C.J.U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3273/2024, 30/1/2026
print
Τίτλος:
C.J.U. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3273/2024, 30/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  3273/2024

30 Ιανουαρίου, 2025

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

C.J.U.,

από Νιγηρία

                                Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητή: Γ. Καρατσιόλη (κα) για Χρ. Ματθαίου (κα)

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Αι. Κίτσιου (κα) για Χρ. Δημητρίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής αμφισβητεί την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ.  31.07.2024, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση ασύλου, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής κατάγεται από την Νιγηρία, την οποίαν εγκατέλειψε στις 27.10.2021 και εισήλθε στις 09.01.2022 στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών υποβάλλοντας στις 24.02.2022 αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 06.06.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 29.07.2024 υπέβαλε Εισηγητική Έκθεση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 31.07.2024 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη, υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνω ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή[1]. Τούτο δε, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως.

 

Εν πάση περιπτώσει, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση και με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Ως  εκ  τούτου , προσέγγισα  το  θέμα  με  βάση  τα  ενώπιόν  μου  στοιχεία  και  το

περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.

 

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της μητριάς του, προσθέτοντας ότι ο υιός της, προσπαθεί να τον σκοτώσει λόγω της περιουσίας του πατέρα του (βλ. ερ. 1 του δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης του, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννηθείς στην πόλη Enugu της πολιτείας Enugu. Δήλωσε ότι η τελευταία του συνήθης διαμονή πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του ήταν επίσης η πόλη Enugu, ενώ στο παρελθόν είχε διαμείνει για περίοδο δύο (2) ετών στην πόλη Ogidi της πολιτείας Anambra (2011–2013). Επιπλέον, ανέφερε ότι σε μεταγενέστερο στάδιο μετέβη στο Lagos, όπου διέμεινε προσωρινά, χωρίς να αναπτύξει κοινωνικούς ή οικογενειακούς δεσμούς. Δήλωσε Χριστιανός στο θρήσκευμα, ενώ ανέφερε ότι μιλά την αγγλική γλώσσα καθώς και τη διάλεκτο Igbo. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε άγαμος και χωρίς τέκνα. Σε σχέση με την οικογένειά του, ανέφερε ότι δεν γνώρισε ποτέ τη βιολογική του μητέρα, ενώ ο πατέρας του διαμένει στην πολιτεία Enugu μαζί με τη μητριά του. Δήλωσε ότι δεν διατηρεί τακτική επικοινωνία με τον πατέρα του. Όσον αφορά τα αδέλφια του, ανέφερε ότι έχει τέσσερις ετεροθαλείς αδελφούς και μία ετεροθαλή αδελφή, με τους οποίους δεν διατηρεί επικοινωνία, δηλώνοντας άγνοια ως προς τον τόπο διαμονής τους. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη Νιγηρία (Union Boys High School), με συνολική διάρκεια φοίτησης δώδεκα (12) ετών. Σε σχέση με την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι εργάστηκε για περίοδο τεσσάρων (4) ετών σε ξενοδοχείο στην πόλη Enugu, παρέχοντας υπηρεσίες πλυντηρίου (laundry services).

 

Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς η μητριά του ήθελε να τον σκοτώσει. Ως υποστήριξε, από νεαρή ηλικία υπέστη συστηματική κακομεταχείριση από τη μητριά του, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ξεκίνησε όταν εκείνος ήταν περίπου δέκα (10) ετών και γεννήθηκαν οι ετεροθαλείς αδελφοί του. Ανέφερε ότι η μητριά του δεν του παρείχε τροφή, τον εξανάγκαζε να διανυκτερεύει εκτός της οικίας και του απαγόρευε την είσοδο στο πατρικό σπίτι. Υποστήριξε ότι η συμπεριφορά αυτή συνδεόταν με οικογενειακές αντιπαραθέσεις αναφορικά με την ιδιότητά του ως πρώτου γιου του πατέρα του και με ζητήματα κληρονομικής διαδοχής. Ειδικότερα, ανέφερε ότι το τελευταίο περιστατικό κακομεταχείρισης έλαβε χώρα το έτος 2021, όταν η μητριά του κλείδωσε την είσοδο της οικίας και δεν του επέτρεψε να εισέλθει. Κατόπιν αυτού, ο Αιτητής αναγκάστηκε να διαμένει προσωρινά σε ξενοδοχείο, ενώ σε άλλη χρονική περίοδο μετέβη στο Lagos, όπου κοιμόταν σε εξωτερικούς χώρους, δηλώνοντας ότι δεν διέθετε υποστηρικτικό δίκτυο. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι η μητριά του επιθυμούσε να τον σκοτώσει, προκειμένου να αποκλειστεί από την κληρονομική περιουσία του πατέρα του, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, περιλαμβάνει οικία και αγροτεμάχια τόσο στην πόλη όσο και στο χωριό. Αναφορικά με τα εν λόγω ακίνητα, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του κατέχει έγγραφα ιδιοκτησίας για την περιουσία στην πόλη, ενώ για τα αγροτεμάχια στο χωριό δεν υφίστανται επίσημα έγγραφα. Δήλωσε ότι θεωρεί εαυτόν νόμιμο κληρονόμο, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει το ακριβές μέγεθος, την αξία ή τον αριθμό των αγροτεμαχίων.

 

Ερωτηθείς εάν αναζήτησε προστασία από τις αρχές της Νιγηρίας, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, αιτιολογώντας την επιλογή του με το γεγονός ότι, κατά την άποψή του, ο πατέρας του θα του έλεγε απλώς «να ηρεμήσει» και ότι γενικότερα οι αρχές στη Νιγηρία δεν παρέχουν ουσιαστική προστασία, καθώς, όπως δήλωσε, «πολλοί άνθρωποι πηγαίνουν στην αστυνομία, αλλά η αστυνομία δεν τους βοηθά».

 

Σε σχέση με την πιθανότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, και συγκεκριμένα σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και εγκατάστασής του στην Abuja, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή λόγους που να καθιστούν την εν λόγω περιοχή μη ασφαλή για τον ίδιο.

 

Αναφορικά με τον πραγματικό του φόβο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται πως η μητριά του θα τον σκοτώσει, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η περιουσία του πατέρα του θα περιέλθει στους δικούς της γιους.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός διαχώρισε τους ισχυρισμούς του Αιτητή σε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρέθεσε συνεκτικές, συγκεκριμένες και λεπτομερείς δηλώσεις ως προς την ημερομηνία και τον τόπο γέννησής του (Enugu, Enugu State), την εθνοτική του καταγωγή (Igbo), το θρήσκευμά του (Χριστιανός Καθολικός), το μορφωτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, καθώς και τη διαδρομή ταξιδιού που ακολούθησε μέχρι την άφιξή του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του κρίθηκαν σύμφωνες με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του πρώτου ισχυρισμού.

 

Ο δεύτερος  ισχυρισμός αφορούσε την ισχυριζόμενη κακομεταχείριση από την μητριά του λόγω της ιδιότητάς του ως νόμιμου κληρονόμου της περιουσίας του πατέρα του. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως μη επαρκώς τεκμηριωμένος.

 

Συγκεκριμένα ο Λειτουργός έκρινε πως αν και ο Αιτητής ανέφερε ότι η μητριά του τον κακομεταχειριζόταν, στερώντας του τροφή και απαγορεύοντάς του την είσοδο ή τη διανυκτέρευση στην οικία, δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το προφίλ της μητριάς του. Περιορίστηκε σε γενικές δηλώσεις ότι εργαζόταν σε πανεπιστήμιο, χωρίς να γνωρίζει τη θέση της, ενώ όταν κλήθηκε να αναφέρει περαιτέρω στοιχεία, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι γνώριζε μόνο το όνομά της. Επιπλέον, ως κρίθηκε, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να περιγράψει με επαρκή σαφήνεια τα συναισθήματα και τις σκέψεις του κατά τη διάρκεια της φερόμενης κακομεταχείρισης. Όταν του ζητήθηκε να τα αναπτύξει, απάντησε αόριστα ότι «ένιωθε άσχημα», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Λειτουργό, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό ότι η κακομεταχείριση συνδεόταν με κληρονομικά ζητήματα. Αν και ανέφερε ότι η περιουσία του πατέρα του περιλάμβανε οικία και αγροτεμάχια, δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον αριθμό, το μέγεθος ή την αξία των εν λόγω αγροτεμαχίων, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές ότι «υπάρχουν κάποια χωράφια στο χωριό». Περαιτέρω, προέβη σε ασυνεπείς δηλώσεις αναφορικά με την ύπαρξη ή μη εγγράφων ιδιοκτησίας. Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν αναζήτησε προστασία από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε με γενικό και μη πειστικό τρόπο, δηλώνοντας ότι ο πατέρας του θα του έλεγε απλώς «να ηρεμήσει». Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο και, λόγω της κατ’ εξοχήν υποκειμενικής φύσεως του ισχυρισμού, δεν κατέστη δυνατή η επαλήθευσή του μέσω εξωτερικών πηγών. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

 

Εν συνεχεία, ο Λειτουργός προχώρησε σε εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου του Αιτητή, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού. Κατά την εκτίμηση αυτή ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής θα κινδυνεύσει με δίωξη ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Παρατέθηκαν πληροφορίες γενικού χαρακτήρα για την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Enugu και την πόλη Enugu, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν υφίστανται συνθήκες ένοπλης σύρραξης ή αδιάκριτης βίας. Κατά συνέπεια, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Κατά τη Νομική Ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα, σύμφωνα με το Άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και το Άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000, καθότι δεν στοιχειοθετήθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί κακομεταχείρισης και φερόμενου κινδύνου από τη μητριά του απορρίφθηκε ως μη επαρκώς τεκμηριωμένος. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το Άρθρο 19(2)(α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000, καθώς σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Enugu της πολιτείας Enugu δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, ούτε σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω αδιάκριτης βίας σε συνθήκες ένοπλης σύρραξης.

 

Ενόψει των πιο πάνω, το αίτημα του Αιτητή απορρίφθηκε.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Κατ’ αρχάς, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων αναφορικά με την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του. Οι δηλώσεις του Αιτητή επί του σημείου αυτού κρίνονται σαφείς, συνεκτικές και αξιόπιστες, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο Λειτουργός.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι την ισχυριζόμενη κακομεταχείριση και τον φερόμενο κίνδυνο από τη μητριά του λόγω κληρονομικών ζητημάτων, συμφωνώ και συντάσσομαι με την ανάλυση στην οποία προχώρησε ο Λειτουργός και με τους λόγους για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος.

 

Έχοντας εξετάσει προσεκτικά το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή, κρίνεται ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού ως προς την αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού είναι, σε γενικές γραμμές, ορθή, πλήρης και επαρκώς αιτιολογημένη. Ο Λειτουργός προέβη σε ενδελεχή ανάλυση του αφηγήματος του Αιτητή, εστιάζοντας εύστοχα στην αοριστία, τη γενικότητα και τις εσωτερικές αντιφάσεις που το χαρακτηρίζουν, καθώς και στην έλλειψη οποιουδήποτε εξωτερικού στοιχείου που να το ενισχύει.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με το πρόσωπο της μητριάς του, την υποτιθέμενη κακομεταχείριση ή τον τρόπο με τον οποίο τα φερόμενα κληρονομικά ζητήματα συνδέονται αιτιωδώς με απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας. Οι αναφορές του περί περιουσίας του πατέρα του παρέμειναν ασαφείς, χωρίς προσδιορισμό έκτασης, αξίας ή νομικού καθεστώτος, ενώ καταγράφηκαν και ασυνεπείς δηλώσεις ως προς την ύπαρξη εγγράφων ιδιοκτησίας.

 

Περαιτέρω, ορθώς επισημάνθηκε από τον Λειτουργό ότι ο Αιτητής ουδέποτε απευθύνθηκε στις αρχές της χώρας καταγωγής του για αναζήτηση προστασίας, γεγονός το οποίο θα ήταν εύλογο να αναμένεται εάν πράγματι αντιμετώπιζε σοβαρό και άμεσο κίνδυνο. Η απουσία οποιασδήποτε τέτοιας ενέργειας ενισχύει την αμφιβολία ως προς την πραγματική ύπαρξη του επικαλούμενου κινδύνου.

Είναι και η δική μου θέση ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή πάσχει ουσιωδώς λόγω σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής και πειστικότητας, η οποία διατρέχει το σύνολο των δηλώσεών του. Ειδικότερα, ο Αιτητής προβάλλει ως κεντρικό πυρήνα του ισχυρισμού του ότι η μητριά του τον κακομεταχειριζόταν και επιθυμούσε τον θάνατό του λόγω κληρονομικών διαφορών. Ωστόσο, η εν λόγω αφήγηση δεν παρουσιάζει λογική συνέχεια ούτε αιτιώδη συνάφεια. Ενώ επικαλείται την ύπαρξη σοβαρού και διαρκούς κινδύνου, αδυνατεί να περιγράψει συγκεκριμένες απειλές, περιστατικά ή ενέργειες που να καταδεικνύουν πρόθεση πρόκλησης σοβαρής βλάβης εκ μέρους της μητριάς του.

 

Παράλληλα, παρατηρείται αντίφαση μεταξύ της σοβαρότητας του επικαλούμενου κινδύνου και της ίδιας της συμπεριφοράς του Αιτητή. Ενώ ισχυρίζεται ότι η ζωή του βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο, ουδέποτε απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του, ούτε επιχείρησε να αναζητήσει προστασία μέσω συγγενικών ή κοινωνικών δομών. Η εξήγηση που παρείχε, ότι ο πατέρας του θα του έλεγε απλώς «να ηρεμήσει», δεν συνάδει με ισχυρισμό περί υπαρκτής και σοβαρής απειλής κατά της ζωής του. Επιπλέον, ο Αιτητής προβάλλει ως κίνητρο της φερόμενης κακομεταχείρισης την περιουσία του πατέρα του, πλην όμως δεν παρουσιάζει σταθερή και συνεκτική εικόνα ως προς τη φύση, την έκταση ή το νομικό καθεστώς της εν λόγω περιουσίας. Οι δηλώσεις του μεταβάλλονται μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας εγγράφων ιδιοκτησίας, ενώ αδυνατεί να προσδιορίσει βασικά στοιχεία, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τη λογική βάση του ισχυρισμού του.

 

Σημειώνεται επίσης ότι, παρότι ο Αιτητής επικαλείται μακροχρόνια κακομεταχείριση από τη μητριά του, δεν κατόρθωσε να παράσχει στοιχειώδεις πληροφορίες για το πρόσωπό της, την καθημερινότητά της ή τη μεταξύ τους δυναμική, γεγονός που δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς τη βιωματική φύση των ισχυρισμών του.

 

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προκύπτει ότι το αφήγημα του Αιτητή πάσχει κυρίως από εσωτερική ασυνέπεια, αοριστία και έλλειψη πειστικής σύνδεσης μεταξύ των επικαλούμενων γεγονότων, στοιχεία τα οποία, σωρευτικά, δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση εύλογης πεποίθησης περί της πραγματικής τέλεσης των ισχυριζόμενων γεγονότων.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, σημειώνεται ότι, ως ισχυρισμός που εδράζεται στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής του Αιτητή, δεν είναι επιδεκτικός επαλήθευσης μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ωστόσο, η αδυναμία αυτή καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για την ύπαρξη ενός συνεκτικού, σαφούς και απαλλαγμένου αντιφάσεων αφηγήματος, προϋπόθεση η οποία εν προκειμένω δεν πληρούται.

 

Δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού εκ της αοριστίας, της γενικότητας και της αντιφατικότητας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή δεν προκύπτει ανάγκη για εξέταση της εξωτερικής του συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[6], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Βλέπε σχετικώς και τα όσα αναφέρθηκαν επί του ζητήματος τούτου στην απόφαση του Εφετείου στην FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.

 

Καταλήγω συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και αυτοί απορρίπτεται για τους λόγους που έχουν ανωτέρω επεξηγηθεί. Πρόσθετα, ενόψει των πιο πάνω, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και του μοναδικού ισχυρισμού του Αιτητή που έχει γίνει αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα,  καθώς ο συνδεόμενος με τον εκπεφρασμένο φόβο του Αιτητή ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, ο συναφώς εκπεφρασμένος φόβος του δεν κρίθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι: 

 

«19.-(1) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής».

 

Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :

 

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

 

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

 

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).

 

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[17] ότι συνιστούν:

 

«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» 

(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[7], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Περαιτέρω, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki ElgafajiNoor Elgafaji ν Staatssecretaris van Justitie[8]: 

 

 «33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.

 

34.  Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.

 

35.  Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.

 

36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται  από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

 

37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.

 

38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.

 

39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[9] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι τη πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:  

 

·                Σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση της EUAA, που αφορά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, ενώ η κυβέρνηση της πολιτείας Enugu υποστήριξε ότι η Enugu εξακολουθεί να είναι μία από τις ασφαλέστερες πολιτείες της χώρας, η κατάσταση σε ορισμένες περιοχές περιγράφηκε ως χαρακτηριζόμενη από αυξανόμενη «ανασφάλεια». Σύμφωνα με ανώτερο Νιγηριανό σύμβουλο ασφαλείας, από τον οποίο η EUAA έλαβε συνέντευξη τον Ιούλιο του 2025, η ESN έχει περιορίσει, αν όχι εκδιώξει, την παρουσία των Fulani στις περιοχές της Νοτιοανατολικής Νιγηρίας με σημαντική επιτυχία, γεγονός που φαίνεται να συνέβαλε στη μείωση των περιστατικών απαγωγών σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική περιοχή. Ωστόσο, τμήματα της πολιτείας Enugu εξακολουθούσαν να βιώνουν περιστατικά που αφορούσαν εγκληματικές ομάδες.[10] Περαιτέρω, καταγράφεται ότι κατά την περίοδο αναφοράς, άγνωστοι ένοπλοι πραγματοποίησαν πολλαπλές φονικές επιθέσεις με στόχο τις αστυνομικές δυνάμεις και ομάδες αυτοδικίας και δολοφόνησαν τον πρόεδρο της ένωσης εμπόρων της μεγαλύτερης αγοράς της Enugu.[11] Παράλληλα, συγκρούσεις που ξέσπασαν λόγω μακροχρόνιας διαμάχης για γη μεταξύ δύο κοινοτήτων στις τοπικές διοικητικές περιοχές (LGAs) Udi και Enugu South τον Ιούλιο του 2025 άφησαν έναν νεκρό.[12]

 

·                Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, κατά το τελευταίο έτος, καταγράφηκαν 82 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνουν περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής, τρομοκρατικών επιθέσεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 68 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[13] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Enugu, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ανερχόταν στα 4.690.100 .[14]

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στον τελευταίο τόπο διαμονής του και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι ενήλικας άντρας, ο οποίος, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δεν εμπίπτει σε κατηγορία ευαλωτότητας. Διαθέτει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, έχοντας ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και προγενέστερη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του, γεγονός που καταδεικνύει ότι είναι πλήρως ικανός προς εργασία και αυτοσυντήρηση. Περαιτέρω, από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι ο Αιτητής διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής του, καθώς ο πατέρας του διαμένει στην πολιτεία Enugu, ενώ δεν προκύπτει ότι στερείται πλήρως υποστηρικτικού ή κοινωνικού δικτύου. Ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιόν μου τέθηκαν οποιαδήποτε ειδικά ατομικά χαρακτηριστικά ή περιστάσεις που να υποδηλώνουν ότι ο Αιτητής βρίσκεται, λόγω της προσωπικής του κατάστασης, σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση ή ότι διατρέχει αυξημένο ή εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου, πρόσθετα και συμπληρωματικά των ανωτέρω, ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών, ημερομηνίας 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


 



[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552

[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598

[4] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007

[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[6] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023- 02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)

[7] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[8] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[9] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[10]  EUAA - European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 132 - 133

[11] Ο.π.

[12] Ο.π.

[13] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Projecthttps://acleddata.com/platform/explorer  (βλπλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Enugu)

[14] City Population, Nigeria, available at:  https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο