ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4763/2023
30 Ιανουαρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ι.Μ.
από Νιγηρία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Ο. Ηλιάδης (κος) για Α. Λαζάρου (κα)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Καστάνας (κος) για Μ. Φιλίππου(κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 25.06.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία, την οποίαν εγκατέλειψε στις 14.03.2022 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 15.03.2022 μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Στις 21.04.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 12.06.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 19.06.2023 Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 25.06.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία του κοινοποιήθηκε στις 22.11.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 07.11.2023. Την απόφαση αυτήν αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, δια των συνηγόρων του, προέβαλε, τόσο με το εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας διαδικασίας όσο και με τη γραπτή του αγόρευση, πλείονες λόγους ακυρώσεως. Εντούτοις, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, οι εν λόγω λόγοι αποσύρθηκαν, με τον Αιτητή να περιορίζεται αποκλειστικά στην προώθηση του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, ο οποίος συνδεόταν με το καθεστώς εργοδότησης του λειτουργού CAS21 που υπέγραψε την εισηγητική έκθεση, και ειδικότερα με το κατά πόσο αυτός ήταν λειτουργός ορισμένου χρόνου ή όχι, σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός αποσύρθηκε από τον συνήγορο του Αιτητή κατόπιν της προσκόμισης σχετικών εγγράφων εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση. Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 2 κατά τη δικάσιμο της 13ης Νοεμβρίου 2025, από τα οποία προκύπτει ότι ο λειτουργός CAS21 είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης και δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη, υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση της ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Αναφορικά με τους εναπομείναντες λόγους ακυρώσεως, παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας αιτιολογίας προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή[1]. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψη δέουσας αιτιολογίας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.
Ο λόγος λοιπόν ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας αιτιολογίας απορρίπτεται ως γενικός, αόριστος αλλά και αλυσιτελής.
Αναφορικά με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω αυτόν σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτής.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.
Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[6].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς ο ίδιος ενεπλάκην σε ένα ατύχημα που στοίχισε τη ζωή του γείτονά μου. Μετά την ταφή του, η οικογένειά του σκότωσε τη μικρότερη αδελφή μου ως πράξη εκδίκησης. Η ίδια οικογένεια με έχει επίσης απειλήσει τον ίδιο επανειλημμένα με θάνατο, προκαλώντας του σοβαρούς τραυματισμούς. Καταλήγει, πως αυτός είναι ο λόγος που υπέβαλε αίτημα για διεθνή προστασία (βλ. ερυθρό 1 του Δ.Φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του ενώπιον του Λειτουργού, ο Αιτητής ανέφερε σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής του το χωριό Ute Okpu, της περιοχής Uto Urri και συνήθους διαμονής την πόλη Agbor, της πολιτείας Delta State. Δήλωσε ότι ανήκει στη φυλετική ομάδα Igbo, ομιλεί την αγγλική γλώσσα, είναι χήρος και πατέρας ανήλικων τέκνων. Ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το έτος 2008 στο χωριό Ute Okpu, της περιοχής Uto Urri, και ότι εργαζόταν στον τομέα των κατασκευών. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι η σύζυγός του απεβίωσε στις 6 Μαΐου 2022, σε ηλικία 23 ετών, λόγω προβλήματος υγείας που σχετιζόταν με το αίμα, ενώ τα τέκνα του τελούν υπό τη φροντίδα της μητέρας του, η οποία διαμένει στη Νιγηρία (βλ. ερυθρά 20 του Δ.Φ.).
Ως προς την ουσία του αιτήματός του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, λόγω προβλημάτων που προέκυψαν μετά από τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη και στο οποίο ο έτερος οδηγός απεβίωσε. Ως περαιτέρω ισχυρίστηκε, μετά την ταφή του οδηγού,ο υιός αυτού ο οποίος δεν είναι καλά στο μυαλό του («was not good with his mind») πήγαινε στην εργασία του και τον ενοχλούσε καταστρέφοντας τα πάντα. Για τον λόγο αυτό, η αδελφή του, του είπε ότι θα πρέπει να ταξιδέψει καθώς δεν μπορούσε να μένει άλλο εκεί αφού το πρόσωπο αυτό κατέστρεφε τα πάντα.
Κατά την υποβολή περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής δήλωσε ότι το ατύχημα έγινε στις 20 Ιουνίου του 2001 (αργότερα διευκρίνισε ότι αυτό έγινε το 2021). Ο ίδιος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του και ο άλλος οδηγός ερχόταν από λάθος κατεύθυνση και συγκρουστήκαν. Από την σύγκρουση, ο ίδιος τραυματίστηκε και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο για χρονικό διάστημα άνω των δύο εβδομάδων, ενώ δεν γνωριζει κατά πόσο ο άλλος οδηγός, ο οποίος ήταν ηλικίας 55 ετών, απεβίωσε αμέσως. Δήλωσε ότι μετά την ανάρρωσή του μετέβη σε αστυνομικό σταθμό και υπέβαλε σχετική κατάθεση, χωρίς ωστόσο να του επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή, ενώ ανέφερε ότι η οικογένεια του κατέβαλε χρηματικό ποσό προς την οικογένεια του θανόντος, σύμφωνα με τοπικές πρακτικές.
Ερωτηθείς γιατί αφού καταβλήθηκε ποσό στην οικογένεια του θανόντος, ο ίδιος αποφάσισε να φύγει από την χώρα το 2022, ο Αιτητής δήλωσε ότι «αυτός» ζητούσε χρήματα από τον ίδιο καθώς του έλεγε ότι σκότωσε τον πατέρα του και γι’αυτό ήθελε χρήματα.
Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι μετά την ταφή του θανόντος, ο υιός αυτού, άρχισε να τον επισκέπτεται επανειλημμένως στο κατάστημά του, ζητώντας χρήματα και προκαλώντας επεισόδια. Δήλωσε ότι μεταξύ των ετών 2021 και 2022 έλαβαν χώρα τρεις καυγάδες, εκ των οποίων ο τελευταίος σημειώθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2022. Υποστήριξε ότι κατά τις επισκέψεις αυτές δεχόταν απειλές κατά της ζωής του, γεγονός που τον φόβισε και τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα. Αναφορικά με την εμπλοκή των αρχών, ανέφερε ότι κάλεσε την αστυνομία μία φορά, ενώ σε άλλα σημεία της συνέντευξης δήλωσε ότι απευθύνθηκε στον αδελφό του ή ότι οι αρχές περιορίστηκαν σε προφορικές συστάσεις προς το έτερο πρόσωπο, χωρίς να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες (βλ. ερυθρά 13, 15 και 18 του Δ.Φ.).
Σε επισήμανση του Λειτουργού ότι ο Αιτητής στην αιτησή του κατέγραψε ότι η αδελφή του είναι νεκρή, ενώ κατά την συνέντευξη δήλωσε ότι είναι ηλικίας 39 ετών, παντρεμένη και ότι ζει στην Agbor, ο Αιτητής δήλωσε ότι όσα κατέγραψε είναι αλήθεια και ότι δεν θυμάται να του είπε κάτι άλλο και ότι την αδελφή του την σκοτώσαν μετά που ο ίδιος έφυγε.
Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με τη δυνατότητα επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι αρχές της Νιγηρίας θα του επέτρεπαν να επιστρέψει και ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη πόλη, όπως το Lagos ή η Abuja.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε συνολικά δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής το χωριό Ute Okpu και τόπο συνήθους διαμονής την πόλη Agbor, της πολιτείας Delta State, ότι ανήκει στη φυλετική ομάδα Igbo, είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εργαζόταν στον τομέα των κατασκευών. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον Λειτουργό, καθότι κρίθηκε ότι στοιχειοθετείται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του, λαμβανομένων υπόψη και των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και πληροφοριών από αξιόπιστες πηγές σχετικά με την πόλη Agbor και την πολιτεία Delta State.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον κατ’ ισχυρισμόν φόβο δίωξης του Αιτητή από ιδιώτη, ήτοι από τον υιό ατόμου το οποίο απεβίωσε κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο ίδιος ο Αιτητής το έτος 2021. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι μετά την ταφή του θανόντος, ο υιός αυτού τον επισκεπτόταν επανειλημμένως στο κατάστημά του, ζητώντας χρηματικά ποσά, προκαλώντας επεισόδια και απειλώντας τον κατά της ζωής του. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από τον Λειτουργό, καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις ασυνέπειες και αντιφάσεις ως προς τον χρόνο, τη συχνότητα και τη διάρκεια των περιστατικών, καθώς και ως προς την εμπλοκή και την αντίδραση των αρμόδιων αρχών.
Ειδικότερα, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι ο Αιτητής προέβη σε αντιφατικές δηλώσεις αναφορικά με τον αριθμό των επεισοδίων, τον χρόνο της τελευταίας επαφής με τον φερόμενο δράστη, καθώς και ως προς το εάν και σε ποιο βαθμό ζήτησε την προστασία των αρχών. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός περί απειλών από ιδιώτη δεν συνοδεύεται από επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν αδυναμία ή απροθυμία των αρχών της χώρας καταγωγής να του παράσχουν προστασία, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος δήλωσε πως οι αρχές της Νιγηρίας θα του επέτρεπαν να επιστρέψει και ότι θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη πόλη της χώρας.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο Λειτουργός σημείωσε ότι, λόγω της ιδιωτικής και υποκειμενικής φύσης των καταγγελλόμενων περιστατικών, δεν καθίσταται δυνατή η επιβεβαίωσή τους μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Εν συνεχεία, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών του στοιχείων και του τόπου συνήθους διαμονής του. Αφού έλαβε υπόψη επικαιροποιημένες πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές σχετικά με την κατάσταση ασφάλειας στην πολιτεία Delta State, καθώς και την απουσία διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης στην εν λόγω περιοχή, κατέληξε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, ο Λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000, χαρακτηρίζοντας τα κίνητρα αναχώρησής του ως μη εμπίπτοντα στο προσφυγικό πλαίσιο. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Ειδικότερα, σε σχέση με το άρθρο 19(2)(γ), σημειώθηκε ότι, βάσει των επικαιροποιημένων πληροφοριών που εξετάστηκαν, δεν παρατηρούνται συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών προνοιών και κατόπιν επισταμένης μελέτης τόσο της Έκθεσης/Εισήγησης του Λειτουργού όσο και των ισχυρισμών του Αιτητή, όπως αυτοί παρουσιάστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια, το προσωπικό του προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του. Ο εν λόγω ισχυρισμός ορθώς έγινε αποδεκτός, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται σαφείς και συνεπείς, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ αυτές επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο Λειτουργός. Ορθώς, επιπλέον, κρίθηκε ως τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή η πόλη Agbor της πολιτείας Delta State.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τον κατ’ ισχυρισμόν φόβο δίωξής του από ιδιώτη και συγκεκριμένα από τον υιό ατόμου που απεβίωσε κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο ίδιος, συμφωνώ και συντάσσομαι πλήρως με την ανάλυση στην οποία προχώρησε ο Λειτουργός και τους λόγους για τους οποίους ο εν λόγω ισχυρισμός κρίθηκε εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος.
Η αξιολόγηση του Λειτουργού κρίνεται εύλογη και επαρκώς τεκμηριωμένη, καθότι, εξετάζοντας τον φερόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή, εντοπίζει ουσιώδεις ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις στις καταθέσεις του, οι οποίες πλήττουν την εσωτερική συνοχή του αφηγήματός του και οδηγούν τεκμηριωμένα στο συμπέρασμα ότι δεν αποδεικνύεται θεμελιωμένος φόβος δίωξης.
Ειδικότερα, από τα όσα δήλωσε ο Αιτητής κατά τη συνέντευξή του, διαπιστώνεται έλλειψη λογικής συνοχής ως προς κρίσιμα στοιχεία του ισχυρισμού του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο υιός του θανόντος τον επισκεπτόταν επανειλημμένως στο κατάστημά του, ζητώντας χρήματα και απειλώντας τον κατά της ζωής του, πλην όμως προέβη σε αντιφατικές δηλώσεις ως προς τον αριθμό των περιστατικών, τον χρόνο τέλεσής τους, καθώς και τον χρόνο της τελευταίας επαφής. Ειδικότερα, ενώ σε ορισμένα σημεία δήλωσε ότι τα επεισόδια ανήλθαν σε τρία, αλλού ανέφερε περισσότερες επισκέψεις, ενώ ως προς τη χρονική διάρκεια των ενοχλήσεων προκύπτουν αποκλίσεις μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2022.
Περαιτέρω, ο Αιτητής προέβη σε αντικρουόμενες δηλώσεις ως προς την εμπλοκή των αρμόδιων αρχών, καθότι άλλοτε ανέφερε ότι κάλεσε την αστυνομία μία φορά, άλλοτε ότι απευθύνθηκε στον αδελφό του και σε άλλα σημεία ότι η αστυνομία περιορίστηκε σε προφορικές συστάσεις, χωρίς να προκύπτει σαφώς ότι εξάντλησε τα διαθέσιμα μέσα κρατικής προστασίας. Τα ανωτέρω δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες ως προς τη σοβαρότητα και την ένταση του επικαλούμενου κινδύνου.
Διαπιστώνεται, επίσης, ότι ο Αιτητής δεν περιέγραψε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό άμεσης ή συνεχιζόμενης απειλής που να στοιχειοθετεί πραγματικό και παρόντα κίνδυνο. Αντιθέτως, από τις δηλώσεις του προκύπτει ότι τα φερόμενα περιστατικά έλαβαν χώρα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα και δεν είχαν επαναληπτικό ή κλιμακούμενο χαρακτήρα. Επιπλέον, ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε ότι οι αρχές της Νιγηρίας θα του επέτρεπαν να επιστρέψει και ότι θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη πόλη, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό περί έλλειψης κρατικής προστασίας.
Πέραν των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αφορά διαφορά ιδιωτικού χαρακτήρα με τρίτο πρόσωπο, η οποία, ακόμη και αν ληφθεί ως αληθής, δεν συνδέεται με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης. Δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής στοχοποιήθηκε λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ορθώς ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι, ως γεγονός που εδράζεται στη σφαίρα των ιδιωτικών σχέσεων του Αιτητή, δεν είναι επιδεκτικό επαλήθευσης μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Η αδυναμία εξωτερικής τεκμηρίωσης καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη ο Αιτητής να παρουσιάσει ένα συνεκτικό, σαφές και απαλλαγμένο αντιφάσεων αφήγημα, κάτι το οποίο εν προκειμένω δεν επιτεύχθηκε.
Δεδομένης λοιπόν της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής του ισχυρισμού αυτού εκ της αοριστίας και της γενικότητας που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή δεν προκύπτει ανάγκη για εξέταση της εξωτερικής τους συνοχής, με αναφορά σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[7], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»
Επί του ζητήματος τούτου, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν επί του ζητήματος τούτου στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Ferdinand Ebele Ewelukwa[8].
Ενόψει των πιο πάνω, ο ισχυρισμός αυτός του Αιτητή απορρίπτεται ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος.
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, καθώς ο συνδεόμενος με τον εκπεφρασμένο φόβο του Αιτητή ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, ο συναφώς εκπεφρασμένος φόβος του δεν κρίθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί ο Αιτητής στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, ως αυτό καθορίζεται στην εθνική μας νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει ότι:
«19.-(1) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής».
Ο ορισμός της «σοβαρής» ή «σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης» καλύπτει δυνάμει του άρθρου 19(2) εξαντλητικά, τρεις διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι :
(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή
(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή
(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν μπορεί να ενταχθεί στα υπό (α) και (β) ανωτέρω εδάφια. Εξέτασης συνεπώς χρήζει το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2).
Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε στην απόφαση του CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[9] ότι συνιστούν:
«(...) μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.»
(βλ. σκέψη 43 της απόφασης)
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmι[10], αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Περαιτέρω, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ν Staatssecretaris van Justitie[11]:
«33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.
34. Συγκεκριμένα, η βλάβη αυτή αφορά, ευρύτερα, «απειλή [.]κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» αμάχου και όχι συγκεκριμένες πράξεις βίας. Επιπροσθέτως, η απειλή αυτή είναι συμφυής με μια γενική κατάσταση «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Τέλος, η βία από την οποία προέρχεται η εν λόγω απειλή χαρακτηρίζεται ως «αδιακρίτως» ασκούμενη, όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[12] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πολιτεία Delta, όπου ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Delta της Νιγηρίας, στην οποία υπάγεται ο τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής του Aιτητή, κατά το τελευταίο έτος, καταγράφηκαν 150 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνει περιστατικά πολιτικής βίας, διαδηλώσεων, καταστολής) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 106 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[13] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους[14]. Επιπλέον, ο πληθυσμός της πολιτείας Delta ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2022, στα 5,636,100 κατοίκους.[15]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στον τελευταίο τόπο διαμονής του και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικο άνδρα, ο οποίος δεν προέβαλε ισχυρισμούς περί προβλημάτων υγείας και δεν προκύπτει από τον φάκελο ότι αντιμετωπίζει σοβαρά ιατρικά ή ψυχολογικά ζητήματα. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πλήρως ικανός προς εργασία και διαθέτει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του, στον τομέα των κατασκευών, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας. Ο Αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα και με το πιο πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598
[4] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010
[7] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.05.2025)
[8] FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.
[9] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[11]Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[12] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[13] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Delta)
[14]Nigeria: States & Agglomerations, Nigeria Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/
[15] Nigeria: States & Agglomerations, Delta State Population, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο