ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 2185/2023
30 Ιανουαρίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.H.A.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Β. Θωμά (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 09/06/2023, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική προσφυγή/ένστασή του κατά της απόφασης απόρριψης του αιτήματός του για διεθνή προστασία και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και/ή στερημένη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που καταχωρήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια Α και Β στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Γκάνα, ο οποίος σύμφωνα με τις δηλώσεις του, περί το 2014 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Στις 25/06/2015, συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία και ακολούθησε στις 06/11/2017 συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 16/11/2017 συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης για διεθνή προστασία. Η εν λόγω εισηγητική έκθεση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 04/12/2017 απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολόγησή της, κοινοποιήθηκε στον Αιτητή μέσω επιστολής ημερομηνίας 18/04/2018.
Στις 23/05/2018, ο Αιτητής υπέβαλε διοικητική προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ωστόσο με την κατάργηση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και δυνάμει του άρθρου 33 του περί Προσφύγων Νόμου 2000, η εκκρεμούσα διοικητική προσφυγή που είχε υποβληθεί στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, παραπέμφθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου ώστε να εξεταστεί από τον Προϊστάμενο ως να του είχε υποβληθεί ως ένσταση κατά της αρχικής αρνητικής του απόφασης.
Με επιστολή ημερομηνίας 18/05/2023, την οποία ο Αιτητής παρέλαβε δια χειρός στις 24/05/2023, η Υπηρεσία Ασύλου κάλεσε τον Αιτητή όπως προσκομίσει εγγράφως τυχόν επιπρόσθετα υποστηρικτικά στοιχεία ή/και λόγους που σχετίζονται με την διοικητική προσφυγή εντός συγκριμένης προθεσμίας. Ανταποκρινόμενος ο Αιτητής, με χειρόγραφη, ενυπόγραφη σημείωσή του που εντοπίζεται επί της εν λόγω επιστολής, επιβεβαίωσε ότι δεν έχει να προσκομίσει οτιδήποτε περαιτέρω (βλ. ερυθρό 60 του διοικητικού φακέλου).
Στις 09/06/2023 οι Καθ' ων η αίτηση, κατόπιν εξέτασης της ενώπιον τους υπόθεσης, απέρριψαν την διοικητική προσφυγή του Αιτητή, κοινοποιώντας δεόντως την απόφασή τους στον Αιτητή.
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, αποτελεί η απορριπτική απόφαση των Καθ' ων η αίτηση επί της διοικητικής προσφυγής του Αιτητή.
Με το δικόγραφο της προσφυγής του, που καταχώρησε ο Αιτητής μέσω της συνηγόρου του, πρόβαλε λόγους προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Με τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή, προωθεί πρωτίστως τη θέση ότι παραβιάστηκε το θεμελιώδες δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή που συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας και ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι δεν παρασχέθηκε διερμηνεία στον Αιτητή στην αγγλική γλώσσα κατά τη διενέργεια της συνέντευξής του στις 06/11/2017, ενώ παράλληλα δεν εντοπίζονται στοιχεία που να διασφαλίζουν την ικανότητα του λειτουργού που διεξήγαγε τη συνέντευξη να χειρίζεται την αγγλική γλώσσα στο απαιτούμενο επίπεδο. Ως επιχειρηματολογεί περαιτέρω η κ. Κουπαρή, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τεκμαίρεται νόμιμη λόγω της υπογραφής των πρακτικών της συνέντευξης από τον Αιτητή και η εν λόγω πλημμέλεια εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, καθώς ανάγεται σε ζήτημα δημόσιας τάξης. Επιπρόσθετα, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς διερεύνησης, ακόμα και σε συνάρτηση με την διενεργηθείσα αξιολόγηση κινδύνου, καθώς κατά τη θέση της αξιολογήθηκε λανθασμένη περιοχή ως η συνήθης διαμονή του Αιτητή. Καταληκτικά, ισχυρίζεται πως η απόφαση εκδόθηκε υπό πλάνη και/ή κατάχρηση εξουσίας και ότι αυτή είναι αντίθετη με το Νόμο, αλλά και ότι αυτή είναι αναιτιολόγητη.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση μέσω της δικής τους αγόρευσης, ισχυρίζονται πρωτίστως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς να εμφιλοχωρήσει καμία πλάνη στη λήψη της και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ειδικά σε σχέση με τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί κατά παράβαση ουσιώδους τύπου λόγω μη παροχής διερμηνέα στην αγγλική γλώσσα κατά τη διενέργεια της συνέντευξης, οι Καθ’ ων η αίτηση επιχειρηματολογούν ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει τους εν λόγω ισχυρισμούς που αφορούν την διαδικασία έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, καθότι με την άσκηση της ιεραρχικής προσφυγής η πρώτη απόφαση απώλεσε την εκτελεστότητά της και ενσωματώθηκε στην απόφαση επί της ιεραρχικής προσφυγής που είναι η μόνη εκτελεστή και αυτή συνιστά την προσβαλλόμενη απόφαση στην παρούσα διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζονται ότι από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, προκύπτει ότι ως προς το εν λόγω ζήτημα, η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν ορθή. Επιπλέον ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, ούτε επικαλέστηκε κάποιο ισχυρισμό, ο οποίος να συνηγορεί προς το γεγονός ότι αυτός εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή συμπληρωματικής προστασίας και καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της, ωστόσο ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των διευκρινήσεων που έλαβαν χώρα στις 02/10/2025, εγκατέλειψε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς της, προωθώντας μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, περιορίζοντας την απαίτησή τους ως προς την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή δυνάμει του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Επισημαίνω σε αυτό το σημείο, κάτι που ουδείς εκ των συνηγόρων των μερών ανέφερε, ότι η παρούσα προσφυγή αφορά αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία υποβλήθηκε πριν την 20η Ιουλίου 2015. Σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73 (Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει μόνο τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι την ορθότητα αυτής. Ο Αιτητής υπέβαλε την αίτησή του για διεθνή προστασία στις 25/06/2015, συνεπώς εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται σε εξέταση της νομιμότητας και μόνο της απόφασης του αρμόδιου διοικητικού οργάνου. Ως εκ τούτου η εξέταση θα περιοριστεί στα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στους διοικητικούς φάκελους που κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και τα οποία ήταν ενώπιον των Καθ' ων η αίτηση όταν έλαβαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση των στοιχείων που είχε ενώπιόν του το διοικητικό όργανο και υπό το φως των λόγων ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής, ήτοι τη μη δέουσα έρευνα. Προς τούτο θεωρώ σκόπιμο όπως ανατρέξω στις δηλώσεις του Αιτητή κατά την αίτηση για διεθνή προστασία.
Με την αίτηση για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν με τον πατέρα του και ο ίδιος αναλάμβανε να πείσει τους πελάτες τους, όπως τους εμπιστευθούν μικρά ποσά χρημάτων για σκοπούς αποταμίευσης. Όταν οι πελάτες ζητούσαν τα χρήματά τους, ως ισχυρίζεται τα επέστρεφαν. Κάποια στιγμή ο πατέρας του επένδυσε τα χρήματα, οι επενδυτές υποσχέθηκαν να τα επιστρέψουν μετά από ένα χρόνο αλλά δεν το έκαναν και αυτό δημιούργησε προβλήματα με τους πελάτες τους, οι οποίοι ξεκίνησαν να απειλούν τον Αιτητή ότι θα τον σκοτώσουν (ερ. 3-1 του διοικητικού φακέλου).
Στο πλαίσιο της συνέντευξής του, η οποία διενεργήθηκε στις 06/11/2017 από αρμόδιο λειτουργό, ο Αιτητής, δήλωσε υπήκοος Γκάνας, γεννηθείς στην περιοχή Dixcove. Από το 2008 και για διάστημα περίπου 6-7 ετών διέμενε στην πόλη Takoradi και κατά το έτος 2014, διέμενε για λιγότερο από έξι μήνες στην πόλη Accra, που συνιστά και τον τελευταίο τόπο διαμονής του.
Σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και άτεκνος, τα μέλη της πατρικής του οικογένειας (γονείς και αδέλφια) διαμένουν στην περιοχή Dixcove, τους οποίους στηρίζει οικονομικά. Απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία από το 2007 και έπειτα. Ειδικότερα δήλωσε ότι εργαζόταν με τον πατέρα του, προσπαθώντας να πείσει πολίτες να τους εμπιστευθούν τα χρήματά τους για σκοπούς επένδυσης, μέχρι να αιτηθούν για επιστροφή. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, μετακόμισε στην πόλη Accra καθώς αδυνατούσε να επιστρέψει στους πελάτες τους τα χρήματα που τους είχαν εμπιστευθεί. Εκεί ξεκίνησε να εργάζεται σε μία εταιρεία, μέσω της οποίας, ταξίδεψε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, για να εργαστεί. Στην εν λόγω εταιρεία εργάστηκε για διάστημα 2-3 μηνών και ακολούθως, παρέμεινε άνεργος.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του, επιδιδόμενοι σε μία δραστηριότητα που ονομάζεται «Sosu», σύμφωνα με την οποία προσπαθούσε να πείσει πολίτες να τους παραδώσουν μικρά ποσά χρημάτων, όπως νομίσματα. Τα χρήματα αυτά, τα είχαν επενδύσει σε τρεις διαφορετικές εταιρείες, οι δύο εκ των οποίων δεν τους τα επέστρεψαν ποτέ, με αποτέλεσμα να χαθούν. Η τρίτη εταιρεία, παρόλο που αρχικά τους επέστρεφε τα χρήματα, μετά από κάποιους μήνες σταμάτησε. Εξαιτίας της απώλειας των χρημάτων, οι πελάτες εξαγριώθηκαν και ξεκίνησαν να απαιτούν τα χρήματά τους, συνεπεία αυτού, ήταν πολύ δύσκολο για τον Αιτητή, να παραμείνει στη χώρα του. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο Αιτητής προσκόμισε έγγραφα που υποδεικνύουν ότι ο ίδιος έχει συνάψει συμφωνίες με αυτές τις εταιρείες.
Κατά το στάδιο υποβολής διευκρινιστικών ερωτήσεων, επιβεβαίωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, εξαιτίας δυσκολιών που αντιμετώπιζε στο να επιστρέψει τα χρήματα που τους είχαν παραδώσει οι πελάτες τους, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν να τον κυνηγούν προκειμένου να επανακτήσουν τα χρήματά τους. Όπως ανέφερε, δραστηριοποιείτο με τον πατέρα του στην εν λόγω εργασία για διάστημα περίπου 6 ετών, ενώ ο πατέρας του, δεν εργάζεται πλέον. Όσον αφορά τις επενδύσεις στις εταιρείες που ανέφερε στην ελεύθερη αφήγησή του, ο Αιτητής, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, προσκόμισε αντίγραφα τιμολογίων και πιστοποιητικά επενδύσεων, και κληθείς να εξηγήσει το λόγο που σε αυτά αναγράφεται το όνομα του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του, έπρεπε να αφήσει τον πατέρα του να ηγείται.
Ως προς τον τρόπο δραστηριοποίησής τους, ο Αιτητής δήλωσε ότι η εγγύηση για τους πελάτες τους, ήταν η εμπιστοσύνη ότι στο τέλος του μήνα ή οποιαδήποτε στιγμή, θα μπορούσαν να πάρουν τα χρήματά τους πίσω, χωρίς να παραλαμβάνουν οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο. Ερωτηθείς, ποιοι ήταν οι λόγοι που τους ωθούσαν να τους παραδίδουν τα χρήματά τους, ο Αιτητής ανέφερε ότι επρόκειτο για ένα τρόπο αποταμίευσης χρημάτων τα οποία υπό διαφορετικές συνθήκες θα σπαταλούσαν και κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο τον εμπιστεύονταν, ο Αιτητής δήλωσε ότι ασχολούνταν με αυτές τις δραστηριότητες για χρόνια και ως εκ τούτου, τους εμπιστεύονταν ότι θα τους επέστρεφαν τα χρήματα όταν τα ζητούσαν. Τα χρήματα των πελατών τους, βρίσκονταν κατατεθειμένα στην τράπεζα και πολύ συχνά τους ζητούσαν να τους τα επιστρέψουν. Το κέρδος που είχε ο Αιτητής από αυτές τις δραστηριότητες ήταν οι επενδύσεις στις οποίες επρόκειτο να προβεί, ενώ κατά τα λεγόμενά του, οι πελάτες τους δεν γνώριζαν ότι αξιοποίησαν τα χρήματά τους για επενδύσεις με τον πατέρα του.
Τα προβλήματα με τις επενδύσεις στις οποίες είχαν προβεί, ξεκίνησαν το 2012, όταν οι εταιρείες στις οποίες είχαν επενδύσει δεν επέστρεφαν τα χρήματα. Όσον αφορά τις αντιδράσεις των πελατών τους, δήλωσε ότι μαζεύονταν σε ομάδες και μετέβαιναν στην οικία τους με ρόπαλα απαιτώντας τα οφειλόμενα χρήματα. Ερωτηθείς πότε έλαβε χώρα το εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής, ανέφερε ότι δεν ήταν μόνο μία φορά αλλά ήταν σύνηθες. Το πιο αξιομνημόνευτο από τα εν λόγω περιστατικά, αφορά σε περιστατικό που έλαβε χώρα περί τα Χριστούγεννα του 2013, όταν μία ομάδα προσώπων μετέβησαν στην οικία του στην πόλη Takoradi και κτυπούσαν την πόρτα. Κατόπιν παρότρυνσης των γειτόνων του, διέφυγε από το παράθυρο καθώς ήταν πολύ επικίνδυνη η κατάσταση έξω και δεν επέστρεψε ξανά στην οικία του, φοβούμενος ότι θα επαναληφθεί το περιστατικό, ωστόσο δεν κατήγγειλε το περιστατικό στις αρχές, καθώς φοβόταν ότι μπορούσε να φυλακιστεί επειδή είχε λάβει τα χρήματα των πελατών του, χωρίς να τους τα επιστρέψει, όπως τους είχε υποσχεθεί.
Η οικογένειά του, που βρισκόταν στην περιοχή Dixcove, αντιμετώπισε επίσης προβλήματα. Περί τις αρχές του 2014, συγκεκριμένο πρόσωπο που είχε λάβει χρήματα από κάποιους ψαράδες και τα παρέδωσε στον πατέρα του, μετέβη σε αστυνομικό σταθμό και προέβη σε αναφορά εναντίον του πατέρα του, αναφέροντάς του ότι τα υπόλοιπα πρόσωπα ενδεχομένως να του επιτεθούν.
Ενόσω ζούσε στην πόλη Accra, ο Αιτητής, δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα, κατόρθωσε να εξεύρει εργασία σε ιδιωτική εταιρεία και τότε παρουσιάστηκε η ευκαιρία να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εργαστεί, καθώς έπρεπε να βρει τρόπους για να επιστρέψει τα χρήματα που χρωστούσαν. Κληθείς να παραθέσει το συνολικό οφειλόμενο ποσό, δήλωσε ότι πρόκειται για τεράστιο ποσό το οποίο δεν μπορεί να υπολογίσει επακριβώς.
Σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα του, θεωρεί ότι θα πεθάνει και δεν γνωρίζει κατά πόσον θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια στην πόλη Accra, καθώς εκεί μπορεί να έχουν μετακομίσει πρόσωπα στους οποίους χρωστούν χρήματα και να αντιμετωπίσει προβλήματα. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι στην πόλη Accra δεν έζησε για αρκετό χρονικό διάστημα και σε περίπτωση που επιστρέψει θα δυσκολευτεί να εξεύρει εργασία. Τέλος, ανέφερε ότι χρειάζεται να δουλέψει και σε ένα χρόνο θα είναι σε θέση να επιστρέψει τα χρήματα και ως εκ τούτου δεν θα του ασκείται πίεση στη χώρα του.
Εξετάζοντας τα λεγόμενα του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση, πέραν από την αποδοχή της ταυτότητας και της χώρας καταγωγής του Αιτητή, διήκρινε έναν ουσιώδη ισχυρισμό, ως προς το ότι πρόσωπα κτυπούσαν την πόρτα της οικίας του Αιτητή περί τα Χριστούγεννα το 2013, απαιτώντας τα χρήματά τους. Ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός έτυχε απόρριψης, λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, καθώς ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς το περιστατικό και παρόλο που του δόθηκε η ευκαιρία να επεξηγήσει και να προσφέρει λεπτομέρειες για να εξατομικεύσει τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό, παρέμεινε γενικός και ανεπαρκής στις απαντήσεις του.
Στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής, ο αρμόδιος λειτουργός στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας διαδικασίας εξέτασης κατέληξε ότι βάσει των δηλώσεών του, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο, βασανιστήρια, δυσανάλογη ποινή, ταπεινωτική μεταχείριση ή οποιοδήποτε είδος δίωξης, σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή Accra στην Γκάνα όπου ζούσε και εργαζόταν προτού εγκαταλείψει τη χώρα του. Στο στάδιο της νομικής ανάλυσης, κρίθηκε ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση προσφυγικού καθεστώτος βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ για πιθανή χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή (αντίστοιχο άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Σύμφωνα με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο Β, ο Αιτητής με διοικητική του προσφυγή που καταχώρισε ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (ΑΑΠ) στις 23/05/2018, ισχυρίστηκε ότι ο κυριότερος λόγος που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα του είναι το γεγονός ότι στράφηκαν εναντίον του πρόσωπα από τα οποία είχε πάρει χρήματα. Επιπρόσθετα, οι συνθήκες διαβίωσής του στην περιοχή Accra της Γκάνα δεν ήταν τόσο καλές όσο με αυτές στην Κυπριακή Δημοκρατία και σε περίπτωση που παρέμενε στη χώρα του, σίγουρα δεν θα ζούσε. Κατά την καταχώρηση της διοικητικής του προσφυγής επισύναψε αντίγραφο εγγράφου της Αστυνομίας της Γκάνας που φέρει τίτλο “EXTRACT FROM STATION DIARY” (σε ελεύθερη μετάφραση «Απόσπασμα από ημερολόγιο ενεργειών σταθμού») (ερυθρό 52 του Τεκμηρίου Β).
Μετά την κατάργηση της ΑΑΠ και την ανάληψη αρμοδιότητας εξέτασης της εκκρεμούσης διοικητικής προσφυγής του Αιτητή ως ένστασης κατά της πρωτοβάθμιας απορριπτικής απόφασης, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω στα γεγονότα, η Υπηρεσία Ασύλου ενημέρωσε τον Αιτητή με επιστολή της ημερομηνίας 18/05/2023, ότι δύναται να προσκομίσει γραπτώς τυχόν επιπρόσθετα υποστηρικτικά στοιχεία. Με χειρόγραφη σημείωσή του που εντοπίζεται επί της λόγω επιστολής, ο Αιτητής, επιβεβαίωσε ότι δεν έχει να προσκομίσει οτιδήποτε περαιτέρω (ερυθρό 60 ΔΦ).
Στα πλαίσια εξέτασης της διοικητικής προσφυγής του Αιτητή, στις 08/06/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση επί της διοικητικής προσφυγής/ένστασης του Αιτητή (στο εξής αναφερόμενη ως «Έκθεση-Εισήγηση»). Σημειώνει πως δεν κρίθηκε αναγκαία η κλήση του Αιτητή σε συνέντευξη, καθώς δεν προβλήθηκαν νέοι ισχυρισμοί και υπάρχουν επαρκή στοιχεία στους σχετικούς διοικητικούς φακέλους για την ενδελεχή επαναξιολόγηση των προβληθέντων ισχυρισμών του Αιτητή (ερυθρό 96 ΔΦ). Σε άλλο σημείο της Έκθεσης-Εισήγησης, αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιωδώς και όσον αφορά το προσκομιζόμενο έγγραφο από τον Αιτητή (ερυθρό 52 του Τεκμηρίου Β), διαπιστώνεται ότι προβάλλει μεν ο Αιτητής ένα νέο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, συνδέεται δε με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει στη συνέντευξή του, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του να παραμένει ο ίδιος και ως εκ τούτου, δεν κρίθηκε σκόπιμη η κλήση του σε νέα συνέντευξη (ερυθρό 94 ΔΦ).
Πρωτίστως, όπως αναφέρει ο αρμόδιος λειτουργός που εξέτασε την διοικητική προσφυγή/ένσταση, μετά από εξέταση της συνέντευξης και της Έκθεσης-Εισήγησης που υποβλήθηκε στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (ερυθρά 38-34 επι του Τεκμηρίου Α), διαπιστώνεται ότι παρά την ύπαρξη επιμέρους πλημμελειών κατά τη διενέργεια και ανάλυση των ισχυρισμών του Αιτητή, εν τέλει καταλήγει η Έκθεση-Εισήγηση σε ορθά συμπεράσματα αναφορικά με την αίτησή του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την συνέντευξη, διαπιστώνεται πως οι ερωτήσεις του λειτουργού καλύπτουν σε γενικές γραμμές τόσο τον πυρήνα, όσο και τα επί μέρους θέματα των ισχυρισμών του Αιτητή και ότι παρόλο που εντοπίζεται ότι θα μπορούσαν να υποβληθούν περαιτέρω ερωτήσεις για τη διερεύνηση των παρελθόντων προβλημάτων και του φόβου του Αιτητή, παρόλα αυτά οι ως άνω ελλείψεις δεν εμποδίζουν την με ασφαλή τρόπο εξαγωγή συμπεράσματος για τις ανάγκες διεθνούς προστασίας του Αιτητή.
Περαιτέρω, καταγράφει ότι αναφορικά με την Έκθεση-Εισήγηση, η κρίση ότι ο κεντρικός ισχυρισμός του Αιτητή πρέπει να απορριφθεί, πάσχει από έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας. Δεδομένων των ελλείψεων που εντοπίζονται κατά τη συνέντευξη, η κρίση ότι οι ισχυρισμοί του αιτούντος ήταν αντιφατικοί και στερούνταν λεπτομερειών μετατοπίζει υπέρ του δέοντος το βάρος απόδειξης προς τον Αιτητή, όταν το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης μοιράζεται, κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, μεταξύ χειριστή και του αιτητή. Άλλωστε ουδέποτε δόθηκε στον Αιτητή η δυνατότητα να εξηγήσει τους λόγους πίσω από τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν και η σύνδεση των ισχυρισμών με τα αποδεικτικά στοιχεία προβληματίζει, καθώς η διατύπωση του εν λόγω ουσιώδους πραγματικού περιστατικού στην Έκθεση-Εισήγηση δεν αποκαλύπτει με ακρίβεια τα λεγόμενα του Αιτητή, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι καταδιώχθηκε αρκετές φορές από τους πελάτες του, και όχι μόνο τα Χριστούγεννα του 2013. Τέλος το ουσιώδες πραγματικό περιστατικό απορρίφθηκε χωρίς προηγουμένως να έχει ελεγχθεί ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία, αφού δεν έγινε καμία έρευνα σε εξωτερικές πηγές. Πέραν των πλημμελειών που παρατηρούνται στον εντοπισμό των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και την αιτιολόγηση της αρνητικής κρίσης ως προς την αξιοπιστία του σχετικού με τους λόγους αποχώρησης ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, η αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου παραμένει ουσιαστικά ορθή, καθώς ακόμη και δεκτοί να γίνονταν στο σύνολό τους οι ισχυρισμοί του Αιτητή, οι λόγοι που προβάλλει εντάσσονται στο πλαίσιο των οικονομικών λόγων, ενώ οι οχλήσεις από τα άτομα στα οποία οφείλει χρήματα έπαυσαν αφής στιγμής ο Αιτητής εγκαταστάθηκε στην περιοχή Accra, βρίσκοντας εκεί εργασία.
Ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός που εξέτασε τη διοικητική προσφυγή/ένσταση, αναφέρει ότι το πρώτο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό που αφορά το προσωπικό του προφίλ, ορθώς έγινε αποδεκτό.
Ακολούθως, διήκρινε ως δεύτερο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό το γεγονός ότι ο Αιτητής δέχθηκε από το 2012 και έπειτα επανειλημμένες απειλές και ενοχλήσεις από άτομα στα οποία χρωστούσε χρήματα, ιδίως δε τα Χριστούγεννα του 2013 όταν πλήθος μαζεύτηκε έξω από το σπίτι του στην πόλη Takoradi και του κτυπούσαν την πόρτα. Το εν λόγω ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, έγινε αποδεκτό, καθώς διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες και εν γένει λεπτομέρειες, προσδιορίζοντας τις τοποθεσίες στις οποίες ασκούσε την οικονομικής φύσεως επαγγελματική του δραστηριότητα, παραθέτοντας την ονομασία της, τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε τους πελάτες του, το χρονικό σημείο και τον λόγο για τον οποίο βρέθηκε σε κατάσταση αδυναμίας εξόφλησης των χρημάτων στους πελάτες του. Περαιτέρω, ακόμη και οι λιτές αναφορές του Αιτητή ως προς τον τρόπο αντίδρασης των πελατών του υποδεικνύουν ενδείξεις βιωματικότητας και αναφορικά με το κεντρικό περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκε, ήταν σε θέση να το τοποθετήσει σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να δηλώσει το μέρος που έλαβε χώρα, τις ενέργειες του πλήθους που βρισκόταν μαζεμένο έξω από το σπίτι του και τον τρόπο με τον οποίο διέφυγε. Ήταν σε θέση να εξηγήσει με εύλογο τρόπο για ποιο λόγο φοβόταν να απευθυνθεί στην αστυνομία και τι έλαβε χώρα μετά το εν λόγω περιστατικό.
Στο πλαίσιο αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ουσιώδους πραγματικού περιστατικού αναφέρεται ότι ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφα αποδείξεων και πιστοποιητικών σχετικών με επενδυτικές συμφωνίες μεταξύ του πατέρα του και διάφορων εταιρειών (π.χ. Zummo LTD). Εντοπίστηκε αντίφαση ωστόσο, ανάμεσα στα έγγραφα και στον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος είχε συνάψει τις συμφωνίες με τις εν λόγω εταιρείες. Η εξήγηση που έδωσε ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του θεώρησε ότι έπρεπε να ηγείται ο πατέρας του, κρίθηκε εύλογη, καθώς συνάδει και με τον ισχυρισμό του ότι ασκούσε επαγγελματικά την εν λόγω δραστηριότητα μαζί με τον πατέρα του. Τα εν λόγω έγγραφα παρόλο που συνιστούν αντίγραφα και είναι δυνατόν να κριθεί η αυθεντικότητά τους, έγιναν δεκτά καθώς, παρουσιάζουν εξωτερικά όλα τα χαρακτηριστικά, που με βάση την κοινή γνώση θα ανέμενε κανείς να υπάρχουν σε μία απόδειξη ή ιδιωτική συμφωνία. Περαιτέρω, κατά την περίοδο που ο Αιτητής ασκούσε την οικονομική του δραστηριότητα, εντοπίζεται σε συγκεκριμένη εξωτερική πηγή ένωση προσώπων με την ονομασία “GCSA – Ghana Cooperative Susu Collectors Association (Ghana)” και ως εκ τούτου, οι σχετικοί του ισχυρισμοί ως προς το σκέλος των οικονομικών του δραστηριοτήτων που προκάλεσαν και τα προβλήματα που επικαλέστηκε, βρίσκουν έρεισμα σε εξωτερικές πηγές.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός διήκρινε ως τρίτο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό το γεγονός ότι άτομα στα οποία ο Αιτητής χρωστούσε χρήματα, τον κατήγγειλαν στο αστυνομικό τμήμα του Dixcove τον Ιανουάριο του 2014. Ως προς την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του, διαπιστώνεται από τον αρμόδιο λειτουργό ότι ο Αιτητής παρείχε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη συμφωνία που ο ίδιος και ο πατέρας του είχε συνάψει με τον εκπρόσωπο των ψαράδων στην περιοχή Dixcove και τον σκοπό που το άτομο αυτό τους είχε δώσει τα χρήματα. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε σε καταγγελία που είχε κατατεθεί σε βάρος του πατέρα του στις αρχές του 2014, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο η καταγγελία αυτή έγινε γνωστή στον πατέρα του Αιτητή και μετέπειτα στον ίδιο, πληροφορίες που κρίθηκαν ικανοποιητικά λεπτομερείς λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτών δεν ήταν ο ίδιος παρών.
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του αφορά καταγγελία/αναφορά σε βάρος του πατέρα του και όχι του ιδίου και δεδομένου ότι η συνέντευξη έλαβε χώρα το 2017, σε χρονικό σημείο που ο Αιτητής διατηρούσε επικοινωνία με τους γονείς του και είχε μιλήσει μαζί τους δύο εβδομάδες περίπου προηγουμένως, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Αιτητής είχε την ευκαιρία και λογικά αναμένεται ότι θα έπρεπε να προβάλλει το εν λόγω ουσιώδες περιστατικό κατά τον χρόνο της συνέντευξης. Ωστόσο δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν έχει κληθεί για να του δοθεί η ευκαιρία να εξηγήσει για ποιον λόγο δεν προέβαλε νωρίτερα την καταγγελία αυτή σε βάρος του, οι εύλογες αυτές ανησυχίες περί της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού δεν μπορούν να ληφθούν σε βάρος του Αιτητή και συνεπώς κρίνεται ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή ως προς το εν λόγω ουσιώδες πραγματικό περιστατικό έχει αρκούντως θεμελιωθεί.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, ως προς το αντίγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής που συνιστά απόκομμα αστυνομικού εγγράφου, αναφέρεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν αρμοδιότητα να αποφανθούν για την αυθεντικότητά του, πλην όμως, διαπιστώνεται ότι φέρει σφραγίδα, τοποθεσία, ημερομηνία και γενικώς δεν εντοπίζεται κάποιο στοιχείο που εξόφθαλμα δημιουργεί αμφιβολίες περί του ότι πρόκειται για αντίγραφο υπαρκτού και γνησίου εγγράφου, ενώ η μορφολογία του εξωτερικά είναι ίδια με αυτή που εντοπίζεται σε υπόδειγμα του αντίστοιχου εγγράφου που εντοπίζεται σε εξωτερική πηγή πληροφόρησης, στην οποία παραπέμπουν οι Καθ΄ ων η αίτηση.
Ο αρμόδιος λειτουργός, προχώρησε στη συνέχεια σε εκ νέου αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, στη βάση όλων των αποδεκτών ουσιωδών πραγματικών περιστατικών λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, όπως επίσης και πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την χώρα καταγωγής του Αιτητή. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι έχει γίνει σε βάρος του καταγγελία στην αστυνομία, ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση παραπέμποντας στο εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τους πρόσφυγες σύμφωνα με το οποίο πρόσωπα τα οποία διαφεύγουν ποινικής δίωξης ή τιμωρίας για ένα κοινό αδίκημα, δεν θεωρούνται συνήθως πρόσφυγες, σημειώνει ότι ο κίνδυνος δίωξης του Αιτητή για ένα οικονομικό έγκλημα δεν τον καθιστά πρόσφυγα. Ωστόσο, συνεχίζοντας, στο ίδιο εγχειρίδιο αναφέρεται ότι πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για ένα κοινό αδίκημα ενδεχομένως να υπόκειται σε υπερβολική τιμωρία που μπορεί να ισοδυναμεί με δίωξη και ως εκ τούτου, αξιολογώντας το ενδεχόμενο τιμωρίας του Αιτητή, καταγράφεται ότι η καταγγελία/αναφορά εναντίον του, προκύπτει από ένα βιβλίο συμβάντων αστυνομικού τμήματος χωρίς να υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι έχει ξεκινήσει ποινική διαδικασία εναντίον του, ότι αναζητείται από τις αστυνομικές αρχές ή ότι εκκρεμεί οποιοδήποτε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και από την τελευταία επικοινωνία που είχε με τους γονείς του, αυτοί του ανέφεραν ότι η κατάσταση είναι ελεγχόμενη. Ως εκ τούτου, από τα στοιχεία του φακέλου, ο κίνδυνος ο Αιτητής να αντιμετωπίσει τιμωρία/ποινή από τις αρχές του κράτους εξαιτίας της ιδιωτικής οικονομικής διαφοράς που αντιμετωπίζει με τους πελάτες του, δεν αγγίζει τα όρια της εύλογης πιθανολόγησης.
Περαιτέρω, ως προς τον κίνδυνο που διατρέχει κατά της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω των απειλών και ενοχλήσεων που δέχθηκε από πελάτες του στην πόλη Takoradi, λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη το γεγονός ότι αφής στιγμής ο Αιτητής στην πόλη Accra στην οποία εγκαταστάθηκε ο Αιτητής αναπτύσσοντας βιοτικούς δεσμούς και διαφορετική επαγγελματική δραστηριότητα, δεν είχε δεχθεί καμία ενόχληση από τους πελάτες του που βρίσκονταν στις περιοχές Dixcove και Takoradi και δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να υποδεικνύει τη δυνατότητα εντοπισμού του στην πόλη Accra, διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογες πιθανότητες να συμβεί κάτι αντίστοιχο στο μέλλον σε περίπτωση επιστροφής του.
Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα, Χριστιανό, χωρίς προβλήματα υγείας και ότι το προφίλ του δεν αντιστοιχεί σε κανένα από τα προφίλ ατόμων που ενδέχεται να στοχοποιηθούν στη χώρα του σύμφωνα με τις πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για τυχόν εμπόδια ή κακομεταχείριση ανεπιτυχόντων αιτητών ασύλου και ότι η χώρα καταγωγής του εμπίπτει στον κατάλογο ασφαλών χωρών ιθαγένειας, ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγηση, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής θα υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.
Προχωρώντας, στη νομική ανάλυση, επί τη βάση των προβαλλόμενων ισχυρισμών του Αιτητή, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, προσθέτοντας ότι δεν προέκυψε κίνδυνος σοβαρής βλάβης ούτε στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του που υποδεικνύουν ότι δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και παραθέτοντας ποσοτικά δεδομένα για την πόλη Accra που συνιστά τον τελευταίο τόπο διαμονής του, κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Γκάνα, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Υπό το φως των ανωτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν την ιεραρχική προσφυγή του Αιτητή.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Υπενθυμίζω ότι η εξέταση της παρούσης περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας και μόνο και ο έλεγχος που διενεργείται από το Δικαστήριο παραμένει αμιγώς ακυρωτικός.
Μελετώντας την Έκθεση-Εισήγηση επί της διοικητικής προσφυγής/ένστασης του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση, κατέληξε ότι δεν κρίθηκε αναγκαία η κλήση του Αιτητή σε συνέντευξη καθώς υπάρχουν επαρκή στοιχεία στους σχετικούς διοικητικούς φακέλους για την ενδελεχή επαναξιολόγηση των προβληθέντων ισχυρισμών του Αιτητή, οι οποίοι δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιωδώς, πέραν από την προσκόμιση εκ μέρους του Αιτητή του ερυθρού 52 του Τεκμηρίου Β, μέσω του οποίου προβάλλεται ένα νέο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό το οποίο ωστόσο συνδέεται με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει στη συνέντευξή του, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του να παραμένει ο ίδιος (βλ. ερυθρό 94 ΔΦ). Πλην όμως, η εν λόγω διαπίστωση, παρουσιάζεται αντιφατική με διαπιστώσεις σε άλλο σημείο της εισηγητικής έκθεσης, με αποτέλεσμα να πάσχει η διερεύνηση της διοικητικής προσφυγής/ένστασης και κατ΄ επέκταση η αιτιολόγηση της απόφασης επί αυτής.
Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση, διαπιστώνει αφενός ότι οι ερωτήσεις του λειτουργού καλύπτουν σε γενικές γραμμές τόσο τον πυρήνα, όσο και τα επί μέρους θέματα των ισχυρισμών του Αιτητή, αφετέρου κρίνει ότι παρατηρούνται ελλείψεις κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξής του και ότι θα μπορούσαν να υποβληθούν περαιτέρω ερωτήσεις για τη διερεύνηση των παρελθόντων προβλημάτων και του φόβου του Αιτητή, έστω και εάν καταλήγει ακολούθως κατά τρόπο αντιφατικό ότι οι ως άνω ελλείψεις δεν εμποδίζουν την με ασφαλή τρόπο εξαγωγή συμπεράσματος για τις ανάγκες διεθνούς προστασίας του Αιτητή (βλ. ερυθρό 95 ΔΦ). Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση, αναφέρεται και στο γεγονός ότι ουδέποτε δόθηκε στον Αιτητή η δυνατότητα να εξηγήσει τους λόγους πίσω από τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν κατά την πρωτοβάθμια αξιολόγηση της αίτησής του (βλ. ερυθρό 95 ΔΦ).
Προβληματική κρίνεται και η αξιολόγηση του τρίτου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, για τον ακόλουθο λόγο. Ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η αίτηση εντοπίζει την αντίφαση ανάμεσα στο έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής (ερυθρό 52 του Τεκμηρίου Β) και στους ισχυρισμούς του κατά τη συνέντευξή του που αφορούν καταγγελία/αναφορά στην αστυνομία εις βάρος του πατέρα του και όχι του ιδίου. Πλην όμως, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν έχει κληθεί για να του δοθεί η ευκαιρία να εξηγήσει για ποιον λόγο δεν προέβαλε νωρίτερα την καταγγελία αυτή σε βάρος του, έκρινε ότι οι εύλογες ανησυχίες περί της εσωτερικής αξιοπιστίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού του δεν μπορούν να ληφθούν εις βάρος του Αιτητή, με αποτέλεσμα να κριθεί ότι έχει αρκούντως θεμελιωθεί. Το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν κλήθηκε σε περαιτέρω συνέντευξη, γιατί κρίθηκε ότι δεν καθίστατο αναγκαία η διενέργειά της για τους λόγους που αναφέρονται στην Έκθεση-Εισήγηση, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για να καλύψει τυχόν κενά ή αντιφάσεις που εντοπίζονται στους ισχυρισμούς του Αιτητή ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του, καθώς κάτι τέτοιο καθιστά πλημμελή τη διερεύνηση που διενεργήθηκε εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση, αλλά και αντιφατική την αιτιολογία της απόφασης.
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω πως δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία εξέτασης της διοικητικής προσφυγής του Αιτητή και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας δεν μπορεί παρά να επιτυγχάνει.
Ως εκ τούτου η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας. Επιδικάζονται €500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.
Α. AΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο