-journalistes-dont-un-am%C3%A9ricain-arr%C3%AAt%C3%A9s-par-les-services-de-renseignement
[20] RFI, RDC: deux journalistes dont un Américain arrêtés par les services de renseignement, 18 July 2022, https://www.rfi.fr/fr/afrique/20220718-rdc-deux-journalistes-dont-un-am%C3%A9ricain-arr%C3%AAt%C3%A9s-par-les-services-de-renseignement
[21] Actualite.cd, RDC : le journaliste Joseph Kazadi libéré après 3 semaines de détention au secret, 5 August 2022, https://actualite.cd/2022/08/05/rdc-le-journaliste-joseph-kazadi-libere-apres-3-semaines-de-detention-au-secret
[22] Actualite.cd, RDC : le journaliste Joseph Kazadi libéré après 3 semaines de détention au secret, 5 August 2022, https://actualite.cd/2022/08/05/rdc-le-journaliste-joseph-kazadi-libere-apres-3-semaines-de-detention-au-secret
[23] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices – Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , p. 5
[24] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices – Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , p. 5
[25] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, ‘Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo’, Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26.11.2025]
[26] Ο.π.
[27] UNSC, S/RES/2765 (2024) διαθέσιμο σε https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26.11.2025]
[28] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, ‘Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo’, Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26.11.2025]
[29] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023), διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26.11.2025]
[30] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[31] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26.11.2025]
[32] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 26.11.2025]
[33] USDOS - US Department of State, ‘DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT’ (26 June 2024) σελ. 3 διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 22.10.2025)
[34] Ενδεικτικά: Joshua Project, Swahili in Congo, Democratic Republic of Congo, https://joshuaproject.net/people_groups/15145/CG (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/01/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο