ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 4251/2023
27 Ιανουαρίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.C.U.
Αιτητής
και
Κ.Δ. μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ν. Πεσλίκα (κα) για Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Χρ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή του ο Αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 04/09/2023 η οποία του κοινοποιήθηκε την 01/11/2023 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο Αιτητής είναι ενήλικας από τη Νιγηρία και στις 30/11/2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 24/08/2023 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 02/09/2023 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή και στις 04/09/2023, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 17/10/2023 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή την 01/11/2023.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η συνήγορος του Αιτητή στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο το λόγο ακύρωσης που αφορά την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ενόψει των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από το λόγο ακύρωσης που αφορά τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, αποσύρονται και απορρίπτονται.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.
Θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε η συνήγορος του αιτητή, ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο Aιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας απειλών κατά της ζωής του από κάποιο φίλο του ο οποίος εργαζόταν σε κατασκευαστική εταιρεία. Ο Αιτητής κατέγραψε ότι είναι γνωστό ότι σκοτώνει ανθρώπους και έτσι μόλις ο Αιτητής απειλήθηκε, εγκατέλειψε την χώρα για να σωθεί (βλ. ερ. 1 του Δ.Φ.).
Στο πλαίσιο της προσωπικής του συνέντευξης, ζητηθείς να προσδιορίσει τον τόπο καταγωγής του ανέφερε ότι γεννήθηκε στην πολιτεία Enugu και ως τόπο τελευταίας διαμονής του, ανέφερε την πόλη Onitsha της πολιτείας Anambra της Νιγηρίας (βλ. ερ. 27 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. (βλ. ερ. 27 του Δ.Φ.). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι είναι ελεύθερος, οι γονείς του διαμένουν στην πόλη Abakpa Mike της πολιτείας Enugu και διαθέτει δύο αδερφούς και δύο αδερφές οι οποίοι όλοι βρίσκονται στην Νιγηρία (βλ. ερ. 27 του Δ.Φ.). Στη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι από το 2019 μέχρι τον Φεβρουάριο 2022 εργαζόταν σε κατασκευαστική εταιρεία (βλ. ερυθρό 26 του Δ.Φ.).
Ο λόγος που ως ανέφερε εγκατέλειψε την χώρα του, ήταν γιατί ο επιστάτης στην εταιρεία που εργαζόταν, έκλεβε υλικά, όπου αν και το αντιλήφθηκαν και άλλοι συνάδελφοι του, ο Αιτητής ήταν αυτός που τον αντιμετώπισε λέγοντάς του ότι αν το ξανακάνει θα τον καταγγείλει. Στις 18 Ιανουαρίου 2022, προσπάθησε να κλέψει για τελευταία φορά, όμως ο Αιτητής τον εμπόδισε και τότε τσακώθηκαν. Ο Αιτητής εν τέλει τον κατήγγειλε στον επόπτη και στον ιδιοκτήτη της εταιρείας (βλ. ερ.25 του Δ.Φ.).
Ως προς την παραίτηση του από την εργασία του και τις απειλές που δέχτηκε από τον πρώην συνάδελφό του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι παραιτήθηκε τον Φεβρουάριο 2022. Ερωτηθείς ως προς τον τρόπο που παραιτήθηκε από την εργασία του, δήλωσε ότι απλώς σταμάτησε να πηγαίνει, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Ο λόγος που όπως δήλωσε αναγκάστηκε να παραιτηθεί ήταν γιατί ο συγκεκριμένος συνάδελφός του, τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Ερωτώμενος ποια ήταν η τελευταία φορά που είχε επαφή μαζί του, δήλωσε τον Φεβρουάριο του 2022 ενώ πρόσθεσε ότι μέχρι να εγκαταλείψει την Νιγηρία τον είδε ξανά τον Ιούλιο του 2022. Σε σχετική ερώτηση γιατί έφυγε ο ίδιος από την δουλειά του, ο Αιτητής ανάφερε ότι οι υπόλοιποι συνάδελφοί του, οι οποίοι ήταν φίλοι με τον εν λόγω συνάδελφο, ο οποίος απολύθηκε από την δουλειά εξαιτίας αυτού, τον κατηγορούσαν ότι αυτός ευθύνεται για την απόλυσή του φίλου τους.
Ζητηθείς να αναφέρει αν του συνέβη το οτιδήποτε από αυτόν, απάντησε αρνητικά (ερ. 23 του Δ.Φ.). Πρόσθεσε ότι εκτός από τα απειλητικά τηλεφωνήματα, δεν του συνέβη οτιδήποτε άλλο. Ο Αιτητής ανέφερε ότι η τελευταία φορά που απειλήθηκε τηλεφωνικώς ήταν τον Απρίλιο του 2022 με απειλές ότι θα τον σκοτώσουν μέλη κάποιας ομάδας της μαφίας. Ερωτηθείς αν υπέβαλε καταγγελία στις αρχές απάντησε αρνητικά. Ως προς το τι πιστεύει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει, όμως ως πιστεύει όπου και αν βρίσκεται θα τον εντοπίσουν.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, κατά το στάδιο της συνέντευξής του, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, έναν αναφορικά με την υπηκοότητα, τον τόπο καταγωγής και τόπο τελευταίας διαμονής του, έναν δεύτερο περί του ότι ο συνάδελφος του που έκλεβε στην εταιρεία που εργαζόταν και τσακώθηκαν όταν ο αιτητής τον αποκάλυψε, τον απείλησε να τον σκοτώσει.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως σαφείς και συνεκτικές, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ο δεύτερος ισχυρισμός, περί του ότι ο συνάδελφος του που έκλεβε στην εταιρεία που εργαζόταν κι τσακώθηκαν όταν ο αιτητής τον αποκάλυψε, τον απείλησε να τον σκοτώσει, έτυχε απόρριψης καθότι ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του Αιτητή δεν είναι ικανοποιητική. Ειδικότερα, αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο λειτουργός στην έκθεση εισήγησή του επεσήμανε ότι από τα λεγόμενα του Αιτητή απουσιάζουν επαρκείς πληροφορίες, μιας και σε ερώτηση πότε ήταν η τελευταία φορά που συνάντησε τον συνάδελφο του, δήλωσε τον Φεβρουάριο του 2022, ενώ σε άλλο σημείο ανάφερε τον Ιούλιο του 2022. Πρόσθετα, ως τονίζει ο αρμόδιος λειτουργός, ερωτώμενος ο αιτητής εάν συνέβη κάτι στον ίδιο από τον συνάδελφο του, απάντησε αρνητικά, χωρίς να διαφαίνεται κάποια μορφή δίωξης. Αντίστοιχα όταν ερωτήθηκε γιατί εγκατέλειψε την εργασία του, δήλωσε λόγω των υπόλοιπων συναδέλφων του, καθότι τον κατηγορούσαν για αυτό που έγινε στο φίλο τους, απάντηση πως ως επισήμανε ο αρμόδιος λειτουργός δεν είναι εύλογη καθότι δεν είχε κανένα φόβο δίωξης. Τέλος, ως καταγράφεται, όταν ερωτήθηκε πότε ήταν η τελευταία φορά που συνάντησε τον συνάδελφο του, δήλωσε τον Ιούλιο του 2022 ενώ αργότερα ανάφερε τον Φεβρουάριο του 2022, σημείο στο οποίο πλήττεται η αξιοπιστία του.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον υπό εξέταση ισχυρισμό ως μη αξιόπιστο.
Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπό του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 15(α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, στη βάση πληροφοριών αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στην πολιτεία Anambra, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου).
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης του αιτητή.
Θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και διαμονής και το προφίλ του αιτητή δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός από τους Καθ' ων η αίτηση.
Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του Αιτητή, ως αυτές προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει αρκούντως τους ισχυρισμούς του περί του ισχυριζόμενου φόβου δίωξης του από τον πρώην συνάδελφο του λόγω του ότι τον κατήγγειλε ότι έκλεβε στην εταιρεία που εργαζόταν και τσακώθηκαν εξαιτίας αυτού και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ορθώς θεωρώ κρίθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ότι τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη του αιτητή, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων του αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, ο οποίος και έτυχε απόρριψης. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Επομένως, καταλήγω ότι το εν λόγω αφήγημα του αιτητή δεν παρουσιάζει ευλογοφάνεια και συνοχή. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ του αιτητή εξιστορισθέντα δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Επομένως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.
Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος να στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην πολιτεία Anambra, την οποία ως ανωτέρω έχει αναλυθεί θεωρεί το Δικαστήριο ως την περιοχή η οποία αναμένεται ο Αιτητής να επιστρέψει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα δε, με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά την περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η Νιγηρία εμπλέκεται από το 2009 στις βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, σε δύο μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP), καθώς επίσης, στη Νιγηρία υπάρχει και μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ISWAP και της Boko Haram.[1]
Ειδικότερα, με βάση τις πληροφορίες που αναφέρονται στην έκθεση της EUAA του Νοεμβρίου του 2025 για την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία, τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφηκαν στην πολιτεία Anambra μεταξύ 01/01/2024 και 31/08/2025 ήταν 218 στο σύνολο (με 305 θανάτους) και αφορούσαν 96 μάχες, 1 περιστατικό εκρήξεως / εξ αποστάσεως βίας, 13 περιστατικά ταραχών και 108 περιστατικά βίας εναντίον πολιτών.[2]
Περαιτέρω, αναφορικά με την πολιτεία Anambra, για σκοπούς πληρότητας της έρευνας, παραθέτω αριθμητικά δεδομένα επί των περιστατικών ασφαλείας στη συγκεκριμένη περιοχή. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους 12 μήνες (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 16/01/2026), καταγράφηκαν συνολικά 94 περιστατικά (που συμπεριλαμβάνουν 69 περιστατικά πολιτικής βίας “political violence” και 23 περιστατικά διαδηλώσεων/διαμαρτυριών), από τα οποία προκλήθηκαν 121 θάνατοι (όλοι από τα περιστατικά πολιτικής βίας).[3]
Καθώς, βάσει επίσημης εκτίμησης του 2022, ο συνολικός πληθυσμός της πολιτείας Anambra υπολογίστηκε σε 5.953.500 κατοίκους[4], καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω πολιτεία από περιστατικά ασφαλείας (121 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην πολιτεία Anambra επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Επικουρικώς δε, αναφέρεται ότι στην πόλη Onitsha (τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή), που βρίσκεται γεωγραφικά εντός της πολιτείας Anambra, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους 12 μήνες (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 16/01/2026), καταγράφηκαν μόνο 9 περιστατικά (που συμπεριλαμβάνουν 6 περιστατικά πολιτικής βίας “political violence” και 3 περιστατικά διαδηλώσεων/διαμαρτυριών), από τα οποία προκλήθηκαν 5 θάνατοι (όλοι από τα περιστατικά πολιτικής βίας)[5], ενώ ο πληθυσμός στην πόλη Onitsha εκτιμάται για το 2026 σε 1.839.880 κατοίκους[6].
Κατά συνέπεια, η πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Aιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 – Elgafaji και C‑285/12 – Diakit? του ΔΕΕ.[7] Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο Αιτητής συνιστά ενήλικα, υγιή, διαθέτον ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Anambra.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του.
Εν τέλει, σημειώνεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει το άρθρο12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, έκδωσε την Κ.Δ.Π 145/25, δυνάμει της οποίας η Νιγηρία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών με τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας. Ο Αιτητής στην παρούσα δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε λόγο για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, 'Non-International Armed Conflicts in Nigeria' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 26/01/2026)
[2] EUAA, Country of Origin Information - Nigeria: Security Situation, November 2025, διαθέσιμο στο: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-11/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation_1.pdf, σελ. 122, (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 27/01/2026)
[3] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), ‘ACLED Explorer – Nigeria’ (latest update: 16/01/2026), διαθέσιμο στο: https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/566 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 27/01/2026)
[4] CityPopulation, Nigeria: States & Agglomerations – Anambra (Federal State) [table], 23/08/2022, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 27/01/2026)
[5] ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), ‘ACLED Explorer – Nigeria’ (latest update: 16/01/2026), διαθέσιμο στο: https://apps.acleddata.com/newexplorer/standard/?time=year&type=events&disorder=all#/country/566 [map with events and fatalities] (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 27/01/2026)
[6] World Population Review, Nigeria, Onitsha, [2026], διαθέσιμο στο: https://worldpopulationreview.com/cities/nigeria/onitsha (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 27/01/2026
[7] Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο