N.E.P. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. ΔΚ 44/2025, 14/1/2026
print
Τίτλος:
N.E.P. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. ΔΚ 44/2025, 14/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                        Υπόθεση αρ. ΔΚ 44/2025

 

14 Ιανουαρίου 2026

 

 [Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π]

 

Αναφορικά  με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

                                                              N.E.P.

                                                                             Αιτητής

                                                           -  και  -

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ 1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ 2. ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

……………………..

 

Καθ' ων  η Αίτηση

 

 

Ν. Π. Στυλιανού (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Φιλίππου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η Αίτηση

 

         

                                                       ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Ο αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται με το αιτητικό Α) δήλωση του δικαστηρίου ότι η απόφαση του καθ΄ου η αίτηση, του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 23/10/2025, για την έκδοση διατάγματος κράτησης εναντίον του αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Διαζευκτικά προς το αιτητικό Α), ο αιτητής αιτείται με το αιτητικό Β) την ακύρωση του διατάγματος κράτησης ημερ. 23/10/2025 και με την απόφαση να διατάσσονται εναλλακτικά της κράτησης του αιτητή μέτρα. Περαιτέρω με το αιτητικό Γ) ο αιτητής αιτείται την άμεση απελευθέρωση του και με το αιτητικό  Δ) αιτείται οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη το Δικαστήριο.

 

Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, με ημερομηνία γέννησης την 13/03/1990. Ο αιτητής αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα σε άγνωστη ημερομηνία. Στις 27/03/2023, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία, η οποία απορρίφθηκε στις 10/04/2023. Στις 23/05/2023 υπέβαλε προσφυγή στο ΔΔΔΠ με αρ. 1596/2023, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 12/06/2023. Ακολούθως, στις 25/09/2024 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη αυθημερόν ήτοι στις 25/09/2024. Στις 06/12/2024 προέβη στην καταχώρηση εκ νέου στο ΔΔΔΠ προσφυγής με αρ. 1179/24, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 16/01/2025. Ακολούθως, στις 19/05/2025, ο αιτητής υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση,  η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη στις 12/09/2025.

 

Στις 18/06/2025 παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, 7 μηνών για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο, 8 μηνών για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, 2 μηνών για παράνομη παραμονή στη Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδεια παραμονής του, με τις ποινές φυλάκισης να είναι άμεσες και να συντρέχουν. Ακολούθως μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές για να εκτίσει την ποινή του για 8 μήνες ήτοι μέχρι τις 16/10/2025.

 

Στις 16/10/2025 αποφυλακίστηκε και ο αιτητής κρατήθηκε δυνάμει των ήδη εκδοθέντων στις 08/10/2025 διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του δυνάμει του άρθρου 14 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου.  Ακολούθως, διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής είχε υποβάλει στις 14/10/2025 τρίτη μεταγενέστερη  αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου, ενόσω τελούσε υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές, η οποία αίτηση έγινε δεκτή - παραδεκτή από την Υπηρεσία Ασύλου στις 15/10/2025 και η σχετική απόφαση εκκρεμεί.

 

Στις 23/10/2025 το διάταγμα κράτησης ημερ. 08/10/2025  ακυρώθηκε και εκδόθηκε εκ νέου το διάταγμα κράτησης ημερ. 23/10/2025 δυνάμει του άρθρου 9Στ του Περί Προσφύγων Νόμου, ενώ το διάταγμα απέλασης ημερ. 08/10/2025 ανεστάλη λόγω του αιτήματος ασύλου του αιτητή. Το εκδοθέν δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου διάταγμα κράτησης ημερ. 23/10/2025, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.

 

Η συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στην Γραπτή Αγόρευση του αιτητή που επακολούθησε. Παράλληλα, ο συνήγορος του αιτητή προώθησε λόγους ακυρώσεως στην γραπτή του αγόρευση, που δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση ακυρώσεως. Οι μόνοι ισχυρισμοί που εν τέλει περιλήφθηκαν στην προσφυγή και προωθήθηκαν στην γραπτή αγόρευση του αιτητή είναι οι ακόλουθοι: Α) Μη δέουσα έρευνα, Β) Μη ύπαρξη και ανεπαρκής αιτιολογίας της επίδικης πράξης, Γ) Πλάνη περί τα πράγματα, Δ) Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω μη αξιολόγηση της εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του αιτητή, o ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι λόγοι ακύρωσης της προσφυγής δεν αιτιολογούνται ούτως ώστε να εξεταστούν από το δικαστήριο και θεωρούνται εγκαταλειφθέντες. Περαιτέρω ο συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι η προβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και  νόμιμα, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, των Διεθνών Συμβάσεων, των Νόμων, των Κανονισμών και των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ’ ων η αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του Διοικητικού Δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και είναι δε κατά την εισήγησή του, επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση.

Έχω εξετάσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και των δύο πλευρών, υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων.

Προτού προχωρήσω στην εξέταση των λόγων ακύρωσης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 ( παραθέτω αυτολεξεί): « Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον».

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται.

Στην παρούσα περίπτωση η απλή επίκληση της παραβίασης συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή.

Σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου,
υπόθεση Ankit v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με αρ. 29/21, ημερ. 04/10/21
, το Δικαστήριο προέβη σε μια ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με τον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, στην οποία παραπέμπω και υιοθετώ στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας προσφυγής.

Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομοθεσίας και νομολογίας, είναι πρόδηλο ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 και ενόψει τούτου, θα εξεταστούν μόνο οι ισχυρισμοί του αιτητή οι οποίοι εξειδικεύονται δεόντως στο εισαγωγικό δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως (προσφυγής) και αναπτύσσονται επαρκώς στις αγορεύσεις που επακολούθησαν.

Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, στο βαθμό που αυτοί έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί στη γραπτή αγόρευση του αιτητή.

Θεωρώ αναγκαίο να προχωρήσω στην εξέταση από κοινού των πιο πάνω λόγων ακύρωσης ήτοι του πρώτου, δεύτερου, τρίτου  και τέταρτου λόγου ακυρώσεως.  Ο αιτητής ισχυρίζεται πως η απόφαση των καθ' ων η αίτηση λήφθηκε χωρίς τη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας και/ή ορθής αξιολόγησης όλων των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αιτιολογία της επίδικης πράξης πάσχει, καθώς δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης οποιαδήποτε εξατομικευμένη εκτίμηση προτού καταλήξουν οι καθ΄ων η αίτηση στην απόφαση για κράτηση του αιτητή, ισχυρίζεται ότι οι καθ΄ων παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα οι καθ΄ων η αίτηση να τελούσαν υπό πλάνη και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι υπάρχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας καθότι δεν εξέτασαν κατά πόσο μπορούν να υποβληθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα και δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναλογικότητας. 

Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω το νομοθετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιτρέπεται η κράτηση αιτητών ασύλου, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000

Κατά κανόνα, η κράτηση αιτητών διεθνούς προστασίας είναι απαγορευμένο μέτρο, το οποίο λαμβάνεται από τα κράτη σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες καθορίζονται από την Οδηγία 2013/33/ΕΕ αλλά και από τον περί Προσφύγων Νόμο, Ν. 6 (Ι)/2000.  To άρθρο 9ΣΤ του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 που είναι αντίστοιχο του άρθρου 8 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η επίδικη πράξη, προβλέπει τα ακόλουθα (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.

 

(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

[…]

(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

[…]

(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·

[…]

(3)  Ο Υπουργός δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να του επιβάλει εναλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις, ορισμένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως -

(α) Τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας,

(β) κατάθεση χρηματικής εγγύησης,

(γ) υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας,

(δ) επιτήρηση από επόπτη.

(4)(α) Η κράτηση αιτητή έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει λόγος κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(β) Οι διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με λόγο κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στο αιτητή δεν δικαιολογούν την συνέχιση της κράτησης.

(5) Το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο διάταγμα παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους βάσει των οποίων εκδίδεται και αντίγραφό του επιδίδεται στον επηρεαζόμενο αιτητή.

(6)(α) Το διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου και υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το εν λόγω Άρθρο επιτρέπει τέτοια προσφυγή.[...]

(8) Ο Υπουργός ενημερώνει αμέσως και γραπτώς κάθε υπό κράτηση αιτητή, σε  γλώσσα που ο τελευταίος είτε κατανοεί είτε εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, για τους  λόγους κράτησης, για τις δικαστικές διαδικασίες που αναφέρονται στα εδάφια (6) και  (7) και για τη δυνατότητα αίτησης περί δωρεάν νομικής αρωγής και εκπροσώπησης στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο.[.]»

Σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ, στην περίπτωση που συντρέχει ένας εκ των λόγων που εξαντλητικά αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, η κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας είναι επιτρεπτή. [Βλ. συναφώς αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2020, FMSC-924/19 PPU και 925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψη 250 και της 30ης Μαΐου 2013, Mehmet Arslan, C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59].

Κρίνω επίσης σκόπιμο να παραθέσω το κείμενο του επίδικου διατάγματος:

«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΏΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2020)

ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ

ΕΠΕΙΔΗ ο N.E.P. υπήκοος ΝΙΓΗΡΙΑΣ, είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι

Ο N.E.P. κρατείται

(α) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

(β) στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/ και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του, και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο N.E.P. αφίχθηκε στη Δημοκρατία παράνομα και στις 27/03/2023 υπέβαλε αίτηση ασύλου η οποία απορρίφθηκε πρωτοβάθμια στις 10/04/2023. Στις 23/05/2023 υπέβαλε προσφυγή στο ΔΔΔΠ η οποία απορρίφθηκε στις 12/06/2023. Στις 25/09/2024 υπέβαλε εκ νέου μεταγενέστερη στην Υπηρεσία Ασύλου η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Στις 06/12/2024 υπέβαλε εκ νέου προσφυγή στο ΔΔΔΠ η οποία απορρίφθηκε στις 16/01/2025. Στις 19/05/2025 υπέβαλε εκ νέου μεταγενέστερη αίτηση ασύλου η οποία στις 12/09/2025 απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Στις 14/10/2025 και ενόσω βρισκόταν υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, δηλαδή δύο (2) μέρες πριν την αποφυλάκιση του και την μετακίνηση του στο ΧΩΚΑΜ Μεννόγεια στις 16/10/2025 για την εκτέλεση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης τα οποία εκδόθηκαν στις 08/10/2025, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο N.E.P. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

1.    ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενες αποφάσεις Επιστροφής: 1) Απορριπτικές αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 10/04/2023, 25/09/2024, και 12/09/2025 2) Διάταγμα Απέλασης ημερ. 08/10/2025.

2.    ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ έχει καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να διαφύγει. Στον αλλοδαπό επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών.

3.    ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ  είχε προηγούμενη εξαφάνιση. Ο αλλοδαπός εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα, και παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία.

4.    ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (Δ) (Κ) του εδαφίου (1), του άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952 – 2025), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 08/10/2025.

5.    ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται  με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθώς και το Άρθρο 188 (3)(γ) του Συντάγματος και οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια με το παρόν διατάσσω όπως ο N.E.P. ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση, για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης, που αναφέρονται πιο πάνω.

Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 23η  ημέρα του Οκτωβρίου 2025.». 

Επομένως, από το πιο πάνω άρθρο συνάγεται ότι, υπάρχει η δυνατότητα να τεθεί υπό κράτηση αιτητής ασύλου στη βάση του άρθρου 9ΣΤ (2) (β), αφού προηγηθεί κρίση της Διοίκησης ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, «για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·».

Πρόσθετα, από το πιο πάνω άρθρο συνάγεται ότι, για να μπορεί να τεθεί υπό κράτηση αιτητής ασύλου στη βάση του άρθρου 9ΣΤ (2) (δ) θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τα πιο κάτω, αφού προηγηθεί κρίση της Διοίκησης ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα:

Α) Να κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης του.

Β) Να υφίστανται βάσιμοι λόγοι, αντικειμενικά κρινόμενοι, που να δεικνύουν ότι ο αιτητής υπέβαλε την αίτηση ασύλου για να καθυστερήσει την διαδικασία επιστροφής του ενώ είχε ήδη την δυνατότητα να υποβάλει την αίτηση ασύλου του (πριν την έναρξη της διαδικασίας επιστροφής του).

Στην υπόθεση C-534/11 Mehmet Arslan v. Policie ČR, ημερ. 30.5.2013, παρ. 62, λέχθηκε ότι είναι δυνατή η κράτηση αιτητή ασύλου στη βάση διάταξης του εθνικού δικαίου, στις περιπτώσεις που καθίσταται σαφές ότι η αίτηση για χορήγηση πολιτικού ασύλου υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση της διαδικασίας επιστροφής.

Στο σημείο αυτό, θα προχωρήσω με την εξέταση του ιστορικού της  υπόθεσης όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, προκειμένου να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο κατά πόσο, μέσω της αιτιολογίας που παρατίθεται στο κείμενο του διατάγματος, καθώς και των λοιπών στοιχείων και τεκμηρίων που περιέχονται στον διοικητικό φάκελο, το προσβαλλόμενο διάταγμα έχει εκδοθεί παράνομα, χωρίς επαρκή αιτιολογία και χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας.

Μελετώντας τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι υπάρχει επιστολή ημερ. 07/10/2025 της ΥΑΜ στην οποία αναφέρεται όλο το ιστορικό του αιτητή προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ερυθρά 16-17 του Διοικητικού Φακέλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1), όπου εν συνόψει λέγεται ότι ο αιτητής αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα, σε άγνωστη ημερομηνία, καθότι τα στοιχεία του δεν εντοπίζονται στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων του Η/Υ προσώπων που εισέρχονται νόμιμα στη Δημοκρατία. Καταγράφονται επίσης όλες οι αιτήσεις ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής και απορρίφθηκαν. Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι εναντίον του εξετάστηκαν τα αδικήματα παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο και παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του όπου στις 18/06/2025, παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και το Δικαστήριο του επέβαλε ποινές για τις πιο πάνω κατηγορίες, ακολούθως μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές για να εκτίσει την ποινή του η οποία εκπνέει στις 16/10/2025. Στην εν λόγω επιστολή καταγράφεται επίσης ότι μετά την καταδίκη του ο αιτητής έχει καταστεί απαγορευμένος μετανάστης.

Σε αυτή την ενημέρωση είχε στηριχθεί η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για να εκδώσει το προγενέστερο διάταγμα κράτησης ημερ. 08/10/2025, το οποίο έχει ακυρωθεί.

Πρόσθετα, στον διοικητικό φάκελο περιλαμβάνεται σχετικό σημείωμα ημερ. 22/10/2025 από Λειτουργό Μετανάστευσης προς το ΤΑΠΜ (ερυθρά 32-34 του Διοικητικού Φακέλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1) όπου καταγράφεται το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή, ως έχει αναφερθεί ήδη ανωτέρω, οι αιτήσεις ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής ήτοι ότι στις 27/03/2023 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου η οποία απορρίφθηκε στις 10/04/2023 και ότι στις 23/05/2023 υπέβαλε προσφυγή στο ΔΔΔΠ με αρ. 1596/23 η οποία απορρίφθηκε στις 12/06/2023. Παραθέτει επίσης ότι στις 25/09/2024 προέβη σε υποβολή μεταγενέστερης αίτησης στην Υπηρεσία Ασύλου και την ίδια μέρα η εν λόγω απορρίφθηκε ως απαράδεκτη καθώς και ότι στις 06/12/2024 υπέβαλε εκ νέου προσφυγή στο ΔΔΔΠ με αρ. 1179/24 η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 16/01/2025. Σημειώνεται επίσης ότι στις 19/05/2025 ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση του η οποία στις 12/09/2025 απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Τονίζεται  η καταδίκη του αιτητή για τα αδικήματα ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω καθώς και η υποβολή στις 14/10/2025 μεταγενέστερης αίτησης ενόσω βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές, η οποία έγινε δεκτή στις 15/10/2025 καθώς και το ότι ακόμη εκκρεμεί η σχετική απόφαση  όπως επίσης το ότι ο αιτητής αποφυλακίστηκε στις 16/10/2025 και την ίδια μέρα συνελήφθη λόγω των εκδοθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ημερ. 08/10/2025. Περαιτέρω ως καταγράφεται στην βάση των εν λόγω κατέληξε η αρμόδια λειτουργός ότι δημιουργούνται υπόνοιες για την πρόθεση του αιτητή να καθυστερήσει και να παρεμποδίσει την απομάκρυνση του από την Δημοκρατία. Ακολούθως, καταγράφεται ο κίνδυνος διαφυγής του αιτητή για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω. Ειδικότερα, στην εν λόγω επιστολή καταγράφονται κάποια κριτήρια και προϋποθέσεις στην βάση των οποίων ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή. Ο αρμόδιος λειτουργός καταγράφει ότι ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής (α) Μη συμμόρφωση με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής: 1) Απορριπτικές αποφάσεις της ΥΠΑΣ ημερ. 10/04/2023, 25/09/2024 και 12/09/2025. 2) Διάταγμα απέλασης το οποίο εκδόθηκε εναντίον του στις 08/10/2025. (β) Ύπαρξη καταδίκης που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να διαφύγει. Στον αλλοδαπό επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών. (γ) Προηγούμενη εξαφάνιση, ο αλλοδαπός εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας παράνομα, και παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Τέλος, υποβάλλεται εισήγηση όπως εκδοθεί εναντίον του αιτητή διάταγμα κράτησης δυνάμει του άρθρου 9Στ (2)(β) και (δ) του Περί Προσφύγων Νόμου καθότι αυτό οφείλεται στο μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή, στο ότι αφίχθηκε στη Δημοκρατία παράνομα και στις 27/03/2023 υπέβαλε αίτηση ασύλου η οποία απορρίφθηκε πρωτοβάθμια στις 10/04/2023. Στις 23/05/2023 υπέβαλε προσφυγή στο ΔΔΔΠ η οποία απορρίφθηκε στις 12/06/2023. Στις 25/09/2024 υπέβαλε ξανά μεταγενέστερη αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Στις 14/10/2025 και ενόσω βρισκόταν υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές υπέβαλε ξανά μεταγενέστερη αίτηση δηλαδή δύο μέρες μετά την αποφυλάκιση του και την μετακίνηση του στο ΧΩΚΑΜ Μεννόγειας στις 16/10/2025 για την εκτέλεση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης τα οποία εκδόθηκαν στις 08/10/2025. Η εισήγηση βασίζεται επίσης στη μη συμμόρφωση του αλλοδαπού με απόφαση επιστροφής, στην ύπαρξη καταδίκης που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας που δημιουργεί εικασία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να διαφύγει, στο ότι είχε προηγούμενη εξαφάνιση, και στο ότι, εκ των πιο πάνω, υπάρχει κίνδυνος ο αλλοδαπός να διαφύγει σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος  και ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

Ενόψει του πιο πάνω ιστορικού ως έχει καταγραφεί, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι θα πρέπει να εκδοθεί νέο διάταγμα κράτησης λόγω των ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω.

Η εισήγηση εγκρίθηκε στις 23/10/2025 και την ίδια μέρα το προηγούμενο διάταγμα κράτησης ημερ.08/10/2025 ακυρώθηκε και εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα κράτησης ημερ. 23/10/2025 δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου ενώ το διάταγμα απέλασης ημερ. 08/10/2025 αναστάλθηκε λόγω της εκκρεμούσας αίτησης του αιτητή.

Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης, ως έχω αναφέρει και ανωτέρω, εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ (2) (β) και (δ) του Νόμου, οι προϋποθέσεις των οποίων τέθηκαν πιο πάνω.

 

Επομένως ενόψει του ότι προκύπτει ξεκάθαρα ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε επί τη βάσει τόσο της παραγράφου (β) όσο και της παραγράφου (δ) του άρθρου 9ΣΤ (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, θα προβώ στην εξέταση και των δυο νομικών βάσεων.

 

Προχωρώ στην εξέταση της νομικής βάσης του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) του Νόμου.

 

Στο εγχειρίδιο του EASO, Δικαστική Ανάλυση, «Κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου»[1], αναφέρονται οι προϋποθέσεις όπου είναι δυνατή η κράτηση αιτούντων ασύλου προκειμένου να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτούντος (παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα, η επισήμανση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«[….]

Όπως και ο πρώτος λόγος, και αυτός ο λόγος προέρχεται από το πόρισμα της UNHCR του 1986, το οποίο εγκρίθηκε με τη σύσταση της Επιτροπής Υπουργών. Το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου πρέπει, εκ φύσεως, να λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τα πραγματικά περιστατικά. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της UNHCR σχετικά με την κράτηση είναι και πάλι χρήσιμες καθώς η κατευθυντήρια οδηγία 4.1 στην παράγραφο 28 αναφέρει τα εξής: Είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής, στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Παρ’ όλ’ αυτά, η κράτηση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συγκεκριμένη πληροφορία δεν θα μπορούσε να δοθεί χωρίς να υπάρξει κράτηση. Αυτό συνεπάγεται την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί να του χορηγηθεί άσυλο. Αυτό συνήθως δεν επεκτείνεται στην κρίση για το βάσιμο των ισχυρισμών του. Η εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα —ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο— δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα.

 

[…]»

 

Μελετώντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, δεν μπορώ να εντοπίσω ποια είναι εκείνα τα στοιχεία στα οποία βασίζεται η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή, τα οποία πρέπει να προσδιοριστούν, ούτως ώστε να κρίνεται απαραίτητη η κράτηση του αιτητή, καθότι σε διαφορετική περίπτωση η απόκτηση τους θα ήταν αδύνατη. Ως εντοπίζω, η μόνη αναφορά επί τούτου γίνεται στην εισήγηση της λειτουργού Μετανάστευσης ημερ. 22/10/2025, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, η οποία απλά αναφέρει ότι εισηγείται την έκδοση διατάγματος και επι αυτής της νομικής βάσης, χωρίς να εξειδικεύει ποια είναι αυτά τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν από τον αιτητή, που επιβαλλόταν η κράτηση του γι΄αυτό. Σημειώνω επίσης σε αυτό το σημείο, ότι εντός του Διοικητικού Φακέλου, δεν εντοπίζεται η εκκρεμούσα μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή, για να μπορούσε να γνωρίζει το αρμόδιο όργανο, ποια είναι αυτά τα στοιχεία που έπρεπε να εξασφαλιστούν και καθιστούσαν απαραίτητη την κράτηση του αιτητή. 

Επομένως, καταλήγω ότι ενόψει του ότι δεν πληρούται μια από τις  προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ (2) (β), η έκδοση του επίδικου διατάγματος στην νομική βάση του άρθρου 9ΣΤ (2) (β) στερείται νομικού ερείσματος. Ως εκ τούτου κρίνω πως το επίδικο διάταγμα περιέχει εσφαλμένη νομική αιτιολογία.

 

Παρ΄ όλα αυτά, το πιο πάνω όμως δεν μπορεί να οδηγήσει αυτομάτως και κατ΄ανάγκην σε ακυρότητα της επίδικης πράξης για τους λόγους που θα επισημάνω κατωτέρω.

 

Ως αναφέρεται στο άρθρο 31 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου, Ν 158(Ι)/99: «31. Εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί νομική να έχει άλλο νομικό έρεισμα.»

 

Επιπρόσθετα στο άρθρο 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου, Ν 158(Ι)/99, προβλέπεται: «32. Όταν η πράξη έχει πολλαπλές ή διαζευκτικές αιτιολογίες και μία από αυτές είναι λανθασμένη, η πράξη είναι ακυρωτέα, εκτός αν κριθεί ότι η λανθασμένη αιτιολογία ήταν επικουρική ή δευτερεύουσα της ορθής αιτιολογίας και ως εκ τούτου δεν επηρέασε το αρμόδιο διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης.»

 

Επομένως, παρότι η μια εκ των δύο νομικών βάσεων του επίδικου διατάγματος πάσχει, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, το επίδικο διάταγμα κράτησης δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ακυρότητα λόγω του ότι η μια εκ των δυο νομικών βάσεων είναι πλημμελής, καθότι ως προκύπτει και ως αναφέρθηκε ανωτέρω, υφίσταται και δεύτερη νομική βάση/ νομικό έρεισμα στο επίδικο διάταγμα επί τη βάσει της παραγράφου (δ) του άρθρου 9Στ (2), του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Τούτων λεχθέντων προχωρώ να εξετάσω την έτερη νομική βάση/ νομικό έρεισμα του επίδικου διατάγματος, ήτοι το εδάφιο (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2) η οποία ως προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου αποτελεί την κύρια αιτιολογία του Διατάγματος Κράτησης.

 

Ως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα, ο αιτητής διέμενε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς να διευθετήσει την παραμονή του ως είχε υποχρέωση στη βάση του Νόμου,  στάση που καταδεικνύει διάθεση του αιτητή για μη συμμόρφωση με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω η ποινική καταδίκη του για κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων και παράνομη παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο που συνηγορεί υπερ της απροθυμίας του αιτητή να συμμορφωθεί με τους νόμους και τους κανόνες του κράτους στο οποίο ήδη διέμενε παρανόμως. Πρόσθετα, προχώρησε στην υποβολή 3 αιτήσεων στην Υπηρεσία Ασύλου, ήτοι στις 27/03/2023, 25/09/2024 και στις 19/05/2025, οι οποίες απορρίφθηκαν. Ακολούθως, αφού ο αιτητής είχε ήδη καταδικαστεί για τα αναφερόμενα ποινικά αδικήματα και αφού έκτιε την ποινή του, 2 μέρες πριν την αποφυλάκιση του ήτοι στις 16/10/2025, ο αιτητής αποφασίζει και πάλι να υποβάλει τρίτη μεταγενέστερη αίτηση, στοιχεία που συνηγορούν υπερ της μη γνησιότητας του αιτήματος του αιτητή, όπως επίσης και αντικειμενική ένδειξη ότι υπέβαλε την αίτηση απλά και μόνο για να καθυστερήσει την απέλαση του.

Συνακόλουθα, και ενόψει των πιο πάνω, δεν διαπιστώνω μη διενέργεια δέουσας έρευνας από μέρους της Διοίκησης. Κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη δεόντως στην απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα και δια τούτο, κατά την λήψη της απόφασης, λήφθηκαν δεόντως και σύμφωνα με τα όσα απαιτεί η οικεία νομοθεσία υπόψη όλα τα γεγονότα που αφορούν τον αιτητή προς έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης.

Παρατηρώ επίσης ότι οι καθ΄ων η αίτηση πριν καταλήξουν στην έκδοση του διατάγματος κράτησης αξιολόγησαν κατά πόσον ήταν εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα, λιγότερο περιοριστικά, εναλλακτικά μέτρα της κράτησης, για να διασφαλίσουν με άλλον αποτελεσματικό και εναλλακτικό τρόπο τη μη διαφυγή του αιτητή, ενόσω εκκρεμούσε η αίτηση ασύλου του.

Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αποφάσεων κράτησης μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί/κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση (Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Κράτηση των Αιτούντων Άσυλο - Κατευθυντήρια Οδηγία 4, παράγραφος 19). 

Να σημειωθεί ότι σε προγενέστερo διάταγμα κράτησης ημερ. 08/10/2025 – το οποίο ως έχει αναφερθεί ανωτέρω έχει ακυρωθεί - ο αιτητής είχε ήδη κριθεί ως απαγορευμένος μετανάστης στη βάση του άρθρου 6 (1) (δ) (κ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και κρίθηκε αναγκαίο να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι να απελαθεί καθότι υφίστατον κίνδυνος διαφυγής του. Σε αυτό το σημείο διαπιστώνω επίσης ότι στο τελευταίο διάταγμα κράτησης ημερ. 08/10/2025 (το οποίο έχει ακυρωθεί λόγω έκδοσης του επίδικου διατάγματος κράτησης ημερ. 23/10/2025) αναγράφεται ότι ο αιτητής είχε κριθεί ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των παραγράφων (δ), (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, καθότι αυτός καταδικάστηκε για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ και Β΄, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ και Β΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλο άτομο κα της παράνομης παραμονής και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των οκτώ (8) μηνών και κρίθηκε αναγκαίο να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι να απελαθεί καθότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του. Στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, MAGDALIN MENSAH ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 9.8.2013 λέχθηκε ότι από μόνο του η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη εμπεριέχει ούτως ή άλλως τον κίνδυνο διαφυγής. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα:

«..Η κήρυξη της αιτήτριας ως απαγορευμένης μετανάστριας εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής της ανά πάσα στιγμή.  Αυτή η έννοια εμπεριέχεται νομικά και λογικά στο άρθρο 180Δ στον  ορισμό  του  «κινδύνου διαφυγής»,  όπου  στην  παράγραφο (α) αναφέρεται, ως στοιχείο κινδύνου διαφυγής, η μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής.  Να μη λησμονείται άλλωστε ότι στον ορισμό του «κινδύνου διαφυγής» καταγράφεται ότι αυτός ο κίνδυνος συναρτάται προς κάθε «ατομική περίπτωση», ο δε κίνδυνος αυτός εκτιμάται κατά «εικασία» ότι ο υποκείμενος σε διαδικασία επιστροφής «μπορεί να διαφύγει».  Δεν χρειάζεται, με άλλα λόγια, απτή μαρτυρία περί τούτου και είναι εδώ που υπεισέρχεται η κρίση της διοίκησης αναλόγως των συνθηκών της κάθε υπόθεσης….»

Επομένως, δεδομένου του κινδύνου διαφυγής που ενυπάρχει λόγω της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνακόλουθα της καταδίκης του στα πιο πάνω αναφερόμενα ποινικά αδικήματα, ο οποίος ενυπήρχε κατά την έκδοση των αρχικών διαταγμάτων και ο οποίος συνέχισε να υφίσταται και κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης ημερ. 23/10/2025 και δεδομένου της όλης συμπεριφοράς του και της απροθυμίας του για συμμόρφωση με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι δεν συμμορφώθηκε με καμία απόφαση επιστροφής που είχε εκδοθεί εναντίον του, το γεγονός ότι δεν προχώρησε να νομιμοποιήσει την παραμονή του με οποιοδήποτε τρόπο παρα αρκέστηκε να εισέλθει παρανόμως στην Κυπριακή Δημοκρατία όπως και συνέχισε να διαμένει παρανόμως παρά την απόρριψη όλων των υποβληθείσων αιτήσεων του για άσυλο στην Υπηρεσία Ασύλου, το γεγονός της υποβολής της τελευταίας μεταγενέστερης αίτησης ασύλου του 2 μέρες πριν την αποφυλάκιση του από τις Κεντρικές Φυλακές, είναι στοιχεία που δεικνύουν την προσπάθεια αποφυγής του ενδεχόμενου απέλασης και επιστροφής του στην χώρα του, και επομένως κρίνω ότι  ορθώς κρίθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων καθότι ο κίνδυνος διαφυγής του ήταν και είναι υπαρκτός.   

Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση του αδελφού μου δικαστή κ. Χριστοφόρου, στην υπόθεση K K ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Υπόθεση αρ. ΔΚ 62/21, 1/6/2021, η απροθυμία του αιτητή να νομιμοποιήσει την διαμονή του ως όφειλε, είναι ένα στοιχείο που αντικειμενικά κρινόμενο συνηγορεί υπερ του κινδύνου διαφυγής του αιτητή. Παραθέτω κατωτέρω απόσπασμα με το οποίο συμφωνώ και υιοθετώ:   

«…Σε σχέση τώρα με την δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων θεωρώ ότι εκ των γεγονότων ως ανωτέρω καταγράφονται εύλογα προκύπτει το σοβαρό ενδεχόμενο μη συμμόρφωσης του αιτητή με την διαταγή απομάκρυνσης δυνάμει του υπό αναστολή διατάγματος απέλασης.

Προς τούτο λαμβάνω υπόψη την ήδη εκφρασθείσα δια της συμπεριφοράς του απροθυμίας του αιτητή να συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν την νομιμότητα διαμονής του και την απουσία δεσμών με τη Δημοκρατία που θα μπορούσαν να αμβλύνουν κατά περίπτωση την αναγκαιότητα κράτησης του αιτητή προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αιτήσεως του. (βλ. Κατευθυντήριες Οδηγίες, ανωτέρω, και απόφαση ΕΔΑΔ Nabil And Others ν. Hungary, υπόθ. αρ.62116/12, ημ.22/12/15, κατωτέρω).

Η παράνομη διαμονή του στη Δημοκρατία και η πλήρης αδιαφορία που επέδειξε σχετικά με την διευθέτηση της νομιμότητας της διαμονής του στη Δημοκρατία για το διάστημα που διέρρευσε από την λήξη της άδειας διαμονής του ως φοιτητής μέχρι και την κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη και την κίνηση διαδικασίας απέλασης του αιτητή πιστεύω αρκεί για να καταδείξει ότι ο κίνδυνος διαφυγής παραμένει αναμφίβολα υπαρκτός. Επί τούτου θεωρώ ότι το διάστημα των 6 μηνών από την ημέρα που έληξε η άδεια διαμονής του μέχρι να κινηθούν οι διαδικασίες επιστροφής του είναι υπέρ δεόντως αρκετό για να θεωρείται ότι είχε ικανό χρόνο στη διάθεση του για να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για διευθέτηση της διαμονής του ή να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε προηγούμενο χρόνο.

Η ένταση δε του κινδύνου διαφυγής του αιτητή, με αναφορά στην προηγούμενη της υποβολής του αιτήματος διεθνούς προστασίας συμπεριφορά του, είναι καθοριστική στην στάθμιση του καταλληλότερου υπό τις περιστάσεις μέτρου καθότι είναι διαμέσου της στάθμισης αυτής που μπορεί να εκφρασθεί κρίση επί του αν η επιλογή του επαχθέστερου μέτρου της κράτησης απολήγει να είναι η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού - εδώ η αποτροπή του κινδύνου διαφυγής και η διασφάλιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής του - στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, που είναι και η κατάληξη μου στην παρούσα, ως ανωτέρω εξηγώ, και δια τούτο η μόνη ενδεδειγμένη και συνεπώς αναγκαία, στη βάση της αρχής της αναγκαιότητας.

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τα όσα ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει σχετικά ύπαρξη, ως ισχυρίζεται, δηλωθείσας διεύθυνσης διαμονής. Ούτε μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα από το ενοικιαστήριο έγγραφο που περιέχεται στον διοικητικό φάκελο που, σημειωτέον, έχει λήξει από την 01/07/20. Σε κάθε περίπτωση η διεύθυνση διαμονής δεν αρκεί από μόνη της για να αμβλύνει ή και να εξαλείψει τον κίνδυνο διαφυγής του αιτητή  και την ένταση αυτού λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών περιστάσεων που αφορούν τον αιτητή ως πιο πάνω καταγράφονται…..»

Ενόψει των όσων ανέφερα ανωτέρω, και με παραπομπή στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι η απόφαση λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα των περιστατικών της υπόθεσης και διαφαίνεται ποια ήταν η αιτιολογική σκέψη της διοίκησης για την έκδοση του διατάγματος κράτησής του Αιτητή (Παναγιωτίδης ν Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.α. (1998) 3 Α.Α.Δ. 342Θ. Χριστοφή & Σια Λτδ ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α. (1998) 3 Α.Α.Δ. 427).

 

Παρατηρώ επίσης ότι η επίδικη πράξη είναι πλήρως αιτιολογημένη καθότι  τόσο από το σύνολο των στοιχείων που υπάρχουν στο διοικητικό φάκελο όσο και από το περιεχόμενο του ίδιου του διατάγματος κράτησης υπάρχει μια σύντομη αιτιολόγηση, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω. Ειδικότερα, στο ίδιο το διάταγμα παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους βασίστηκε η έκδοση του ως απαιτεί η πρόνοια του άρθρο 9Στ εδάφιο 8 του Περί Προσφύγων Νόμου.  

 

Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η αιτιολογία της διοικητικής πράξης μπορεί να είναι λακωνική, αρκεί να είναι επαρκής, έτσι ώστε να μπορεί να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος, μπορεί δε να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. Σταυρινίδης ν. Δημοκρατίας (1992) 3 ΑΑΔ 303, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 648, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 672 και SURENDAN SUNDARARAJ κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:D596, Υποθ. Αρ. 1867/2012, ημερ. 11.9.2015).

Συνακόλουθα, και ενόψει των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, δεν διαπιστώνω παραβίαση του άρθρου 26 του Ν. 158 (ι)/1999. Ενόψει τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε ο ισχυρισμός περί του ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν εξέτασαν τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. 

Στην 15η αιτιολογική σκέψη της  Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, όπου καταγράφεται ρητώς ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«(15) Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης.

 

Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή  της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής.»

 

Προκύπτει, τηρουμένης της αρχής της αναγκαιότητας, ότι το μέτρο που λαμβάνεται θα πρέπει να είναι το απολύτως αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Επιπρόσθετα, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας το μέτρο που λαμβάνεται πρέπει να είναι το καταλληλότερο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και ανάλογο του σκοπού που επιδιώκεται και βεβαίως το λιγότερο παρεμβατικό μέτρο (βλ. ΔΕΕ, C-18/16 K. v. Stagtsse Cretans van Veiligheide Justice, ημερομηνίας 4/5/17, σκέψεις 5, 6, 72, 76).

 

Όπως αναφέρθηκε σε σχετική απόφαση του ΕΔΑΔ, η κράτηση επιλέγεται όταν είναι αντικειμενικώς αναγκαία για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποφύγει οριστικά ο ενδιαφερόμενος την επιστροφή του (S.KvRussia, Αρ. Προσφυγής 52722/15, ημερομηνίας 14.2.17, σκέψη 111).

Στη βάση των στοιχείων που βρίσκονταν ενώπιον των καθ' ων η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος κράτησης, όπως αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας, αφού σταθμίστηκαν όλα τα ενώπιον της Διοίκησης δεδομένα και αποφασίστηκε η κράτηση του αιτητή, προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση και διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσής του στη χώρα καταγωγής του, εφόσον κρίθηκε ότι η όλη συμπεριφορά του, θεμελίωνε, βάσει των προνοιών του Νόμου, κίνδυνο διαφυγής και παρεμπόδισης της διαδικασίας απομάκρυνσής του. Η κράτηση του αιτητή είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, όπως εξάλλου επιτάσσει το άρθρο 52(2) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(Ι)/1999), και μετά από ατομική αξιολόγηση του Αιτητή δεν θα μπορούσαν να επιβληθούν εναλλακτικά  της κράτησης μέτρα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9ΣΤ(3) του περί Προσφύγων Νόμου.  Συνακόλουθα, κρίνω ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ορθώς δεν επιλέγηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση, κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης. 

Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι το μέτρο της κράτησης του αιτητή, εύλογα κρίθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ως μέτρο ανάλογο, αναγκαίο και κατάλληλο προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ως εξάλλου επιτάσσει το άρθρο 52(2) του Νόμου 158(Ι)/1999.

Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η έκταση της  δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόθεση Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με Αρ.17/2021, ημ.21/09/21, όπου λέχθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο ελέγχει ‘όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της κάθε απόφασης της διοίκησης που τίθεται ενώπιον του με την προσφυγή που υποβάλλεται..’. Επομένως, ενόψει του ότι το παρόν Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να αποφασίσει κατά πόσον η κράτηση ήταν πράγματι το προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων ή ακόμα εάν θα προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος κράτησης (Βλ. απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C924/19 και C 925/19,FMS  and Others κατά Orzagos Idegenrendeszeti Foigazgatosag, ημερ.14/5/2020, σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) κρίνω ότι η κράτηση ορθώς επιβλήθηκε στον αιτητή, καθότι με τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, ο κίνδυνος διαφυγής του είναι υπαρκτός και τα γεγονότα από την μέρα έκδοσης του διατάγματος κράτησης μέχρι και σήμερα δεν έχουν μεταβληθεί για να μπορέσει το παρόν Δικαστήριο να ακυρώσει το επίδικο διάταγμα κράτησης ως μη αναγκαίο και αναλογικό προς τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η αποτροπή του κινδύνου διαφυγής του και η διασφάλιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής του. Ο συνήγορος του αιτητή δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο που να δεικνύει ότι έχει εκλείψει ο κίνδυνος διαφυγής του αιτητή για να μπορέσει το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει σε ακύρωση του διατάγματος και επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. 

Ενόψει των πιο πάνω λοιπόν, κρίνω ότι δεν έχει έρεισμα ο ισχυρισμός περί μη εξέτασης των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων από την Διοίκηση, ο οποίος απορρίπτεται ως νόμω και ουσία αβάσιμος.

Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό του συνηγόρου του αιτητή για πλάνη περί τα πράγματα.

Δεν μπορώ να εντοπίσω σημείο στην διαδικασία έκδοσης της προσβαλλόμενης δια της παρούσης πράξης στο οποίο να εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα σύμφωνα με το άρθρο 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν. 158 (Ι)/1999 και συνεπεία της οποίας η απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μπορεί να θεωρηθεί πάσχουσα συνεπεία τέτοιας πλάνης περί των γεγονότων. Οι καθ' ων η αίτηση υπήγαγαν τα γεγονότα του αιτητή στις σχετικές διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και η κρίση τους είναι ορθή. Συνακόλουθα, ουδεμία  πλάνη διαπιστώνεται εν προκειμένω και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αιτητή επίσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στη βάση των πιο πάνω και δεδομένου του ιστορικού του Αιτητή στη Δημοκρατία, κρίνω ότι η απόφαση κράτησης του Αιτητή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου λήφθηκε καθόλα νόμιμα και ορθά, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση των εν λόγω διατάξεων και είναι σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή, εμπίπτει δε αυτή εντός των νομίμων ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ' ων η αίτηση.

Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται ως προς την αιτούμενη υπό το στοιχείο Α) του αιτητικού θεραπεία, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ' ων η αίτηση.

 

 

                                                                                                 Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 



[1] Εγχειρίδιο του EASO, Δικαστική Ανάλυση, «Κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου», 2019, σελ.28, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Detention_JA_EL.pdf.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο