A.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4760/2024, 19/1/2026
print
Τίτλος:
A.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4760/2024, 19/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 4760/2024

19 Ιανουαρίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ – ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.B. (ARC...) από Καμερούν και τώρα Λεμεσό

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

Αναστασία Ιωαννίδου (κα) για Γ. Στυλιανού (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ειρήνη Παραδεισιώτη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής είναι παρών

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ο Αιτητής αιτείται δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 23/09/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 11/11/2024 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή Διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000 και είναι  παράνομη, άκυρη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται νέας απόφασης επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία προς αντικατάστασης της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν και την 28/03/2019 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνησης της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 13/11/2023 και στις 11/07/2024 διεξήχθησαν συνεντεύξεις στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), ο οποίος στις 04/09/2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Στις 23/09/2024, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 24/10/2024 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου η οποία κοινοποιήθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 11/11/2024. Στις 29/11/2024 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Δια του εισαγωγικού του δικογράφου, ο συνήγορος του Αιτητή και εγείρει πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης οι οποίοι δεν προωθούνται δια της γραπτής του αγόρευσης στο σύνολο τους.

Δια της γραπτής του αγόρευσης ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ως πρώτο ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέπετε από νομική και πραγματική πλάνη κατά παράβαση του άρθρου 46 του Ν. 158(Ι)/1999.

Ο δεύτερος ισχυρισμός που εγείρει ο συνήγορος του Αιτητή αφορά τη μη δέουσα έρευνα. Όπως εξηγεί, από την είσοδο του Αιτητή στην Κυπριακή Δημοκρατία έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα, ενώ, λόγω των εμπειριών του κατά τη διάρκεια της κράτησής του στη φυλακή, παρουσίαζε προβλήματα μνήμης, στοιχείο το οποίο δεν λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης. Παράλληλα, ο συνήγορος του Αιτητή μέσω της γραπτής αγόρευσης, καταγράφει πως ο Αιτητής βρίσκεται σε δυσμενή θέση αφού η κατάσταση στη χώρα καταγωγής του είναι έκρυθμη.  

Ο τρίτος ισχυρισμός αφορά στην αναρμοδιότητα οργάνου, και ο τέταρτος στη μη επαρκής αιτιολογίας.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί (3 και 4) ωστόσο αποσύρθηκαν από το συνήγορο του Αιτητή κατά τη διάρκεια των διευκρινίσεων. Ακολούθως ωστόσο ο συνήγορος του Αιτητή προωθεί την πλάνη περί τα πράγματα και/ή το νόμο και/ή την έλλειψη δέουσας έρευνας.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltdv. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

«Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.»

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

 

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56»

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

 

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής δέουσα έρευνα κρίνω ότι δεν ευσταθεί και απορρίπτεται για τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω.

Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί  η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.

Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας  που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του, επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου βασίστηκε σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Αιτητή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν ουσιαστικά την αίτηση του Αιτητή και όλα όσα είχε θέσει ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και στάθμισαν και αξιολόγησαν πλήρως τα ενώπιον τους δεδομένα και ουδέποτε ενήργησαν υπό πλάνη. Ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα βάσιμο φόβο δίωξης, ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου πρέπει να συντρέχει από κυβερνητικά ή μη κυβερνητικά όργανα δίωξης.

Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.  Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.

Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι  το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για ύπαρξη πλάνης το έχει ο Αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια απορρίπτεται.

Σύμφωνα με τα στοιχεία στο φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας από το Καμερούν. Κατά τον χρόνο υποβολής της αρχικής αίτησής του, ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του λόγω του πολέμου, των στοχευμένων δολοφονιών από αυτονομιστές και τον στρατό, καθώς και της γενικότερης ανασφάλειας, της παράνομης σύλληψης και κράτησής του. Οι συνθήκες αυτές οδήγησαν σε απώλεια της εργασίας και του εργασιακού του χώρου, γεγονός που τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τη χώρα. (ερ. 6 του Δ.Φ.)

Κατά τη διάρκεια των προφορικών του συνεντεύξεων, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στις 03/02/1986 στην πόλη Kumba, στη Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, η οποία ήταν και ο προηγούμενος συνήθης τόπος διαμονής του.

Ο Αιτητής είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί την αγγλική, την γαλλική και Bakundu και ως προς το θρήσκευμα είναι χριστιανός πεντηκοστιανός. Ο Αιτητής στη χώρα του δήλωσε πως είχε μια επιχείρηση εκτύπωσης φυλλαδίων και μπλουζών στην περιοχή Fiango της Kumba από το 2014, πριν από την αναχώρησή του από το Καμερούν.

Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι πατέρας δύο τέκνων, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα τους στην πόλη Kumba του Καμερούν. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ανέφερε ότι οι γονείς του έχουν αποβιώσει και ότι έχει τρία αδέλφια που διαμένουν στο Καμερούν, καθώς και έναν αδελφό που διαμένει στη Νιγηρία.

Κατά την ελεύθερη του αφήγηση ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε σε διαμαρτυρίες δικηγόρων και Ambazonians το 2016 και το 2017, λόγω των οποίων συνελήφθη τον Οκτώβριο του 2017 και κρατήθηκε αρχικά στην ταξιαρχία χωροφυλακής της Kumba και στη συνέχεια στις κεντρικές φυλακές της Kumba, όπου, όπως ανέφερε, υπέστη βασανιστήρια. Υποστήριξε ότι αποφυλακίστηκε κατόπιν παρεμβάσεων δικηγόρων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και ότι, μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, μέλη των Ambazonians απήγαγαν τον υπάλληλό του και τραυμάτισαν τη σύζυγό του, γεγονότα που συνέβαλαν στην απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του.

Ο λειτουργός, συνοψίζοντας τους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, επιβεβαίωσε, μέσω των δηλώσεων του, ότι εναντίον του έχουν εκδοθεί δύο εντάλματα σύλληψης από τον ανώτερο αξιωματικό της περιφέρειας και τον αξιωματικό της περιφέρειας του δήμου Kumba. Παράλληλα, αυτονομιστές μαχητές τον πίεζαν να συνεργαστεί μαζί τους.

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων κατα την διάρκεια των συνεντεύξεων του, δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα βιοτικά γεγονότα της αφήγησής του.

Ερωτηθείς σχετικά με το τι θεωρεί ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι διατρέχει κίνδυνο από τους Ambazonians και ότι φοβάται ενδεχόμενη σύλληψή του από τον Ανώτερο Διοικητικό Αξιωματούχο.

Ερωτηθείς σχετικά με το τι και ποιον φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι φοβάται την ενδεχόμενη σύλληψή του στο πλαίσιο των πολεμικών συγκρούσεων, καθώς και τον Ανώτερο Διοικητικό Αξιωματούχο της Περιφέρειας (Senior Divisional Officer), τον Διοικητικό Αξιωματούχο της Περιφέρειας (Divisional Officer) και μαχητές της Ambazonia.

Προς υποστήριξη του αιτήματός του, ο Αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:

·        Αντίγραφο ARC του Αιτητή (ερ. 48-50 του Δ.Φ.)

·        Αντίγραφο Ενοικιαστηρίου Εγγράφου του χώρου διαμονής του Αιτητή στην   Κυπριακή Δημοκρατία (ερ. 46-47 του Δ.Φ.)

·        Αντίγραφο πιστοποιητικού γέννησης του Αιτητή (ερ. 13 του Δ.Φ.)

·        Αντίγραφο εντάλματος σύλληψης (ερ. 55 του Δ.Φ.)

·        Αντίγραφο ιατρικής έκθεσης (ερ. 54 του Δ.Φ.)

·        Αντίγραφο διαταγής απελευθέρωσης (ερ. 53 του Δ.Φ.)

·        Αντίγραφο στιγμιότυπου οθόνης μιας τραυματισμένης γυναίκας (ερ. 52 του Δ.Φ.)

·        Αντίγραφο συλλογικού εντάλματος σύλληψης (ερ. 51 του Δ.Φ.)

·        Αντίγραφο συλλογικού εντάλματος σύλληψης (ερ. 51 του Δ.Φ.)

Κατά τη δεύτερη συνέντευξή του, ο Αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα: εκτυπωμένη φωτογραφία φυλλαδίου, εκτυπωμένη φωτογραφία πανό αναρτημένου σε κιγκλίδωμα, στιγμιότυπο οθόνης συνομιλίας μέσω της εφαρμογής WhatsApp, στιγμιότυπο οθόνης προφίλ του κ. Bisong Derick σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, στιγμιότυπο οθόνης συνομιλίας με τον κ. Besong, καθώς και τρεις φωτογραφίες του ιδίου με τη σύζυγό του.

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από τα πρακτικά των  συνεντεύξεων του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση-Εισήγησή του τους εξής εννιά (9) ουσιώδεις ισχυρισμούς:

(1) ταυτότητα, προφίλ, και χώρα καταγωγής του Αιτητή,

(2) Ο Αιτητής αποτελούσε μέλος του πολιτικού κόμματος SDF από το 2014 έως το 2017.

(3) Ο Αιτητής συμμετείχε στην διαμαρτυρία των δικηγόρων στις 10 Νοεμβρίου 2016 και στις πορείες των Ambazonians στις 22 Σεπτεμβρίου 2017 και την 1η Οκτωβρίου 2017.

(4) Ο Αιτητής συνελήφθη στις 13 Οκτωβρίου 2017 για συμμετοχή σε διάφορες διαμαρτυρίες και κρατήθηκε για 14 ημέρες στην ταξιαρχία χωροφυλακής της Kumba.

(5) Ο Αιτητής υπέστη βασανιστήρια ενώ βρισκόταν υπό κράτηση στην ταξιαρχία χωροφυλακής.

(6) Ο Αιτητής φυλακίστηκε στις κεντρικές φυλακές της Kumba για δύο μήνες και καταδικάστηκε για συμμετοχή σε παράνομη διαμαρτυρία και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος μετά από πιέσεις δικηγόρων και NGOs.

(7) Στις 20 Δεκεμβρίου 2018, ο Ανώτερος Αξιωματικός της Διεύθυνσης διέταξε τη σύλληψη του Αιτητή και την εκκένωση του καταστήματός του, το οποίο πυρπολήθηκε από την αστυνομία.

(8) Οι Ambazonians απήγαγαν τον υπάλληλο του Αιτητή στις 24 Αυγούστου 2018 επειδή ο Αιτητής αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους.

(9) Οι Ambazonians επιτέθηκαν στη σύζυγο του Αιτητή μετά την αναχώρησή του από το Καμερούν.

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον έκρινε εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον αποδέχθηκε, όπως καταγράφεται στην Έκθεση-Εισήγηση. Οι λοιποί ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί ένταξης του Αιτητή στο πολιτικό κόμμα SDF κατά το διάστημα 2014–2017 απορρίφθηκε, καθότι οι δηλώσεις του κρίθηκαν αόριστες και ελλιπείς. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την πολιτική του δραστηριότητα, τη διαδικασία εγγραφής του στο κόμμα ή τις πολιτικές θέσεις, την ιδεολογία και τους στόχους του SDF, ενώ οι γενικές αναφορές του σε «αγώνα για πολιτική αλλαγή» κρίθηκαν μη εξατομικευμένες και μη πειστικές. Ελλείψει αποδεδειγμένης εσωτερικής αξιοπιστίας, δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας και, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Σε σχέση με τον τρίτο ισχυρισμό, ότι ο Αιτητής δήλωσε πως συμμετείχε στις διαμαρτυρίες των δικηγόρων στις 10 Νοεμβρίου 2016 και των Ambazonians στις 22 Σεπτεμβρίου και 1η Οκτωβρίου 2017, ωστόσο οι δηλώσεις του κρίθηκαν αόριστες και ελλιπείς όσον αφορά τον ρόλο του και τις προσωπικές του παρατηρήσεις. Ελλείψει αποδεδειγμένης εσωτερικής αξιοπιστίας, δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας και ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Σχετικά με τον τέταρτο ισχυρισμό, ότι ο Αιτητής συνελήφθη στις 13 Οκτωβρίου 2017 και κρατήθηκε 14 ημέρες στην ταξιαρχία χωροφυλακής της Kumba, οι δηλώσεις του κρίθηκαν αόριστες όσον αφορά τα γεγονότα μετά τη σύλληψη και τις συνθήκες κράτησης. Ελλείψει αποδεδειγμένης εσωτερικής αξιοπιστίας, δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας και ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Σχετικά με τον πέμπτο ισχυρισμό ότι ο Αιτητής υπέστη βασανιστήρια κατά την κράτησή του στην ταξιαρχία χωροφυλακής, οι δηλώσεις του κρίθηκαν αόριστες, με έλλειψη λεπτομερειών και συνεκτικότητας, ενώ δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις για τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων που προσκόμισε. Ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο ιατρικής έκθεσης προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του αναφορικά με τον ιατρικό έλεγχο στον οποίο υποστήριξε ότι υποβλήθηκε για την εκτίμηση της έκτασης των φερόμενων βασανιστηρίων. Ωστόσο, το υποβληθέν έγγραφο δεν περιέχει καμία πληροφορία σχετικά με τα επαγγελματικά προσόντα του εκδόντος ιατρού, ούτε περιλαμβάνει οποιαδήποτε αναφορά σε κλινικά ευρήματα, ιατρικά συμπεράσματα ή αποτελέσματα εξετάσεων. Ελλείψει αποδεδειγμένης εσωτερικής αξιοπιστίας, δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας και ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Ο έκτος ισχυρισμός ότι ο Αιτητής φυλακίστηκε για δύο μήνες στις Κεντρικές Φυλακές της Kumba και αφέθηκε ελεύθερος μετά από πιέσεις δικηγόρων και NGOs κρίθηκε αόριστος και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες. Τα προσκομισθέντα αντίγραφα εντάλματος σύλληψης και διαταγής αποφυλάκισης παρουσίαζαν ουσιώδεις αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητά τους, με αποτέλεσμα να μην επιβεβαιώνεται ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο οποίος απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Ο έβδομος ισχυρισμός ότι στις 20 Δεκεμβρίου 2018 ο Ανώτερος Αξιωματικός διέταξε τη σύλληψη του Αιτητή και την εκκένωση/πυρπόληση του καταστήματός του επίσης κρίθηκε αόριστος και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες. Ο Αιτητής δεν παρείχε σαφή πληροφόρηση για τις συνθήκες κατάσχεσης των φυλλαδίων και πανό, την πυρκαγιά στο κατάστημα ή το περιεχόμενο του εντάλματος σύλληψης. Τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν ήταν επαληθεύσιμα, με αποτέλεσμα να μην επιβεβαιώνεται η αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο οποίος απορρίφθηκε στο σύνολό του

Ο όγδοος ισχυρισμός ότι οι Ambazonians απήγαγαν τον υπάλληλο του Αιτητή στις 24 Αυγούστου 2018 επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους κρίθηκε αόριστος και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες. Ο Αιτητής δεν κατέστησε σαφείς τις περιστάσεις της απαγωγής, τον τρόπο ενημέρωσής του ή τους λόγους που οδήγησαν στο συγκεκριμένο στόχο. Παρά την εν μέρει επιβεβαίωση ορισμένων γεγονότων από εξωτερικές πηγές, όπως η έκθεση του Human Rights Watch για το 2018, η έλλειψη αποδεδειγμένης εσωτερικής αξιοπιστίας καθιστά αδύνατη την επιβεβαίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός να απορριφθεί.

Ο ένατος ισχυρισμός ότι οι Ambazonians επιτέθηκαν στη σύζυγο του Αιτητή μετά την αναχώρησή του από το Καμερούν κρίθηκε αόριστος και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες. Ο Αιτητής δήλωσε ότι πληροφορήθηκε την επίθεση μέσω Facebook και απέδωσε το γεγονός στη σχέση του θείου του με την κυβέρνηση. Ελλείψει αποδεδειγμένης εσωτερικής αξιοπιστίας, δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της εξωτερικής αξιοπιστίας, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός να απορριφθεί.

Εν συνεχεία ο λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στη πόλη Kumba της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν, περιοχή η οποία αποτελεί τον συνήθη τόπο διαμονής του, στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός. Αναφορικά με το προσωπικό του προφίλ, μπορεί να σημειωθεί ότι είναι ένας νέος άνδρας χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα υγείας, με καλό μορφωτικό επίπεδο, καθώς έλαβε απολυτήριο λυκείου και σπούδασε για δύο χρόνια στο πανεπιστήμιο, ο οποίος θεωρείται ικανός να εργαστεί και να εξασφαλίσει τα προς το ζην, καθώς είχε έτοιμη τη δική του επιχείρηση. Επιπλέον, ο λειτουργός προέβη σε ανάλυση της κατάστασης ασφαλείας σε έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, τόσο στη χώρα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής. Ο λειτουργός διαπίστωσε ότι υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι υπάρχει περίπτωση, εάν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του,  να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ασφάλειας η οποία επικρατεί στις αγγλόφωνες περιφέρειες του Καμερούν και ειδικότερα στη πόλη Kumba, της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας, περιοχή η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο διαμονής του.

Ωστόσο, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, προτού καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμά του κατά την αξιολόγηση στη βάση του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός προέβηκε σε ανάλυση των δεδομένων ασφαλείας από έγκυρες πηγές για το Καμερούν και πιο συγκεκριμένα για την Νοτιοδυτική Περιφέρεια, βάσει σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ αναφορικά με την 'εσωτερική ένοπλη σύγκρουση', την 'αδιάκριτη βία' και την 'προσωπική απειλή' (βλ. ερ. 110-108 του Δ.Φ.)

Με βάση τις δηλώσεις του Αιτητή, το προσωπικό του προφίλ και τη συνολική εκτίμηση κινδύνου, συνάγεται ότι δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του για κανέναν από τους λόγους που προβλέπονται στην παράγραφο (1) του άρθρου 3 του Νόμου περί Προσφύγων του 2000, καθώς και στο άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του ενδέχεται να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καθώς στην Νοτιοδυτική περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει, επικρατούν συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω νομική ανάλυση και την απόφαση Elgafaji, επισημαίνεται, σε σχέση με την προσωπική κατάσταση του Αιτητή, ότι πρόκειται για νέο άνδρα, μορφωμένο, χωρίς προβλήματα υγείας ή ασθένεια, ο οποίος δύναται να επικοινωνεί στην αγγλική γλώσσα καθώς και στις γλώσσες Banundu και είναι σε θέση να εργαστεί και να συντηρεί τον εαυτό του.

Κατόπιν εξέτασης των ως άνω, με βάση τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, ο αρμόδιος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τις ιδιαίτερες καταστάσεις του Αιτητή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει. Ως εκ τούτου ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής του Αιτητή και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν βρίσκει λόγο διαφοροποίησης επί των ανωτέρω ευρημάτων των Καθ' ων η αίτηση.

Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο  καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό οι υπό εξέταση ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.

Περαιτέρω τα έγγραφα που προσκόμισε δεν μπορούν να τεκμηριώσουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Συμφωνα με την νομολογία του Ανωτατου Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 867/2007 ημερ. 31 Οκτωβρίου 2008JEEVANTHA WICKRAMARACHCHI,  και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡ ΟΣΦΥΓΩΝ, “τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον αιτητή είχαν μόνο υποστηρικτική σημασία και δεν μπορούν στη βάση των προσωπικών αυτών εγγράφων, να ενέχουν απόλυτη αξία”.

Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην Εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει πολλάκις νομολογηθεί, ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του Αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI και ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει  να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19(2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Για τους ίδιους δε λόγους, κρίνω ότι ορθά κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν στοιχειοθετούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19(2),(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji vStaatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[7]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του ΟΕΑΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης παρατηρείται ότι το Καμερούν εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη με την Boko Haram στο Βορρά (περιοχή Far North)[2] ενώ στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιφέρειες (Northwest και Southwest) αναφέρεται ότι αριθμός αγγλόφωνων αποσχιστικών ομάδων μάχεται έναντι της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία των περιοχών. Ωστόσο, η βία δεν ισοδυναμεί με μη διεθνή ένοπλή σύρραξη.[3]

Στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, γνωστές και ως Αγγλόφωνες περιοχές[4] οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αποσχιστών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αποσχιστές επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος[5] Το Armed Conflict Location Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των ηγετών των αποσχιστών χώρισαν τις αυτοανακηρυχθείσες αγγλόφωνες κυβερνήσεις σε περισσότερες από 50 αποσχιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας τις πολιτικές τους απαιτήσεις και την ικανότητά τους να αντισταθούν στις κυβερνητικές επιθέσεις.[6] Το ACLED περαιτέρω έδειξε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων αυτονομιστές, η κυβέρνηση, ιδιωτικές εταιρείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις[7].

Η κατάσταση ασφάλειας παρέμεινε ασταθής καθ' όλη τη διάρκεια του 2024[8], με αύξηση της εγκληματικότητας, επιδρομές από NSAGs (Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες) σε αστικά κέντρα, επιθέσεις στις δυνάμεις ασφαλείας του κράτους, απειλές κατά των πολιτών και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών συσκευών (IEDs) από τις NSAGs[9]. Σύμφωνα με το ACLED, «η σύγκρουση στην Αγγλόφωνη περιοχή αυξάνεται κάθε χρόνο, με τα βίαια περιστατικά να αυξάνονται κατά μέσο όρο 49% ετησίως από το 2020 έως το 2023»[10]Η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι αποσχιστές επέβαλαν κλεισίματα και απεργίες στις σχολικές δραστηριότητες και ήταν υπεύθυνοι για το 89% των σχεδόν 50 βίαιων περιστατικών που στόχευαν δασκάλους το 2023.[11]

Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Με βάση τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τον τελευταίο χρόνο σημειώθηκαν στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν (Sud-Ouest Region) που υπάγεται η πόλη Kumba, 881 περιστατικά ασφαλείας με 639 ανθρώπινες απώλειες[12]. Επισημαίνεται πως, ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιοχής του Καμερούν καταγράφεται στους 1.553.300 κατοίκους, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη επίσημη καταμέτρηση το 2015.[13]

Εκ των ανωτέρω πληροφοριών που παρατέθηκαν, διαπιστώνεται ότι παρά την ύπαρξη περιστατικών ασφαλείας στην ευρύτερη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν στην οποία εμπίπτει η περιοχή καταγωγής του Αιτητή, ο αριθμός των επεισοδίων και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και η παρουσία του Αιτητή στην περιοχή καταγωγής του, τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, με συνέπεια να απαιτούνται ορισμένα προσωπικά χαρακτηριστικά που θα αύξαναν το ρίσκο του αμάχου συγκριτικά με τον μέσο πληθυσμό της περιοχής.

Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, κρίνω ότι δεν έχει κάποιο προσωπικό χαρακτηριστικό που να αυξάνει το ρίσκο του. Πρόκειται για άνδρα νεαρής ηλικίας χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα υγείας, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος θεωρείται ικανός να εργαστεί και να εξασφαλίσει τα προς το ζην, καθώς είχε δική του επιχείρηση. Έχει διαβιώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Καμερούν και διαθέτει υποστηρικτικό περιβάλλον, καθώς και τα δύο τέκνα του διαμένουν με τη μητέρα τους στο τόπο διαμονής της οικογένεια στη χώρα καταγωγής τους . Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται με 1500 € έξοδα εναντίον του Αιτητή υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση.

                             

 

 Βούλα Κουρουζίδου – Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

[2] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, Τελευταία Ενημέρωση: 21/01/2021   https://www.rulac.org/browse/countries/cameroon  (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

[3] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, Τελευταία Ενημέρωση: 21/01/2021   https://www.rulac.org/browse/countries/cameroon (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

[4] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 March 2023, https://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

[5] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 March 2023, https://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

[6] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3, σελ. 13 (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

 

[7] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3 (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

[8] GCR2P, Cameroon - Population at risk, 1 December 2024, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)

[9] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf, σελ. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)

[10] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 13 (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

[11] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 28 (τελ. ημερομηνία πρόσβασης: 14/01/2026)

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Sud Ouest Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 13/01/2025), διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)

[13] City Population, Cameroon, Sud-Ouest, διαθέσιμο σε, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο