R.L.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 398/2023, 8/1/2026
print
Τίτλος:
R.L.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 398/2023, 8/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 398/2023

 

8 Ιανουαρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

R.L.L

Αιτήτριας

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση.

 …………………….

 

 

Παναγιώτης Πιερίδης, για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόρος για την αιτήτρια

 

Ραφαέλλα Προδρόμου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κα Βαρβάρα Κλαυδιανού για πιστή μετάφραση από Lingala σε ελληνικά και αντίστροφα]

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 02/12/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε (στο εξής: «Δ.Φ.»), τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής: «Λ.Δ.Κ.») εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 23/09/2022 και αφίχθη παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 27/09/2022 μέσω των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών. Υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στις 10/10/2022. Στις 11/10/2022 παρέλαβε τη σχετική βεβαίωση υποβολής του αιτήματος διεθνούς προστασίας (ερυθρά 4-1 και 9 του Δ.Φ.).

 

Στις 18/10/2022, διεξήχθη συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με τη συνδρομή διερμηνέα στην μητρική γλώσσα της αιτήτριας, Lingala (ερυθρά 23-15 Δ.Φ.).  Στις 30/11/2022, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας (ερυθρά 54-46 Δ.Φ.). Στις 02/12/2022, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την ανωτέρω εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας (ερυθρό 55 Δ.Φ.). Η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική επιστολή ημερομηνίας 09/01/2023, η οποία παραλήφθηκε αυθημερόν από την αιτήτρια, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα (ερυθρό 58 Δ.Φ.).  Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου μέσω του συνηγόρου της.

 

Η αιτήτρια μέσω της Γραπτής Αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της, καταγράφει ως πρώτο λόγο ακύρωσης ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν άσκησαν ουσιαστικά και/ή με ορθό τρόπο την διοικητική και/ή αποφασιστική τους αρμοδιότητα και/ή την διακριτική τους εξουσία και δεν διενήργησαν πραγματική και/ή επαρκή αξιολόγηση και/ή έρευνα απορρίπτοντας αυθαίρετα και/ή εσφαλμένα την αίτηση της αιτήτριας για παραχώρηση διεθνούς προστασίας με το καθεστώς  πρόσφυγα βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και/ή με το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19 του ίδιου νόμου. Ειδικότερα, στα πλαίσια αυτού του λόγου ακύρωσης υποστηρίζουν ότι, παρότι η αρμόδια λειτουργός αποδέχτηκε τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και τους ισχυρισμούς της αιτήτριας που αφορούν τον τόπο καταγωγής της, την κακοποίησή της από τον θείο της και την οικογένειά του, τη σεξουαλική εκμετάλλευση από φίλους του και παρά το ότι ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που συνηγορούν υπέρ της αιτήτριας για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα ο λειτουργός κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα και εισηγήθηκε απόρριψη της αίτησης.

 

Περαιτέρω, ο συνήγορος της αιτήτριας προσθέτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός εσφαλμένα συμπέρανε ότι η αιτήτρια κατάφερε να επιβιώσει με αξιοπρέπεια ενώ δέχτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα κακοποίηση και βιασμό, ότι οι άγνωστες για αυτή καλόγριες που τη στήριξαν μπορεί να παρομοιαστούν με στενό οικογενειακό της περιβάλλον και ότι πρόσθετα η αιτήτρια έτυχε ικανοποιητικού εκπαιδευτικού υπόβαθρου ενώ φοίτησε μόνο μέχρι το γυμνάσιο. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος της αιτήτριας υποστηρίζει ότι οι πράξεις σεξουαλικής βίας αποτελούν «πράξεις δίωξης» κατά την έννοια του νόμου, ενώ και η ενδοοικογενειακή βία, η οποία πληροί το κριτήριο της επαρκούς σοβαρότητας, ενδέχεται να συνιστά δίωξη. Ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται την τροποποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και την αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης μέσω της γραπτής της αγόρευσης και υποστήριξε πως αυτή είναι καθ' όλα νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία. Όπως αναφέρει, η αιτήτρια δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/200 και πρόσθετα ισχυρίζεται πως δεν απέδειξε ότι διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2), του Ν. 6 (Ι)/200, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.

 

Με την Απαντητική Γραπτή Αγόρευση ο συνήγορος της αιτήτριας υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλει στην αίτηση ακυρώσεως και στην αγόρευσή της και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των καθ’ ων η αίτηση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3), του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Ενόψει των ανωτέρω, προχωρώ να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και να εξετάσω το νομικό ισχυρισμό που προωθεί ο συνήγορος της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου προκειμένου να διαφανεί, εάν το αρμόδιο όργανο απέρριψε ορθώς το αίτημα της αιτήτριας. Προς επίτευξη τούτου, είναι χρήσιμο να αναφερθούν όλοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της προκειμένου να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο ακολούθησε την ορθή διαδικασία για να καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Kinshasa, δεν είναι νυμφευμένη, ομιλεί lingala και ασπάζεται τον προτεσταντισμό. Κατέγραψε επίσης ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 23/09/2022 και μέσω Κωνσταντινούπολης, αφίχθη στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 27/09/2022 (ερυθρά 4-1 Δ.Φ.).  Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια κατέγραψε στο έντυπο υποβολής ότι οι γονείς της απεβίωσαν και η ίδια διέμενε με τον θείο της. Ωστόσο, ο τελευταίος την καταπίεζε και την κακομεταχειριζόταν και κατά συνέπεια, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της (ερυθρό 1 Δ.Φ.).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, η αιτήτρια δήλωσε ως προς την οικογενειακή της κατάσταση ότι είναι μόνη, δεν έχει αδέρφια, ο πατέρας της σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα όταν η ίδια ήταν πολύ μικρή, ενώ και η μητέρα της υπέστη ανακοπή και απεβίωσε το 2015 (ερυθρό 21- 1x Δ.Φ.). Ερωτηθείσα σχετικά, δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Bakongo (ερυθρό 21-2x  Δ.Φ.). Αναφορικά με το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εργαζόταν με την μητέρα της πωλώντας φρούτα και λαχανικά στην αγορά (ερυθρά 21-3x  και 20- 1x Δ.Φ.). Η αιτήτρια δήλωσε πως γεννήθηκε και διέμενε στην Kinshasa  (η οποία θεωρείται και ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της) σε οικία που άνηκε στον θείο της. Ενόσω η μητέρα της βρισκόταν ακόμα εν ζωή, διέμεναν μαζί με την οικογένεια του θείου της Αιτήτριας, τη σύζυγο και τα πέντε τέκνα τους (ερυθρά 21-3x  και 20- 1x Δ.Φ.).

 

Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια υποστήριξε πως μετά τον θάνατο της μητέρας της, ενώ η ίδια θεωρούσε πως ο θείος της θα την φρόντιζε, εκείνος τη χτυπούσε, τη βασάνιζε, δεν της έδινε φαγητό, ενώ την ανάγκαζε να έχει επαφές με φίλους του (ερυθρό 19 Δ.Φ.). Η αιτήτρια δήλωσε πως οι σχέσεις της μητέρας της με τον θείο της δεν ήταν καλές, ενώ η δική της σχέση μαζί του χειροτέρευσε μετά τον θάνατο της μητέρας της.

 

Ο θείος της έλεγε πως δεν μπορεί να την φροντίζει και πως θα πρέπει να φύγει (από το σπίτι του) και να φροντίσει η ίδια για την επιβίωσή της (ερυθρό 19 Δ.Φ.). Κληθείσα να περιγράψει την κακομεταχείριση που υφίστατο, η αιτήτρια δήλωσε πως όταν ο θείος της επέστρεφε από την καθημερινή εργασία του, έλεγχε αν η αιτήτρια είχε κάνει όλες τις οικιακές εργασίες και σε περίπτωση που είχε παραλείψει κάτι, την έδενε και την χτυπούσε, ενώ κανένα από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του δεν αντιδρούσε σε αυτή την κακομεταχείριση της αιτήτριας (ερυθρό 18- 1x Δ.Φ.). Σε διευκρινιστική ερώτηση του αρμόδιου λειτουργού, η αιτήτρια δήλωσε πως όταν ήταν 17 ετών, ο θείος της «της πήγε» έναν φίλο του και αυτό επαναλήφθηκε άλλες δύο φορές (ερυθρό 18-2x Δ.Φ.).

 

Περαιτέρω, η αιτήτρια δήλωσε ότι κάποια μέρα που βρισκόταν στο σπίτι, η σύζυγος του θείου της, της είχε αναθέσει να πλύνει τα ρούχα των παιδιών της. Ωστόσο, η αιτήτρια ένιωθε αδιαθεσία εκείνη τη μέρα και δεν το έκανε, με αποτέλεσμα η σύζυγος του θείου της να την χτυπήσει με ένα σίδερο στην κοιλιά. Η αιτήτρια αιμορραγούσε αλλά αρνήθηκαν να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο, ενώ ο θείος της, την απείλησε να την σκοτώσει σε περίπτωση που κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία (ερυθρό 19 Δ.Φ.). Για τους επόμενους οκτώ μήνες η αιτήτρια εξακολουθούσε να αιμορραγεί και τελικά τη βοήθησαν κάποιες αδελφές μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίες διέμεναν κοντά στην οικία του θείου της και ενοικίαζαν ένα από τα διαμερίσματά του. Της έδωσαν φάρμακα και την μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου διαγνώστηκε με μόλυνση και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση (ερυθρά 19- 1x, 18 3x Δ.Φ.). Κατόπιν αυτού, ο θείος της αιτήτριας έδιωξε της αδελφές από το διαμέρισμά του, με αποτέλεσμα να είναι ξανά αβοήθητη. Όταν η υγεία της αιτήτριας βελτιώθηκε, εκείνη ξεκίνησε να εργάζεται ξανά στην αγορά και τελικά αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικία του θείου της και να μείνει μαζί με της αδελφές (ερυθρά 19 και 18-3x Δ.Φ.).

 

Σε ερώτηση του αρμόδιου λειτουργού αν οι αδελφές της ζήτησαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τη βοήθεια που τους προσέφεραν, η αιτήτρια απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας ότι τη βοήθησαν επειδή ήταν φιλικές μαζί της. Πρόσθεσε ότι προσπάθησαν να την προσηλυτίσουν στην πίστη τους και η ίδια πήγαινε μαζί τους στην εκκλησία, ωστόσο δεν αυτοπροσδιορίζεται ως μάρτυρας του Ιεχωβά, ούτε εκκλησιάζεται (ερυθρό 18 -4x Δ.Φ.).

 

Κληθείσα να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν την έψαξε ο θείος της στην αγορά όπου εργαζόταν πριν την φυγή της από την οικία του, η αιτήτρια υποστήριξε πως εκεί ήταν παρούσα η αστυνομία και δε μπορούσε να την βλάψει/απειλήσει (ερυθρό 18-5x Δ.Φ.). Κληθείσα περαιτέρω να εξηγήσει για ποιο λόγο εγκατέλειψε τη χώρα εφόσον ήταν σε θέση να ζει εκεί, η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι οι αδελφές που την βοήθησαν ήταν επίσης νεαρές και δε θα ήταν σε θέση να την προστατεύσουν από τον θείο της (ερυθρά 18-5x και 17 Δ.Φ.).

 

Ως προς τον τρόπο με τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια δήλωσε πως το ταξίδι της το οργάνωσε ένα πρακτορείο, ενώ τα έξοδα ανέλαβε ο σύντροφός της.  Η αιτήτρια διευκρίνισε ότι δεν της ζητήθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα, ενώ ο σύντροφός της είχε σχέση και με άλλη γυναίκα την οποία παντρεύτηκε λίγο μετά την αναχώρηση της αιτήτριας (ερυθρά 20-3x, 17-1x ΔΦ).

 

Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια δήλωσε ότι φοβάται πως ο θείος της θα την σκοτώσει και δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα της τουλάχιστον όσο ζει ακόμα ο θείος της. Ερωτηθείσα περαιτέρω ποιες μπορεί να είναι οι πιθανές συνέπειες επιστροφής μιας γυναίκας όπως η ίδια, που δεν έχει υποστηρικτικό δίκτυο, η αιτήτρια δήλωσε ότι θα αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες χωρίς υποστήριξη, παρενοχλήσεις, ακόμα και βιασμούς (ερυθρό 17 Δ.Φ.).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που η αιτήτρια παρέθεσε στην αφήγησή της,  διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς ως κατωτέρω: (1)  ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ της αιτήτριας και (2) ότι η αιτήτρια κακοποιείτο από τον θείο της και την οικογένειά του μετά τον θάνατο της μητέρας της. Αμφότεροι οι ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί από τον λειτουργό ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστοι.

 

Ειδικότερα, σχετικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός σημειώνει πως η αιτήτρια υπήρξε συνεκτική στην αφήγησή της και χωρίς να πέσει σε αντιφάσεις, αναφέροντας την σχέση της με την οικογένεια του θείου της, τον τραυματισμό της από την σύζυγό του, τον βιασμό της από φίλο του θείου της, την προστασία από τις καλόγριες μάρτυρες του Ιεχωβά και την βοήθεια που της πρόσφερε ο σύντροφός της. Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρου ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παραπέμπει σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της αιτήτρας, οι οποίες επιβεβαιώνουν τη συχνότητα των περιστατικών ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας. Ως εκ των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει ότι «ο ισχυρισμός της αιτήτριας που αφορά την κακοποίησή της από τον θείο της και την οικογένειά του μετά τον θάνατο της μητέρας της, δύναται να γίνει δεκτός λόγω της συνεκτικότητας της αφήγησής της, της απουσίας αντιφατικών δηλώσεων και καθότι η ενδοοικογενειακή βία στη ΛΔΚ επιβεβαιώνεται από έγκυρες πηγές.» (ερυθρό 51 Δ.Φ.).

 

Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού περί κακοποίησής της από τον θείο της και την οικογένειά του, ο αρμόδιος λειτουργός σημειώνει πως δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης της αιτήτριας, καθώς ο θείος της δεν προέβη σε οποιαδήποτε επίθεση σε βάρος της κατά το χρόνο που μεσολάβησε από όταν η αιτήτρια εγκατέλειψε την οικία του μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα και παρότι εκείνος γνώριζε πού εργάζεται (ερυθρό 50 Δ.Φ.).  Ο αρμόδιος λειτουργός προχωρά στην αξιολόγηση του κινδύνου στη βάση των αποδεκτών στοιχείων του προσωπικού προφίλ της αιτήτριας ως γυναίκα χωρίς οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της (ερυθρό 50 Δ.Φ.).

 

Προς τούτο παραθέτει πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της, οι οποίες επιβεβαιώνουν τους κινδύνους και τις δυσκολίες επιβίωσης που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο στην Kinshasa. Εντούτοις, ο αρμόδιος λειτουργός επισημαίνει ότι η αιτήτρια κατάφερε να επιβιώσει με αξιοπρέπεια μετά την φυγή της από την οικία του θείου της, καθώς και να βρει τρόπο χρηματοδότησης του ταξιδιού της χωρίς να είναι δεσμευμένη με κάποιο χρέος. Προσθέτει δε, ότι η αιτήτρια «κατάφερε να βιοποριστεί και δέχθηκε τη βοήθεια των καλογριών μαρτύρων του Ιεχωβά οι οποίες αφιλοκερδώς την φιλοξένησαν. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια δε διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στην Κινσάσα εφόσον η στήριξη που ήδη έχει λάβει, μπορεί να παρομοιαστεί με στήριξη στενού οικογενειακού περιβάλλοντος.» (ερυθρό 49 Δ.Φ.).

 

Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.  Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την έκθεση/εισήγηση και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας στο σύνολό του.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, τέθηκαν ερωτήματα προς την αιτήτρια, προκειμένου να διευκρινιστούν ζητήματα που ανακύπτουν από το αφήγημά της.  Ειδικότερα, κληθείσα να εξηγήσει αναφορά της κατά την συνέντευξή της, ότι ο θείος της την ανάγκαζε να έχει σχέσεις με φίλους του, η αιτήτρια δήλωσε ότι όταν η βιολογική της μητέρα την άφησε στο θείο της, ο θείος της την βασάνιζε και την βίαζε και επίσης την ανάγκαζε να συνευρίσκεται σεξουαλικά με φίλους του. Ζητήθηκε περαιτέρω από την αιτήτρια να περιγράψει τα όσα βίωσε και η τελευταία δήλωσε ότι επειδή ο βιασμός ήταν συνεχόμενος, είναι ένα γεγονός αφόρητο για την ίδια.

 

Αναφορικά με το πότε ξεκίνησαν να συμβαίνουν τα εν λόγω περιστατικά, η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι συνέβησαν όταν βρισκόταν στην ηλικία των 17 ετών. Κληθείσα να αναφέρει αν οι βιασμοί πραγματοποιούνταν από συγκεκριμένο πρόσωπο ή με περισσότερα από ένα, η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι ο θείος της ανάγκαζε φίλο του να βιάζει την αιτήτρια και ανέφερε πως και αυτός την βίαζε. Επιπλέον αναφέρθηκε και στην κακοποιητική συμπεριφορά της θείας της, η οποία ισχυρίστηκε ότι την κακομεταχειριζόταν. Όπως δήλωσε, υπάρχουν σημάδια στο σώμα της και λόγω βασανιστηρίων που υπέστη από τη χρήση σίδερου.  Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι μολύνθηκε με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Ακολούθως, εξήγησε ότι  μάρτυρες του Ιεχωβά την πήραν κοντά τους για να την προστατεύσουν και να την φροντίσουν, όμως ο θείος της συνέχισε να την απειλεί.

 

Όταν ο θείος της ξεκίνησε εκ νέου να την απειλεί, οι μάρτυρες του Ιεχωβά φοβήθηκαν κι έτσι διέκοψαν την βοήθεια τους προς την αιτήτρια.  Όπως δήλωσε, δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί τους.  Η αιτήτρια στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία ανέφερε ότι κατά την διάρκεια της συνέντευξής της, ζήτησε όπως η συνέντευξη ληφθεί από γυναίκα λειτουργό, όμως δεν εισακούστηκε και για το λόγο αυτό δήλωσε ότι δυσκολευόταν να εκφραστεί ελεύθερα στον άνδρα λειτουργό. Ακόμα ανέφερε ότι από τότε που υπέστη τους βιασμούς, φοβάται να συνδεθεί με κάποιο πρόσωπο. Τέλος κληθείσα να απαντήσει αν υπέβαλε καταγγελία για τα εν λόγω περιστατικά στις αρχές, η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι ο θείος της θα την σκότωνε αν προχωρούσε με καταγγελία και την απειλούσε πως κανένας δεν πρόκειται να πιστέψει τέτοιους ισχυρισμούς.

 

Από την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία προέκυψε ότι η αιτήτρια, κατά τον χρόνο τέλεσης των καταγγελλόμενων πράξεων, ήταν ανήλικη και τελούσε σε καθεστώς πλήρους ευαλωτότητας.  Η αιτήτρια, περιγράφοντας τους επανειλημμένους βιασμούς που υπέστη από τον θείο της και φίλους αυτού, εμφανίστηκε έντονα συναισθηματικά φορτισμένη και ψυχικά συντετριμμένη. Παρά ταύτα, η αφήγησή της υπήρξε λεπτομερής, σαφής και συνεκτική, χωρίς αντιφάσεις.

Η περιγραφικότητα των περιστατικών, η δυσχέρεια στην ανάκληση ορισμένων στιγμών και η αυθόρμητη εκδήλωση έντονων συναισθημάτων αφού αποχώρησε από την αίθουσα του Δικαστηρίου, καταδεικνύουν βιωματική αναφορά σε τραυματικά γεγονότα και όχι αναπαραγωγή επινοημένων περιστατικών.

 

Λαμβάνω ιδιαιτέρως υπόψη ότι τα αναφερόμενα περιστατικά έλαβαν χώρα κατά την ανηλικότητα της αιτήτριας και τελέστηκαν από πρόσωπα του στενού οικογενειακού και κοινωνικού της περιβάλλοντος, γεγονός που εντείνει τον βαθμό της προσβολής της προσωπικότητάς της.  Κατόπιν των ανωτέρω, διαφαίνεται ότι η αιτήτρια βίωσε πράγματι τα αναφερόμενα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και βιασμού.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον συνήγορό της αλλά και από την συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Είναι αναγκαίο, στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και της υποχρέωσης κατ’ ουσίαν ελέγχου του αιτήματος της αιτήτριας να εξεταστούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε και να διερευνηθούν και από το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη πληροφορίες που συγκεντρώνονται για τη χώρα καταγωγής της.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της αιτήτριας  διαπιστώνω πως ορθώς έχει γίνει αποδεκτός καθώς η αιτήτρια κρίθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστη στις δηλώσεις της. 

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό της αιτήτριας, ότι ήταν θύμα κακοποίησης από το θείο της και την οικογένειά του μετά τον θάνατο της μητέρας της, συντάσσομαι με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού και κρίνω ότι πληρείται τόσο η εσωτερική όσο και εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, όπως θα επεξηγήσω εκτενέστερα κατωτέρω.  Λαμβάνω υπόψη βεβαίως τόσο το αφήγημα της αιτήτριας, όσο και την αρχή της απαγόρευσης της χειροτερεύσεως της θέσης της αιτήτριας, βάσει της οποίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση της αιτήτριας.  Η αρχή τη μη χειροτέρευσης της θέσεως της αιτήτριας αναγνωρίζεται, τόσο από τη νομολογία όσο και από τη βιβλιογραφία (βλ. Cyprus Cement Co. v. Republic (1980) 3 C.L.R 69, 76, υποθ.αρ. 11/2003, Ανδρέας Δημοσθένους v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 13/2/2004, Δαγτόγλου «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Έκτη έκδοση, σελίδες 638,639) και στόχο έχει η αιτήτρια να μην διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθεί σε χειρότερη θέση ή να τροποποιηθεί το μέρος της απόφασης που επιβεβαιώνει τις δηλώσεις της και συμβάλλει θετικά στην εικόνα της αξιοπιστίας της.

 

Προχωρώ βέβαια για σκοπούς του κατ’ουσίαν ελέγχου να εξετάσω τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου.  Διαπιστώνω ότι η αιτήτρια παρουσίασε μία συνεκτική, λεπτομερή και εσωτερικά συνεπή αφήγηση των πραγματικών περιστατικών, χωρίς να εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες ή μεταβολές στους βασικούς ισχυρισμούς της. Ειδικότερα, περιέγραψε με σαφήνεια τις συνθήκες διαβίωσής της και τη σχέση εξάρτησης από την οικογένεια του θείου της, τον σωματικό τραυματισμό που υπέστη από τη σύζυγό του, καθώς και τον σεξουαλικό βιασμό της από φίλο του θείου της και τον θείο της.

 

Από το αφήγημα που τέθηκε ενώπιον μου είναι ξεκάθαρο πως οι δηλώσεις της ήταν σαφείς, νοηματικά και χρονικά συνεκτικές, ευλογοφανείς και διεπόμενες από υψηλότατο βαθμό περιγραφικής λεπτομέρειας, κατά τρόπο που μόνο προσωπική εμπειρία κρίνεται ότι θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν. Μετά από εκτενή αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων διαπιστώνω  ότι η αιτήτρια περιέγραψε ικανοποιητικά τη συμπεριφορά του θείου της προς την ίδια.  Με περιγραφική λεπτομέρεια, σαφήνεια και ευλογοφάνεια, η αιτήτρια περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο και υποβλήθηκε στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και χειρουργείο.

 

Περαιτέρω, ανέφερε με τρόπο πειστικό και χρονικά συνεπή ότι, κατόπιν των ανωτέρω γεγονότων, έτυχε προστασίας και προσωρινής φιλοξενίας από καλόγριες, μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίες απομακρύνθηκαν από την αιτήτρια εφόσον ο θείος της ξεκίνησε να την απειλεί.  Στη συνέχεια έλαβε ουσιαστική βοήθεια και υποστήριξη από τον σύντροφό της, ο οποίος την βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα αφού ο θείος της εξακολουθεί να την απειλεί.  Τα επιμέρους γεγονότα εκτίθενται με λογική αλληλουχία και συνδέονται αιτιωδώς μεταξύ τους, χωρίς να προκύπτουν κενά ή ασυνέχειες που να υπονομεύουν την αξιοπιστία της αφήγησης. 

 

Βάσει όλων των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη νοηματική συνοχή όσο και την ευλογοφάνεια των δηλώσεων της αιτήτριας, καταλήγω ότι ορθά οι δηλώσεις της αιτήτριας θεμελιώνουν την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού της. Δεν παραβλέπω άλλωστε ότι ο πυρήνας του υπό εξέταση ισχυρισμού παρέμεινε ακλόνητος μετά την καταγραφή του αιτήματος της αιτήτριας, τα όσα αυτή δήλωσε στην προφορική της συνέντευξη αλλά και από όσα ανέφερε κατά την ενώπιον μου διαδικασία, γεγονός το οποίο αποτελεί παράγοντα που ενισχύει την αξιοπιστία των εξιστορισθέντων περιστατικών. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά αξιόπιστος.

 

Προχωρώντας στην εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, διεξήγαγα έρευνα αναφορικά με τα υπό αξιολόγηση περιστατικά προκειμένου να διασταυρώσω την αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας και θα προχωρήσω σε έρευνα σχετικά με τη σεξουαλική και ενδοοικογενειακή βία στη Λ.Δ.Κ.

 

Αναφορικά με τη σεξουαλική βία στη Λ.Δ.Κ. ανευρέθηκαν τα ακόλουθα: H έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για την κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων το έτος 2022 στη ΛΔΚ, που δημοσιεύτηκε στις 20 Μαρτίου 2023 σημειώνει τα κάτωθι: «Ο νόμος για τη σεξουαλική βία ποινικοποιεί τον βιασμό όλων των προσώπων, αλλά ο νόμος δεν εφαρμόζεται συχνά. Ο βιασμός και άλλες μορφές βίας λόγω φύλου ήταν ευρέως διαδεδομένες σε όλη τη χώρα, ακόμη και σε περιοχές χωρίς ένοπλες συγκρούσεις. Οι επιζώντες σπάνια ανέφεραν κάτι τέτοιο για πολιτιστικούς και κοινωνικούς λόγους και οι δράστες σπάνια τιμωρήθηκαν. Ο βιασμός ήταν επίσης κοινός και χρησιμοποιήθηκε ως τακτική σε περιοχές ένοπλων συγκρούσεων. Ο νομικός ορισμός του βιασμού δεν περιλαμβάνει βιασμό συζύγου ή βιασμό από στενό σύντροφο. Απαγορεύει επίσης τους εξωδικαστικούς συμβιβασμούς (για παράδειγμα, ένα συνηθισμένο πρόστιμο που καταβάλλει ο δράστης στην οικογένεια της επιζήσασας), αλλά τέτοιες πρακτικές εξακολουθούν να συμβαίνουν. Τόσο οι διεθνείς οργανισμοί όσο και οι τοπικές ΜΚΟ ανέφεραν ότι οι γυναίκες που επιζούσαν βιασμό αναγκάζονταν μερικές φορές να πληρώσουν πρόστιμο για να επιστρέψουν στις οικογένειές τους και να αποκτήσουν πρόσβαση στα παιδιά τους. Οι σύζυγοι συχνά χώριζαν τις συζύγους που έπεφταν θύματα βιασμού. Ο νόμος απαγορεύει επίσης τον καταναγκαστικό γάμο, αλλά συνεχίζει να συμβαίνει. Ο νόμος επιτρέπει στις επιζήσασες σεξουαλικής βίας να παραιτηθούν από την εμφάνιση στο δικαστήριο και επιτρέπει τις κλειστές ακροάσεις για την προστασία του απορρήτου. Η ελάχιστη ποινή που προβλέπεται για την καταδίκη για βιασμό είναι μια ποινή φυλάκισης πέντε ετών, και τα δικαστήρια μερικές φορές επιβάλλουν τέτοιες ποινές σε καταδίκες για βιασμό, στις σπάνιες περιπτώσεις που τα εγκλήματα εκδικάζονται. Ορισμένες διώξεις έγιναν για βιασμό και άλλα είδη σεξουαλικής βίας».[1]

 

Σύμφωνα με απάντηση της EUAA σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία στη Λ.Δ.Κ. του 2019, η ενδοοικογενειακή βία είναι διαδεδομένη σε όλη τη χώρα και κυμαίνεται από λεκτική, συναισθηματική, οικονομική και σωματική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αστυνομία σπάνια παρεμβαίνει, καθώς οι ενδοοικογενειακές διαφορές θεωρούνται παραδοσιακά ιδιωτικές οικογενειακές υποθέσεις και υπάρχει γενική κοινωνική αποδοχή της συζυγικής κακοποίησης. Υπάρχει έλλειψη ασφαλών χώρων/καταφυγίων, συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών αποκατάστασης για θύματα ενδοοικογενειακής βίας.[2]

 

Αναφορά της Υπηρεσίας των Ηνωμένων Εθνών για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία (UNFPA), σημειώνει ότι η έμφυλη βία (Gender Based Violence – GBV) εξακολουθεί να καθιστά ευάλωτες τις γυναίκες και τα κορίτσια που διαβιούν στη Λ.Δ.Κ. Οι μορφές έμφυλης βίας που καταγράφονται στη Λ.Δ.Κ. περιλαμβάνουν το βιασμό, τη σεξουαλική δουλεία, την εμπορία ανθρώπων (trafficking), τον αναγκαστικό γάμο, τον γάμο ανηλίκων, την ενδοοικογενειακή βία και τη σεξουαλική εκμετάλλευση και κατάχρηση. Όπως σημειώνεται στην ως άνω αναφορά, η κατάχρηση εξουσίας και οι έμφυλες ανισότητες επιτείνουν την ευαλωτότητα των γυναικών και κοριτσιών στη Λ.Δ.Κ. απέναντι σε αυτές τις μορφές έμφυλης βίας. Η σεξουαλική βία είναι η μορφή έμφυλης βίας που αναφέρεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα αλλά πολλές είναι οι επιζήσασες που φοβούνται να καταγγείλουν το βιασμό τους ή τη σε βάρος τους βία εξαιτίας του στίγματος και του φόβου να υποστούν αντίποινα από τους θύτες. Παρότι η κυβέρνηση της χώρας έχει δεσμευτεί για την αντιμετώπιση του φαινομένου, οι υπηρεσίες για την πρόληψη αλλά και για την αποκατάσταση των θυμάτων εξακολουθούν να είναι ανεπαρκείς και υποχρηματοδοτούμενες.[3]

 

Επιπλέον, παρόλο που είναι παράνομο, οι γυναίκες και τα κορίτσια υφίστανται διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα. Οι γυναίκες και τα κορίτσια πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια και αντιμετωπίζουν τακτικά σεξουαλική βία.[4]  Το Ίδρυμα Bertelsmann ανέφερε επίσης ότι, αν και στη ΛΔΚ οι γυναίκες «γίνονταν ολοένα και μεγαλύτεροι πάροχοι για τις οικογένειές τους», συνέχισαν να «υφίστανται βιασμούς και παραβιάσεις των πολιτικών τους δικαιωμάτων.[5]  Η έρευνα του DHS για το 2023/2024 διαπίστωσε ότι μεταξύ των ερωτηθεισών (γυναίκες και κορίτσια ηλικίας 15 έως 49 ετών) που είχαν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία και αναζήτησαν βοήθεια, μόνο το 1,5% απευθύνθηκε στην αστυνομία και το 0,4% σε κοινωνικό λειτουργό.[6] 

 

Ο νόμος για τη σεξουαλική βία ποινικοποιεί τον βιασμό όλων των προσώπων, αλλά συχνά έμεινε ανεφάρμοστος σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023. Διεθνείς οργανισμοί και τοπικές ΜΚΟ ανέφεραν ότι οι γυναίκες που επέζησαν από βιασμό αναγκάζονταν μερικές φορές να πληρώσουν πρόστιμο για να επιστρέψουν στις οικογένειές τους και να αποκτήσουν πρόσβαση στα παιδιά τους. Οι περισσότερες επιζήσασες βιασμού δεν προχώρησαν σε νομικές διαδικασίες λόγω ανεπαρκών πόρων, έλλειψης εμπιστοσύνης στο δικαστικό σύστημα, οικογενειακής πίεσης και φόβου να υποβληθούν σε ταπείνωση, αντίποινα ή και τα δύο.[7]

 

Η ίδια έκθεση του USDOS ανέφερε ότι ο νόμος απαγόρευε τη σεξουαλική παρενόχληση και προέβλεπε ελάχιστη ποινή ενός έτους σε περίπτωση καταδίκης, αλλά δεν υπήρχε αποτελεσματική επιβολή του νόμου. Εκτεταμένα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης σημειώθηκαν σε όλη τη χώρα. Υπήρξαν αναφορές ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας και οι κυβερνητικοί πράκτορες υποκίνησαν, διέπραξαν ή αποσιώπησαν ρητά ή σιωπηρά τη σεξουαλική παρενόχληση.[8]

 

Σύμφωνα με άλλες πηγές οι περισσότερες περιπτώσεις έμφυλης βίας δεν καταγγέλλονται,[9] «λόγω του φόβου στιγματισμού, του αποκλεισμού, της αντεκδίκησης, της απόρριψης και της κουλτούρας της ατιμωρησίας». Ως προς το στίγμα που σχετίζεται με αυτό, πολλές γυναίκες συνεχίζουν να υποφέρουν σιωπηλά και πολλές περιπτώσεις σεξουαλικής επίθεσης δεν καταγγέλθηκαν.[10] 

 

Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών, κρίνω ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας βρίσκουν έρεισμα στις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης.  Κατά συνέπεια αποδέχομαι τον εν λόγω ισχυρισμό ως αξιόπιστο και διαφαίνεται ότι συμπληρώνει με νοηματική συνοχή την αλληλουχία των μέχρι τώρα λεχθέντων της.  Υπό το φως των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως από τον τρόπο κατά τον οποίο θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που εντόπισαν, μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ότι τα εκ της αιτήτριας εξιστορισθέντα αποτελούν βιωματικά περιστατικά.  Συνεπώς ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται στο σύνολο του αξιόπιστος.

 

Στα πλαίσια της αξιολόγησης του κινδύνου επιστροφής της αιτήτριας και ως προς τις προσωπικές της περιστάσεις διαπίστωσα ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη κατά την αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου, το προφίλ της αιτήτριας ως γυναίκας μόνης, επιζήσασας σεξουαλικής βίας, η οποία στερείται οικογενειακού και/ή ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της.

 

Σε σχέση με τον εκπεφρασμένο φόβο της αιτήτριας ο οποίος απορρέει από το γεγονός ότι αποτελεί μόνη γυναίκα με τα στοιχεία του προφίλ της ως ανωτέρω αναφέρθηκαν, προχώρησα σε σχετική έρευνα, εκ της οποίας ανέκυψαν οι ακόλουθες πληροφορίες, σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη ΛΔΚ για τις γυναίκες και ειδικότερα για τις γυναίκες με τις ατομικές περιστάσεις της αιτήτριας ως αυτές έγιναν αποδεκτές.

 

Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, αναφέρει ότι η κοινωνία στη ΛΔΚ είναι πατριαρχική, γεγονός το οποίο έχει εδραιώσει την ανισότητα ανάμεσα στα φύλα, τις διακρίσεις κατά των γυναικών, καθώς και την αποδοχή της σεξουαλικής βίας ως φυσιολογική. Αναφέρεται επίσης πως οι μονήρεις γυναίκες ή γυναίκες επικεφαλής των νοικοκυριών στη χώρα πιθανόν να βρίσκονται σε μεγαλύτερο ρίσκο διακρίσεων. Οι ανύπανδρες γυναίκες χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες. Η προστασία που παρέχεται στις γυναίκες δεν είναι επαρκής ούτε αποτελεσματική, καθότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε νομικές υπηρεσίες, ενώ οι αστυνομικές αρχές χαρακτηρίζονται από διαφθορά και προκαταλήψεις λόγω των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων.[11]

 

Αναφορικά με τη δυνατότητα πρόσβασης σε στέγη, σε συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023, αναφέρεται ότι σύμφωνα με εκπρόσωπο της Afia Mama, μιας ΜΚΟ με έδρα τη Λ.Δ.Κ., οι γυναίκες στερούνται πόρων για να έχουν πρόσβαση σε στέγαση και, ιδίως, οι γυναίκες χωρίς ακαδημαϊκό πτυχίο.[12] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, για τις γυναίκες αυτές οι επιλογές στέγασης περιορίζονται στο να ζουν σε οικογενειακά σπίτια, να μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο με πολλά άτομα, ή σε προσωρινά καταφύγια ή παράγκες, και ότι ορισμένες ανύπαντρες γυναίκες μπορεί να πέσουν θύματα εμπορίας προσώπων, σεξουαλικής εκμετάλλευσης και πορνείας εάν δεν μπορούν να βρουν στέγη. Παλαιότερη πηγή στην οποία παραπέμπει η ανωτέρω συλλογή πληροφοριών είχε αναφέρει ότι «η κοινωνική στέγαση δεν είναι διαθέσιμη για τις γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη.[13]

 

Σύμφωνα με διεθνή ανθρωπιστική οργάνωση στη Λ.Δ.Κ., είναι σχεδόν αδύνατο να αποκτήσει πρόσβαση σε στέγαση ή να αποκτήσει πρόσβαση σε καταφύγιο κάποια γυναίκα χωρίς δίκτυο στην Κινσάσα.[14] Άλλες εκθέσεις επιβεβαιώνουν ότι υπήρξαν διάφορα σκάνδαλα σχετικά με τη σεξουαλική εκμετάλλευση, τα οποία περιλάμβαναν εξέχοντες πολιτικούς και εργαζόμενους στον τομέα της υγείας που συμμετείχαν στην αντιμετώπιση του Έμπολα. H δήλωση αυτή υποστηρίζεται από τους McLean και Modi, οι οποίοι ανέλυσαν περαιτέρω ότι οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς [υποστηρικτικό] δίκτυο στην Κινσάσα συχνά καταφεύγουν στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή ως μέσο πρόσβασης στη στέγαση καθώς και για την απόκτηση εισοδήματος. Η συμμετοχή στη σεξουαλική εργασία ή στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή συχνά στιγματίζει περαιτέρω τις γυναίκες.[15], [16]

 

Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023, αναφέρθηκε ότι οι γυναίκες αντιμετώπιζαν οικονομικές διακρίσεις στη ΛΔΚ. Ο νόμος επιτρέπει στις γυναίκες να συμμετέχουν σε οικονομικούς τομείς χωρίς την έγκριση ανδρών συγγενών τους, προβλέπει φροντίδα για τη μητρότητα, απαγορεύει τις ανισότητες που συνδέονται με την καταβολή προίκας και καθορίζει πρόστιμα και άλλες κυρώσεις για όσους ασκούν διακριτική μεταχείριση ή ασκούν βία λόγω φύλου. Η κυβέρνηση δεν εφάρμοσε αποτελεσματικά τον νόμο. Οι γυναίκες βίωσαν οικονομικές διακρίσεις και υπήρχαν νομικοί περιορισμοί για τις γυναίκες στην απασχόληση.[17]

 

Ως προς την πρόσβαση γυναικών μόνων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο σε υπηρεσίες υγείας, η πιο πρόσφατη συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023 αναφέρει ότι οι γυναίκες χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγικής υγείας και της θεραπείας για τον HIV, λόγω στιγματισμού.[18]

 

Έκθεση της Αυστριακής ACCORD του Νοεμβρίου του 2020 αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν δεν έχει οικονομικά μέσα.[19] Έρευνα του Danish Immigration Service αναφέρει ότι «ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως. Ένα τέτοιο πρόσωπο αντιμετωπίζει προβλήματα εξεύρεσης κατοικίας, εργασίας και έπειτα οικονομικών πηγών. Επιπλέον ένα τέτοιο πρόσωπο θα έχει προβλήματα με το φαγητό και την πρόσβαση στην υγεία σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά διαδραματίζουν το ρόλο της ανεπίσημης κοινωνικής ασφάλειας».[20]

 

Σε συνέντευξη μέσω zoom με τον José Bazonzi, από το University of Kinshasa, UNIKIN με την Υπηρεσία Μετανάστευσης της Δανίας σημειώνεται σε έκθεση του Οκτωβρίου του 2022 ως προς την κατάσταση για τους ανθρώπους στην Κινσάσα χωρίς κοινωνικό δίκτυο, ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά ( αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Κινσάσα ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις... Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Κινσάσα, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας».[21]

 

Αναφορικά με την πρόσβαση στην εργασία η συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά παραπέμπει σε πηγές οι οποίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες στην Κινσάσα στρέφονται προς το άτυπο εμπόριο[22] για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ένα άρθρο στη L' Avenir,[23] μιας καθημερινής εφημερίδας της Κινσάσα, σχετικά με τις ανάγκες των ανύπαντρων γυναικών στο νοικοκυριό, αναφέρει: [μετάφραση] «Αυτές οι γυναίκες χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές για να επιβιώσουν. Μερικές ασχολούνται με μικρές επιχειρήσεις, όπως η πώληση ψωμιού, το πλέξιμο των μαλλιών, το ράψιμο και ακόμη και η πορνεία» και «αδράχνουν κάθε ευκαιρία που προκύπτει στο δρόμο τους, δηλαδή ως ‘nounou’ (υπηρέτρια ή οικονόμος) προκειμένου να φροντίσουν το σπίτι τους».[24] Πολλές γυναίκες από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ανέλαβαν το ρόλο του κύριου παρόχου για τις οικογένειές τους. Εργάζονται συχνά σε χαμηλά αμειβόμενες και σωματικά απαιτητικές θέσεις εργασίας και πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια. Σύμφωνα με το UNDP (2017), η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 61.2% σε σύγκριση με 69.1% για τους άνδρες.[25]

 

Εκτός από τη σεξουαλική βία και τα αντίποινα για τις καταγγελίες, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τα ένδικα μέσα. Μετά τον βιασμό, οι γυναίκες απορρίπτονται συχνά από τις κοινότητές τους, ανεξάρτητα από το αν έχουν παιδιά ή όχι.[26] Το 40.3% των γυναικών του Κονγκό έχουν δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε σύγκριση με το 69.1% των ανδρών.[27] Η γυναίκα χωρίς υποστήριξη κάποιου άνδρα δεν έχει δικαίωμα σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τη συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά που δημοσιεύτηκε το 2019. Όσον αφορά την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, η ίδια πηγή σημείωσε ότι η υγειονομική περίθαλψη είναι δωρεάν για ορισμένες ασθένειες όπως η φυματίωση, αλλά ότι ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, μια [μετάφραση] «καλή ιατρική συμβουλή» σημαίνει ότι ‘πάντα δίνεις κάτι’ στους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης.[28]

 

Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει ότι οι γυναίκες που στερούνται υποστηρικτικού δικτύου, οικογενειακού ή αντρικού και έχουν δεχθεί σεξουαλική κακοποίηση και κακομεταχείριση, στη Λ.Δ.Κ. αντιμετωπίζουν πλήθος δυσχερειών, οι οποίες δύνανται να τις επηρεάσουν.  Συγκεκριμένα, από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει πως οι γυναίκες στη Λ.Δ.Κ. αφενός υφίστανται διακριτική μεταχείριση και βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με τους άντρες, αφετέρου είναι ευάλωτες σε επιθέσεις σωματικής και σεξουαλικής βίας ένεκα των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων και παραδοσιακών κανόνων που επικρατούν σε όλες τις πτυχές της ζωής στη χώρα, κατά τους οποίους η ταυτότητα μιας γυναίκας ορίζεται από την ύπαρξη οικογένειας και ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου. Ειδικότερα, οι μόνες γυναίκες όπως η αιτήτρια χωρίς περιουσία και χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο στη Λ.Δ.Κ. αντιμετωπίζουν σημαντικούς  περιορισμούς στην πρόσβαση στην εργασία, στη στέγαση, στη δικαιοσύνη και στην κατοχή περιουσίας, ενώ συχνά προσφεύγουν στην πορνεία προκειμένου να εξεύρουν στέγαση ή να αποκτήσουν εισόδημα για την επιβίωσή τους.

 

Στη βάση λοιπών των ανωτέρω πληροφοριών που αφορούν την επικρατούσα κατάσταση στη Λ.Δ.Κ., σε συνάρτηση με το ότι η αιτήτρια συνιστά μία γυναίκα η οποία δεν στηρίζεται από κάποιο άνδρα, εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω της κακοποίησης από τον θείο της και των δυσχερειών που υφίστατο, μη έχοντας οικονομικούς πόρους και περιουσία, ορφανή χωρίς οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της κρίνω ότι ο εκπεφρασμένος φόβος της περί του ότι θα τεθεί σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην Kinshasa, η οποία υπήρξε ο τόπος συνήθους διαμονής της, κρίνεται βάσιμος και δικαιολογημένος. 

 

Θα προχωρήσω στη νομική ανάλυση προκειμένου να αξιολογηθεί το ενδεχόμενο πλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής της αιτήτριας σε καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικά το ενδεχόμενο χορήγησης της αιτήτριας με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Στο άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζεται πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ’ αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.»

 

Προκειμένου να αξιολογηθεί η νομική προϋπόθεση του «βάσιμου», θα πρέπει η αξιολόγηση να επικεντρώνεται στο κατά πόσον ένας τέτοιος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, δηλαδή ο βάσιμος φόβος της αιτήτριας πρέπει να είναι τρέχων. Οι περιστάσεις που οδήγησαν ένα πρόσωπο να εγκαταλείψει τη χώρα του μπορεί να αλλάξουν ή να παύσουν να υφίστανται με την πάροδο του χρόνου ή αντιστρόφως, να εμφανιστούν μετά την αναχώρησή του.

 

Επιπρόσθετα, ο «βάσιμος φόβος» στηρίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου, η οποία είναι μελλοντοστραφής. Λόγω των εγγενών δυσκολιών που εμφανίζει η πρόγνωση του τι θα συμβεί εάν η αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα της, ο κίνδυνος υποκειμενικής εκτίμησης εν προκειμένω είναι υψηλός. Είναι, συνεπώς, εξαιρετικά σημαντικό η αξιολόγηση του βάσιμου φόβου να πραγματοποιείται με βάση μια αντικειμενική μεθοδολογία, η οποία αποφεύγει τις εικασίες.  Σύμφωνα με την απόφασή του, το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην υπόθεση υπ' αριθμόν C-71/11 and C-99/11 Bundesrepublik Deutschland v Y and Z και αναφέρεται πως εάν ο αιτητής υποβλήθηκε ήδη σε δίωξη ή άμεση απειλή δίωξης, τότε, το γεγονός αυτό αποτελεί αφ' εαυτού «σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος».

 

Σε σχέση με τον βάσιμο φόβο δίωξης, σχετικές είναι οι σκέψεις 72 και 73 στην απόφαση για τις Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις C – 199 / 12 έως C - 201/12 X κ.λπ., Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 7ης Νοεμβρίου 2013, Minister voor Immigratie en Asiel κατά X και Y και Z κατά Minister voor Immigratie en Asiel (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστήριο):

 

«72 Όσον αφορά τη συγκράτηση που φέρεται ότι πρέπει να επιδείξει το συγκεκριμένο πρόσωπο, στο σύστημα της οδηγίας, οι αρμόδιες αρχές, όταν αξιολογούν αν ένας αιτών έχει βάσιμο φόβο διώξεως, εξετάζουν αν οι αποδεδειγμένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή ώστε το πρόσωπο αυτό εύλογα να φοβάται, όσον αφορά την ατομική του κατάσταση, ότι όντως θα αποτελέσει το αντικείμενο πράξεων διώξεως (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα απόφαση Y και Z, σκέψη 76).

73 Η εν λόγω αξιολόγηση του μεγέθους του κινδύνου, η οποία σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει να γίνεται με προσοχή και σύνεση (απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08, Salahadin Abdulla κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I-1493, σκέψη 90), στηρίζεται μόνο σε συγκεκριμένη αξιολόγηση των γεγονότων και περιστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται ειδικά στο άρθρο 4 της οδηγίας (προαναφερθείσα απόφαση Y και Z, σκέψη 77).»

 

Κατά την εφαρμογή του πιο πάνω αναφερθέντος νομικού πλαισίου, παρατηρώ ότι, σε συνάρτηση με τις εξατομικευμένες περιστάσεις της αιτήτριας περί του ότι είναι ανύπανδρη μόνη γυναίκα η οποία εγκατέλειψε τη χώρα λόγω της κακοποίησης από τον θείο της και την οικογένειά του, χωρίς  οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο, είναι δεδομένο πως σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της καθίσταται ο φόβος της αντικειμενικός. Συνεπώς, κρίνω ότι ικανοποιείται το στοιχείο της βασιμότητας του φόβου δίωξης στο αίτημα διεθνούς προστασίας της αιτήτριας, υπό τις προσωπικές της περιστάσεις τις οποίες έθεσε ενώπιον μου.

 

Παράλληλα, ο περί Προσφύγων Νόμος, μεταφέροντας στην εθνική έννομη τάξη το αντίστοιχο άρθρο 9(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας αναφέρει τα εξής στο άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Πράξεις δίωξης

3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:

(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή

[…]

 

(στ) πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά.

(3) Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 3, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3 Δ και της πράξης δίωξης κατά την έννοια του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.»

 

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω οι σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να συνιστούν δίωξη, όπως επίσης και μεροληπτικές ενέργειες ή σχετικές απειλές συνιστούν δίωξη, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανομένου υπόψη του υποκειμενικού στοιχείου για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως. Εν προκειμένω, οι βλάβες με τις οποίες κινδυνεύει εύλογα να βρεθεί αντιμέτωπη η αιτήτρια συνιστούν άνευ ετέρου δίωξη. Με βάση τα ανωτέρω διαπιστώνω ότι οι βλάβες αυτές, μαζί με την απειλή βλάβης της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας, αποτελούν συνδυαστικά σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία είναι αρκούντως σοβαρά λόγω της φύσης τους, καθότι θα την επηρεάσουν σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

 

Υπό το φως των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων, συμπεραίνω ότι οι βλάβες αυτές συνιστούν παρατεταμένες σοβαρές και διαρκείς παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων της και εμπίπτουν στην έννοια της δίωξης. Συγκεκριμένα, θίγονται σειρά προστατευόμενων χωρίς εξαίρεση δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα, το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να μην υφίσταται απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, καθώς και άλλων δικαιωμάτων, των οποίων η παραβίαση υπό προϋποθέσεις, που συντρέχουν εν προκειμένω, οδηγούν σε συνέπειες ουσιωδώς επιζήμιου χαρακτήρα.

 

Σχετικά δε με τους λόγους δίωξης, το άρθρο 3Δ, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζει την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

[…]

) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:

(i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και

(ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας.»

 

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C621-21, W.S. v. Βουλγαρίας, ημερομηνίας 16/1/2024, όπου επαναλήφθηκαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής ατόμου σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

“39. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, το οποίο επαναλαμβάνει το γράμμα του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης, ως «πρόσφυγας» νοείται, μεταξύ άλλων, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95 απαριθμεί ορισμένα στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη για καθέναν από τους πέντε λόγους δίωξης που είναι ικανοί να οδηγήσουν στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα.

 

40. Όσον αφορά, ειδικότερα, τον λόγο δίωξης που έγκειται στην «ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, προκύπτει ότι η ομάδα θεωρείται ως «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» εφόσον πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, τα μέλη της ομάδας αυτής πρέπει να έχουν τουλάχιστον ένα από τα εξής τρία αναγνωριστικά στοιχεία, ήτοι «κοινά εγγενή χαρακτηριστικά», «κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί» ή «από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει». Δεύτερον, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει «ιδιαίτερη ταυτότητα» στη χώρα καταγωγής «διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο».

 

41. Επιπλέον, το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[λ]αμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανόμενης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας». Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 30 της οδηγίας 2011/95, σύμφωνα με την οποία η ταυτότητα του φύλου μπορεί να σχετίζεται με ορισμένες νομικές παραδόσεις και έθιμα, που οδηγούν επί παραδείγματι σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, υποχρεωτική στείρωση ή υποχρεωτική αποβολή.

 

42. Επιπλέον, το σημείο 30 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1, σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης, διευκρινίζει, όσον αφορά την έννοια της «κοινωνικής ομάδας» που αναφέρεται στη σύμβαση αυτή και ορίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, ότι «το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. […] Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.»

 

Κατά την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα είναι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) «η ένωση προσώπων που συνδέονται με ένα κοινό χαρακτηριστικό, άλλο από το φόβο δίωξης, ή που αντιμετωπίζονται ως ομάδα από την κοινωνία. Το χαρακτηριστικό είναι συχνά έμφυτο, αναλλοίωτο ή θεμελιώδες για την ταυτότητα, τη συνείδηση ή την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της»[29].

 

Σύμφωνα δε με την αιτιολογική σκέψη 30 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ «για τους σκοπούς του καθορισμού της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη θέματα που απορρέουν από το φύλο του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου και του γενετήσιου προσανατολισμού, τα οποία μπορεί να σχετίζονται με ορισμένες νομικές παραδόσεις και έθιμα, που οδηγούν επί παραδείγματι σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, υποχρεωτική στείρωση ή υποχρεωτική αποβολή, στον βαθμό που έχουν σχέση με τον βάσιμο φόβο του αιτούντος για δίωξη σε βάρος του.»

 

Αναφορικά με το εάν θα μπορούσε να προσδιορισθεί μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στη βάση του φύλου, η  Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. σε κατευθυντήριες Οδηγίες  επισημαίνει πως «το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών»[30].

 

Στη συνέχεια, αναφορικά με την ιδιαίτερη ταυτότητα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο που θέτει η νομοθεσία (άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου/  άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95) η ανωτέρω ανάλυση της Ύπατης Αρμοστείας επισημαίνει πως η ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα πρέπει να έχει διακριτό χαρακτήρα ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη δίωξη των μελών της, υπό την έννοια ότι «δεν μπορεί να οριστεί με αποκλειστική αναφορά στη δίωξη που υποφέρουν τα μέλη της ή στον κοινό φόβο δίωξης[31] Επομένως, το κοινό χαρακτηριστικό δεν μπορεί να είναι μόνο ο ίδιος ο φόβος δίωξης. Εντούτοις, «η διωκτική ενέργεια σε βάρος της ομάδας μπορεί να αποτελεί καίριας σημασίας παράγοντα για τον εντοπισμό της σε μια ιδιαίτερη κοινότητα[32] Επίσης, το μέγεθος της ομάδας, το πλήθος των μελών ή των προσώπων που συνθέτουν την ομάδα, δεν ασκεί επιρροή όταν αξιολογείται η ύπαρξη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας[33].

 

Αναφορικά με τους λόγους δίωξης που απορρέουν από το φύλο και τη συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στα πλαίσια του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ σε σχετικές Οδηγίες, αναφέρει ότι «Κατ' ακολουθία, το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.»[34]

 

Στο εγχειρίδιο της EUAAEuropean Union Agency For Asylum «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας» (Δικαστική Ανάλυση, δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023)[35], στη σελίδα 119 (του κειμένου) αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Οι γυναίκες έχει αναγνωριστεί ότι διώκονται για λόγους που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, τόσο αποκλειστικά λόγω του φύλου τους όσο και, ειδικότερα, όταν συγκροτούν υποομάδες. Όπως επισήμανε το Ιρλανδικό Ανώτερο Δικαστήριο (High Court), «αναμφισβήτητα οι γυναίκες, γενικώς, ή οι γυναίκες που υφίστανται έμφυλη βία, μπορούν να αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα για τους σκοπούς της Σύμβασης». Ορισμένα παραδείγματα γυναικών από τέτοιες υποομάδες που αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες παρατίθενται στον πίνακα 17. Συχνά, οι περιστάσεις των υποθέσεών τους χαρακτηρίζονται από τη σώρευση διαφόρων μορφών έμφυλης βίας.».

 

Στο προοίμιο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) αναφέρεται το εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Αναγνωρίζοντας με ιδιαίτερη ανησυχία ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια συχνά εκτίθενται σε σοβαρές μορφές βίας, όπως η ενδοοικογενειακή βία, η σεξουαλική παρενόχληση, ο βιασμός, ο εξαναγκασμός σε σύναψη γάμου, τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της ούτως-αποκαλουμένης “τιμής” και σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, τα οποία συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς και σοβαρό εμπόδιο στην επίτευξη ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών.»

 

Στο σύγγραμμα “Ο καθορισμός του καθεστώτος πρόσφυγα- Ρήτρες Υπαγωγής και Ρήτρες Αποκλεισμού” (2024), της Αικατερίνης Κουτσοπούλου στις σελίδες 398 και 399, αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

Για παράδειγμα οι γυναίκες, αποτελούν παράδειγμα κοινωνικού συνόλου προσδιοριζόμενου από εγγενή και αμετάβλητα χαρακτηριστικά, τα οποία ενδέχεται να γίνονται αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο από την κοινωνία, ανάλογα με τη χώρα τους, εξαιτίας των κοινωνικών, νομικών ή θρησκευτικών κανόνων της χώρας καταγωγής ή των εθίμων της κοινότητας στην οποία ανήκουν.  Επίσης, οι γυναίκες μπορούν να ανήκουν σε μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, με κριτήριο την φύση των πράξεων δίωξης, στις οποίες φοβούνται ότι θα εκτεθούν, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, η οποία φύση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο προκειμένου να προσδιοριστεί η “ιδιαίτερη ταυτότητα της εν λόγω ομάδας στη χώρα καταγωγής”, χωρίς βέβαια τούτο να σημαίνει ότι όλες οι γυναίκες που φοβούνται θα αποτελούν μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. 

 

Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η αιτήτρια πιθανολογείται ευλόγως ότι θα κινδυνέψει να υποστεί πράξεις κακομεταχείρισης λόγω της διακριτικής μεταχείρισης που υφίστανται στην Λ.Δ.Κ. οι γυναίκες με το ίδιο προφίλ με την αιτήτρια.  Οι συγκεκριμένες πράξεις αποτελούν πράξεις δίωξης και συνιστούν παραβίαση του άρθρο 3 της ΕΣΔΑ[36], εκ του οποίου δε χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παρ. 2 της ίδιας Σύμβασης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το σύνολο των πράξεων που ευλόγως πιθανολογείται να αντιμετωπίσει η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa συνιστούν αναμφίβολα πράξεις δίωξης.

 

Διαφαίνεται από την πιο πάνω ανάλυση πως οι γυναίκες υπό προϋποθέσεις αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω την ύπαρξη φορέα δίωξης. Σε σχέση με τον ορισμό του φορέα δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Α του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζονται τα πιο κάτω:

 

«(α) το κράτος,

(β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,

(γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β.»

 

Ως φορείς δίωξης υπό την έννοια της Σύμβασης για το καθεστώς των προσφύγων μπορεί να είναι είτε κρατικές αρχές είτε ιδιώτες, αν οι κρατικές αρχές ανέχονται ή αρνούνται ή αποδεικνύονται αδύναμες να παρέχουν αποτελεσματική προστασία.[37] Εν προκειμένω, στην υπό εξέταση περίπτωση οι φορείς δίωξης είναι τόσο οι κρατικές υπηρεσίες, όσο και η ευρύτερη κοινωνία της χώρας, όπως προκύπτει από τις ως άνω διαθέσιμες πληροφορίες. Συνεπώς, έχοντας αξιολογήσει τις πιο πάνω πηγές, κρίνω ότι σωρευτικά οι διακρίσεις που υφίστανται οι  γυναίκες με το προφίλ της αιτήτριας στη Λ.Δ.Κ., όπως αδυναμία πρόσβασης σε εργασία, σε δημόσιες υπηρεσίες, σε στέγαση, στη δικαιοσύνη, καθώς και οι παραβιάσεις βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων που απορρέουν από τις πατριαρχικές αντιλήψεις που επικρατούν στη Λ.Δ.Κ.. προέρχονται/πηγάζουν τόσο από την κοινωνία, όσο και από το κράτος.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3Β του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000:

 

«(1) Προστασία μπορεί να παρέχεται από-

(α) το κράτος, ή

(β) ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,

υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2) και είναι σε θέση να το πράξουν.

(2) Η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Προστασία παρέχεται κατά κανόνα όταν οι φορείς που αναφέρονται στο εδάφιο (1) λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη ή την πρόκληση σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.».

 

Επομένως, αυτό που έπεται να εξεταστεί είναι εάν υπάρχει απροθυμία ή η αδυναμία του κράτους να παρέχει επαρκή κρατική προστασία. Επισημαίνεται πως οι υπεύθυνοι προστασίας πρέπει να έχουν όχι μόνον τη δυνατότητα, αλλά και τη βούληση να προστατεύσουν την συγκεκριμένη αιτήτρια έναντι των διώξεων ή της σοβαρής βλάβης στις οποίες ενδέχεται να εκτεθεί ή είναι εκτεθειμένη.   Επίσης, η προστασία αυτή πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή.

 

Ως προς την εν γένει αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης στη Λ.Δ.Κ., διεξήγαγα έρευνα εκ της οποίας εντοπίστηκε έκθεση του US Department of State που δημοσιεύτηκε στις 20 Μαρτίου του 2023, η οποία αναφέρει ότι: «αν και ο νόμος προβλέπει ανεξάρτητο δικαστικό σώμα, το δικαστικό σώμα ήταν διεφθαρμένο και υπόκειται σε επιρροές και εκφοβισμούς. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι και άλλα άτομα με επιρροή συχνά εξανάγκαζαν δικαστές. Το σύνταγμα προβλέπει το δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια δίκη, ανεξάρτητο δικαστικό σώμα και τεκμήριο αθωότητας για τον κατηγορούμενο, αλλά αυτά τα δικαιώματα δεν τηρήθηκαν πάντα. Οι αρχές καλούνται να ενημερώσουν τους κατηγορούμενους έγκαιρα και λεπτομερώς για τις κατηγορίες που τους βαρύνουν, με ελεύθερη διερμηνεία, όπως απαιτείται, αλλά αυτό δεν συνέβαινε πάντα. […] Η έλλειψη εισαγγελέων και δικαστών εμπόδισε την ικανότητα της κυβέρνησης να παρέχει γρήγορες δίκες και οι δικαστές αρνούνταν περιστασιακά τις μετακινήσεις σε απομακρυσμένες περιοχές όπου οι ελλείψεις ήταν πιο έντονες επειδή η κυβέρνηση δεν μπορούσε να υποστηρίξει επαρκώς τους δικαστές σε αυτές τις περιοχές. Το Υπουργείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανέφερε το 2021 ότι το 90 % των υποθέσεων δεν είχαν δικαστεί»[38]

 

Η ίδια πηγή αναφέρει ότι η παράλειψη εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς συνέβαλε στην ατιμωρησία, καθώς οι αποφάσεις συχνά ανατρέπονταν σε δευτεροβάθμια διαδικασία ή απορρίπτονταν λόγω διαδικαστικών λαθών[39]. Παράλληλα, η έκθεση του ΟΟΣΑ για κοινωνικούς θεσμούς το 2019, σημείωσε ότι αν και η ΛΔΚ επικύρωσε το Πρωτόκολλο του Αφρικανικού Χάρτη για τα Δικαιώματα των Ανθρώπων και των Λαών, το Πρωτόκολλο για τα Δικαιώματα των Γυναικών στην Αφρική, το Πρωτόκολλο του Μαπούτο το 2018 και ότι το Σύνταγμά της εγγυάται ότι όλα τα άτομα έχουν δικαίωμα στη ζωή και στη σωματική ακεραιότητα,  ωστόσο αναφέρει ότι: «δεν υπάρχει ολοκληρωμένος νόμος που να αντιμετωπίζει τη βία κατά των γυναικών», οι οποίες επιπλέον αντιμετωπίζουν «αδύναμα νομικά και δικαστικά συστήματα» και «κουλτούρα σιωπής των θυμάτων και ατιμωρησίας των δραστών».

 

Στην έκθεσή του, ο OECD παρατήρησε ότι ενώ υπάρχουν συνταγματικές εγγυήσεις, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στη δικαιοσύνη, συγκεκριμένα λόγω «του υψηλού κόστους των δικαστικών διαδικασιών, του ανεπαρκούς αριθμού δικαστηρίων, της αντιληπτής αναποτελεσματικότητας και της διαφθοράς στο δικαστικό σύστημα». Η πηγή επεσήμανε άλλες προκλήσεις που περιορίζουν τις γυναίκες να αναφέρουν τη βία ως «τη γενική έλλειψη γνώσης των γυναικών για τα νόμιμα δικαιώματά τους και έναν υποκείμενο φόβο να υποταχθούν[40].

 

Από τις ανωτέρω πηγές προέκυψε ότι η πρόσβαση και η απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας παρουσιάζεται περιορισμένη, καθώς και ότι η διαφθορά είναι διάχυτη στους κόλπους της αστυνομίας, αλλά και στους θεσμούς απονομής της δικαιοσύνης στην χώρα, στοιχεία που συνηγορούν στο ότι η αιτήτρια δεν θα έχει την δυνατότητα σε κρατική προστασία από τις αρχές της Λ.Δ.Κ.

 

Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που ανωτέρω αναλύθηκαν, διαφαίνεται πως δεν προκύπτουν στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής της, επιθυμούν και/ή είναι σε θέση να παρέχουν μόνιμη και αποτελεσματική προστασία προς το πρόσωπο της αιτήτριας από τις πράξεις δίωξης όπως σωματικής, ψυχικής και σεξουαλικής βίας, καθώς και συστηματικών διακρίσεων λόγω του φύλου της που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της.  Το κράτος στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας δεν παρέχει αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία στις μόνες γυναίκες, σεξουαλικά κακοποιημένες οι οποίες δεν έχουν ανδρικό και οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο.

 

Το άρθρο 12Γ (1) του Περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει ότι κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του- (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη  ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.». Είναι προφανές ότι το άρθρο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της αιτήτριας[41].

 

Δεδομένης λοιπόν της ευαλωτότητας της αιτήτριας, έχω εντοπίσει ότι ο Οδηγός της ΕΥΥΑ για την εσωτερική μετεγκατάσταση, αναφέρει πως ενδεχομένως η εσωτερική μετεγκατάσταση να μην παρουσιάζεται δυνατή για συγκεκριμένες κατηγορίες αιτητών, «για παράδειγμα, σε μερικές χώρες όπου τα ατομικά δικαιώματα των γυναικών είναι περιορισμένα και/ ή δεν είναι δυνατή η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ή βασικά μέσα επιβίωσης χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, ίσως να μην είναι σχετική η εξέταση της εσωτερικής μετεγκατάστασης για γυναίκες στις οποίες ελλείπει τέτοια υποστήριξη»[42].

 

Η αιτήτρια δεν διαθέτει κανένα οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η διαπίστωση αυτή δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου. Η απουσία ανδρικής και γενικότερα οικογενειακής στήριξης, ιδιαίτερα για γυναίκα χωρίς οικονομικούς πόρους και χωρίς επαγγελματική βάση, συνεπάγεται ουσιαστική αδυναμία επιβίωσης υπό συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρέπειας. Στις χώρες όπου κυριαρχούν παραδοσιακές και πατριαρχικές κοινωνικές δομές, η απουσία οικογενειακής προστασίας για γυναίκα νεαρής ηλικίας ισοδυναμεί με υψηλό κίνδυνο θυματοποίησης, κακοποίησης ή εμπορίας. Η επιστροφή της σε περιβάλλον όπου δεν διαθέτει στήριξη ούτε οικονομική βάση θα την εξέθετε σε ουσιαστικό κίνδυνο. 

 

Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι η αιτήτρια συνιστά μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και της σχετικής κυπριακής νομοθεσίας, ως ανύπανδρη γυναίκα που έχει σεξουαλικά κακοποιηθεί σε ευάλωτη κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, για την οποία το φύλο και οι κοινωνικοπολιτισμικοί παράγοντες της χώρας καταγωγής της αποτελούν ουσιώδη στοιχεία κινδύνου. Η συνολική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια θα τεθεί σε πραγματικό, σοβαρό και τεκμηριωμένο κίνδυνο δίωξης ή άλλης σοβαρής βλάβης, λόγω της ευάλωτης θέσης της ως γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και χωρίς οικονομικά μέσα.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι 1)  φορείς δίωξης της αιτήτριας δύνανται να είναι τόσο το κράτος, όσο και η ευρύτερη κοινωνία της Λ.Δ.Κ., 2) την αδυναμία του κράτους να παρέχει στην αιτήτρια αποτελεσματική και μόνιμης φύσης προστασία, το ενδεχόμενο μετεγκετάστασης κρίνεται ως αδύνατο, αφού δεν αξιολογείται ως εύλογο και ασφαλές να διαμείνει με ασφάλεια σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της χωρίς τη στήριξη ενός άνδρα.  Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως η αιτήτρια κινδυνεύει να πέσει θύμα διακρίσεων, να υποβληθεί σε σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση και/ή εκμετάλλευση, σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας καταγωγής της. Κατά συνέπεια δεν αξιολογείται ως ασφαλής και εύλογη η δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασής της σε οποιαδήποτε περιοχή της Λ.Δ.Κ.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αποδεκτά γεγονότα σε αντιστοίχιση με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, ως προς την αξιολόγηση του κινδύνου, συναρτάται πως στο πρόσωπο της αιτήτριας συγκεντρώνονται τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία στοιχειοθετώντας πως η αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή για έναν από τους λόγους που περιγράφονται στο άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000.  Από τα στοιχεία που έχω εξετάσει, διαφαίνεται πως λόγω βάσιμου φόβου δίωξης, η αιτήτρια αναγνωρίζεται πρόσφυγας.  Κατά συνέπεια, δεν κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός προβάλλεται από το συνήγορο της αιτήτριας.

 

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2018, με έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα και δια ταύτα χορηγείται στην αιτήτρια το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] USDOS – US Department of State: 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html

[2] EASO – European Asylum Support Office: 1. Sexual and gender-based violence (SGBV), including: Conflict related sexual violence, sexual and domestic violence, trafficking, traditional harmful practices 2. Legal framework (national legislation and international instruments) and implementation 3. State actors of protection 4. Social perception and non-state actors of protection [Q12], 10 July 2019, σ. 6

https://www.ecoi.net/en/file/local/2012709/2019_06_DRC_COI_Query_SGBV_Q12.pdf

[3] Reliefweb, UNFPA - DRCongo: Gender Based Violence in the Democratic Republic of the Congo: Key Facts and Priorities of humanitarian actors, 24 May 2019

https://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/gender-based-violence-democratic-republic-congo-key-facts-and

[4] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σ. 23

https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf

[5] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σ. 16

https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf

[6] Institut national de la statistique (INS) of DRC & ICF. 2025-02-20. Enquête démographique et de santé EDS-RDC III 2023–2024, p. 495, διαθέσιμο σε: IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors (2023–March 2025) [COD202235.E], 25 March 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124880.html

[7] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σ. 40-41

https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf

[8] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σ. 42 https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf

[9] Care International, Cases of sexual exploitation and harassment on the rise in the DRC, 11 July 2023, https://www.care-international.org/news/cases-sexual-exploitation-and-harassment-rise-drc ; AP, An alarming humanitarian crisis and massive sexual violence wrack eastern Congo, UN official says, 6 September 2023, https://apnews.com/article/un-congo-humanitarian-sexual-violence-conflict-minerals-0f5ebeaccff39ab97c61e981f1a7a3cf

[10] Care International, Cases of sexual exploitation and harassment on the rise in the DRC, 11 July 2023, https://www.care-international.org/news/cases-sexual-exploitation-and-harassment-rise-drc ; Care International, Health sector in DRC crumbles amidst conflict negatively impacting survivors of sexual assault, 14 November 2023, https://www.care.org/news-and-stories/press-releases/health-sector-in-drc-crumbles-amidst-conflict-negatively-impacting-survivors-of-sexual-assault/

[11] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Democratic Republic of Congo (DRC): Gender Based Violence, V.2, September 2018, σ. 8-11

https://www.refworld.org/reference/countryrep/ukho/2018/en/39582

[12] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Situation of women without a support network in Kinshasa [Q28-2023], 25 August 2023

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf

[13] Canada, IRB, Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019), 3 September 2019 https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458089&pls=1

[14] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 17

[15] McLean Hilker, L., Modi, A. T., ‘’Empowerment’ of adolescent girls and young women in Kinshasa: research about girls, by girls’, Gender and Development, vol. 24, no. 3, 2016, https://core.ac.uk/download/pdf/77599772.pdf,σελ. 478

[16] The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y σελ. 1

[17] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σ. 42

https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf

[18] Denmark, DIS, Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, 7 October 2022, σ. 45, 48

https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf

[19] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020

https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html

[20] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), σ. 48

https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf 

[22] Switzerland, State Secretariat for Migration (SEM) Focus RD Congo : Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016 available at : https://www.sem.admin.ch/dam/data/sem/internationales/herkunftslaender/afrika/cod/COD-alleinst-frauen-f.pdf σελ. 17-18.

[23] L’Avenir, Suzy Kibira Omari “Se muer en association partagée pour pallier aux besoins du ménage : une solution pour les femmes sans époux.”, 23 March 2017

[24] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019 https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html

[25] FIDH (2019), ‘Five priorities for a State that respects human rights’, σελ.13, διαθέσιμο στο: fidh_drc_five_priorities_for_a_state_that_respects_human_rights_march2019.pdf; UNDP, ‘Human Development Indices and Indicators: 2021 Statistical Update, Briefing note for countries on the 2021 Statistical Update, Congo (Democratic Republic of the)΄, διαθέσιμο στο Gender Inequality Index | Human Development Reports (undp.org)

[26] Kvinnatillkvinna, Equal Power Lasting Peace, The Democratic Republic of Congo. No peace for women, 2018, σελ. 9. 13-Equal-power-lasting-peace-DRC_ENG.pdf (kvinnatillkvinna.org), The Kvinna till Kvinna Foundation is a Swedish based foundation that is able to support women in conflict-affected areas through financial support from government agencies, institutions, foundations, organisations, companies and individual private donors.

[27] FIDH (2019), ‘Five priorities for a State that respects human rights’, σελ.13, διαθέσιμο στο: fidh_drc_five_priorities_for_a_state_that_respects_human_rights_march2019.pdf; UNDP, ‘Human Development Indices and Indicators: 2021 Statistical Update, Briefing note for countries on the 2021 Statistical Update, Congo (Democratic Republic of the)΄, διαθέσιμο στο Gender Inequality Index | Human Development Reports (undp.org)

[28] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019 www.ecoi.net/en/document/2028574.html

[30] Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, σημείο 12, https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818

[31] Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, σημείο 14, https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818

[32] Ό.π.

[33]  UNHCR, Κατευθυντήριες οδηγίες για τη διεθνή προστασία των προσφύγων: «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και/ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, 7 Μαΐου 2002, σημείο 18

https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818

[34] ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ «Δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων» (HCR/GIP/02/01), διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/3d36f1c64.html παρα. 30

[35] EUAA, Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας Δικαστική ανάλυση, Δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023, σ. 119

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-12/2024_Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_EL.pdf

 

[36] Ως προς την οριζόντια απαγόρευση η οποία τίθεται τουλάχιστον έμμεσα και έναντι των ιδιωτών βλ. σχετικά και Τσιρλή Μ. 'Άρθρο 3 Απαγόρευση των βασανιστηρίων' σε Λ. Α. Σισιλιάνο 'Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ερμηνεία Κατ' άρθρο' (Έκδ 2η, Νομική Βιβλιοθήκη),  122  βλ. εξάλλου και ΕΔΔΑ, SA vSweden (Application no. 66523/10, απόφαση ημερ. 27.06.2013, παρ. 42)  «Owing to the absolute character of the right guaranteed, Article 3 of the Convention may also apply where the danger emanates from persons or groups of persons who are not public officials. However, it must be shown that the risk is real and that the authorities of the receiving State are not able to obviate the risk by providing appropriate protection (H.L.R. v. France, judgment of 29 April 1997, Reports 1997-III, § 40).».

[37] UNCHR «Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων», 6ηεκδ. (παρ. 51) ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΥΠΑΤΟΥ ΑΡΜΟΣΤΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ,  Αθήνα 2009, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα:

www.unhcr.gr/no_cache/prostasia/nomiki-prostasia.html , παρ.65

[38] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023

 www.ecoi.net/en/document/2089109.html

[39] Ό.π.

[40] OECD, OECD’s Social Institutions and Gender index country report on the Democratic Republic of Congo of 2019

https://gcbhr.org/backoffice/resources/KHub/oecd-development-center-social-institutions-and-gender-index-drc-facts-2019.pdf

 

[41] Βλ. σχετικά EASO, 'Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative' (2021), 12 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf

[42] EASO, 'Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative' (2021), 15 https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο