ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. ΔΚ 48/2025
19 Ιανουαρίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.M.A.
Aιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ’ ων η αίτηση
………………………………..
Κ. Δήμου (κα) Δικηγόρος για τον Αιτητή
Κ. Μιχαηλίδου (κα) για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, Δικηγόροι Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής αιτείται την έκδοση απόφασης με την οποία να ακυρώνεται ως παράνομο το Διάταγμα Κράτησης ημερομηνίας 20/11/2025, εκδοθέν δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 και με την οποία να διατάζεται η άμεση απελευθέρωσή του. Διαζευκτικά, αιτείται την έκδοση απόφασης με την οποία να ακυρώνει ή τροποποιεί το εν λόγω Διάταγμα Κράτησης διατάζοντας εναλλακτικά της κράτησης του Αιτητή μέτρα.
Όπως προκύπτει τόσο από την αίτηση ακυρώσεως, την ένσταση αλλά και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα ουσιώδη και αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής:
O Αιτητής είναι ενήλικας, Σύρος υπήκοος, ο οποίος αρχικά εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το έτος 2009 αφιχθείς νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία έχοντας στην κατοχή του άδεια εργασίας. Την 15/10/2010 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 15/12/2010. Ο Αιτητής αμφισβήτησε την ορθότητα της εν λόγω απορριπτικής απόφασης υποβάλλοντας στις 05/01/2011 ενώπιον της τότε Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ιεραρχική προσφυγή. Εν τω μεταξύ και εκκρεμούσης της απόφασης στην προσφυγή του, όπως διαφαίνεται από τους διοικητικούς φακέλους, ο Αιτητής στις 29/10/2014 αναχώρησε από την Κυπριακή Δημοκρατία με προορισμό την Βηρυτό και εξαιτίας αυτού τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο Stoplist ως ανεπιθύμητο πρόσωπο.
Στις 26/02/2015 η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων εξέδωσε απόφαση επί της ιεραρχικής προσφυγής του Αιτητή, παραχωρώντας σ’ αυτόν συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το 2022 ο Αιτητής, μέσω των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου εισήλθε παράτυπα εκ νέου στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 11/08/2022 μεταγενέστερη αίτηση ασύλου (ερυθρό 48 επί του τεκμηρίου Α). Επί της εν λόγω αίτησης, διαφαίνεται ενυπόγραφη χειρόγραφη σημείωση λειτουργού ημερομηνίας 06/09/2022 «Δεν εξετάζεται έχει συμπληρωματική προστασία από Αναθεωρητική Αρχή».
Στις 10/06/2024 ο Αιτητής με χειρόγραφη επιστολή του ζήτησε παύση της χορηγηθείσας προς αυτόν συμπληρωματικής προστασίας ώστε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, μέσω του προγράμματος εθελούσιων επιστροφών, επιβεβαιώνοντας το ασφαλές πλέον της παραμονής του εκεί. Ακολούθησε επί τούτου αυθημερόν συνέντευξη του Αιτητή, όπου ο ίδιος δήλωσε ότι την περίοδο από 14/11/2009 μέχρι 29/10/2014 βρισκόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία όπου εργαζόταν, μεταβαίνοντας από 29/10/2014 μέχρι 05/01/2022 στο Λίβανο και επέστρεψε στην Κύπρο με σκοπό και πάλιν να εργαστεί. Υπέβαλε αίτημα παύσης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας ώστε να μεταβεί στην χώρα καταγωγής του, τη Συρία, με σκοπό να βρίσκεται με την οικογένειά του δηλώνοντας πως δεν κινδυνεύει στη χώρα του και θα είναι ασφαλής.
Το αίτημά του Αιτητή εγκρίθηκε με σχετική απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο δε Αιτητής ενημερώθηκε για την απόφαση μέσω επιστολής ημερομηνίας 10/06/2024 (ερυθρό 64 επί του τεκμηρίου Α). Παρά την εν λόγω απόφαση, προκύπτει πως ουδέποτε αναχώρησε από την Κύπρο και δεκαπέντε μήνες αργότερα, συγκεκριμένα στις 11/09/2025 ο Αιτητής εντοπίστηκε στο ΚΕΠΥ Πουρνάρα από μέλη της ΥΑΜ Λευκωσίας όπου κατόπιν ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι αυτός διαμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά την από 10/06/2024 ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας που κατείχε. Συνεπεία τούτου ο Αιτητής την ίδια ημέρα συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις δε 12/09/2025 εκδόθηκαν εναντίον του σχετικά διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου.
O Αιτητής με την συνδρομή συνηγόρου προχώρησε σε καταχώρηση της υπ’ αριθμό 1073/25[1] προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Εκκρεμούσης της προσφυγής, στις 29/10/2025 ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα ασύλου, επικαλούμενος γενικά και αόριστα σοβαρά προβλήματα με άτομα στη χώρα καταγωγής του λόγω της προηγούμενης υπηρεσίας του σε μια ευαίσθητη θέση στο στρατό που του δημιουργεί κώλυμα επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Με σχετικό σημείωμα της Λειτουργού Μετανάστευσης, στη βάση του μεταναστευτικού ιστορικού του Αιτητή, όπου αναφέρονται αυτολεξεί τα ακόλουθα: «…[Ο Αιτητής] αφίχθηκε στη Κύπρο νόμιμα μέσω του Αεροδρομίου Λάρνακας με θεώρηση εισόδου ως εργάτης, και του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής. Στη συνέχεια, υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε πρωτοβάθμια. Έπειτα, υπέβαλε προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και ενώ εκκρεμούσε η προσφυγή του αναχώρησε από τη Δημοκρατία και τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στο Stoplist με την ένδειξη ότι η είσοδός του στην Κύπρο απαγορεύεται. Στη συνέχεια , αφίχθηκε εκ νέου στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων περιοχών. Ακολούθως, σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο σημείο εισήλθε παράνομα στις ελεύθερες περιοχές. Ο αλλοδαπός υπέβαλε νέα αίτηση ασύλου και του παραχωρήθηκε συμπληρωματική προστασία. Η προσφυγή του αλλοδαπού στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, απορρίφθηκε. Το 2024 ο αλλοδαπός εκδήλωσε την πρόθεσή του γραπτώς για οικειοθελή επαναπατρισμό του στη Συρία και ως εκ τούτου με δική του ρητή απόσυρση ανακλήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Παρόλα αυτά ο αλλοδαπός, παρέλειψε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία και συνέχισε να διαμένει παράνομα, και μόνο αφού εντοπίστηκε και συνελήφθηκε και κρατήθηκε με σκοπό την απέλασή του υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, στη μη συμμόρφωσή του με αποφάσεις επιστροφής, στην απροθυμία του να επαναπατριστεί, στην προηγούμενη επιστροφή του και τοποθέτηση των στοιχείων του στο Stoplist με την ένδειξη ότι η είσοδός του στην Κύπρο απαγορεύεται, στην προηγούμενη εξαφάνισή του και στο ότι, εκ των πιο πάνω υπάρχει κίνδυνος ο αλλοδαπός να διαφύγει σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος. Δεδομένων των πιο πάνω δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων», γίνεται εισήγηση ακύρωσης του διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 12/09/2025 και έκδοση νέου διατάγματος κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) καθώς επίσης αναστολή του διατάγματος απέλασης μέχρι την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την αίτηση του Αιτητή. Σημειώνω ότι όπως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή κρίθηκε παραδεκτό στις 12/11/2025 πλην όμως μέχρι σήμερα εκκρεμεί η εξέτασή του.
Αναφέρω στο σημείο αυτό για σκοπούς ορθής καταγραφής των γεγονότων πως στον Αιτητή εκχωρήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας με απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και όχι μετά από υποβολή σχετικού μεταγενέστερου αιτήματος του ιδίου, όπως λανθασμένα αναφέρει η λειτουργός μετανάστευσης στο σημείωμά της[2] αλλά και οι συνήγοροι των μερών. Ωστόσο αυτό δεν επηρεάζει κατά την κρίση μου την ουσία της υπόθεσης, εφόσον το ουσιαστικό στοιχείο το οποίο όφειλε να ληφθεί υπόψη και ελήφθη αφορά στο γεγονός ότι ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας.
Η εισήγηση της λειτουργού μετανάστευσης έτυχε της έγκρισης της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης η οποία εξέδωσε την 20/11/2025 νέο Διάταγμα κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου, αναστέλλοντας παράλληλα το προηγουμένως εκδοθέν Διάταγμα απέλασης «λόγο του αιτήματος ασύλου ημερ. 12/11/2025».
Ο Αιτητής, υπέβαλε την υπό εξέταση προσφυγή προσβάλλοντας την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση για έκδοση Διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 20/11/2025. Οφείλω να αναφέρω ότι από κανένα σημείο των διοικητικών φακέλων δεν προκύπτει ημερομηνία επίδοσης του επίδικου διατάγματος, ωστόσο και εφόσον αυτό δεν αμφισβητείται από τα μέρη, θεωρώ την προσφυγή ως εμπροθέσμως καταχωρηθείσα.
Με την γραπτή της αγόρευση η συνήγορος του Αιτητή, αναφέροντας το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή, ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ) εφόσον κατά τη θέση της δεν υφίστανται βάσιμοι λόγοι για να θεωρείται ότι ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα ασύλου προκείμενου να καθυστερήσει απλός ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής και ότι όλα τα στοιχεία του Αιτητή ήταν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου αφού αυτός ήταν κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας για εννέα χρόνια. Αποτελεί θέση της κ. Δήμου, ότι ο Αιτητής βρισκόταν στην Δημοκρατία από τις 26/02/2015 νόμιμα ως κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας μέχρι και τις 10/06/2024 όπου έγινε ανάκληση του καθεστώτος για προσωπικούς λόγους ως ισχυρίζεται (προβλήματα υγείας του πατέρα του). Συνεχίζει λέγοντας πως λόγω των συνθηκών στη χώρα καταγωγής του Αιτητή η επιστροφή του στη Συρία ήταν αδύνατη και φοβούμενος για τη ζωή του δεν αναχώρησε. Στις 11/09/2025 επισκέφθηκε το ΚΕΠΥ Πουρνάρα με σκοπό να διευθετήσει την παραμονή του και το καθεστώς του όπου και συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση μέχρι σήμερα. Αποτελεί θέση της συνηγόρου πως οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε εξατομικευμένη έρευνα ως όφειλαν, αφού ο Αιτητής στις 11/09/2025 δεν ήταν υπό κράτηση πόσο μάλλον δυνάμει διατάγματος επιστροφής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, η δε επίσκεψή του στο ΚΕΠΥ Πουρνάρα είχε σκοπό την υποβολή μεταγενέστερης αίτησης για διευθέτηση του καθεστώτος του, αντ’ αυτού εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κράτησης. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι η κράτηση του Αιτητή δεν είναι αναλογική του σκοπού για τον οποίο κρατείται και είναι αναιτιολόγητη. Με ξεχωριστό λόγο ακύρωσης, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή, ισχυρίζεται παραβίαση του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και κατ’ επέκταση των άρθρων 6 και 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση με τη δική τους αγόρευση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση. Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Εισηγείται ότι η απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, σύμφωνη με την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Κατά τις διευκρινίσεις κάθε ένας από τους συνηγόρους, επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις του, εμμένοντας στους ισχυρισμούς τους.
Έχω μελετήσει με δέουσα προσοχή τα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων, όπως αυτά περιέχονται στις γραπτές τους αγορεύσεις αλλά και όσα προφορικά υποστήριξαν στο στάδιο των διευκρινήσεων καθώς και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων.
Θεωρώ ορθό όπως τεθεί αρχικά το νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει την κράτηση αιτητών διεθνούς προστασίας, εφόσον κατά κανόνα η κράτηση αιτητή/τριας διεθνούς προστασίας, λόγω μόνο της ιδιότητας του/της ως αιτητή/τρια ασύλου απαγορεύεται. Κράτηση αιτητή/τριας διεθνούς προστασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως αυτές καθορίζονται στον περί Προσφύγων Νόμο, Ν. 6(Ι)/2000 ο οποίος υιοθετεί το άρθρο 8 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις περί Συνθηκών Υποδοχής των αιτούντων διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 9ΣΤ του Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα:
«9ΣΤ. (1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.
(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
[…]
(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή
[…]
(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής» (ο τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου).
Από το πιο πάνω άρθρο του Νόμου, γίνεται αντιληπτό ότι κράτηση αιτητή/τριας διεθνούς προστασίας, μπορεί να διαταχθεί μετά από ατομική αξιολόγηση και αφού κριθεί ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά της κράτησης μέτρα. Αναδεικνύεται υποχρέωση του Υπουργού Εσωτερικών, [βλ. 9ΣΤ (2)(δ)] όπως τεκμηριώσει συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια τα οποία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο/η αιτητής/τρια επιδιώκει την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής. Λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι ο/η αιτητής/τρια είχε την δυνατότητα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου, αλλά επέλεξε να το πράξει μετά την λήψη απόφασης επιστροφής του/της.
Ως εκ των πιο πάνω, συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις για ενεργοποίηση του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) είναι: λόγω του κινδύνου διαφυγής του/της αιτητή/τριας καθίσταται αναγκαία η κράτησή του/της για σκοπούς προσκόμισης των στοιχείων εκείνων στα οποία βασίζεται η αίτηση ασύλου, τα οποία σαφώς θα πρέπει να συγκεκριμενοποιούνται και να εξειδικεύονται.
Οι δε προϋποθέσεις για ενεργοποίηση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) είναι: να εκκρεμεί απόφαση επιστροφής εναντίον του/της αιτητή/τριας, δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, να υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια τα οποία τεκμηριώνουν βάσιμους λόγους ότι ο/η αιτητής/τρια υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο/η αιτητής/τρια είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και δεν το έπραξε.
Είναι γνωστό, ότι η στέρηση της ελευθερίας ατόμου, δεν μπορεί να τεκμηριώνεται βάση της σπουδαιότητας οπουδήποτε μεμονωμένου παράγοντα αλλά μέσω της εξέτασης όλων των στοιχείων σωρευτικά.
Στην 15η αιτιολογική σκέψης τη Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, προνοείται ότι:
«Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής».
Σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, θα πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ της κράτησης και του νόμιμου σκοπού που το μέτρο αυτό επιδιώκει να επιτύχει, που στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας απομάκρυνσης του Αιτητή. Το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει τα εναλλακτικά μέτρα για να διασφαλίσει με άλλο αποτελεσματικό τρόπο τον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ. C18/16 K. v. Stagtsse Cretans van Veiligheide Justice, ημερομηνίας 4/05/2017, σκέψεις 5, 6, 72,76).
Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ ότι όντως εναντίον του Αιτητή εκκρεμεί διαδικασία επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου και ότι ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα ασύλου στις 29/10/2025 και ενώ τελούσε υπό κράτηση ως οι προϋποθέσεις του άρθρου 9Στ(2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παράλληλα δεν διαφαίνεται από το διοικητικό φάκελο ποια ήταν τα στοιχεία αυτά της αίτησής του Αιτητή τα οποία ήταν αναγκαία να προσδιοριστούν, η απόκτηση των οποίων θα ήταν αδύνατη χωρίς την κράτησή του, ως οι προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το επίδικο Διάταγμα κράτησης για σκοπούς εξέτασης των λόγων ακύρωσης και δη της πάσχουσας αιτιολογίας, όπως προβάλλεται από τη ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή.
« ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000 – 2020)
ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ
ΕΠΕΙΔΗ ο Α.Μ.Α., υπήκοος ΣΥΡΙΑΣ είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή
πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι
o Α.Μ.Α. κρατείται
(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.
(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 180Γ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο Α.Μ.Α. αφίχθηκε στην Κύπρο νόμιμα και στη συνέχεια υπέβαλε αίτημα ασύλου, η οποία απορρίφθηκε πρωτοβάθμια. Έπειτα, αναχώρησε από την Κύπρο, και αφίχθηκε εκ νέου στη Δημοκρατία παράνομα μέσω των κατεχομένων περιοχών. Στη συνέχεια, υπέβαλε εκ νέου αίτηση ασύλου και του παραχωρήθηκε συμπληρωματική προστασία. Τον Ιούνιο του 2024, ο αλλοδαπός εκδήλωσε την πρόθεσή του γραπτώς για οικειοθελή επαναπατρισμό του στη Συρία, και ως εκ τούτου με δική του ρητή απόσυρση ανακλήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Παρόλα αυτά, ο ίδιος παρέλειψε να αναχωρήσεις από τη Δημοκρατία και συνέχισε να διαμένει παράνομα, και μόνο αφού εντοπίστηκε και συνελήφθηκε και κρατήθηκε με σκοπό την απέλαση του υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο Α.Μ.Α. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ(2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίτπωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 180Δ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:
![]()
1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής: (α) Απορρπττική Απόφαση Υπηρεσιας Ασύλου ημερο.15/12/2010 (β) Ανάκληση Συμπληρωματικής προστασίας ημερ. 10/06/2024 (γ) Διάταγμα Απέλασης ημερ. 12/09/2025.
2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε την μη πρόθεσή του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής. Η ΥΑΜ ενημερώνει ότι ο αλλοδαπός ανάφερε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην χώρα του.
3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη επιστροφή. Αναχώρησε από τη Δημοκρατία στις 29/10/2014 και στις 14/11/2014 τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο Stoplist με την ένδειξη ότι η είσοδος του στην Κύπρο απαγορεύεται.
4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση. Ο αλλοδαπός αναχώρησε από τη Δημοκρατία το 2014 και στη συνέχεια αφίχθηκε εκ νέου στη Δημοκρατία παράνομα. Επίσης, τον Ιούνιο του 2024 ο αλλοδαπός εκδήλωσε την πρόθεσή του γραπτώς για τον οικειοθελή επαναπατρισμό του και το καθεστώς του ανακλήθηκε μετά από ρητή απόσυρση του. Παρόλα αυτά, ο ίδιος παρέλειψε να αναχωρήσει και συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία.
5. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (Κ) του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2025), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 12/09/2025.
6. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020) και το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης με το παρόν διατάσσω όπως ο Α.Μ.Α. ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.
Με το παρόν διάταγμα, εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.
ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 20η ημέρα του Νοεμβρίου 2025».
Αποτελεί ισχυρισμό του Αιτητή, ότι από το επίδικο Διάταγμα ελλείπει η απαιτούμενη αιτιολογία, εφόσον ο Αιτητής για εννέα χρόνια ήταν κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας και αυτός συνελήφθη μόνο όταν επιχείρησε να ανακτήσει το προηγουμένως ανακληθέν καθεστώς του. Τούτο κατά τη συνήγορο δεν δικαιολογεί τη θέση κράτησης του Αιτητή και δη αιτητή ασύλου.
Προχωρώ στην εξέταση της δοθείσας από τους Καθ’ ων η αίτηση αιτιολογίας.
Κατ’ αρχάς παρατηρώ ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ (2) (β) και (δ) του Νόμου, οι προϋποθέσεις των οποίων τέθηκαν πιο πάνω.
Προς εξέταση της αιτιολογίας και δη του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) του Νόμου, έχω διέλθει του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου ωστόσο δεν μπορώ να εντοπίσω οποιοδήποτε στοιχείο σύμφωνα με το οποίο η κράτηση του Αιτητή καθίσταται απαραίτητη για προσδιορισμό των στοιχείων εκείνων στα οποία βασίζεται η αίτησή του, ώστε να δικαιολογείται η έκδοση Διατάγματος κράτησης δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΣΤ του Νόμου. Μοναδική μνεία επί τούτου γίνεται στην εισήγηση της λειτουργού Μετανάστευσης η οποία απλά αναφέρει αυτολεξεί την πρόνοια του Νόμου χωρίς να εξειδικεύει τα αναφερόμενα στοιχεία.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες της UNHCR σχετικά με την κράτηση αιτητή/τριας με παρεχόμενη την αιτιολογία του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) είναι χρήσιμες και παραπέμπω. Αναφέρονται τα ακόλουθα στην οδηγία 4.1 στην παράγραφο 28:
«Είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής, στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Παρ’ όλ’ αυτά, η κράτηση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συγκεκριμένη πληροφορία δεν θα μπορούσε να δοθεί χωρίς να υπάρξει κράτηση. Αυτό συνεπάγεται την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί να του χορηγηθεί άσυλο. Αυτό συνήθως δεν επεκτείνεται στην κρίση για το βάσιμο των ισχυρισμών του. Η εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα —ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο— δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα».
Κρίνω ότι επί τούτου ελλείπει η αιτιολογία στην έκδοση του Διατάγματος δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) εφόσον δεν προκύπτουν τέτοια στοιχεία που να το δικαιολογούν και κατά συνέπεια να μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε δικαστικό έλεγχο. Ως εκ τούτου κρίνω πως το επίδικο διάταγμα περιέχει εσφαλμένη αιτιολογία.
Παρά ταύτα, η κριθείσα πάσχουσα αιτιολογία δεν συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την δεύτερη αιτιολογία επί της οποίας εδράζεται το επίδικο Διάταγμα κράτησης. Το άρθρο 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου, Ν 158(Ι)/99 προνοεί πως σε περίπτωση όπου υπάρχουν πολλαπλές ή διαζευκτικές αιτιολογίες και μια από αυτές είναι λανθασμένη, η πράξη είναι ακυρωτέα, εκτός αν κριθεί ότι η λανθασμένη αιτιολογία ήταν επικουρική ή δευτερεύουσα της ορθής αιτιολογίας.
Τούτων λεχθέντων προχωρώ να εξετάσω την δεύτερη δοθείσα αιτιολογία του επίδικου διατάγματος, ήτοι το εδάφιο (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2) η οποία ως εκ πρώτοις διαφαίνεται αποτελεί την κύρια αιτιολογία του επίδικου Διατάγματος.
Οι Καθ’ ων η αίτηση στηρίζουν την απόφασή τους για κράτηση του Αιτητή και στο άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι ότι αυτός κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή του ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης και τεκμηριώνεται βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο Αιτητής «αφίχθηκε στην Κύπρο νόμιμα και στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε πρωτοβάθμια. Έπειτα, αναχώρησε από την Κύπρο και αφίχθηκε εκ νέου στη Δημοκρατία παράνομα μέσω των κατεχομένων περιοχών. Στη συνέχεια υπέβαλε εκ νέου αίτηση ασύλου και παραχωρήθηκε συμπληρωματική προστασία. Τον Ιούνιο του 2024, ο αλλοδαπός εκδήλωσε την πρόθεσή του γραπτώς για οικειοθελή επαναπατρισμό του στη Συρία και ως εξ τούτου με δική του ρητή απόσυρση ανακλήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Παρόλα αυτά ο ίδιος παρέλειψε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία και συνέχισε να διαμένει παράνομα και μόνο αφού εντοπίστηκε και συνελήφθηκε και κρατήθηκε με σκοπό την απέλασή του υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, ως εκ τούτου υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και /ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του». Πρόσθετα, προβάλλεται μεταξύ άλλων ως επιπλέον αιτιολογία το γεγονός ότι δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής, δήλωση πρόθεση μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής, την προηγούμενη εξαφάνισή του, μετά την απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας ημερομηνίας 10/06/2024 καθώς επίσης ότι θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (Κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμων. Δεδομένων τούτων κρίθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής και δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα.
Επαναλαμβάνω ότι το ουσιαστικό στοιχείο που κρίνει το κατά πόσον αιτητής/τρια ασύλου μπορεί να τεθεί υπό κράτηση σύμφωνα με τον εθνικό μας νόμο και δη το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ), είναι να υπάρχουν βάσιμοι λόγοι, αντικειμενικά κρινόμενοι, να θεωρείται ότι το πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας προβαίνει σε αυτήν την ενέργεια προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.
Μελετώντας τα ενώπιον μου στοιχεία και δη το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, παρατηρώ ότι ο Αιτητής υπέβαλε την μεταγενέστερη αίτηση ασύλου στις 29/10/2025 ενώ τελούσε υπό κράτηση και ενώ είχαν εκδοθεί εναντίον του προηγουμένως Διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, τα οποία αμφισβήτησε μεν ενώπιο Δικαστηρίου ωστόσο στη συνέχεια απέσυρε την προσφυγή. Δεν παραγνωρίζω και λαμβάνω σοβαρά υπόψη ότι ο Αιτητής από της ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, αίτημα το οποίο ο ίδιος υπέβαλε ενώπιον των αρχών για οικειοθελή μάλιστα επαναπατρισμό του, τον Ιούνιο 2024, ουδέποτε αναχώρησε από τη χώρα ως είναι παραδεκτό και από τη συνήγορό του κυρίως όμως ουδέποτε προσπάθησε να διευθετήσει την νομιμοποίηση της παραμονή του παρά μόνο δεκαπέντε μήνες αργότερα. Το γεγονός αυτό, αντίθετα στους ισχυρισμούς της κ. Δήμου, δεν καθιστά κατά την κρίση μου εσφαλμένο το επίδικο διάταγμα κράτησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης του.
Στην απόφαση του ΔΕΕ C‑534/11, Mehmet Αrslan ν Policie CR Krajsjke reditelstvi policie Usteckeho kraje, ημερομηνίας 30/05/2013, σκέψεις 57-60, αναφέρεται ότι:
«57. Όσον αφορά μια κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του δημιουργούσε φόβους ότι, αν δεν ετίθετο υπό κράτηση, θα διέφευγε και θα παρεμπόδιζε την απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, η αίτηση ασύλου φαίνεται να έχει υποβληθεί με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή ακόμη και να υπομονεύσει, την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής που εκδόθηκε κατ' αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.
58. Συγκεκριμένα, εθνική διάταξη που επιτρέπει, υπό τέτοιες συνθήκες, τη διατήρηση της κρατήσεως του αιτούντος άσυλο είναι συμβατή προς το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85 εφόσον η κράτηση αυτή δεν προκύπτει από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου, αλλά από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την ατομική συμπεριφορά του αιτούντος αυτού πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής.
59. Περαιτέρω, στον βαθμό που η διατήρηση της κρατήσεως φαίνεται ότι υπό παρόμοιες συνθήκες είναι αντικειμενικώς αναγκαία προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο ενδιαφερόμενος να αποφύγει οριστικά την επιστροφή του, η διατήρηση αυτή επιτρέπεται επίσης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/9.
60. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι καίτοι η οδηγία 2008/115 είναι προσωρινώς ανεφάρμοστη κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι ως εκ τούτου θα τερματιζόταν οριστικά η διαδικασία επιστροφής, καθόσον αυτή μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση που θα απορριπτόταν η αίτηση ασύλου. Όπως όμως επισήμαναν η Τσεχική, η Γερμανική, η Γαλλική και η Σλοβακική Κυβέρνηση, θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του (βλ., κατ' αναλογία, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, C-329/11, Achughbabian, Συλλογή 2011, σ. Ι-12695, σκέψη 30).»
Τα γεγονότα και η συμπεριφορά του Αιτητή πριν αλλά και κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτηση ασύλου μπορούν να στηρίξουν εύλογα συμπεράσματα κατά πόσο υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.
Στην βάση όλων των πιο πάνω αποτελεί διαπίστωσή μου, ότι η δοθείσα αιτιολογία είναι αρκετή για να τεκμηριώσει την επιβολή του έσχατου μέτρου της κράτησης του Αιτητή. Τα όσα περιέχονται στο επίδικο διάταγμα αναδεικνύουν εξατομικευμένη αξιολόγηση στην οποία το αρμόδιο όργανο οφείλει να προβαίνει πριν την έκδοση απόφασης κράτησης σε αιτητή/τρια ασύλου.
Κρίνω ότι η αιτιολογία της επίδικης απόφασης είναι επαρκής και στηρίζεται στο πλήρες μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή και δη στο γεγονός ότι υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα μετά την σύλληψή του, ενώ με δική του ευθύνη δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια νωρίτερα κυρίως δε μετά το αίτημά του για οικειοθελή επαναπατρισμό του και τη διαδικασία ανάκλησης του κατά τον τότε ουσιώδη χρόνο καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας. Τούτων λεχθέντων, η δοθείσα από τους Καθ’ ων η αίτηση αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης κρίνεται επαρκής.
Η αιτιολόγηση των διοικητικών αποφάσεων είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσο η απόφαση είναι σύμφωνη με τον Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο πού βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του. Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων μπορεί, όπως έχει πάγια νομολογηθεί να συμπληρωθεί ή ακόμα και να αναπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 ΑΑΔ 1171 και άρθρο 29 του Ν, 158(Ι)/1999).
Ως εκ τούτου προκύπτει με σαφήνεια ότι ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα ασύλου με σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία απομάκρυνσής του. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν όλα τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε επαρκή έρευνα σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με την υποχρέωση που είχαν να εκδώσουν το διάταγμα κράτησης υπό το φως των αρχών της αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης υπάρχουν τέτοια στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός υποβολής του μεταγενέστερου αιτήματος από τον Αιτητή ήταν η καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση της απέλασης του και ότι η έκδοση Διατάγματος κράτησης προκύπτει από το ιστορικό του Αιτητή και είναι το λογικό επακόλουθο της όλης συμπεριφοράς του.
Απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό υποβληθέν από την συνήγορο της Αιτήτριας, κρίνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση μετά από δέουσα έρευνα ορθά κατέληξαν στην απόφασή τους προβάλλοντας επαρκή αιτιολογία.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή περί παραβίαση του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και κατ’ επέκταση των άρθρων 6 και 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνω ότι θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε στη βάση των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου οι οποίες νομιμοποιούν την κατ’ εξαίρεση κράτηση αιτητών ασύλου.
Απόλυτα σχετικά τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Α.Η ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου πληθυσμού και Μετανάστευσης, αρ. υποθεσης ΔΚ53/21 ημερομηνίας 14/05/2021, τα οποία υιοθετώ.
«Το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ αποσκοπεί στην προστασία της προσωπικής ελευθερίας του ανθρώπου. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5, απαριθμεί τις εξαιρέσεις και/ή τους εξαντλητικούς λόγους που επιτρέπουν την επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας (ΕΔΔΑ, Saadi v. United Kingdom, Αρ. υποθ. 13229/03, ημερομηνίας 29/1/2008, σκέψη 43). Το άρθρο 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζει πως κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια.
Επομένως, κάθε στέρηση της ελευθερίας πρέπει να είναι νόμιμη, να διενεργείται καλόπιστα και να συνδέεται στενά με τον σκοπό της, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το μέτρο εφαρμόζεται σε πρόσωπα που συχνά φοβούνται για τη ζωή τους και εγκαταλείπουν τη χώρα τους (Saadi ανωτέρω σκέψεις 67, 74 και ΕΔΔΑ, Conka v. Βελγίου, Αρ. υποθ. 13229/03, ημερομηνίας 5/2/2000, σκέψη 39). Η στέρηση της ελευθερίας θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το εθνικό δίκαιο αλλά και να διασφαλίζει τα όσα καθορίζει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, δηλαδή να προστατεύει τον αιτητή ασύλου από την πιθανή αυθαιρεσία των κρατών.
Στην υπόθεση ΕΔΔΑ, S. D. v. Greece, Αρ. υποθ. 53541/07, ημερομηνίας 11/6/09 (σκέψεις 62 και 64) το ΕΔΔΑ αποφάσισε ότι η απέλαση μπορεί να εκτελεσθεί μόνο μετά την οριστική εξέταση του αιτήματος ασύλου (ΕΔΔΑ, R.U. v. Greece, Αρ. υποθ. 2237/08, ημερομηνίας 7/9/11 σκέψη 95). Επίσης στην υπόθεση του ΕΔΔΑ, Abdolkhani and Karimnia v. Turkey, Αρ. υποθ. 30471/08, ημερομηνίας 22/9/09 (σκέψεις 128 μέχρι 130), αποφασίστηκε ότι η στέρηση της ελευθερίας κάτω από το άρθρο 5 (1) (στ) της ΕΣΔΑ, δηλαδή λόγω απέλασης, είναι επιτρεπτή εφόσον οι διαδικασίες προχωρούν με δέουσα επιμέλεια. Οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά από το αρμόδιο όργανο οδηγεί στην παραβίαση του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, δηλαδή στην αρχή που επιβάλλει στα κράτη να προστατεύουν την ελευθερία του προσώπου από οποιαδήποτε αυθαιρεσία.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως το διάταγμα κράτησης ακυρώθηκε και το διάταγμα απέλασης ανεστάλη λόγω του υποβληθέντος αιτήματος επανανοίγματος του φακέλου του αιτητή. Η αναστολή του διατάγματος κράτησης και απέλασης δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τον αιτητή».
Πέραν των πιο πάνω, το παρόν Δικαστήριο, κέκτηται εξουσίας όπως προβεί σε έλεγχο ουσίας του Διατάγματος κράτηση, πέραν από τον έλεγχο νομιμότητας όπως καθορίστηκε και στην απόφαση του ΔΕΕ C-924/19 και C- 925/19, FMS, FNZ, SA, SA junior, ημερ. 14 Μαΐου 2020.
«292. Δεύτερον, τονίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115 και το άρθρο 9, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 ορίζουν ρητώς ότι, όταν η κράτηση κρίνεται παράνομη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να απολύεται αμέσως.
293. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση την απόφαση της διοικητικής αρχής με την οποία διατάχθηκε η θέση υπό κράτηση και να διατάξει είτε τη λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είτε την απόλυση του ενδιαφερόμενου (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi, C 146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 62). Εντούτοις, η λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είναι δυνατή μόνον αν ο λόγος που δικαιολόγησε την κράτηση του ενδιαφερομένου ήταν και παραμένει σε ισχύ, πλην όμως η κράτηση αυτή δεν παρίσταται ή δεν παρίσταται πλέον αναγκαία ή αναλογική υπό το πρίσμα του λόγου αυτού.»
Στην βάση των ενώπιον μου δεδομένων και σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, θεωρώ απόλυτα εύλογο να μην εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, εφόσον είναι εμφανές πως το καταλληλότερο μέτρο ήταν η κράτηση του Αιτητή, εν αναμονή της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, η οποία σε περίπτωση απόρριψης θέτει σε εφαρμογή τις διαδικασίες απομάκρυνσης ή/και επιστροφής του. Ωστόσο θα πρέπει η αρμόδια αρχή να προβεί άμεσα και χωρίς καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της εξέτασης της αίτησης του Αιτητή.
Υπό το φως των όσων έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει στο σύνολό της και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον του Αιτητή.
Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ, Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Η προσφυγή σε κατοπινό στάδιο αποσύρθηκε ενόψει του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου του Αιτητή.
[2] Λανθασμένη αναφορά επί τούτου γίνεται και από τους συνηγόρους των μερών στις αγορεύσεις τους.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο