B.I.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4250/2024, 27/1/2026
print
Τίτλος:
B.I.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4250/2024, 27/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 4250/2024

27 Ιανουαρίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

B.I.L. από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ARC 581XXXXX

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 Καθ' ων η Αίτηση

 

Περίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Μ. Φιλίππου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών (Παρούσα η διερμηνέας κα  Ζαχαρούδη για πιστή μετάφραση από Λινγκάλα σε Ελληνικά και αντίστροφα)

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης  του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 24/9/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 17/10/2024 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000  και είναι παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης  του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται  στον Αιτητή καθεστώς προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ)  και στις  13/12/2021  συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

Στις 14/12/2021, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λάρνακας.  Στις 26/08/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη (interview) του Αιτητή από Λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, εφεξής EUAA. Στη συνέχεια και δη στις 18/09/2024, Λειτουργός του EUAA ετοίμασε Έκθεση/ Εισήγηση, σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Ο  Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 24/09/2024 και για έκδοση απόφασης επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Στις 17/10/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του αλλοδαπού, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.

Στη συνέχεια και δη στις 29/10/2024, καταχωρήθηκε  η παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.).

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ.

Ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου του, τόσο κατά το εισαγωγικό του σημείωμα όσο στη Γραπτή του Αγόρευση προωθεί πλείονες λόγους ακύρωσης της πράξης και/ή απόφασης και οποιαδήποτε ενέργεια ενδιάμεση ή/και προπαρασκευαστική αυτής.

Συγκεκριμένα, και δη κατά τη Γραπτή αγόρευσή του, προωθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενέργησαν παράνομα και/ή κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, κατόπιν μη δέουσας έρευνας και αξιολόγησης, με πλημμελή άσκηση της αρμοδιότητας τους και/ή καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και οι προπαρασκευαστικές αυτών πράξεις, λήφθηκαν από όργανο μη νόμιμα ή/και μη ορθά συγκρατημένο και/ή με συμμετοχή αναρμόδιου οργάνου.

 Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων προσφυγής και υποδεικνύουν ότι οι εγειρόμενοι λόγοι προσφυγής δεν προβάλλονται σύμφωνα με τις επιταγές του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Σε κάθε περίπτωση αντιτείνουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα  και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ημερομηνίας 11/11/2025 ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή απέσυρε όλους τους λόγους ακύρωσης πλην όμως του ισχυρισμού ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη χωρίς δέουσα έρευνα και δεν είναι δεόντως και/ή επαρκώς αιτιολογημένη. 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Ο Αιτητής κατά τη Καταγραφή του Αιτήματός του ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ), γεννηθείς στις 20/02/2000 στη πόλη Boende. Ανέφερε ότι είναι άτεκνος και άγαμος, ανήκει στη θρησκευτική ομάδα  Bima και ομιλεί Λινγκάλα. Ταξίδεψε με το διαβατήριο του μέσω Τουρκίας και μέσω κατεχομένων περιοχών εισήλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία στις 01/11/2021.

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ανέφερε ότι ενώ παρακολουθούσε κάποια εκπαιδευτικά μαθήματα οι φίλοι του που ήταν συμμαθητές του ήταν παράλληλα εγκληματίες και ασχολούνταν με την εμπορία ναρκωτικών. Του εισηγήθηκαν να συμμετέχει στη διαδικασία αυτή ωστόσο ο ίδιος αρνήθηκε. Εξαιτίας της άρνησή του οι φίλοι του τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν καθώς επίσης πλέον γνώριζε τις δραστηριότητές τους αυτές και θα τους κατέδιδε (Ερ. 28-26 Δ.Φ.).

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ο Αιτητής επανέλαβε τα προσωπικά του στοιχεία. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι είναι χριστιανός καθολικός. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη προδημοτική του εκπαίδευση το και έπειτα δεν συνέχισε οποιαδήποτε άλλη φοίτηση. Παρακολουθούσε ωστόσο εκπαίδευση ως μηχανικός αυτοκινήτων (Ερ. 63, 1,2 Ερ. 62, 2 Δ.Φ.)

Όσον αφορά το οικογενειακό του πλαίσιο ανέφερε ότι και οι δύο του γονείς έχουν αποβιώσει η μητέρα του κατά το 2006, δεν γνωρίζει ωστόσο την αιτία θανάτου της μητέρας του, ενώ ο πατέρας του απεβίωσε το 2009 έπειτα από δυστύχημα. Ο ίδιος ανέφερε ότι μεγάλωσε με τους παππούδες του, από τη μητρική του οικογένεια. Επιπλέον ανέφερε ότι έχει μία αδελφή η οποία διαμένει στη πόλη Brazzaville. Έχει επίσης μία ξαδέλφη και έναν θείο από τη πατρική του οικογένεια. Ο θείος του συμπλήρωσε διαμένει επίσης στη Brazzaville και η ξαδέλφη του διαμένει στη Γαλλία και δη στο Παρίσι (Ερ. 62, 1, Ερ. 61, 1 Δ.Φ.).

Ανέφερε ότι  γεννήθηκε στη πόλη Boende και μεγάλωσε στο χωριό Bokafa   της επαρχίας Tshuapa όπου και διέμενε όλη του τη ζωή. Το 2020 μετοίκησε στη Κινσάσα όπου και διέμενε μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. εισήλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία στις 04/11/2021 παράνομα μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχών (Ερ. 60,1 Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι δεχόταν απειλές. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ανέφερε ότι μετά τον θάνατο της γιαγιάς του, μετοίκησε με τον θείο του στην Κινσάσα. Κατά την παραμονή του εκεί ξεκίνησε εκπαίδευση ως μηχανικός αυτοκινήτων. Το 2020, εξαιτίας της πανδημίας του Covid-19, διέκοψε την εκπαίδευσή του, την οποία συνέχισε μετά τη λήξη της πανδημίας.

Κατά την επιστροφή του στη σχολή, εντάχθηκε χωρίς τη θέλησή του σε μια συμμορία, η οποία, πέραν της επισκευής αυτοκινήτων, πωλούσε παράλληλα παράνομα προϊόντα. Κατά την επίσκεψή τους στην περιοχή Ma Campagne για την επισκευή οχημάτων, ξέσπασαν αιφνιδίως πυροβολισμοί. Κατά τη διάρκεια των πυροβολισμών τραυματίστηκαν ορισμένα πρόσωπα, ενώ ο ίδιος και κάποιοι από τους φίλους του κατάφεραν να διαφύγουν με τη βοήθεια κάποιου στρατηγού.

Ο Αιτητής συμπλήρωσε ότι ο στρατηγός κάλεσε την αστυνομία, η οποία εξαπέλυσε πυροβολισμούς και απομάκρυνε τη συμμορία του Αιτητή, ενώ τους υπέδειξαν να μην αναφέρουν ότι έτυχαν βοήθειας από τον συγκεκριμένο στρατηγό. Ο αιτητής, παρά τις οδηγίες αυτές, όταν επέστρεψε στο σπίτι του θείου του, του ανέφερε το περιστατικό, καθώς και το γεγονός ότι η συμμορία - όπως και ο ίδιος- ασχολούνταν με την εμπορία παράνομων προϊόντων. Ο θείος του τότε τον συμβούλευσε να τερματίσει την εκπαίδευσή του, καθώς η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο.

Ο αιτητής εξήγησε ότι τα μέλη της συμμορίας γνώριζαν τον τόπο διαμονής του και άρχισαν να τον επισκέπτονται, απειλώντας τον ότι όφειλε να συνεχίσει την εκπαίδευσή του, αφού πλέον γνώριζε τον στρατηγό που τους βοήθησε να διαφύγουν. Μία ημέρα, κατά τη διάρκεια γιορτής στην οικία του θείου του, μέλη της αστυνομίας, χωρίς να φέρουν την επίσημη αστυνομική ενδυμασία, μετέβησαν στην οικία με σκοπό να συλλάβουν τον θείο του. Ωστόσο, λόγω της παρουσίας καλεσμένων, δεν κατάφεραν να τον συλλάβουν.

Μετά την επίσκεψη της αστυνομίας, ο θείος του αποφάσισε να βοηθήσει τον Αιτητή να διαφύγει από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ωστόσο, μέχρι να συγκεντρωθεί το απαιτούμενο ποσό, ο αιτητής αναγκάστηκε να παραμείνει στη χώρα για μεγαλύτερο διάστημα. Επιπλέον, ανέφερε ότι η αστυνομία, και πάλι χωρίς διακριτικά, εισήλθε εκ νέου στην οικία και την κατέστρεψε ολοσχερώς, ενημερώνοντάς τους ότι ο αιτητής όφειλε να μην αναφέρει ποτέ το όνομα του εν λόγω αρχηγού. Μετά το περιστατικό αυτό, οι απειλές πολλαπλασιάστηκαν, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του θείου του.

Τότε ο θείο του Αιτητή, συνομίλησε με τον ιερέα της ενορίας του, και συμφώνησαν όπως ο Αιτητής διαμείνει στην οικία του ιερέα, ενώ ο θείος του  διέφυγε στην πόλη Brazzaville. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι λόγω των απειλών, κατά την παραμονή του με τον ιερέα δεν κυκλοφορούσε καθόλου, ενώ ο ιερέας τον είχε προειδοποιήσει πως, εάν τον εντόπιζε η αστυνομία, ενδεχομένως να συλλαμβανόταν ή ακόμη και να σκοτωνόταν. (Ερ. 59 Δ.Φ.). 

Κληθείς να επιβεβαιώσει εάν ο λόγος που αιτείται διεθνή προστασία είναι το γεγονός ότι, ενώ ακόμη βρισκόταν στη χώρα καταγωγής του, εξαναγκάστηκε να ενταχθεί σε εγκληματική συμμορία, από την οποία τελικά αποχώρησε. Μετά την αποχώρησή του, καθώς υπήρξε μάρτυρας ενός περιστατικού κατά το οποίο ο «αρχηγός» της γειτονιάς του ενήργησε προς όφελος της συμμορίας, ο ίδιος, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειάς του, όπως ο θείος του, στοχοποιήθηκαν τόσο από την αστυνομία όσο και από μέλη της συμμορίας. Επιπλέον, κλήθηκε να επιβεβαιώσει ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του, διότι φοβάται ότι ενδέχεται να εντοπιστεί και να υποστεί βλάβη από την αστυνομία, δεδομένου ότι ήταν μάρτυρας της εμπλοκής του «αρχηγού» υπέρ της συμμορίας στην οποία είχε εξαναγκαστεί να συμμετάσχει στο παρελθόν ενώ δεν έχει προβάλει  οποιονδήποτε περαιτέρω λόγο για την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής απάντησε καταφατικά (Ερ. 58, 1 Δ.Φ.).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις και αναφορικά με το χρονικό διάστημα που μετοίκησε στη Κινσάσα για να διαμείνει με τον θείο του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αφού απεβίωσαν οι παππούδες του, περί του 2020 εγκαταστάθηκε  στη Κινσάσα  χωρίς ωστόσο να μπορεί να ανακαλέσει την ακριβή ημερομηνία.

Επιπλέον ο Αιτητής κλήθηκε να παραθέσει πληροφορίες αναφορικά με την εκπαίδευση που λάμβανε, όπου ανέφερε ότι ήταν εκπαίδευση για μηχανικός αυτοκινήτου σε σχολή στη περιοχή Ndjili αναγκάσθηκε να την διακόψει περί το 2020 εξαιτίας της πανδημίας της COVID-19 και συνέχισε την εν λόγω εκπαίδευσή του περί τον Μάρτιο του 2021 (Ερ. 57, 1 Δ.Φ.).

Κληθείς να περιγράψει με ποιο τρόπο εξαναγκάσθηκε να εισαχθεί στην εν λόγω συμμορία ο Αιτητής παρέδιδε τα προϊόντα τα οποία ωστόσο αρχικά δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομα και ήταν με την εντύπωση ότι ήταν μέρος της εκπαίδευσής του. Επιπλέον ανέφερε ότι εάν δεν παρέδιδε αυτά τα προϊόντα και δεν ήταν μέλος της συμμορίας αυτής,  δεν του επιτρεπόταν να παρακολουθήσει εκπαίδευσή του (Ερ. 57, 1 και Ερ. 56 1 Δ.Φ.).

Ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι περιλάμβαναν τα προϊόντα το οποία παρέδιδε μέχρι τη μέρα του περιστατικού το οποίο ανέφερε στη συνέχεια στον θείο μέσω του οποίου ανακάλυψε πως τα αντικείμενα που παρέδιδε ήταν ουσίες που χρησιμοποιούνταν για εισπνοή από τη μύτη.

Ο Αιτητής στη συνέχεια κλήθηκε να περιγράψει μία από τις φορές που παρέδωσε παράνομα προϊόντα σε ένα σπίτι. Απάντησε ότι μια ημέρα μετέβη στην περιοχή Ma Campagne, χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού, κρατούσε μια τσάντα και την παρέδωσε στο άτομο που βρισκόταν στο σπίτι (Ερ. 56, 1 Δ.Φ.)  Ερωτηθείς με ποιο τρόπο ο θείος του έμαθε ότι οι παραδόσεις που έκανε ήταν παράνομες, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τα έμαθε όλα αυτά κατά τη διάρκεια περιστατικού με τους πυροβολισμούς, όπου ο Αιτητής του περιέγραψε τι είχε συμβεί (Ερ. 56, 1, Δ.Φ.). Επιπλέον ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι προϊόντα μετέφερε, ενώ βρίσκονταν σε τσάντα και απλά τα παρέδιδε. Ωστόσο ανέφερε οι παραδώσεις γίνονταν εντός της εκπαίδευσής του. Ερωτηθείς για ποιο λόγο ο ίδιος αποδέχτηκε να προβαίνει σε αυτές τις παραδόσεις ανέφερε ότι δεν αποδέχτηκε αλλά εξαναγκάστηκε καθότι ή θα τον σκότωναν ή δεν θα είχε τη δυνατότητα να ολοκληρώσει  την εκπαίδευσή του και επειδή η συμμορία γνώριζε το τόπο διαμονής του Αιτητή  τους απειλούσαν (Ερ. 55, 1 Δ.Φ.) Ως προς την ονομασία της συμμορίας στην οποία υποστήριξε ότι εξαναγκάστηκε να γίνει μέλος,  ερωτηθείς  για το όνομά της ανέφερε ότι δεν είχε όνομα ενώ δεν το γνώριζε, ωστόσο ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι αρχηγός της ομάδας ήταν το ίδιο πρόσωπο που διηύθυνε την εκπαίδευση (Ερ. 55 1 Δ.Φ.).

Στη συνέχεια ο Αιτητής, κλήθηκε να περιγράψει το περιστατικό στη περιοχή Ma Campagne όπου μετέβησαν με την συμμορία, και υπήρξαν πυροβολισμοί, ο Αιτητής ανέφερε ότι εκείνη τη μέρα το περιστατικό δεν συνέβη σε περιοχή που παρέδιδε ο ίδιος. Η συμμορία του ζήτησε να μεταβεί στην εν λόγω περιοχή αφού ολοκλήρωνε την δική του παράδοση, περιοχή που όπως ανέφερε συνέβη και το εν λόγω περιστατικό. Όταν ο ίδιος έφτασε στην εν λόγω περιοχή επικρατούσε ήδη διαπληκτισμός μεταξύ των παρευρισκόμενων, ο φίλος του δέχτηκε πυροβολισμό και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ενώ ακολούθως στη περιοχή επενέβη η αστυνομία και ο στρατηγός που τους βοήθησε να διαφύγουν. Ερωτηθείς ποια ήταν τα πρόσωπα που διαπληκτίστηκαν  ο Αιτητής ανέφερε ότι επρόκειτο για επίθεση  σε μέλη της συμμορίας του καθότι πρόκειται για πρόσωπα που έχουν διασυνδέσεις με τον στρατηγό που εν τέλει τους βοήθησε. Ανέφερε ότι τόσο τα μέλη της συμμορίας όσο και πρόσωπα της αντίθετης ομάδας είχαν στη κατοχή τους όπλα ενώ μέλη και των δύο ομάδων σκοτώθηκαν (Ερ. 55, 1 Δ.Φ.).

Ερωτηθείς ποια ήταν τα λοιπά πρόσωπα που εμπλέκονταν στη συγκεκριμένη διένεξη, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν τα γνώριζε. Όταν ο ίδιος μετέβη στην εν λόγω περιοχή, τα μέλη της συμμορίας του τού ζήτησαν να επιβιβαστεί σε αυτοκίνητο, καθώς όλοι προσπαθούσαν να διαφύγουν. Κατά την προσπάθειά του να επιβιβαστεί στο όχημα, ο ίδιος ανέφερε ότι τραυματίστηκε και αιμορραγούσε, ενώ τα άτομα που είχαν ήδη επιβιβαστεί αποβιβάστηκαν και μετέβησαν σε συγκεκριμένο σημείο, όπως τους είχε ζητηθεί. Στη συνέχεια, ο στρατηγός, συνοδευόμενος από τους ανθρώπους του, έφθασε στο σημείο, επιβίβασε όλα τα πρόσωπα σε οχήματα και κατόπιν διέφυγαν. Ερωτηθείς για τον εν λόγω στρατηγό ανέφερε ότι  επρόκειτο για τον στρατηγό της περιοχής Tshangu (Ερ. 54, 1 Δ.Φ.).

Ο Αιτητής ανέφερε ότι μετά το περιστατικό της ανταλλαγής πυρών μεταξύ συμμοριών ο θείος του τον συμβούλευσε να τερματίσει την εκπαίδευσή του ενώ οι φίλοι του- μέλη της συμμορίας τον απείλησα να επιστρέψει στη σχολή καθότι ο Αιτητής ήδη γνώριζε τον στρατηγό. Ο Αιτητής επιπλέον ανέφερε ότι τα πρόσωπα που ήταν συμμαθητές του στη σχολή του ανέφεραν μετά το περιστατικό ανταλλαγής πυρών να μην αναφέρει το γεγονός ότι ο ίδιος συνάντησε τον εν λόγω στρατηγό. Ωστόσο ο Αιτητής είχε αναφέρει το εν λόγω περισταιτκό στον θείο του. όταν οι φίλοι του στη σχολή αντιλήφθηκαν ότι ο Αιτητής διέκοψε την εκπαίδευσή του, αναμίχθηκε η αστυνομία  η οποία άρχισε να αναζητά τόσο τον ίδιο όσο και τον θείο του για να τους σκοτώσει. Τότε ήταν που ο θείος του εγκατέλειψε τη περιοχή και μετέβη στην Brazzaville ενώ ο Αιτητής μετέβη στον ιερέα όπου και διέμεινε.

Στη συνέχεια κλήθηκε να περιγράψει τις απειλές που ο Αιτητής έλαβε για να επιστρέψει στην συμμορία, ο Αιτητής ανέφερε ότι αρχικά δεν ήταν απειλές αλλά μόνο προσπάθειες να τον επαναφέρουν στη συμμορία. Αργότερα ανέφερε ότι εισέβαλαν στην οικία που διέμενε με τον θείο του πριν μετακομίσει στην οικία του ιερέα και το κατέστρεψαν (Ερ. 54, 1. Δ.Φ.).

Αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο η αστυνομία επισκέφθηκε την οικία του θείου του Αιτητή με σκοπό τη σύλληψή του, πλην όμως αυτή δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της παρουσίας πολλών ατόμων σε εκδήλωση βάπτισης που λάμβανε χώρα στην εν λόγω οικία, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος βρισκόταν ήδη στην οικία του ιερέα. Στη συνέχεια ο Αιτητής, κλήθηκε να εξηγήσει προηγούμενη αναφορά του κατά την οποία δήλωσε ότι μετά το περιστατικό της επίσκεψης της αστυνομίας ακολούθησαν διάφορα άλλα γεγονότα, τα οποία τον ώθησαν τελικώς να μετακομίσει και να διαμένει στην οικία ιερέα ενώ σε μεταγενέστερη δήλωσή του ανέφερε ότι, κατά τον χρόνο της πρώτης επίσκεψης της αστυνομίας στην οικία του θείου του, ο ίδιος ήδη διέμενε στην οικία του ιερέα. Ο Αιτητής δήλωσε περαιτέρω ότι η αστυνομία συνέχισε να τον αναζητεί και να πραγματοποιεί επισκέψεις, χωρίς όμως να φέρει αστυνομική ενδυμασία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα άτομα αυτά ισχυρίζονταν ότι ήταν φίλοι του. Αντιθέτως, την ημέρα κατά την οποία επισκέφθηκαν την οικία του θείου του, μετέβησαν με υπηρεσιακό όχημα.

Ερωτηθείς για ποιον λόγο ο θείος του εν τέλει δεν συνελήφθη, λαμβανομένου υπόψη ότι ήταν ουσιαστικής σημασίας να μη γίνει γνωστή η συνδρομή του στρατηγού στη διαφυγή του Αιτητή κατά το περιστατικό της διαμάχης μεταξύ των συμμοριών, ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά την επίσκεψη της αστυνομίας στην οικία του θείου του, ο τελευταίος δήλωσε στους αστυνομικούς πως, λόγω της εορτής που λάμβανε χώρα στην οικία και της παρουσίας πολλών προσκεκλημένων, δεν ήταν δυνατόν να τους ακολουθήσει στο αστυνομικό τμήμα εκείνη τη στιγμή. Ανέφερε, ωστόσο, ότι θα μετέβαινε αυτοβούλως την επόμενη ημέρα. Ο θείος του όμως όπως ανέφερε ο Αιτητής, την επόμενη ημέρα διέφυγε (Ερ. 53,1 Δ.Φ.).

Κληθείς να περιγράψει ποια άλλα περιστατικά έλαβαν χώρα κατά τα οποία η αστυνομία τον αναζητούσε, ο Αιτητής ανέφερε ότι μέλη της αστυνομίας επισκέπτονταν την οικία του φορώντας πολιτικά ρούχα και δηλώνοντας ότι ήταν φίλοι του. Ανέφερε, ωστόσο, ότι την ημέρα κατά την οποία εισέβαλαν στην οικία και προκάλεσαν καταστροφές, ο θείος του είχε ήδη διαφύγει, ενώ ο ίδιος διέμενε ήδη στην οικία του ιερέα.

Ερωτηθείς ποια πρόσωπα βρίσκονταν στην οικία κατά τον χρόνο της εισβολής και της καταστροφής της από μέλη της αστυνομίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι ενημερώθηκε σχετικά εκ των υστέρων από τον ιερέα και από πρόσωπα της εκκλησίας.

Επιπλέον, ανέφερε ότι η αστυνομία αναζητούσε τόσο τον ίδιο όσο και τον θείο του με σκοπό να τους σκοτώσει, καθώς θεωρούσαν ότι ο Αιτητής επρόκειτο να αποκαλύψει μυστικά σχετικά με τη δράση του στρατηγού και των μελών της συμμορίας του.

Ερωτηθείς με ποιο τρόπο προσπάθησαν να τον σκοτώσουν, ο Αιτητής ανέφερε ότι μετά το περιστατικό ανταλλαγής πυρών μεταξύ των συμμοριών, ο ίδιος δεν ήρθε ξανά σε επαφή με την αστυνομία ούτε συνάντησε ποτέ αστυνομικούς. Ωστόσο, δήλωσε ότι, σε περίπτωση που τον συναντούσαν, θα τον σκότωναν.

Ερωτηθείς από ποιον κατεστράφη η οικία του, καθότι είχε προηγουμένως αναφέρει ότι η οικία του είχε καταστραφεί από φίλους του, ενώ παράλληλα είχε δηλώσει ότι υπεύθυνη ήταν η αστυνομία, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα. Σημείωσε ότι η αστυνομία επισκεπτόταν την οικία του φορώντας πολιτικά ρούχα, ενώ τα πρόσωπα που ενημέρωσαν τον ιερέα για την καταστροφή ανέφεραν ότι υπεύθυνη ήταν η αστυνομία. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν μπορεί να διασαφηνίσει εάν πρόκειται για την αστυνομία ή για τους φίλους του.

Κληθείς να περιγράψει τις απειλές που δέχθηκε, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο στρατηγός έστελνε την αστυνομία με πολιτικά ρούχα. Τη μοναδική φορά που επισκέφτηκαν την οικία του φορώντας την αστυνομική στολή ήταν κατά τη διάρκεια της γιορτής στην οικία του θείου του.

Ερωτηθείς τι συνέβαινε κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών, ο Αιτητής ανέφερε ότι τον αναζητούσαν και του επαναλάμβαναν ότι έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία του.

Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο στοχοποιήθηκε προσωπικά, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τη διάρκεια του περιστατικού στη συγκεκριμένη περιοχή βρίσκονταν και άλλα πρόσωπα και ότι δεν ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν νέο μέλος στη συμμορία. Επιπλέον, ανέφερε ότι το γεγονός ότι αποκάλυψε το εν λόγω περιστατικό στον θείο του και διέκοψε τη συμμετοχή του στη συμμορία, ώθησε τον στρατηγό να στραφεί  προσωπικά εναντίον του. Αναφορικά με τον στρατηγό, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν τον γνωρίζει προσωπικά, γνωρίζει ωστόσο μόνο ότι είναι ο αρχηγός της περιοχής Tshangu. Πέραν της ημέρας του εν λόγω περιστατικού, δεν τον είχε συναντήσει εκ νέου. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει εάν ο στρατηγός προβαίνει σε φόνους ή εάν χρησιμοποιεί πρακτικές μαύρης μαγείας. (Ερ. 50 Δ.Φ.).

Ο λειτουργός της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο, εφεξής EUAA, κατά την εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή διαπίστωσε 4 ουσιώδης ισχυρισμούς ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν:

 Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και συνήθης διαμονή του Αιτητή.

 Κατά τη παραμονή του Αιτητή στη Κινσάσα, εξαναγκάσθηκε να εισαχθεί σε συμμορία.

Περί τον Ιούνιο του 2021 κι ενώ βρισκόταν στη περιοχή Ma Campagne της Κινσάσα, βρέθηκε σε διαπληκτισμό μεταξύ συμμοριών από τον οποίο προσπάθησε να διαφύγει

Η Αστυνομία στοχοποίησε τον Αιτητή και τον πατρικό του θείο ο οποίος τον φιλοξενούσε στη Κινσάσα, καθώς ο Αιτητής ήταν παρόν στη προσπάθεια το στρατηγού να βοηθήσει τον ίδιο και τη συμμορία του να διαφύγουν από τον διαπληκτισμό και εξαιτίας αυτού ο Αιτητής αποσχίσθηκε από την συμμορία του.

Κατά την αξιολόγηση του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού ο λειτουργός της EUAA  έκρινε ότι οι απαντήσεις του Αιτητή δόθηκαν με ακρίβεια και συνέπεια και για αυτό και τον έκανε αποδεκτό, διαπιστώνοντας πως πληρούνται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία. 

Κατά την εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ο εξαναγκασμός του Αιτητή να εισαχθεί σε συμμορία κατά τη διαμονή στη Κινσάσα, ο Λειτουργός κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν λεπτομέρειας και ακρίβειας. Αναφορικά με την δήλωσή του ότι εξαναγκάσθηκε να εισαχθεί σε συμμορία κατά την εκπαίδευσή του στη σχολή όπου παρακολουθούσε μαθήματα μηχανικού αυτοκινήτου, ο Λειτουργός έκρινε ότι υπήρξαν ασαφείς. Συγκεκριμένα ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης του προγράμματος αυτού σε σχολή στη Κινσάσα, παρέδιδε κάποια προϊόντα τα οποία δεν σχετίζονταν με την εκπαίδευσή του. σε μεταγενέστερο στάδιο αντιλήφθηκε μέσω του θείου του ότι τα εμπορεύματα αυτά ήταν παράνομες ναρκωτικές ουσίες, ωστόσο σύμφωνα με τον λειτουργό ο Αιτητής δεν εξήγησε σαφώς γιατί η παράδοση προϊόντων σε σπίτια ενώ παρακολουθούσε την εν λόγω εκπαίδευση, θεωρείτο ως εξαναγκασμός σε συμμετοχή του σε συμμορία.

Σε μεταγενέστερη αναφορά του ο Αιτητής δήλωσε ότι εάν δεν παρέδιδε τα εν λόγω εμπορεύματα όπως του επέβαλλαν τα πρόσωπα της εκπαίδευσης  και ιδιαίτερα ο διευθυντής του προγράμματος τους, δεν θα του επιτρεπόταν να συνεχίσει την παρακολούθησή της εν λόγω εκπαίδευση ως μηχανικός αυτοκινήτων, ενώ όσο διεκπεραίωνε αυτές τις παραδόσεις του επιτρεπόταν να συνεχίζει τη σχολή. Ο Λειτουργός ωστόσο διαπιστώνει ότι οι αναφορές του αυτές είναι ελλιπείς καθότι ο Αιτητής δεν προέβαλε συγκεκριμένο λόγο που οι παραδόσεις των εμπορευμάτων αυτών ισοδυναμεί με τον εξαναγκασμό του σε συμμετοχή στη συμμορία ενώ απέτυχε να περιγράψει συγκεκριμένο περιστατικό που να αποδεικνύει ότι οι παραδόσεις αντιστοιχούσαν στην εξαναγκαστική του συμμετοχή στη συμμορία. Αντιθέτως ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής μπορούσε να τερματίσει τις εν λόγω ενέργειες εάν διέκοπτε τη φοίτησή του στη σχολή.

Κληθείς να περιγράψει ένα περιστατικό κατά οτ οποίο ο ίδιος παρέδωσε τα εμπορεύματα, ο Αιτητής ανέφερε ότι μία μέρα μετέβη στην περιοχή Mac Campagne όπου χτύπησε τη πόρτα κάποιου σπιτιού και παρέδωσε στο πρόσωπο που του άνοιξε, τη τσάντα την οποία κρατούσε.  Ωστόσο οι αναφορές του Αιτητή ότι παρέδιδε παράνομες ουσίες ήταν στερούνταν επαρκείς πληροφορίες ενώ ο ίδιος δεν μπόρεσε να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τις παραδόσεις που ο ίδιος διεκπεραίωνε. Αντιθέτως, ο λειτουργός διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με το πώς εν τέλει διαπίστωσε ο θείος του ότι τα εμπορεύματα αυτά ήταν παράνομες ουσίες ενώ ο ίδιο ο Αιτητής διαπιστώθηκε ότι δεν μπορούσε να ονομάσει μία από αυτές τις ουσίες και δεν παρέθεσε σχετικές επαρκείς και σαφείς πληροφορίες. Παράλληλα ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι η άγνοια του ονόματος της συμμορίας που κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή, είχε εξαναγκασθεί να συμμετέχει ήταν απροσδόκητη.

Προχωρώντας στην εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή ο Λειτουργός ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διαπιστώνει ότι οι υπό εξέλιξη  αφρικανικές πόλεις αντιμετωπίζουν θέματα ασφαλείας, ωστόσο επειδή οι αναφορές του Αιτητή κρίθηκαν ως ελλιπείς σε πληροφορία και ασαφείς ο ισχυρισμός αυτός δεν στοιχειοθετήθηκε. Συμπερασματικά ο Λειτουργός δεν έκανε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή αποδεκτό.

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι ότι περί τον Ιούνιο του 2021, ενώ βρισκόταν στην περιοχή Ma Campagne της Κινσάσα, ενεπλάκη σε περιστατικό διαπληκτισμού μεταξύ συμμοριών, από το οποίο προσπάθησε να διαφύγει, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι αναφορές του Αιτητή στερούνταν επαρκούς λεπτομέρειας και σαφήνειας.

Ειδικότερα, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι οι περιγραφές του Αιτητή αναφορικά με το εν λόγω περιστατικό ήταν ελλιπείς και υπερβολικά περιληπτικές. Περαιτέρω, έκρινε ότι, σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή, ο τελευταίος μετέβη στην περιοχή ενώ το περιστατικό βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη, γεγονός που ευλόγως θα ανέμενε την παροχή επαρκών, σαφών και συγκεκριμένων πληροφοριών, τις οποίες, κατά την κρίση του Λειτουργού, ο Αιτητής δεν προσκόμισε.

Αναφορικά με τον τρόπο διαφυγής του από τη σκηνή, ο Αιτητής ανέφερε ότι έλαβε βοήθεια από τον στρατηγό της περιοχής· ωστόσο, οι εν λόγω αναφορές κρίθηκαν επίσης ελλιπείς, καθόσον ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι ευλόγως θα αναμενόταν η παράθεση συγκεκριμένων και λεπτομερών σχετικών πληροφοριών, κάτι που, σύμφωνα με την αξιολόγησή του, ο Αιτητής απέτυχε να πράξει.

Τέλος, κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, ο Λειτουργός, ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, διαπίστωσε ότι, καθώς οι αφρικανικές πόλεις εξελίσσονται, αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα και σοβαρές προκλήσεις ως προς την κατάσταση ασφάλειας.

Αναφορικά με το οπτικοακουστικό υλικό που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, απεικονίζει τον φίλο του που φέρεται να σκοτώθηκε από διασταυρούμενα πυρά συμμοριών, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν κατέστη δυνατή η τεκμηρίωση πως το εν λόγω ντοκουμέντο πράγματι απεικονίζει τον φίλο του Αιτητή, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη σύγκρουση μεταξύ των συμμοριών στην περιοχή Ma Campagne.

Συμπερασματικά ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή δεν στοιχειοθετήθηκε, έκρινε ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτός.

Εν συνεχεία, και κατά την αξιολόγηση του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ήτοι το γεγονός ότι η Αστυνομία στοχοποίησε τον Αιτητή και τον πατρικό του θείο ο οποίος τον φιλοξενούσε στη Κινσάσα, καθώς ο Αιτητής ήταν παρόν στη προσπάθεια το στρατηγού να βοηθήσει τον ίδιο και τη συμμορία του να διαφύγουν από τον διαπληκτισμό και εξαιτίας αυτού ο Αιτητής αποσχίσθηκε από την συμμορία του. Ο λόγος της στοχοποίησης, σύμφωνα με τον Αιτητή ήταν ότι είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας της προσπάθειας του στρατηγού να βοηθήσει τον ίδιο και τη συμμορία του να διαφύγουν από ανταλλαγή πυρών στην περιοχή Ma Campagne και, ως πρώην μέλος της συμμορίας, θεωρήθηκε επικίνδυνος επειδή ενδεχομένως θα αποκάλυπτε πληροφορίες για τη συνεργασία του στρατηγού με εγκληματικές ομάδες.

Ο λειτουργός συνολικά έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτούντος στερούνται επαρκούς λεπτομέρειας και σαφήνειας. Σημειώνει επίσης ότι το περιστατικό αυτό συνδέεται άμεσα με προηγούμενους ισχυρισμούς του Αιτητή, των οποίων η αξιοπιστία δεν είχε γίνει δεκτή, γεγονός που επηρέασε αρνητικά και την παρούσα εκτίμηση.

Ωστόσο ο Λειτουργός εξέτασε τον ισχυρισμό αυτοτελώς όπου διαπίστωσε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε σαφή και συγκεκριμένη περιγραφή του τρόπου με τον οποίο αποχώρησε από τη συμμορία. Ανέφερε μόνο ότι, μετά το περιστατικό στη Ma Campagne, ο πατρικός του θείος τον συμβούλευσε να διακόψει την εκπαίδευσή του, επειδή στο πλαίσιό της συμμετείχε σε παράνομες δραστηριότητες, χωρίς όμως να εξηγήσει ποιες ενέργειες έκανε ο ίδιος για να διακόψει κάθε δεσμό με τη συμμορία ή αν υπήρξε κάποια αντίδραση από αυτήν.

Στη συνέχεια, εξετάστηκε ο ισχυρισμός ότι στοχοποιήθηκε προσωπικά από την αστυνομία επειδή είχε δει τον εν λόγω στρατηγό να βοηθά τη συμμορία του κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πυρών. Ο Λειτουργός διαπιστώνει ότι το εν λόγω περιστατικό συνέβη σε δημόσιο χώρο με την παρουσία πλήθους πολιτών, γεγονός που σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων περαστικών, είχαν δει τις ίδιες ενέργειες του στρατηγού. Ο Αιτητής κλήθηκε να εξηγήσει γιατί θεωρούσε ότι στοχοποιήθηκε ο ίδιος ειδικά και όχι άλλοι μάρτυρες- η απάντησή του ωστόσο κρίθηκε ασαφής και μη επαρκώς αιτιολογημένη, καθώς περιορίστηκε στο ότι ήταν «νέος» στη συμμορία και ότι η απουσία του μετά το περιστατικό προκάλεσε υποψίες, χωρίς να εξηγεί πώς αυτό συνδέεται λογικά με την καταδίωξή του από τον στρατηγό και την αστυνομία.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ενέργειες της αστυνομίας εναντίον του, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι αστυνομικές αρχές προσπάθησαν να τον εντοπίσουν μέσω εκφοβισμού συγγενικών του προσώπων, και ειδικότερα του πατρικού του θείου, με τον οποίο διέμενε στην Κινσάσα. Περιέγραψε ένα περιστατικό κατά το οποίο, κατά τη διάρκεια γιορτής βάπτισης στο σπίτι του θείου του, η αστυνομία εμφανίστηκε και φέρεται να προσπάθησε να τον συλλάβει, χωρίς επιτυχία.

Ωστόσο, η περιγραφή του συγκεκριμένου περιστατικού κρίθηκε ελλιπής και αντιφατική. Ο Αιτητής δε, κρίθηκε ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις αφού έδωσε διαφορετικές και ασύμβατες εκδοχές για τους λόγους για τους οποίους ο θείος του δεν συνελήφθη: αρχικά ανέφερε ότι αυτό οφειλόταν στην παρουσία πολλών καλεσμένων, στη συνέχεια ότι ο θείος του διαπραγματεύτηκε με την αστυνομία και υποσχέθηκε να παρουσιαστεί αργότερα στο αστυνομικό τμήμα, και τέλος ότι η αστυνομία δεν προχώρησε σε σύλληψη επειδή λάμβανε χώρα κοινωνική εκδήλωση. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, κατά τη διάρκεια μιας δεξίωσης βάπτισης στο σπίτι του θείου του (στην οποία ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν παρευρισκόταν), η αστυνομία εμφανίστηκε και επιχείρησε να συλλάβει τον θείο του, χωρίς όμως να το καταφέρει λόγω της παρουσίας πολλών ατόμων. Δεδομένου ότι η περιγραφή αυτού του περιστατικού δεν ήταν λεπτομερής, ζητήθηκε από τον Αιτητή  να το αναπτύξει περαιτέρω ενώ εκείνος επανέλαβε ότι η αστυνομία πήγε στο σπίτι του θείου του αλλά δεν τον συνέλαβε επειδή υπήρχε πολύς κόσμος. Ωστόσο, η απάντηση αυτή δεν διευκρίνισε τις συνθήκες της επίσκεψης της αστυνομίας από την αρχή έως το τέλος και στερείται συγκεκριμένων πληροφοριών.

Αν και ελήφθη υπόψη ότι ο Αιτητής δεν ήταν παρών κατά την επίσκεψη της αστυνομίας στο σπίτι του θείου του, λόγω της στενής τους σχέσης αναμενόταν ευλόγως να είναι σε θέση να παράσχει όλες τις σχετικές λεπτομέρειες. Παρά τις εύλογες αυτές προσδοκίες, τέτοιες συγκεκριμένες πληροφορίες δεν παρασχέθηκαν.

Ο Αιτητής υποστήριξε ότι, σε διαφορετική χρονική στιγμή, η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι του θείου του και το κατέστρεψε κατά την αναζήτησή του. Ωστόσο, δήλωσε ότι δεν ήταν παρών κατά το περιστατικό και ότι ενημερώθηκε έμμεσα από ιερέα, μέσω τρίτων προσώπων. Παρά την ύπαρξη αυτής της πληροφόρησης, δεν μπόρεσε να παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο, την έκταση ή τις συνθήκες της φερόμενης καταστροφής του σπιτιού.

Η αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού υπονομεύθηκε περαιτέρω από το γεγονός ότι ο Αιτητής αργότερα ανέφερε πως οι δράστες της καταστροφής ενδέχεται να μην ήταν αστυνομικοί αλλά μέλη της πρώην συμμορίας του. Η αλλαγή αυτή της εκδοχής θεωρήθηκε ως ουσιώδης αντίφαση, η οποία καθιστά τις δηλώσεις του ασαφείς και μη συνεκτικές.

Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τη σύνδεση της φερόμενης αστυνομικής επίθεσης με την αποχώρησή του από τη συμμορία και τη γνώση του για τη φερόμενη συνεργασία του στρατηγού με την εν λόγω συμμορία, ο Αιτητής εισήγαγε νέο ισχυρισμό, υποστηρίζοντας ότι γνώριζε παράνομες επιχειρήσεις του στρατηγού στην περιοχή Tshangu. Ωστόσο, κρίθηκε ότι δεν παρείχε καμία συγκεκριμένη πληροφορία ή απόδειξη σχετικά με τις υποτιθέμενες αυτές επιχειρήσεις, γεγονός που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του στερείται τεκμηρίωσης και λεπτομέρειας.

Επιπλέον, ο Αιτητής δήλωσε ότι η αστυνομία επιδίωκε να σκοτώσει τόσο τον ίδιο όσο και τον θείο του. Παρά ταύτα, παραδέχθηκε ότι μετά το περιστατικό στη Ma Campagne δεν ήρθε ξανά σε άμεση επαφή με την αστυνομία και ότι ο ισχυρισμός περί πρόθεσης της αστυνομίας να τον σκοτώσει βασίζεται αποκλειστικά σε υπόθεση για το τι θα μπορούσε να συμβεί σε μελλοντική επαφή. Η απουσία συγκεκριμένων γεγονότων ή απτών αποδεικτικών στοιχείων οδήγησε στην απόρριψη του ισχυρισμού αυτού ως μη αξιόπιστου.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι αστυνομικοί με πολιτική ενδυμασία αναζητούσαν τον Αιτητή στο σπίτι του θείου του, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε ούτε ένα σαφές, συγκεκριμένο περιστατικό που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό αυτό.

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ο λειτουργός ανατρέχοντας σε εξωτερικές διεθνής πηγές πληροφόρησης διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν ότι ο Αιτητής στοχοποιείται από την αστυνομία για τους λόγους που αναφέρονται στο συγκεκριμένο περιστατικό. Όσον αφορά την αστυνομία της ΛΔΚ από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ο λειτουργός διαπιστώνει ότι η αστυνομία λειτουργεί σε περιβάλλον εκτεταμένης διαφθοράς και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη ότι οι  ισχυρισμοί του Αιτητή κρίθηκαν αόριστοι και ανεπαρκώς τεκμηριωμένοι ο λειτουργός κατέληξε ότι  η αξιοπιστία του δεν στοιχειοθετήθηκε, επομένως έκρινε τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό ως μη αποδεκτό.

Εν συνεχεία ο Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Bokafa, της περιφέρειας Tshuapa, της ΛΔΛ. Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν αποδεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής, o Λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι υπάρχει περίπτωση, εάν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του,  να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ανασφάλειας η οποία επικρατεί στην Bokafa.  

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δε συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων  σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής  ως το Άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου προνοεί, και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα. 

Ο Λειτουργός εν συνεχεία προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Λ.Δ.Κ. δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς η Bokafa,της περιφέρειας Tshuapa της ΛΔΚ , περιοχή στην οποία ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. 

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.

Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης

(βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας). Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τον λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 28/11/2025) ,όσον αφορά την περιφέρεια Tshuapa της ΛΔΚ, δεν έχουν καταγραφεί περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών βίας κατά αμάχων, εκρήξεων/απομακρυσμένης βίας, μαχών, εξεγέρσεων και διαμαρτυριώνς), ούτε έχουν καταγραφεί θάνατοι[2].

Να σημειωθεί επίσης, ότι ο πληθυσμός της ΛΔΚ καταγράφεται στους 101,935,800, ενώ στη περιφέρεια της Tshuapa ο πληθυσμός καταγράφεται στους 1,944,500 κατοίκους σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση που έλαβε χώρα το έτος 2020[3].

Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στην  περιφέρεια της Tshuapa της Λ.Δ.Κ. δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους.

Δεδομένων  των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή συνήθους διαμονής του, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του στη χώρα καταγωγής του.

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας νεαρής ηλικίας, υγιής, ικανός προς εργασία και αρκούντως μορφωμένος. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψιν επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στην περιφέρεια της Tshuapa  ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).

Βάσει λοιπόν, και της επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του Νόμου προϋποθέσεις. 

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

                            

                                                 

 

                                         Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025). 

 

 

 

 

 

 

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025)

 

[3] Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information: https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/12/2025)

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο