G.M.N. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 256/25, 20/1/2026
print
Τίτλος:
G.M.N. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 256/25, 20/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 256/25

 

                                                            20 Ιανουαρίου, 2025

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

1.     G.M.N.

2.     W.F.

Αιτητριών

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 .........

 

Οι Αιτήτριες εμφανίζονται αυτοπροσώπως

 

Κ. Αίγλη (κα), για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Β. Κλαυδιανού (κα) για πιστή διερμηνεία από την ελληνική σε λινγκάλα και αντίστροφα

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι Αιτήτριες με την παρούσα προσφυγή στρέφονται κατά της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 16.12.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία και αποφασίστηκε η επιστροφή τους στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής: ΛΔΚ).

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια 1 κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) και, περί την 17.1.2022, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Εκκρεμούσης της διοικητικής εξέτασης της αίτησης αυτής, προστέθηκε προς εξέταση, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, και η αίτηση της ανήλικης θυγατέρας της, γεννηθείσας στις 4.1.2023. Στις 20.11.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 1 από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, ο λειτουργός υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: ο Προϊστάμενος), με εισήγηση την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας των Αιτητριών και την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους. Η εν λόγω Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 16.12.2024. Η σχετική απόφαση κοινοποιήθηκε στις Αιτήτριες στις 8.1.2025 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

 

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας, η Αιτήτρια 1 αναφέρει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, διατρέχει κίνδυνο για τη ζωή της από την οικογένεια της μητέρας της, καθότι αρνήθηκε να παντρευτεί τον ηλικιωμένο θείο της, σύμφωνα με έθιμο της φυλής «Bazombo».

 

3.             Κατά την ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια επανέλαβε τον ίδιο βασικό ισχυρισμό αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της.

 

4.             Οι Καθ’ ων η Αίτηση, κατά την προφορική τους αγόρευση και υπό το φως των ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώσεων της Αιτήτριας 1, υποστήριξαν ότι αυτή ορθώς κρίθηκε ως αναξιόπιστη ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της περί απόπειρας εξαναγκασμού της σε γάμο με τον θείο της και της φερόμενης δίωξης την οποία υφίσταται λόγω της άρνησής της. Περαιτέρω, ως προς τα λοιπά στοιχεία του προφίλ της και την κατάσταση ασφάλειας στη χώρα καταγωγής της, επισήμαναν ότι στον τόπο συνήθους διαμονής της δεν επικρατεί κατάσταση ένοπλης σύρραξης. Υποστήριξαν, επίσης, ότι το προσωπικό της προφίλ και, ιδίως, η ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν αναμένεται ευλόγως να αντιμετωπίσει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της και ότι, συνεπώς, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Το νομικό πλαίσιο

5.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

 

6.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

7.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

8.             Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμος καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Κατάληξη

10.          Είναι κρίσιμο να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας εξετάζει την ενώπιόν του αίτηση διεθνούς προστασίας εξ υπαρχής και δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική της ορθότητα της de novo και ex nunc (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

 

12.          Προχωρώντας στην επί της ουσίας εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας 1, προκύπτει ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της για διεθνή προστασία, αυτή υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι απειλήθηκε με εξαναγκαστικό γάμο με τον πενηντάχρονο θείο της. Όπως ανέφερε, η οικογένειά της ήταν σύμφωνη με τον εν λόγω γάμο, πλην της ίδιας και του αδελφού της. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο θείος της την αναζητούσε επίμονα προκειμένου να την εξαναγκάσει σε γάμο και ότι την απειλούσε ακόμη και με θάνατο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, για τον λόγο αυτό ο μεγαλύτερος αδελφός της προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες προκειμένου να την βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της και να διασφαλίσει την ασφάλειά της.

 

13.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ) και ότι γεννήθηκε το έτος 1996 στην Κινσάσα, στην κοινότητα Barumbu, όπου και διέμενε. Ανέφερε ότι, για ορισμένο χρονικό διάστημα, μετέβη με τη μητέρα και τον αδελφό της στην Αγκόλα, για να επιστρέψει εκ νέου στη ΛΔΚ σε ηλικία 12 ετών, όπου διέμενε με τον αδελφό και τη γιαγιά της. Ως προς το θρήσκευμά της, δήλωσε ότι είναι Χριστιανή. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, ανέφερε ότι ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές, τις οποίες ωστόσο δεν ολοκλήρωσε λόγω οικονομικής στενότητας. Σε σχέση με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει και ότι η ίδια έχει δύο αδέλφια: έναν αδελφό, ο οποίος διαμένει επίσης στην Κινσάσα, και μία αδελφή που βρίσκεται στην Αγκόλα. Λίγο πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, απεβίωσε και η γιαγιά της. Ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία με τον αδελφό της, μία θεία της, ορισμένα ξαδέλφια της, καθώς και με την αδελφή της στην Αγκόλα. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι μητέρα της ανήλικης Αιτήτριας 2, γεννηθείσας το έτος 2023. Ο πατέρας της ανήλικης, κατά τον χρόνο της συνέντευξης, τελούσε υπό κράτηση ως αιτών διεθνή προστασία, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά τη δικαστική διαδικασία, η Αιτήτρια 1 ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι ο εν λόγω πατέρας, με τον οποίο διατηρούν επικοινωνία, έχει απελαθεί στη χώρα καταγωγής του, ήτοι στη ΛΔΚ. Τέλος, ανέφερε ότι, όσο διέμενε στη χώρα καταγωγής της, δεν εργαζόταν και συντηρείτο οικονομικά από τη γιαγιά και τον αδελφό της.

 

14.          Ερωτηθείσα για τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, στο πλαίσιο της ελεύθερης αφήγησής της, η Αιτήτρια 1 ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ επειδή δεχόταν πιέσεις να παντρευτεί τον θείο της, γεγονός με το οποίο τόσο η ίδια όσο και ο αδελφός της διαφωνούσαν. Υποστήριξε ότι, εξαιτίας της άρνησής της, δεχόταν απειλές από τον εν λόγω θείο και ότι η ζωή της τελούσε σε κίνδυνο. Στη συνέχεια, υποβλήθηκαν διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα στην Αιτήτρια αναφορικά με τον χρόνο και τις περιστάσεις των φερόμενων απειλών, καθώς και ως προς την εν λόγω παράδοση. Ερωτηθείσα σχετικά με τις πιθανές συνέπειες της επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο θείος της θα την εντοπίσει και θα τη σκοτώσει. Ερωτηθείσα, περαιτέρω, ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο θείος της θα μπορούσε να την εντοπίσει, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Τέλος, ερωτηθείσα εάν κατά το παρόν στάδιο εργάζεται στη Δημοκρατία, απάντησε καταφατικά, διευκρινίζοντας ότι εργάζεται σε ξενοδοχείο. επειδή δεν είχε οικονομική στήριξη.

 

15.          Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, και ο δεύτερος το φερόμενο εξαναγκασμό της σε γάμο με το θείο της.  

 

Ο πρώτος ισχυρισμός της Αιτήτριας 1 ως προς τον τόπο καταγωγής της και τα προσωπικά της στοιχεία έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η Αίτηση, καθότι οι παρεχόμενες πληροφορίες κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκείς, επιβεβαιώνοντας την εθνικότητά της και τον τόπο γέννησής της. Περαιτέρω, τα στοιχεία ταυτοποίησής της επιβεβαιώθηκαν τόσο από το προσκομισθέν από την ίδια διαβατήριο όσο και από έτερες εξωτερικές πηγές, από τις οποίες επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη και η τοποθεσία των περιοχών στις οποίες αναφέρθηκε. Ο δεύτερος, ωστόσο, ισχυρισμός της απορρίφθηκε, καθότι οι Καθ’ ων η Αίτηση εντόπισαν, κατά την κρίση τους, αντιφάσεις, αόριστες τοποθετήσεις, ασυνέπειες και αναφορές μειωμένης ευλογοφάνειας στις συναφείς δηλώσεις της.

 

16.          Προχωρώντας στο στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου, οι Καθ’ ων η Αίτηση εκτίμησαν τον μελλοντικό κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι Αιτήτριες σε περίπτωση επιστροφής τους στη ΛΔΚ και, ειδικότερα, στην Κινσάσα, στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού περί των προσωπικών τους στοιχείων. Λήφθηκαν, εξάλλου, ειδικώς υπόψη, ως προς την ανήλικη Αιτήτρια 2, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες απόκτησης ιθαγένειας μέσω της μητέρας της, η πρόσβαση στο σύστημα υγείας, η πρόσβαση στην εκπαίδευση, καθώς και η γενικότερη κατάσταση ασφάλειας στον τόπο στον οποίο αναμένεται να επιστρέψουν.

Κατόπιν της ανωτέρω αξιολόγησης, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι οι Αιτήτριες, σε περίπτωση επιστροφής τους στη ΛΔΚ, θα αντιμετωπίσουν ευλόγως κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι οι Αιτήτριες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο προσφυγικό καθεστώς, καθότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ως προς το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, ήτοι ότι οι Αιτήτριες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς αυτό, καθόσον δεν προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

17.          Κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια περαιτέρω διευκρινιστικά ερωτήματα. Στο πλαίσιο των αποκρίσεών της, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ως τόπο καταγωγής και διαμονής της- τη ΛΔΚ καιτην πόλη  Κινσάσα, αντίστοιχα. Ανέφερε ότι στην Κινσάσα διαμένει ο μεγαλύτερος αδελφός της, με τον οποίο διατηρεί τακτική επικοινωνία και ο οποίος τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα και να μεταβεί στην Κύπρο. Ο εν λόγω αδελφός γνωρίζει ότι η Αιτήτρια έχει ανήλικο τέκνο και, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, είναι το μοναδικό μέλος της οικογένειας που διαφώνησε με την απόφαση περί γάμου. Ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια προέβαλε κίνδυνο για τη ζωή της από τον θείο της και την οικογένεια της μητέρας της, λόγω άρνησής της να συναινέσει σε γάμο με τον εν λόγω θείο, αδελφό της μητέρας της, ηλικίας περίπου 50 ετών. Υποστήριξε ότι ο εν λόγω γάμος επιβαλλόταν βάσει παραδοσιακού εθίμου της περιοχής Bandundu, το οποίο ονόμασε «Kitudi», και ότι όλα τα μέλη της οικογένειας της μητέρας της, πλην του αδελφού της, συμφωνούσαν με αυτόν. Ως προς το χρονικό πλαίσιο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η πρώτη σχετική αναφορά περί γάμου έγινε το έτος 2020, ενώ σε άλλα σημεία των δηλώσεών της προέκυψαν διαφοροποιήσεις ως προς το πότε είδε για τελευταία φορά τον θείο της και πότε της προτάθηκε για πρώτη φορά ο γάμος. Δήλωσε ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της στις 6.5.2021. Αναφορικά με τον πατέρα του ανήλικου τέκνου της, δήλωσε ότι αυτός απελάθηκε από τη Δημοκρατία στη ΛΔΚ, ότι δεν γνωρίζει με ακρίβεια την περιοχή διαμονής του, πλην όμως διατηρούν επικοινωνία για το παιδί, χωρίς να αποτελούν πλέον ζευγάρι. Τέλος, ερωτηθείσα για τις συνέπειες ενδεχόμενης επιστροφής της στην Κινσάσα, δήλωσε ότι κινδυνεύει τόσο η ίδια όσο και το παιδί της, επικαλούμενη τη δεσμευτικότητα της εν λόγω παράδοσης και ισχυριζόμενη ότι ο θείος της θα ενημερωθεί για την άφιξή της ακόμη και μέσω προσώπων που εργάζονται στο αεροδρόμιο. Ανέφερε, επίσης, ότι ο αδελφός της την έχει ενημερώσει πως ο θείος εξακολουθεί να διαμηνύει ότι θα της προκαλέσει κακό σε περίπτωση επιστροφής της. Περαιτέρω, ως κηδεμόνας της ανήλικης Αιτήτριας 2 τής δόθηκε η δυνατότητα να αναφέρει τυχόν περαιτέρω ζητήματα που την απασχολούν ειδικώς ως προς την ανήλικη, με την Αιτήτρια 1 να επαναλαμβάνει ότι ο κίνδυνος που αυτή διατρέχει αντανακλά και στην ανήλικη Αιτήτρια 2 χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε περαιτέρω επί στης ουσίας. 

 

18.          Στο πλαίσιο της de novo και ex nunc αξιολόγησης των ισχυρισμών της Αιτήτριας, από το παρόν Δικαστήριο συντάσσομαι με την απομόνωση του πρώτου  και του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

 

19.          Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό συντάσσομαι με το εύρημα των Καθ’ ων  η αίτηση για αποδοχή του για τους λόγους που καταγράφονται στην υιοθετηθείσα έκθεση εισήγηση. Η Αιτήτρια 1 υπήρξε συνεκτική ως προς τις δηλώσεις της, οι οποίες ενώ εν μέρει επιβεβαιώνονται από το διαβατήριο που προσκόμισε και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπως προκύπτουν από την έκθεση των Καθ’ ων η αίτηση.

 

20.          Όσον αφορά στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί άσκησης πίεσης προς εξαναγκαστικό γάμο με τον θείο της και απειλών θανάτου συνεπεία της άρνησής της, το Δικαστήριο συντάσσεται με τους Καθ’ ων η Αίτηση και την απόρριψη αυτού. Η Αιτήτρια 1 υπήρξε αντιφατική ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τη βούληση της οικογένειας της μητέρας της να την παντρέψει καταναγκαστικώς με τον θείο της, καθώς και ως προς τον χρόνο έναρξης των φερόμενων απειλών. Ειδικότερα, κατά τη συνέντευξή της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ενημερώθηκε για τη βούληση της οικογένειας της μητέρας της να την παντρέψει με τον θείο της ήδη από το έτος 2014 (βλ. ερ. 47, σημ. 6χ), ενώ, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία της 14.1.2026, δήλωσε ότι πληροφορήθηκε τούτο για πρώτη φορά το έτος 2020. Αντίστοιχα, ως προς τον χρόνο έναρξης των απειλών, κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι αυτές ξεκίνησαν την περίοδο 2019–2020, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία προσδιόρισε την έναρξή τους αποκλειστικώς στο έτος 2020. Περαιτέρω, κατά την καταγραφή της αίτησής της και ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο θείος της είναι ηλικίας περίπου 50 ετών, ενώ κατά τη συνέντευξή της ανέφερε ότι είναι 60 ετών, χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε εξήγηση για την εν λόγω απόκλιση, παρά το ότι της ζητήθηκαν σχετικές διευκρινίσεις κατά την ακροαματική διαδικασία. Γενικότερα, η Αιτήτρια 1 προέβη σε αόριστες και μη συγκεκριμενοποιημένες αναφορές ως προς τις φερόμενες απειλές και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές έλαβαν χώρα. Ενδεικτικώς, κατά τη συνέντευξή της δήλωσε ότι είδε τον θείο της για τελευταία φορά το έτος 2020 (βλ. ερ. 45), ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεχόταν απειλές μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της και ότι ο γάμος της προτάθηκε για πρώτη φορά το 2020, χωρίς να αποσαφηνίζει τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων. Περαιτέρω αντιφάσεις εντοπίζονται και ως προς τις δηλώσεις της αναφορικά με τον χρόνο θανάτου των γονέων της και τη σχέση της με αυτούς. Ειδικότερα, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε ότι δεν γνώρισε τη μητέρα της και ότι δεν τη θυμάται, ενώπιον της Διοίκησης ανέφερε ότι, σε μικρή ηλικία, όταν διέμενε στην Αγκόλα, ζούσε μαζί με τη μητέρα της (βλ. ερ. 51 του διοικητικού φακέλου). Εξάλλου, η Αιτήτρια δεν παρείχε εύλογες και πειστικές εξηγήσεις ως προς το γεγονός ότι, παρά τις φερόμενες σοβαρές και διαρκείς απειλές κατά της σωματικής της ακεραιότητας, εξακολούθησε να διαμένει στην ίδια περιοχή για μακρό χρονικό διάστημα χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό πραγματικής επίθεσης ή απόπειρας βλάβης εις βάρος της. Τα δε περιστατικά που επικαλείται γύρω από τον φερόμενο εξαναγκαστικό γάμο παραμένουν γενικά και ελλιπώς εξατομικευμένα. Σημειώνεται, τέλος, ότι η ίδια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της τον Μάιο του 2021. Υπό τα δεδομένα αυτά, και ενόψει της έλλειψης συγκεκριμένων περιστατικών που να καταδεικνύουν άμεση και εξατομικευμένη απειλή, οι φερόμενες απειλές δεν κρίνονται πειστικές ούτε επαρκώς τεκμηριωμένες.

 

21.          Λόγω της προσωπικής φύσης των ισχυρισμών, δεν αναμένεται η ύπαρξη επαληθεύσιμων εξωτερικών πηγών.

 

22.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, την Κινσάσα, στη βάση της φυλετικής καταγωγής και θρησκείας της.

 

23.          Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai-Mai Yakutumba, FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative de développement économique du Congo) και M23[2]. Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[3], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ’ αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[4]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα[5]. Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται δρώσες[6]

 

24.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 1.1.2026), καταγράφηκαν 46 περιστατικά πολιτικής βίας[7], από τα οποία προκλήθηκαν 56 θάνατοι[8]. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της Κinshasa το 2023, ανερχόταν στους 16,316,000 κατοίκους[9]. Υπό το φως των ανωτέρω ποσοτικών και αριθμητικών δεδομένων, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε κίνδυνος για την Αιτήτρια ένεκα της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο προηγουμένης διαμονής της.

 

25.          Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις των Αιτητριών, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό της προφίλ ως χριστιανής, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[10] Ως εκ τούτου, ούτε ένεκα του θρησκευτικού τη προφίλ ευλόγως αναμένεται η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κάποιοι πρόβλημα.

 

26.          Ως προς το προφίλ τους ως γυναίκες,  σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η Παγκόσμια Τράπεζα τον Ιούνιο του 2022, οι γυναίκες έχουν περιορισμένο έλεγχο στις αποφάσεις του νοικοκυριού, γεγονός που έχει αρνητική επίδραση στην οικονομική ενδυνάμωση των γυναικών. Η ίδια πηγή ανέφερε ότι μόνο το 62% των γυναικών συμμετέχει στην αγορά εργασίας, με το 6,4% των γυναικών να εργάζονται με αμοιβή, σε σύγκριση με το 23,9% των ανδρών».

 

27.          Τον Οκτώβριο του 2022, η Δανική Υπηρεσία Μετανάστευσης (DIS) δημοσίευσε έκθεση για τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην Κινσάσα, όπου επισημάνθηκε ότι στο κοινωνικό πλαίσιο "μια γυναίκα στη Λ.Δ. Κονγκό είναι πάντα κάτι μόνο σε σχέση με έναν άνδρα συγγενή. Ως εκ τούτου, οι γυναίκες που απομακρύνονται από αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο αντίληψης της οικογένειας γίνονται αντιληπτές αρνητικά από την κοινωνία και συχνά και από την ίδια τους την οικογένεια». Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι ανύπαντρες γυναίκες στην Κινσάσα "συχνά βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση, γι’ αυτό πολλές γυναίκες από νοικοκυριά που διευθύνονται από γυναίκες προσποιούνται ότι είναι παντρεμένες, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τον στιγματισμό και να μειώσουν την ευαλωτότητά τους»[11]. 28. Σημειώνεται ότι, εν προκειμένω, η Αιτήτρια 1  και η Αιτήτρια 2 διαθέτουν στη χώρα καταγωγής της ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο. Ιδίως, τόσο πριν όσο και κατά την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, τελούσε υπό τη συνδρομή του μεγαλύτερου αδελφού της, με τον οποίο διατηρεί τακτική επικοινωνία και ο οποίος ευλόγως αναμένεται να τη συνδράμει και κατά την επάνοδό της στη χώρα της. Περαιτέρω, διατηρεί επικοινωνία και με τον πατέρα της ανήλικης Αιτήτριας 2. Ως εκ τούτου, οι Αιτήτριες δεν δύνανται να θεωρηθούν ως γυναίκες μόνες, αλλά ως πρόσωπα με υφιστάμενο ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής τους. Αμφότερες οι Αιτήτριες είναι υγιείς, με την Αιτήτρια 1 να είναι ικανή προς εργασία και να διαθέτει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο.

 

28.          Σε ό,τι αφορά την πρόσβαση των γυναικών στην αγορά εργασίας, η ίδια έκθεση αναφέρει: «Το γενικό νομικό πλαίσιο για την πρόσβαση των γυναικών στην αγορά εργασίας έχει σημειώσει πρόοδο μέσα από πρόσφατες νομικές μεταρρυθμίσεις και τροποποιήσεις.

Το ισχύον νομικό πλαίσιο περιλαμβάνει: απαγόρευση διακρίσεων στην απασχόληση και εγγύηση ίσης αμοιβής (2017), απαγόρευση διακρίσεων λόγω φύλου στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2017) και την παροχή δυνατότητας στις γυναίκες να εργάζονται χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου τους (2018).

 

29.          Το Σύνταγμα επίσης διασφαλίζει την προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων τους, δηλώνοντας ότι οι δημόσιες αρχές είναι υπεύθυνες για την εξάλειψη κάθε διάκρισης. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν έχει εφαρμόσει αποτελεσματικά ούτε το Σύνταγμα ούτε τη σχετική νομοθεσία. Οι γυναίκες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν διακρίσεις στην εργασία και την ίση αμοιβή λόγω κοινωνικο-πολιτισμικών διαφορών. Η Afia Mama ανέφερε ότι η πρόσβαση των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι δύσκολη. Αν και η προηγούμενη απαίτηση για συγκατάθεση του συζύγου έχει αρθεί, εξακολουθεί να αναμένεται από τις γυναίκες να την προσκομίζουν.

 

Σύμφωνα με στοιχεία της ΔΟΕ που διατέθηκαν μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες για την ίδια εργασία, με το χάσμα αμοιβών να φτάνει το 77%. Επιπλέον, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ανάληψη θέσεων εξουσίας και υψηλής ευθύνης. Η πηγή από την Afia Mama παρατήρησε ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν ενδιαφέρον να προωθήσουν προοδευτικές πρακτικές για τις γυναίκες και συνεχίζουν τις παλιές μεθόδους, καθώς οι γυναίκες δεν γνωρίζουν τα δικαιώματά τους. Εκτός από αυτές τις προκλήσεις, οι γυναίκες υφίστανται σε μεγάλο βαθμό σεξουαλική παρενόχληση στην αγορά εργασίας. Η πλειονότητα υποχρεώνεται σε συναλλακτικό σεξ, δηλαδή την ανταλλαγή σεξουαλικών πράξεων με χρηματικό αντάλλαγμα. Αυτό συνήθως εμποδίζει τις γυναίκες από το να αποδεχτούν μια εργασία ή να δεχτούν μια προαγωγή, ακόμη και αν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις»[12]. Παρά τις εγγενείς προκλήσεις για την Αιτήτρια κατά την αναζήτηση εργασίας, το προφίλ της ως γυναίκας με υποστηρικτικό δίκτυο, υγιούς και μορφωμένης, δημιουργούνται ευνοϊκές σχετικά προϋποθέσεις για εξεύρεση εργασία με σκοπό το βιοπορισμό τους.

 

30.          Σύμφωνα με τον Οδηγό Πρακτικής του EASO για το Βέλτιστο Συμφέρον του Παιδιού στις διαδικασίες ασύλου (EASO Practical Guide on the Best Interests of the Child in Asylum Procedures)[13], το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί δικαίωμα, αρχή και διαδικαστικό κανόνα, σταθερά κατοχυρωμένο στο διεθνές και ενωσιακό δίκαιο, στον οποίο αποδίδεται ακόμη μεγαλύτερη σημασία στις αναδιατυπωμένες προτάσεις του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου (ΚΕΣΑ). Ειδικότερα, το άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι «σε όλες τις πράξεις που αφορούν παιδιά, είτε λαμβάνονται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχική μέριμνα», ενώ το άρθρο 3 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού προβλέπει ότι «σε όλες τις ενέργειες που αφορούν παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχική μέριμνα». Η υποχρέωση διασφάλισης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού ως πρωταρχικής μέριμνας έχει επαναληφθεί και στο ενωσιακό κεκτημένο για το άσυλο. Η παροχή πρωταρχικής σημασίας στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού συνιστά συνεχή διαδικασία, η οποία απαιτεί αξιολόγηση πριν από τη λήψη κάθε σημαντικής διοικητικής απόφασης, με τις σχετικές διαδικασίες να εκκινούν πριν από την έναρξη της διαδικασίας ασύλου και να συνεχίζονται και μετά την ολοκλήρωσή της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου, η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού παραμένει υποχρέωση τόσο των αρχών παιδικής προστασίας όσο και των αρχών ασύλου, καθώς και λοιπών εμπλεκόμενων φορέων, με τις μεν αρχές παιδικής προστασίας να διενεργούν αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος για πολλαπλούς σκοπούς, όπως η υποδοχή, η εκπαίδευση και η επιμέλεια, τις δε αρχές ασύλου να φέρουν την ευθύνη παροχής πρωταρχικής σημασίας στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ασύλου, ενώ οι επιμέρους αυτές αξιολογήσεις οφείλουν να αλληλοτροφοδοτούνται, ώστε να επιτυγχάνονται οι αναγκαίες συνέργειες και να αποφεύγονται επικαλύψεις.

 

31.          Σύμφωνα Σύμφωνα με την Οδηγία 2011/95/ΕΕ, και ειδικότερα την αιτιολογική σκέψη (18), το «μείζον συμφέρον του παιδιού» θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη οφείλουν ιδίως να λαμβάνουν υπόψη την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας, καθώς και τις απόψεις του ανηλίκου, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 5 της ανωτέρω Οδηγίας, το μείζον συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα για τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου που αφορούν ανηλίκους, γεγονός που καθιστά την εν λόγω αρχή δεσμευτικό κανόνα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

 

32.          Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, τα κράτη μέλη, κατά την εφαρμογή της οδηγίας, οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή, καθώς και την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, τηρώντας παράλληλα την αρχή της μη επαναπροώθησης, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η προστασία του παιδιού συνιστά ουσιώδες κριτήριο και στο πλαίσιο των διαδικασιών επιστροφής.

 

33.          Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του. Περαιτέρω, το άρθρο 24 του ίδιου Χάρτη προβλέπει ότι τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους και ότι μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους, η οποία λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους. Ιδίως, ορίζεται ότι σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε λαμβάνονται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, ενώ κατοχυρώνεται και το δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί τακτικές προσωπικές σχέσεις και άμεσες επαφές με τους δύο γονείς του, εκτός εάν αυτό αντίκειται στο συμφέρον του.

 

34.          Σύμφωνα με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του, ενώ παρέμβαση δημόσιας αρχής στο δικαίωμα αυτό επιτρέπεται μόνον εφόσον προβλέπεται από τον νόμο και είναι αναγκαία, σε μια δημοκρατική κοινωνία, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως η εθνική ασφάλεια, η δημόσια τάξη ή η προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.

 

35.          Σύμφωνα με τη δικαστική ανάλυση του EASO, στην περίπτωση αιτούντος που είναι παιδί, η αρχή του μείζονος συμφέροντος του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό παράγοντα κατά την αξιολόγηση της πλήρωσης των κριτηρίων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, ενώ η ίδια αρχή έχει ουσιώδη σημασία και για την ερμηνεία και εφαρμογή των διαδικαστικών κανόνων και προτύπων της διαδικασίας ασύλου[14]. Ως παιδί νοείται κάθε ανθρώπινο ον ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών[15].

 

36.          Ειρήσθω εν παρόδω, ότι όπως έχει επισημάνει το παρόν Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του, οι αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμα και κατά την αξιολόγηση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας και κατά την εξέταση της απόφασης επιστροφής του γονέα του. (Βλ. ενδεικτικώς απόφαση του ΔΔΔΠ στην υπόθεση αρ. 86/24, L.J.Μ.K v. Δημοκρατίας,  ημερ. 5.9.2025, παρ. 77 έως 86).

 

37.          Στην απόφαση K. L., C-646/21, το Δικαστήριο παρέχει περαιτέρω καθοδήγηση ως προς τον τρόπο αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου για την ορθή ερμηνεία του άρθρου 24 του Χάρτη, καθιστώντας επιβεβλημένη μία εξατομικευμένη και πλήρη στάθμιση των παραμέτρων που αφορούν τον ανήλικο αιτητή.

 

38.          Ειδικώς ως προς την ανήλικη Αιτήτρια 2, το βέλτιστο συμφέρον δέον να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε περίπτωση. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, συνεκτιμώνται ιδίως οι δυνατότητες οικογενειακής επανένωσης, η συνολική ευημερία και κοινωνική του ανάπτυξη, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου οικογενειακού, κοινωνικού και πολιτισμικού του υποβάθρου, καθώς και ζητήματα ασφάλειας και προστασίας, ιδίως σε περιπτώσεις όπου υφίσταται κίνδυνος το παιδί να καταστεί θύμα εμπορίας ανθρώπων ή άλλων μορφών εκμετάλλευσης. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ως άνω στάθμισης λαμβάνονται υπόψη και οι απόψεις του ίδιου του ανηλίκου, στον βαθμό που αυτές διατυπώνονται ελεύθερα και σύμφωνα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητάς του.  

Η τελευταία αυτή παράμετρος δεδομένης της ηλικίας της Αιτήτριας 2 δεν τυγχάνει εφαρμογής.

 

39.          Εν προκειμένω, η ανήλικη Αιτήτρια 2, αυτόματα αποκτά εκ του νόμου την ιθαγένεια των γονέως της (βλ. ερ. 149 και 148 του δ.φ.), ενώ σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, θα διαμένει μαζί και με τους δύο γονείς της, ή τουλάχιστον τη μητέρα της,  καθώς και, ευλόγως εικαζόμενο, με πρόσωπα του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος αυτών (όπως ο αδελφός της μητέρας της), στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της διασφάλισης της οικογενειακής ενότητας και της αναγκαίας φροντίδας της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες πηγές πληροφόρησης, στην Κινσάσα, όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν υφίσταται ένοπλη σύρραξη. Αναφορικά με την πρόσβασή της σε εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση στην έκθεση εισήγησής τους, προκύπτει βελτιωμένη εικόνα στους εν λόγω τομείς, με την Αιτήτρια 2 να έχει πρόσβαση τόσο σε δωρεάν πρωτοβάθμια εκπαίδευση όσο και σε βασική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της υποστήριξης που ευλόγως αναμένεται να λαμβάνει πρωτίστως από τη μητέρα της. Σημειώνεται, τέλος, ότι η Αιτήτρια 2 δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, βάσει των ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, και κατόπιν συνολικής στάθμισης των παραμέτρων που άπτονται του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, ήτοι της οικογενειακής υποστήριξης, της ευημερίας και κοινωνικής του ανάπτυξης, της ασφάλειας και προστασίας του, καθώς και της πρόσβασής του σε βασικές υπηρεσίες, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιστροφή της ανήλικης Αιτήτριας 2 στη χώρα καταγωγής της δεν αντίκειται στο βέλτιστο συμφέρον της.

 

40.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του προσωπικού προφίλ της Αιτήτριας 1, ως αυτό έγινε αποδεκτό, και ειδικότερα του γεγονότος ότι πρόκειται για νεαρή ενήλικη γυναίκα, υπήκοο της ΛΔΚ, χωρίς να προκύπτει ότι αντιμετωπίζει οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα υγείας ή άλλη ιδιαίτερη κατάσταση ευαλωτότητας πέραν της μητρότητας ανήλικου τέκνου, με επίπεδο εκπαίδευσης ανώτερο της δευτεροβάθμιας, καθότι έχει ξεκινήσει πανεπιστημιακές σπουδές (τις οποίες δεν ολοκλήρωσε για οικονομικούς λόγους), καθώς και λαμβανομένης υπόψη της ικανότητάς της προς εργασία και της επαγγελματικής της δραστηριότητας κατά το παρόν στάδιο στη Δημοκρατία, στοιχείο που καταδεικνύει βαθμό λειτουργικής αυτονομίας και προσαρμοστικότητας, κρίνεται ότι διαθέτει τις αναγκαίες δεξιότητες για τη διαβίωσή της. Περαιτέρω, συνεκτιμάται ότι η Αιτήτρια 1 έχει διαμείνει επί μακρόν στην Κινσάσα, η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της, είναι εξοικειωμένη με το περιβάλλον της περιοχής έχοντας εμπειρία προηγούμενης διαβίωσης στην πόλη και διατηρεί ενεργούς οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής της, ιδίως με τον αδελφό της που διαμένει στην Κινσάσα, καθώς και με λοιπά μέλη της οικογένειάς της, γεγονός που συνιστά υφιστάμενο υποστηρικτικό δίκτυο. Επιπροσθέτως, λαμβάνεται υπόψη ότι ο πατέρας της ανήλικης Αιτήτριας 2, μολονότι απελάθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, ευρίσκεται πλέον στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και διατηρεί επικοινωνία με την Αιτήτρια 1 αναφορικά με το τέκνο τους, στοιχείο από το οποίο συνάγεται ευλόγως ότι δύναται να παράσχει υποστήριξη και συνδρομή κατά τη διαδικασία επαναπατρισμού και επανένταξης των Αιτητριών. Ελλείψει αποδεδειγμένων περιστατικών παρελθούσας δίωξης και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, καθώς και της απουσίας στοιχείων που να καταδεικνύουν αδυναμία επανένταξής της, δεν πιθανολογείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο.

 

41.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή των Αιτητριών στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

42.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή τους στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς οι Αιτήτριες δεν τεκμηριώνουν, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψουν στη χώρα ιθαγένειάς τους, θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη.

 

43.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών τους περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθούν σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] και δεν προκύπτει ότι αυτές διατρέχουν κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής τους [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

 

44.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής των Αιτητριών, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψουν στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσουν, λόγω της παρουσίας τους και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθούν στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

 

45.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

 

46.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.

 

47.          Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

48.          Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης

 

49.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

50.          Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο διαμονής των Αιτητριών, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως αδιάκριτη βία λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε οι Αιτήτριες μόνο λόγω της παρουσίας τους εκεί να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ενόψει της έλλειψης της ουσιώδους αυτής προϋπόθεσης εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή των Αιτητριών στο αντίστοιχο καθεστώς.

 

51.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής τους, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €300 έξοδα εναντίον των Αιτητριών και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,

 EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system  [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 13.11.2025], σ. 120-134.

UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, ‘Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo’, Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία πρόσβασης 22.10.2025)

[3] Ο.π.

[4] UNSC, S/RES/2765 (2024) διαθέσιμο σε https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf (ημερομηνία πρόσβασης 22.10.2025)

[5] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, ‘Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo’, Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord (ημερομηνία πρόσβασης 22.10.2025)

[6] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023), διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 22.10.2025)

[7] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)

[8] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project (βλ. πλατφόρμα Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής και είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic of Congo, Kinshasa) (ημερομηνία πρόσβασης 20.1.2026)

[9] CIA, The World Factbook, DRC, https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/congo-democratic-republic-of-the/#people-and-society (ημερομηνία πρόσβασης 22.10.2025) 

[10] USDOS - US Department of State, ‘DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT’ (26 June 2024) σελ. 3 διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/  (ημερομηνία πρόσβασης 22.10.2025)

[11] EUAA, COI QUERY RESPONSE – Democratic Republic of the Congo, p.3, διαθέσιμο σε: https://www.google.com/search?q=single+mothers+DRC&rlz=1C1GCEA_enCY1060CY1068&oq=single+mothers+DRC&gs_lcrp=EgZjaHJvbWUyBggAEEUYOdIBCTU0NTZqMGoxNagCCLACAQ&sourceid=chrome&ie=UTF-8 (ημερομηνία πρόσβασης 19/06/2025)

[12] Βλ. Ο.π.

[13] EASO Practical Guide on the Best Interests of the Child in Asylum Procedures, σελ. 13, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-09/Practical_Guide_on_the_Best_Interests_of_the_Child_EN.pdf

[14] Δικαστική ανάλυση EASO, Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (Οδηγία 2011/95/ΕΕ), 2018, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/qip-ja_el.pdf σελ. 20.

[15] Το άρθρο 1 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού ορίζει ότι «... θεωρείται παιδί κάθε ανθρώπινο όν

μικρότερο των 18 ετών, εκτός αν η ενηλικίωση επέρχεται νωρίτερα σύμφωνα με την ισχύουσα για το παιδί νομοθεσία».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο