J.C.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4720/24, 20/1/2026
print
Τίτλος:
J.C.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4720/24, 20/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                          Υπόθεση Αρ.:  4720/24

 

20 Ιανουαρίου 2025

 

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

J.C.M. ARC 58192XXXX

 

Αιτήτρια

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

Ελ. Ιωακειμίδου (κα) για Μ. Μπαγιαζίδου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Ιωαν. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρούσα (Παρούσα η διερμηνέας κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα)

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Η Αιτήτρια αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 26/11/2024, η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν και με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000  είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη, στερημένη κάθε νόμιμου αποτελέσματος, αδικαιολόγητη και είναι αποτέλεσμα μη χρηστής διοίκησης, κατάχρησης εξουσίας, πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.  Περαιτέρω, αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σ’ αυτήν προσφυγικού καθεστώτος. 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής δ.φ.) που βρίσκονται ενώπιον μου, η Αιτήτρια είναι υπήκοος του Καμερούν και στις 14/11/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 07/10/2024, διεξήχθη συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), ο οποίος στις 25/10/2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα της Αιτήτριας. Ακολούθως, στις 25/10/2024, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Στις 26/11/2024, εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος της Αιτήτριας επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 26/11/2024. Στις 27/11/2024, η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η Αιτήτρια, μέσω της συνηγόρου της, προβάλλει διάφορους νομικούς ισχυρισμός προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με τη Γραπτή Αγόρευση. 

Με τη γραπτή αγόρευση προωθεί πως :

1) Η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη χωρίς τη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας και/ή μη λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης.  Η μη αξιοποίηση των πρακτικών, των τεχνικών και των βασικών αρχών των κατευθυντήριων γραμμών, οδήγησε στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι τυχόν επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα της δεν θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή της.  Περαιτέρω, η κατάληξη για τη μη ύπαρξη κινδύνου η Αιτήτρια να αποτελούσε ξανά θύμα δικτύου εμπορίας προσώπων ήταν κάθε άλλο παρά ορθή, αφού ο αρμόδιος λειτουργός, ευρισκόμενος υπό πλάνη, δεν εξήγαγε ορθό συμπέρασμα ως προς τον τόπο από όπου ξεκίνησε η διακίνηση, ποιοι γνώριζαν γι’ αυτή αλλά και την οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας.  Ακόμη, λόγω της απουσίας εξατομικευμένης έρευνας στη χώρα της Αιτήτριας για τα εκεί κυκλώματα εμπορίας προσώπων, δεν διεφάνη ότι η Αιτήτρια όντως ενέπιπτε στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου λόγω της συμμετοχής της σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των κακοποιημένων γυναικών που υπήρξαν θύματα εμπορίας προσώπων και/ή στην ταπεινωτική και/ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β) του ίδιου Νόμου.  Τέλος, δεν διεξήχθη ανεξάρτητη και εξατομικευμένη έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα της Αιτήτριας και τη δυνατότητα μετεγκατάστασής της. 

2) Παραβίαση υποχρέωσης για παραπομπή σε ιατρική εξέταση. Η Αιτήτρια, θα έπρεπε να τύχει ιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης ως προνοεί το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, αφ’ ης στιγμής μίλησε για την εκπόρνευσή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.

3) Η πράξη και/ή απόφαση στερείται επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας και/ή είναι ελλιπής και/ή στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία.

4) Οι πλημμέλειες και οι παρατυπίες στις οποίες υπέπεσαν οι Καθ’ ων η Αίτηση είναι τέτοιες που με τυχόν θεραπεία τους, το Δικαστήριο ουσιαστικά υποκαθιστά τη Διοίκηση και δημιουργεί ασάφεια ως προς την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. 

Οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου τους, υποβάλλουν ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει η Αιτήτρια μέσω της προσφυγής της δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και για αυτόν τον λόγο δεν μπορούν να εξεταστούν. Επιπρόσθετα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών της που θεμελιώνουν το αίτημά της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να της αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να της χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, χωρίς να εμφιλοχωρήσει καμία πλάνη στη λήψη της και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 14/10/2025, η συνήγορος της Αιτήτριας προώθησε ως λόγους ακύρωσης την έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και την παραβίαση της υποχρέωσης για παραπομπή σε ιατρική εξέταση.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων η Αιτήτρια δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα  προσφυγή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο της Αιτήτριας, αυτή είναι ενήλικας από το Καμερούν.

Η συνέντευξη που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός στην Αιτήτρια εμφαίνεται στα ερ. 60 - 39 δ.φ.  Βασικό επιχείρημα της Αιτήτριας για την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής της αποτελούσε το ότι ως οι πληροφορίες από κάποιον προφήτη, ο πατέρας της ανήκε σε μυστικιστική αίρεση και ήταν η πηγή των ασθενειών και των θανάτων των αδελφών της και η ίδια (Αιτήτρια) θα γινόταν το επόμενο θύμα του (ερ. 49 δ.φ.)

Υπό το φως των πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό συνέντευξης της Αιτήτριας και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε την Έκθεση-Εισήγηση του επί τη βάση των εξής δυο (3) ουσιωδών ισχυρισμών:

(1) Προσωπικά στοιχεία και προφίλ Αιτήτριας

(2) Η Αιτήτρια εξαναγκάστηκε σε άσκηση πορνείας κατά την εβδομαδιαία παραμονή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. 

(3) Ο πατέρας της Αιτήτριας, ο οποίος ήταν μέλος μυστικιστικής αίρεσης, σκότωσε τα αδέλφια της και σχεδίαζε να σκοτώσει και την ίδια. 

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και συνεπώς τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση.  Συγκεκριμένα, τα στοιχεία της Αιτήτριας εξακριβώθηκαν από το διαβατήριο το οποίο προσκόμισε και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι ότι εξαναγκάστηκε σε άσκηση πορνείας κατά την εβδομαδιαία παραμονή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν τις δηλώσεις της Αιτήτριας σε σχέση με την εσωτερική τους αξιοπιστία, επαρκείς, σαφείς και περιγραφικές.  Η Αιτήτρια ανέφερε ικανοποιητικά στοιχεία για τη συμφωνία με τον πράκτορα, παραθέτοντας ότι συμφωνήθηκε ότι με το που φτάσει στην Κύπρο, να την παραλάβει ένας άντρας από το αεροδρόμιο και να της παράσχει στέγη.  Περαιτέρω, δήλωσε συγκεκριμένα ότι μόλις έφτασε, την παρέλαβε μια γυναίκα η οποία τη μετέφερε σε ένα σπίτι με άλλες γυναίκες.  Ακόμη, διευκρίνισε ότι τη γυναίκα αυτή την αποκαλούσαν «aunty» και ότι τις απειλούσε ότι αν έβγαιναν μόνες τους, θα τις συλλάμβαναν οι αρχές και συμπλήρωσε ότι συνήθιζε να κλειδώνει τις πόρτες για να τις κρατάει μέσα.  Τις χωρίς συναίνεση της ερωτικές συνευρέσεις, τις περιέγραψε επαρκώς, αναφέροντας ότι τις κλείδωναν σε ένα δωμάτιο και ότι τα βράδια ντύνονταν κατάλληλα καθώς έρχονταν άντρες και τις έπαιρναν σε διάφορες περιοχές της πόλης σκοπούμενοι να συνευρεθούν ερωτικά μαζί τους.  Επιπλέον, διευκρίνισε ότι κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας παραμονής της, η ίδια είχε συνολικά 3 τέτοιου είδους συναντήσεις.  Για το πως κατάφερε να δραπετεύσει, όσα ανέφερε ήταν και αυτά επαρκή, δεδομένου του ότι πρόβαλε ότι κάποια κοπέλα που βρισκόταν στο σπίτι, μπήκε στο δωμάτιο και πήρε τα διαβατήρια τους και πως όταν έφτασε η ώρα να πάνε στη δουλειά, ο οδηγός που θα τις μετέφερε στους πελάτες, τις βοήθησε να διαφύγουν. 

Τέλος, ανέφερε με λεπτομέρεια ότι μετά τη διαφυγή της, σε επικοινωνία της αδελφής της με τον πράκτορα, εκείνος δήλωσε πλήρη άγνοια για όσα συνέβησαν, ισχυριζόμενος ότι ο άντρας που υποθετικά θα την παραλάμβανε δεν έκανε τέτοια πράγματα και ότι δεν είχε ιδέα ότι η γυναίκα που τελικώς την παρέλαβε προέβαινε σε τέτοιες πράξεις. 

Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, η οποία επιβεβαίωσε την εκμετάλλευση θυμάτων στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.  Οι εν λόγω πληροφορίες σε συνδυασμό με την παράθεση συγκεκριμένων και συνεκτικών δηλώσεων από πλευράς της Αιτήτριας, οδήγησε στο συμπέρασμα περί αξιοπιστίας των ισχυρισμών της και κατά συνέπεια, στην αποδοχή του ισχυρισμού. 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι ότι ο πατέρας της, ο οποίος ήταν μέλος μυστικιστικής αίρεσης, σκότωσε τα αδέλφια της και σχεδίαζε να σκοτώσει και την ίδια, οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν αυτόν ως αναξιόπιστο βάσει των ακόλουθων ευρημάτων. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες για τον πατέρα της αφ’ ης στιγμής περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι ακολούθως του θανάτου της μητέρας της, τους εγκατέλειψε για να ζήσει με μια άλλη γυναίκα, ότι ζούσε μακριά και ότι εργαζόταν ως τυπογράφος. Περαιτέρω, μίλησε για τις ασθένειες, τις κακοτυχίες και τους θανάτους που έπληξαν την οικογένειά της, για τα οποία ωστόσο δεν παρέθεσε επαρκή στοιχεία. Ειδικότερα, κληθείσα να περιγράψει όσα συνέβαιναν κάθε φορά στα αδέλφια της, απάντησε γενικά και αόριστα ότι αντιλήφθηκαν ότι κάτι πήγαινε λάθος, αφού τα αδέλφια της αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην εκπαίδευση και επιπλέον, ότι οι κάθε φορά που η αδελφή της έβρισκε κάποιον για να παντρευτεί, στο τέλος δεν  κατέληγε στο γάμο. Σε ερωτήσεις σχετικές με τις ασθένειες που βίωνε η οικογένειά της, δήλωσε ότι μιλώντας για ασθένειες αναφερόταν στον εαυτό της και συμπλήρωσε συγκεχυμένα ότι κατέρρεε και μόλις έπεφτε, άνθρωποι μιλούσαν μέσω αυτής και την έστελναν στο σπίτι για να ξεκουραστεί.  Κληθείσα να διευκρινίσει τι εννοούσε, ισχυρίστηκε ανεπαρκώς ότι ήταν αναίσθητη και ανακτώντας τις αισθήσεις της, της έλεγαν τι είχε συμβεί. Πρόσθεσε επίσης πως  ενώ τα τέσσερα  από τα αδέλφια της ήταν καλά, ξαφνικά αποβίωσαν, πλην όμως δεν ανέφερε ουσιώδη στοιχεία για τις συνθήκες θανάτου τους. Ισχυρίστηκε ότι τα αδέλφια της κατέρρεαν, τα κακά πνεύματα μιλούσαν μέσω αυτών και μετά αποβίωσαν . Πρόσθετα, δήλωσε ότι τα πνεύματα είχαν γυναικείες και ανδρικές φωνές και ερωτηθείσα πως γινόταν αυτό, απάντησε με τρόπο μη πειστικό ότι έτσι λειτουργούσε η δαιμονική κατοχή και έτσι συνέβαινε όταν εμπλέκονταν τα πνεύματα.  Πλέον, ανέφερε ότι ανακάλυψαν ότι ο πατέρας τους ήταν υπόλογος για όσα τους συνέβαιναν από έναν προφήτη.  Ωστόσο, δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερή περιγραφή του τελετουργικού που εκείνος ακολούθησε, αναφέροντας ότι τον επισκέφθηκαν και ότι προσευχήθηκε γι’ αυτούς και τους ζήτησε να βάλουν τα χέρια του πάνω τους και εν συνέχεια αφού κατέρρεαν αυτός προχώρησε σε βαθιές προσευχές και τους είπε ότι ο πατέρας τους ανήκε σε μυστικιστική αίρεση και δεν ήθελε να είχαν μια καλή ζωή.  Περαιτέρω, οι απαντήσεις της στερούνταν κάθε λογικής, αφού ενώ ανέφερε ότι οι φωνές που μιλούσαν μέσω των αδελφών της, έλεγαν ότι αν κάποιος τα πήγαινε καλά, έπρεπε να πεθάνει, κληθείσα να εξηγήσει το λόγο που πέθαιναν τα αδέλφια της αντί για την ίδια η οποία ήταν καλά, αφού ως δήλωσε, θα παντρευόταν, ισχυρίστηκε ασυνάρτητα ότι βρισκόταν υπό την προστασία του Κυρίου και ότι ίσως εκείνος δεν ήθελε να πεθάνει.  Επιπλέον, ερωτηθείσα αν η οικογένειά της ζήτησε αυτοψίες για τους απροσδόκητους θανάτους, προκειμένου να διαπιστωθεί η αιτία θανάτου, απάντησε ότι δεν το έκαναν επειδή δεν είχαν τα χρήματα.  Ακόμη, η αστυνομία έδινε κάθε φορά οδηγίες να γίνουν αυτοψίες, αλλά δεν γίνονταν, όπως δήλωσε και πάλι χωρίς καμία λογική, λόγω έλλειψης μέσων.  Επίσης, εξηγώντας το γιατί έπρεπε να πληρώσουν,  δεδομένου του ότι οι αρχές έδωσαν ήδη εντολή για τις αυτοψίες, απάντησε ασυνάρτητα ότι έτσι έπρεπε.  Τέλος, υπέπεσε και σε αρκετές αντιφάσεις. Αρχικά, πρόβαλε ότι η αδελφή της μετά τον τελευταίο θάνατο  αδελφού της τον Οκτώβριο του 2022, αποφάσισε να τη στείλει μακριά επειδή δεν ήθελε να την δει να πεθαίνει.  Περαιτέρω, δήλωσε ότι η αδελφή της εξέδωσε το διαβατήριό της ένα μήνα πριν την αναχώρησή της, ήτοι το Σεπτέμβριο του 2022. Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 2022, ως οι δηλώσεις της, σχεδίαζε το γάμο της και το διαβατήριο της έφερε ημερομηνία έκδοσης τις 04/08/2022.  Ερωτηθείσα για ποιο λόγο η αδελφή της προέβη στις εν λόγω προετοιμασίες πριν το θάνατο των αδελφών της και κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που εκείνη σχεδίαζε να παντρευτεί, έδωσε αρνητική απάντηση χωρίς να κάνει καμία περαιτέρω δήλωση.

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός μετά από έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφέρθηκε στην από πλευράς του καμερουνέζικου ποινικού δικαίου αναγνώριση της ύπαρξης της μαγείας ως ένα δημοφιλές σύστημα πεποιθήσεων και την τιμωρία της πρακτικής της.  Περαιτέρω, για τις αυτοψίες στο Καμερούν, παρέθεσε στοιχεία που επιβεβαίωναν την πραγματοποίηση τους αποκλειστικά σε περιπτώσεις ύποπτης αιτίας θανάτου και μόνον κατόπιν αιτήματος της αστυνομίας, του Δικαστηρίου ή του νομικού εκπροσώπου.  Για τα τέλη της μεταθανάτιας εξέτασης στο Γενικό Νοσοκομείο της Yaound?, ανέφερε τις εκεί δεκτές συνεισφορές για την αγορά ιατρικών εργαλείων. Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τις ανεπαρκείς, ασαφείς, ασυνάρτητες και μη πειστικές δηλώσεις της, οδήγησαν στην απόρριψη του ισχυρισμού.

Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών και στη βάση του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού, εξέτασε την περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα της και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα του Καμερούν, τη Yaound?, δεδομένου ότι εκεί γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζούσε μέχρις ότου εγκαταλείψει τη χώρα.  Αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τόπο συνήθους διαμονής, o αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν εύλογοι και βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προέκυπτε ότι υπήρχε περίπτωση, εάν η Αιτήτρια επέστρεφε στη χώρα της, να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ασφαλείας η οποία επικρατούσε στην πόλη Yaound?.  Ως πρόβαλε,επικαλούμενος εξωτερικές πηγές, το Καμερούν εμπλέκεται σε ένοπλες συγκρούσεις με τη σύγκρουση να εστιάζεται κυρίως στις νοτιοδυτικές και βορειοδυτικές περιοχές του Καμερούν. 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε έρευνα σχετική με τη θέση των ανύπαντρων γυναικών στη Yaound?, διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρχε εύλογος βαθμός πιθανότητας εάν η Αιτήτρια επέστρεφε στη χώρα της και δη στη Yaound?, να ενδέχετο να υφίστατο μεταχείριση που ισοδυναμούσε με δίωξη ή σοβαρή βλάβη. 

Έπειτα, ο αρμόδιος λειτουργός, για τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, στηριζόμενος στο κείμενο πρωτόκολλο της εμπορίας ανθρώπων σε συνδυασμό με τις συγκεκριμένες και επαρκείς δηλώσεις της Αιτήτριας, κατέγραψε ότι οι συνθήκες που αντιμετώπισε πληρούσαν τα κριτήρια για να θεωρηθεί περίπτωση εμπορίας ανθρώπου.  Ωστόσο, κατόπιν παράθεσης πληροφοριών για την εμπορία ανθρώπων στο Καμερούν και για την αντιμετώπιση θυμάτων εμπορίας ανθρώπων κατά την επιστροφή τους στις χώρες καταγωγής τους, κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να πέσει θύμα εμπορίας ανθρώπων στο μέλλον.  Για την εν λόγω κατάληξη, συνυπολόγισε το ότι η Αιτήτρια και η οικογένειά της δεν είχαν κάποια οφειλή για το ταξίδι της στην Κύπρο, ότι δεν έπεσε θύμα δικτύου εμπορίας ανθρώπων από το Καμερούν, αλλά αυτό έγινε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ότι δεν παρενοχλήθηκε ξανά από το δίκτυο από τη στιγμή που έφυγε από το σπίτι της γυναίκας που τη φιλοξενούσε, ότι παρέμεινε σ’ εκείνο το σπίτι για 1 εβδομάδα, ότι πλην της αδελφής της κανείς άλλος δεν γνώριζε ότι υπήρξε τέτοιο θύμα, ότι η αδελφή της ήταν οικονομικά ευκατάστατη και ότι αν τυχόν επέστρεφε, η τελευταία θα την υποστήριζε.

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προέκυπτε βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.  Αντιστοίχως, ο λειτουργός κατέληξε ότι βάσει των δηλώσεων της Αιτήτριας, του προφίλ του και της εκτίμησης κινδύνου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2) (α) και (β) οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν δεν υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προέκυπτε ότι θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας της λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, ο τόπος γέννησης και τελευταίας συνήθους διαμονής της και συγκεκριμένα η πόλη Yaound?, δεν βρισκόταν σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου αίτημα της Αιτήτριας απορρίφθηκε.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η Αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας.

Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον αρμόδιο λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο συμφωνεί με την κατάληξη του αρμόδιου λειτουργού περί του ότι η Αιτήτρια δεν ενδέχεται να πέσει θύμα εμπορίας στο μέλλον. Αυτό συνάγεται από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης τις οποίες εκτενώς παρέθεσε ο λειτουργός αλλά και από τα όσα η ίδια ανέφερε.  Ειδικότερα, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της από μόνη της λόγω φόβου δίωξης από τον πατέρα της και όχι γιατί χρησιμοποιήθηκαν οποιαδήποτε μέσα για προβλεπόμενη εκμετάλλευσή της.  Οπότε, έπεσε θύμα δικτύου εμπορίας ανθρώπων στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Περαιτέρω, το ταξίδι της στην Κύπρο χρηματοδοτήθηκε εξ’ ολοκλήρου από την αδελφή της και ως εκ τούτου, δεν υπήρχε χρέος σε σχέση με αυτό.  Αφ’ ης στιγμής έφυγε από το σπίτι της γυναίκας που τη φιλοξενούσε, δεν την παρενόχλησαν ξανά και άρα, δεν διατρέχει τον όποιον κίνδυνο από το δίκτυο ή τα δίκτυα εμπορίας ανθρώπων.  Ακόμη, παρέμεινε σ’ εκείνο το σπίτι για μία εβδομάδα και πλην των γυναικών που διέμεναν εκεί μαζί της και της αδελφής της, κανείς άλλος δεν γνώριζε ότι υπήρξε  θύμα εμπορίας, γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο να στιγματιστεί με την επιστροφή της στη χώρα της. Τέλος, η αδελφή της η οποία την στήριζε οικονομικά, είναι οικονομικά ευκατάστατη και αμφότερες δεν ανήκουν στην κατηγορία των χαμηλότερων οικονομικών στρωμάτων που θα μπορούσε να θεωρηθεί παράγοντας που να αυξάνει τον κίνδυνο να πέσει θύμα δικτύων εμπορίας ανθρώπων στο μέλλον.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιον μου διαδικασία.

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).  Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1].  Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει  να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτήν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής της για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς η Αιτήτρια δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά με το λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα της απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνταν και οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα του, η Αιτήτρια θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι ορθά κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της.

Αναφορικά με τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο της Αιτήτριας υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο γέννησης και τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την πόλη Yaound? του Καμερούν, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις εκεί επικρατούσες συνθήκες.

Όσον αφορά στην τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον Καμερούν, το Σεπτέμβριο του 2024, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ανέφερε ότι «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική κρίση που προκαλείται από τη σύγκρουση, τη διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής»[2].  Οι πηγές τονίζουν ότι το Καμερούν συνεχίζει να επηρεάζεται από δύο μεγάλες συγκρούσεις: τη σύγκρουση του λεκανοπεδίου της Λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορά και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν (NWSW)[3].

Ομοίως το RULAC επιβεβαιώνει ότι το Καμερούν «εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη (NIAC) εναντίον της Boko Haram στην περιοχή Far North και εναντίον αριθμού ομάδων αγγλόφωνων αποσχιστών, οι οποίες διαμάχονται εναντίον της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία των περιοχών στις περιφέρειες Northwest και Southwest»[4].

Ωστόσο, η Yaound?, δεν ανήκει στις ως άνω περιφέρειες. Σημειώνεται συναφώς ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Centre του Καμερούν, όπου υπάγεται και η πόλη Yaound?, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 21/11/2025), καταγράφηκαν 4 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκε 1 θάνατος. Εξ’ αυτών, τα 2 περιστατικά καταγράφηκαν στη Yaound?, τα οποία είχαν ως συνέπεια 1 θάνατο.[5]

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της επαρχίας Centre που ανέρχεται στους 5,487,600 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2025[6], δεικνύουν ότι η ένταση της βίας στην εν λόγω περιοχή είναι πολύ μικρή.  Κατά τα παραπάνω, συνάγεται ότι η ένοπλη σύγκρουση η οποία λαμβάνει χώρα στις αγγλόφωνες περιοχές δεν επεκτείνεται στο έδαφος της Yaound?.

Βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της Αιτήτριας, πρόκειται για γυναίκα νεαρής ηλικίας, υγιή, αρκούντως πεπαιδευμένη, που ομιλεί γαλλικά και βασικά αγγλικά, πλήρως ικανή προς εργασία, με ευρύ υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της.  Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή της στη χώρα τη θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω  ο ισχυρισμός περί παραβίασης της υποχρέωσης των Καθ΄ων η αίτηση  να παραπέμψουν την Αιτήτρια σε ιατρική και /ή ψυχολογική εξέταση λόγω της σεξουαλικής της κακοποίησης ενώ αυτός δεν προωθείται σύμφωνα με τον κανονισμό 7 πιο πάνω κρίνω πως δεν τεκμηριώνεται καθότι τόσο κατά την εξέταση ευαλωτότητας όσο και κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δεν προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου ότι αυτό ήταν αναγκαίο . Σύμφωνα με το αρ. 15 του περί Προσφύγων Νόμου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του της Υπηρεσία Ασύλου και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Στη παρούσα  τόσο κατά την εξέταση ευαλωτότητας όσο και κατά την συνέντευξη της δεν προέκυψε ότι η Αιτήτρια παρουσίασε στοιχεία τέτοια που να επιβάλλουν η παραπομπή της . Αυτό προκύπτει και από το ερ. 19 του Δ.Φ.,  όπου σε ερώτηση κατά πόσο αντιμετωπίζει οποιαδήποτε θέματα αναφορικά με την υγεία της παθολογικά και ψυχικής φύσεως απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω κατά την διάρκεια της συνέντευξης της ερωτήθηκε ξανά και απάντησε αρνητικά ερ. 58 του Δ.Φ. 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.                             

 

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.


 



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: 

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/11/2025). 

[2] UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, 10 September 2024, διαθέσιμο σε: https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089, p. 1 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/11/2025). 

[3] European Commission, Cameroon, last updated 25 November 2024, url; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, 14 April 2024, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf, p. 9 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/11/2025.

[4] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights - RULAC: Rule of Law in Armed Conflicts, Non-international Armed Conflicts in Cameroon, Last updated: 12th January 2023, διαθέσιμο σε: https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-cameroon (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/11/2025). 

[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/11/2025)

[6] City-Population, Cameroon – Centre, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 30/11/2025)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο