ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 4854/2024
13 Ιανουαρίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Mr. Y.A.M. (ARCXXX) από Σομαλία και τώρα Αγία Νάπα
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Γ. Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Κ. Χρυσοστόμου (κα) για Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής Παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 20/11/24, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας την 26/09/24, ακολούθησε συνέντευξη στις 05/11/24 και έκθεση/εισήγηση στις 06/11/24, αυθημερόν αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα, αιτιολογία και πλάνη της αρμόδιας αρχής και την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής του Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς ο βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή, ότι δεν εξετάστηκαν εξατομικευμένα όλες οι δηλώσεις και/ή τα στοιχεία που συνδέονται με το αίτημα του και/ή παραθέτοντας ταυτόχρονα παραπομπές σε διαδικτυακούς συνδέσμους (πηγές που όπως αναφέρει ενισχύουν τις δηλώσεις του τελευταίου σε σχέση με την Al Shabbab[1] και το πεδίο δράσης της). Υποδεικνύει ότι, δεν έγινε επαρκής εκτίμηση της ατομικής του κατάστασης, ότι η διάρκεια της συνέντευξης ήτο περιορισμένη και/ή ούτε αξιολογήθηκε επαρκώς κατά πόσο με την επιστροφή του θα αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο στη χώρα καταγωγής παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και διάφορες πηγές πληροφόρησης και/ή δεν έγινε η ορθή αξιολόγηση καθότι με τις υπάρχουσες πληροφορίες (παραπέμποντας σχετικά) θα έπρεπε να του δοθεί συμπληρωματική προστασία, λόγω του υψηλού επιπέδου περιστατικών ασφαλείας και/ή εκτυλίσσεται ένοπλη σύρραξη στα πλαίσια της οποίας παρατηρούνται συνθήκες αδιάκριτης βίας και/ή δεν υπάρχει ασφάλεια στη χώρα του λόγω της εκτεταμένης παρουσίας της Al-Shabaab στην περιοχή διαμονής του. Ενώ γίνεται αποδεκτή ύπαρξη αδιάκριτης βίας στον τόπο συνήθους διαμονής του από τον εξεταστή-λειτουργό αναιτιολόγητα δεν του δόθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Τέλος, αναφέρει ότι ο δικαστικός έλεγχος ουσίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως την διοικητική κρίση σε πρώτο βαθμό και/ή να διορθώσει διοικητικές παρατυπίες.
Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ενώ αποτελεί θέση τους ότι δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης. Ούτε αποδείχθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο Αιτητής σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Κρίθηκε ως αναξιόπιστος σε σχέση με τους ισχυρισμούς του και όλη η διαδικασία εξέτασης της αίτησης για παραχώρηση διεθνούς προστασίας ήτο σε πλήρη σύμπνοια με τις πρόνοιες της νομοθεσίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Πρόσθετα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοί και/ή οι παραπομπές στις ιστοσελίδες μέσω Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή οι οποίες υποβάλλονται κατά παράβαση του Κανονισμού 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) όπου ορίζεται ότι «Πληροφορίες για την χώρα καταγωγής του αιτητή (ΠΧΚ) δύνανται να υποβληθούν σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή, με σχετικό υπόμνημα, το οποίο επισυνάπτεται στην αγόρευση του μέρους που επιθυμεί να την υποβάλει. Στο υπόμνημα περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία: (i) κατάλογος των σχετικών ΠΧΚ, (ii) καταγραφή της πηγής τους (για διαδικτυακές πηγές υποδεικνύεται ο ιστότοπος και παρατίθεται ο σύνδεσμος της σχετικής ιστοσελίδας), (iii) επεξήγηση της συνάφειας της υποβληθείσας μαρτυρίας με συγκεκριμένο ισχυρισμό ή/ και επίδικο ζήτημα, (iv) υπόδειξη του συναφούς αποσπάσματος των ΠΧΚ.». (Βλέπε σχετικά Υποθ. Αρ.1000/23, DGD κ.α ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 09/02/2024). Εξάλλου, το αντικείμενο προς συζήτηση ήτοι η κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής, οι συγκρούσεις που παρατηρούνται από παραστρατιωτικές ένοπλες ομάδες (ειδικά Al-Shabbab), οι προβαλλόμενοι λόγοι δίωξης από τον Αιτητή αποτελούν ζητήματα που αφορούν πυρήνα του αιτήματος ασύλου του όπως θα αναλυθεί κατωτέρω στην έκταση που ενδιαφέρει επί της αξιολόγησης ουσίας του αιτήματος του. Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, ο συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί στην ουσία της υπόθεσης και/ή ειδικά στην μη παραχώρηση σε αυτόν τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του δήλωσε Σομαλός υπήκοος γεννηθείς στις 26/06/04. Δήλωσε άγαμος και μουσουλμάνος-Σούνι στο θρήσκευμα. Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού παιχνιδιού, στρατεύματα της Al-Shabaab εισήλθαν στο χώρο και συνέλαβαν όλους του συμμετέχοντες και τους κράτησαν ως ομήρους. Απαίτησαν δε την επιστράτευσή τους στην Al-Shabaab ενώ όταν αρνήθηκαν κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν ενώ κάποιοι υπέστησαν σωματικές βλάβες, με τον ίδιο όπως ανέφερε να έχει τραυματισθεί (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ανέφερε ότι γεννήθηκε στο χωριό Shalambood της περιοχής Lower Shabelle όπου διέμενε με τη μητέρα του και την αδελφή του. Σε νεαρή ηλικία και αφού η μητέρα του εγκατέλειψε τόσο τον ίδιο όσο και την αδελφή του, μετοίκησε στη πόλη Mogadishu, της περιφέρειας Kaxda της επαρχίας Benadir όπου και διέμενε με τη θεία του από τη πλευρά της μητέρας του, μέχρι που εγκατέλειψε την χώρα του. Προσκόμισε αντίγραφο του πιστοποιητικού γέννησης του, χωρίς να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ταυτοποίησης του. Δήλωσε ότι ανήκει στην φυλή/εθνοτική ομάδα Abgal (Hawiye), και είναι Μουσουλμάνος στο θρήσκευμα. Αναφορικά με το οικογενειακό του υπόβαθρο ανέφερε ότι η μητέρα του βρίσκεται στη Γερμανία αφού τους εγκατέλειψε λόγω οικονομικών δυσκολιών και ενώ έχει μερική επικοινωνία μαζί της δεν γνωρίζει την ακριβή της τοποθεσία. Ο πατέρας του έχει αποβιώσει από φυσικά αίτια και η αδελφή του που φοιτά σε σχολείο για το Κοράνι, διαμένει με την θεία τους στη πόλη Mogadishu, της περιφέρειας Kaxda της επαρχίας Benadir. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του η θεία του ασχολείται με μία μικρή επιχείρηση πώλησης λαχανικών η οποία της ανήκει. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι φοίτησε μέχρι και τον 9ο χρόνο της σχολικής εκπαίδευσης, ωστόσο λόγω οικονομικών δυσκολιών είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει περαιτέρω τη φοίτησή του. Από το 2021-2024 εργαζόταν ως κουβαλητής στη αγορά της Bakara ενώ κάποιες φορές βοηθούσε τη θεία του. σταμάτησε να εργάζεται μετά τον τραυματισμό που υπέστη στο δεξί μέρος του προσώπου του. Ανέφερε ότι εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές παράνομα μέσω των κατεχομένων περιοχών με τον διακινητή του. Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του ανέφερε ότι κατά την επιστροφή του από το παιχνίδι ποδοσφαίρου συνελήφθη από μέλη της Al-Shabaab. Επιπλέον, ανέφερε ότι τους μετέφεραν σε ένα χώρο, σε δασική περιοχή, όπου βρίσκονταν συνολικά 7 πρόσωπα και τους υπέβαλαν σε ανακρίσεις. Σύμφωνα με τον Αιτητή, οι δύο ήταν μέλη του στρατού ενώ τα υπόλοιπα 5 πρόσωπα συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου υπέστησαν βασανιστήρια. Κατά τα βασανιστήρια αυτά ο Αιτητής, δέχθηκε χτύπημα στο πρόσωπο με όπλο, έχασε τις αισθήσεις του και μεταφέρθηκε σε φαρμακείο όπου ανέκτησε τις αισθήσεις του (ερυθρό 34/χ4 ΔΦ). Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με το περιστατικό απαγωγής του πρόσθεσε ότι κατά τη παραμονή τους στη δασική περιοχή όπου τους μετέφερε η Al-Shabaab, μέλη του στρατού της κυβέρνησής της χώρας καταγωγής του επιτέθηκαν στα μέλη της Al-Shabaab τα οποία διέφυγαν και επομένως ο Αιτητής και οι άλλοι κρατούμενοι κατάφεραν να απελευθερωθούν με τη βοήθεια του στρατού.
Κληθείς να παραθέσει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το περιστατικό απαγωγής του ανέφερε ότι περί την 12/01/21 και ενώ επέστρεφε από παιχνίδι ποδοσφαίρου τους απήγαγαν ενώ παράλληλα τους κάλυψαν το πρόσωπο με κουκούλα χωρίς να γνωρίζουν που τους μετέφεραν. Ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι βρίσκονταν σε δασώδη περιοχή, αφού τους μετέφεραν στην συγκεκριμένη περιοχή τους αφαίρεσαν τις κουκούλες μεταφέροντας τον κάθε ένα ξεχωριστά για ανάκριση. Αναφορικά με την Al-Shabaab ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι οργάνωση είναι, ούτε ποια είναι η δράση της, καθώς δεν έχει οποιαδήποτε ενέργεια στο τόπο διαμονής του ενώ δεν γνώριζε τον λόγο που ο ίδιος απήχθη από αυτή. Ερωτηθείς εάν θα του επιτραπεί η είσοδος στη χώρα καταγωγής του σε περίπτωση επιστροφής του απάντησε καταφατικά ενώ τι ενδέχεται να του συμβεί εάν επιστρέψει στη Σομαλία ανέφερε ότι θα συμβούν τα ίδια γεγονότα που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα. Ερωτηθείς εάν μπορεί να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της Σομαλίας απάντησε αρνητικά (ερυθρό 42-29 ΔΦ).
Από τις απαντήσεις του Αιτητή ο λειτουργός αποδέχθηκε το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τόπο συνήθους διαμονής του (πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός) (ερυθρό 189-183 ΔΦ), απορρίφθηκε όμως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του που τον οδήγησε να εγκαταλείψει την χώρα του. Ο λειτουργός στην έκθεση/εισήγησή έκρινε ότι οι απαντήσεις του επί αυτού του σημείου δεν ήταν επαρκείς, λεπτομερείς, συγκεκριμένες και συνεπείς. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων που του υπεβλήθησαν κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρουσίασε δυσκολία αναφορικά με το τι πληροφορίες όφειλε να παραθέσει ενώ παράλληλα ο ίδιος έθεσε ερώτημα στον λειτουργό εάν έπρεπε να παραθέσει άλλα γεγονότα από τις αρχικές του δηλώσεις. Κατά την προτροπή του λειτουργού να παραθέσει όσα γεγονότα ο ίδιος θεωρεί σημαντικά για την ισχυριζόμενη απαγωγή του κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί σε ικανοποιητικές απαντήσεις/πληροφορίες. Διέκρινε ο εξεταστής-λειτουργός αντίφαση στις δηλώσεις του αναφορικά με την περιοχή που μεταφέρθηκαν κατά την απαγωγή τους από μέλη της Al-Shabaab καθότι αρχικά δήλωσε ότι η περιοχή βρισκόταν σε δασική περιοχή ενώ σε μεταγενέστερες αναφορές του δήλωσε ότι κατά την απαγωγή του τους κάλυψαν το πρόσωπο και δεν γνώριζαν που τους είχαν μεταφέρει. Αντίφαση, επίσης παρουσιάστηκε στους ισχυρισμούς του ότι δεν γνώριζε την οργάνωση Al-Shabaab, ούτε και ποια είναι η δράση της ενώ κρίθηκε ότι ως υπήκοος της Σομαλίας στην οποία διέμενε μέχρι το 2024 θα όφειλε να γνωρίζει κάποια σχετική πληροφορία. Αντίφαση, διαπιστώθηκε και στις δηλώσεις του αναφορικά με τον λόγο απαγωγής του, καθώς κατά τη διάρκεια της καταχώρησης του αιτήματός του ανέφερε ότι απήχθη από την Al-Shabaab με σκοπό την στρατολόγησή του, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον λόγο της απαγωγής του. Δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι υπήρξε όμηρος της Al-Shabab επί 16 ημέρες και παράλληλα θύμα βασανιστηρίων, ενώ θα αναμενόταν, όπως σημειώνει ο λειτουργός-εξεταστής, από τον Αιτητή να είναι σε θέση να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με επαρκείς και ακριβείς πληροφορίες ή, έστω, να παραθέσει λεπτομέρειες από τις οποίες να προκύπτει το βιωματικό στοιχείο των όσων επικαλέστηκε, το οποίο ελλείπει. Περαιτέρω, αντίφαση προέκυψε και στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να διαφύγει από την ομηρία της Al-Shabab καθότι αρχικά ανέφερε ότι, έπειτα από χτύπημα στο πρόσωπο, τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε αναίσθητος σε φαρμακείο, όπου και ανέκτησε τις αισθήσεις του, ενώ σε μεταγενέστερη αναφορά του δήλωσε ότι διέφυγε όταν ο στρατός εξαπέλυσε επίθεση στην Al-Shabaab και συνέδραμε στην απελευθέρωση όλων των ομήρων. Από έλλειψη επαρκών λεπτομερειών κρίθηκαν και οι απαντήσεις του σε σχέση με το χρονικό διάστημα μεταξύ του περιστατικού απαγωγής του και της ημέρας που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (01ο/2024-9ο/2024), καθότι ισχυρίστηκε ότι ήταν άρρωστος και κλινήρης και ότι εντοπίστηκε από την Al-Shabaab τον 8ο/2024 ενώ κρίθηκε ότι δεν παρείχε επαρκή επεξήγηση του ισχυρισμού αυτού, παρά τη σχετική διευκρινιστική ερώτηση που του τέθηκε. Περαιτέρω, ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα από την Al-Shabaab έως και τον χρόνο αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού ο λειτουργός ανέτρεξε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη δράση της Al-Shabaab στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, και διαπίστωσε ότι παρόλο που διαφαίνεται η στρατολόγηση των μελών της οργάνωσης (ερυθρό 180-179, 114-104 ΔΦ) ο Αιτητής ωστόσο δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες την ισχυριζόμενη απαγωγή του και τα προβλήματα που αντιμετώπισε από την Al-Shabaab. Επιπλέον από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες ανέτρεξε ο λειτουργός, διαφαίνεται ότι η οργάνωση Al-Shabaab δραστηριοποιείται στη περιοχή διαμονής του Αιτητή, ήτοι η Mogadishu, γεγονός που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για την οργάνωση καθώς δεν δραστηριοποιείται στη περιοχή του. Ο λειτουργός καταληκτικά έκρινε ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν γίνεται αποδεκτός καθώς υπέπεσε σε αντιφάσεις, έλλειψη επαρκών πληροφοριών και ασυνέπεια (ερυθρό 183-179 ΔΦ).
Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων[2], διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί του αφηγήματος προσωπικής δίωξης/απαγωγής και εξαναγκασμού του σε στρατολόγηση από την οργάνωση Al-Shabaab δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[3], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Επιπρόσθετα, από τις απαντήσεις του, κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια με τις απαντήσεις του στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια και πληροφορίες (βλέπε σχετικά Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Σε αρκετές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων δεν ήταν ικανός ο Αιτητής να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες[4] ή έστω υποτυπώδεις λεπτομέρειες αναφορικά με την δράση της οργάνωσης στην χώρα του, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μπορεί να αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής της για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Υπάρχουν δε επί της έκθεσης-εισήγησης εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή ως επίσης και εκτενείς παραπομπές σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με το τί επικρατεί στην χώρα καταγωγής. Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υπέδειξε επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος.
Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[5] που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την περιοχή του (ερυθρά 178-46 ΔΦ).
Είναι βασική θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι εφόσον ο λειτουργός κατέληξε σε σημεία της έκθεσης του ότι «υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι, εάν ο αιτών επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας στην περιφέρεια Mogadishu city, Kaxda district, Benadir region Somalia» (ερυθρό 174 & 172 ΔΦ) θα έπρεπε να του αποδοθεί τουλάχιστον το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση όπου εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και των προσωπικών του συνθηκών έκρινε ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την επιστροφή του (ερυθρό 170-168 ΔΦ). Το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του και αναλύοντας τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη του RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η κυβέρνηση της Σομαλίας εμπλέκεται σε μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση στην επικράτεια της ενάντια στην Al Shabaab. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας υποστηρίζεται από την Αποστολή της Αφρικανικής Ένωσης στη Σομαλία (AMISOM), την Κένυα, την Αιθιοπία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.[6] Σύμφωνα με την ανάλυση της κατάστασης ασφαλείας και του κινδύνου συγκρούσεων στη Σομαλία, η ιστοσελίδα Crisis 24, αναφέρει ότι το προφίλ κινδύνου κυριαρχείται από στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον της ισλαμικής στρατιωτικής οργάνωσης Al Shabaab, η οποία διατηρεί σημαντική και αποσταθεροποιητική παρουσία σε κεντρικές και νότιες περιοχές της χώρας. Η οργάνωση δέχτηκε συνεχείς πιέσεις τα τελευταία χρόνια από την Αποστολή της Αφρικανικής Ένωσης στη Σομαλία (AMISOM) και τις αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ, αλλά αυτές οι επιχειρήσεις είχαν μέχρι στιγμής περιορισμένη επιτυχία στην αποδυνάμωση της. Η δε κατάσταση ασφαλείας στη Μογκαντίσου έχει χαρακτηριστεί ως «διάτρητη».[7] Οι δυνάμεις που βρίσκονται στην πόλη περιλαμβάνουν τις ομοσπονδιακές δυνάμεις ασφαλείας, την Προεδρική Φρουρά, αστυνομικές δυνάμεις, δυνάμεις ασφαλείας που υπάγονται στις περιφερειακές αρχές του Banaadir, πολυάριθμες ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας και δυνάμεις προστασίας των φυλών.[8] Παρότι η Al Shabaab δεν διατηρεί μόνιμες βάσεις στη Μογκαντίσου [9], δραστηριοποιείται στην πόλη, βασιζόμενη στην παρουσία πρακτόρων της υπηρεσίας πληροφοριών της, Amniyat, σε περιοχές που ελέγχονται από την κυβέρνηση, των οποίων τη δράση οι κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας δυσκολεύονται να αποτρέψουν.[10] Τον 9ο/2024, ο ειδησεογραφικός ιστότοπος Somali Digest ανέφερε ότι η οργάνωση είχε δημιουργήσει δίκτυο βάσεων σε στρατηγικές τοποθεσίες στα βόρεια προάστια της Μογκαντίσου, όπου συνέλεγε φόρους και απέδιδε «δικαιοσύνη».[11] Πιο πρόσφατα, τον 3ο/2025, αναφέρθηκε ότι και άλλα προάστια παρουσίασαν σημαντική αύξηση στις επιχειρήσεις της Al Shabaab, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής Daynile στα βορειοδυτικά προάστια, η οποία έως τότε θεωρούνταν σχετικά σταθερή και με ισχυρή παρουσία δυνάμεων ασφαλείας.[12] Κάτοικοι των περιοχών αυτών ανέφεραν ότι οι μαχητές κινούνται ανενόχλητοι, στήνουν σημεία ελέγχου, πραγματοποιούν περιπολίες και εξαπολύουν επιθέσεις.[13] Έκθεση του Συμβουλίου των Ηνωμένων εθνών για την κατάσταση ασφαλείας στην Σομαλία σημειώνει πως εξακολουθεί η περιοχή Banaadir να αποτελεί περιοχή στόχο για την Al Shabaab. Ειδικότερα αναφέρει πως «οι αρχές της Σομαλίας ανακοίνωσαν ότι κατά την περίοδο αναφοράς (Μάιος-Σεπτέμβριος του 2024) πραγματοποιήθηκαν επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση της Al-Shabaab στην περιοχή Banaadir και στις πολιτείες Galmudug, Hirshabelle, Jubbaland και νοτιοδυτικά. Τον 6ο-7ο/2024, οι ομοσπονδιακές και κρατικές δυνάμεις κατάφεραν να ανακαταλάβουν εδάφη και στη συνέχεια να αποκρούσουν τις επιθέσεις της Al Shabaab στα χωριά Harbolle και Bulo Haji, στην περιοχή Lower Juba[14]. Περαιτέρω, τον 6ο/2024, η Μεταβατική Αποστολή της Αφρικανικής Ένωσης στη Σομαλία δήλωσε ότι: «…η ασφάλεια παραμένει σχετικά ήρεμη σε περιοχές υπό κυβερνητική παρουσία FGS και ATMIS. Η απειλή της Al-Shabaab όμως παραμένει απρόβλεπτη…».[15] Προκειμένου να ολοκληρωθεί η εικόνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιφερειακή ενότητα Banaadir/Mogadishu, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος στη περιοχή Benaadir, Mogadishu της Σομαλίας καταγράφηκαν 488 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 274 θάνατοι[16] (τονίζεται ότι ο Αιτητής δεν εμπλέκεται σε αντιμαχόμενες πλευρές). Να σημειωθεί επίσης ότι ο πληθυσμός της Σομαλίας (καταμέτρηση 2022) ανέρχεται στα 19,700,000[17] ενώ o πληθυσμός της πόλης Mogadishu σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση (2025) ανέρχεται στα 2,800,000[18]. Σύμφωνα δε και με τις κατευθυντήριες αρχές της EUAA για τη Σομαλία, του Αυγούστου 2023, η περιφέρεια Banaadir συγκαταλέγεται στις περιοχές στις οποίες «η παρουσία και μόνο» των αμάχων δεν είναι αρκετή για να στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης, ωστόσο, τα επίπεδα της αδιακρίτως ασκούμενης βίας είναι υψηλά και, για τον λόγο αυτό απαιτούνται λιγότερα ατομικά στοιχεία για να καταδειχθεί ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να πιστεύεται ότι οι άμαχοι που θα επιστρέψουν σε αυτές τις περιοχές θα διατρέξουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης[19].
Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον υψηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[20] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[21] και στην υπόθεση Diakit? C-285/12[22]). Ως προς το στοιχείο της σοβαρής και προσωπικής απειλής, το ΔΕΕ στην απόφαση Elgafaji διευκρίνισε πως «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Θα πρέπει δε να εκτιμάται ότι ο άμαχος/αιτούντας άσυλο ο οποίος θα επιστρέψει στην χώρα του και ακολούθως περιοχή συνήθους διαμονής του ενδεχομένως, λόγω της παρουσίας του και μόνον εκεί θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή. Κατά το Δικαστήριο το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης, στην οποία ο βαθμός κινδύνου είναι τόσο υψηλός, αξιολογείται το κατά πόσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διατρέχει ατομικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακόμη και χωρίς να στοχοποιείται ειδικά. Ακολούθως, διατυπώνεται στην απόφαση ότι η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπου: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας». Η δε «εξατομίκευση» που απαιτείται για να θεωρηθεί η απειλή ως «προσωπική» μπορεί να προκύπτει είτε από παράγοντες ειδικού κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε από παράγοντες «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.[23] Επομένως, η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[24] όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι «η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο. Σημειώνεται, επί τούτου ότι Εθνικό Δικαστήριο Ασύλου της Γαλλίας (National Court of Asylum) σε απόφαση του, στις 20/09/23, εφάρμοσε τις Κατευθυντήριες Γραμμές της EUAA για τη Σομαλία, του Αυγούστου 2023, και σημείωσε ότι, παρόλο που η κατάσταση ασφαλείας στο Benadir και τη Middle Shabelle δεν φτάνει το επίπεδο της αδιακρίτως ασκούμενης βίας ώστε να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο αντιμετωπίζει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, εντούτοις είναι τέτοιο το επίπεδο της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται χαμηλότερος βαθμός προσωπικών επιβαρυντικών περιστάσεων για να χορηγηθεί επικουρική προστασία. Σε αυτή την υπόθεση, όμως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συνθήκες της αιτούσας δικαιολογούν τη χορήγηση σε αυτήν επικουρικής προστασίας, ιδίως λόγω του ότι είναι μόνη μητέρα ενός μικρού κοριτσιού που γεννήθηκε στη Γαλλία, η οποία δεν έχει πλέον επαφή με την οικογένειά της, η οποία μετακινήθηκε σε άλλη περιοχή.[25] Τουναντίον σε άλλη δε απόφαση το Council for Alien Law Litigation [Conseil du Contentieux des ?trangers - CALL] του Βελγίου, αποφάνθηκε σε υπόθεση αιτούντος διεθνή προστασία από τη Σομαλία (άρρενα), παραπέμποντας στις Κατευθυντήριες Γραμμές της EUAA για τη Σομαλία (2023), ότι ο αιτών δύναται να επιστρέψει στην περιοχή Lower Shabelle, εφόσον δεν υφίστανται ατομικές περιστάσεις που να τον θέτουν σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.[26] Προσαρμόζοντας, τώρα στην βάση της πιο πάνω νομολογίας, την περίπτωση του Αιτητή εμφανώς πρόκειται για ενήλικο, άρρενα, νεαρό, ικανό προς εργασία πρόσωπο, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, ύπαρξης οικογενειακών δεσμών στην χώρα καταγωγής και προέρχεται από την εθνοτική ομάδα Abgal (Hawiye)[27]. Συνεπώς, το Δικαστήριο κατόπιν επαναξιολόγησης όλων των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή του, θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή (ερυθρά 170-168 ΔΦ).
Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Country Guidance Somalia (August 2023) p.71 - Al-Shabaab is an Islamist Sunni Salafi jihadist armed group based in Somalia. Formed in the early 2000s, the group seeks to establish an Islamic State in the country. Its main unifying idea is the ‘opposition to the Western-backed government’
[2] Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023
[3] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009, σκέψη 11
[4] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[5] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας
[6] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, https://www.rulac.org/browse/map]
[7] Somali Digest (The), Al-Shabab Establishes Bases North of Mogadishu, Temporarily Cleared by Government Forces, 28 September 2024, https://thesomalidigest.com/al-shabab-establishes-bases-north-of-mogadishu-temporarily-cleared-by-government-forces/
[8] EASO, Somalia – Security Situation, September 2021 , https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Security_situation.pdf,
[9] HIPS, Mogadishu: City Report, 28 August 2024, https://heritageinstitute.org/wp-content/uploads/2024/08/Mogadishu-City-report.pdf , σελ.10
[10] UNSC, Report of the Panel of Experts on Somalia pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, https://digitallibrary.un.org/record/4066421?v=pdf , παρα.6
[11] Somali Digest (The), Al-Shabab Establishes Bases North of Mogadishu, Temporarily Cleared by Government Forces, 28 September 2024, https://thesomalidigest.com/al-shabab-establishes-bases-north-of-mogadishu-temporarily-cleared-by-government-forces/
[12] Somali Digest (The), Al-Shabab Resurgence Around Mogadishu Exposes Government Failures, 17 March 2025, https://thesomalidigest.com/al-shabab-resurgence-around-mogadishu-exposes-government-failures/
[13] Somali Digest (The), Al-Shabab Resurgence Around Mogadishu Exposes Government Failures, 17 March 2025, https://thesomalidigest.com/al-shabab-resurgence-around-mogadishu-exposes-government-failures/,
[14] UN Security Council: Situation in Somalia - Report of the Secretary-General [S/2024/698], 27 September 2024, https://www.ecoi.net/en/file/local/2116024/n2426310.pdf σελ.2
[15] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: COI Query Response - Somalia – Security situation, 31 July 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2116903/2024_07_Somalia_Security_situation.pdf
[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Mogadishu, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/2025)
[17] Somalia Population 2025 https://worldpopulationreview.com/countries/somalia(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/2025)
[18]Mogadishu Population 2025 https://worldpopulationreview.com/cities/somalia/mogadishu (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/11/2025)
[19] EUAA, Country Guidance: Somalia, Common analysis and guidance note, August 2023, https://euaa.europa.eu/publications/country-guidance-somalia-1 , σελ.51
[20] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)
[21]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie
[22]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakit? κατά Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s etaux apatrides
[23] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf , σελ.36
[24] ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 , σκέψεις 30, 31, 32
[25] FR: The CNDA applied EUAA's Country Guidance on Somalia (published in August 2023) to the regions of Middle Shabelle and Benadir, 20/09/2023, https://caselaw.euaa.europa.eu/pages/viewcaselaw.aspx?CaseLawID=3820&returnurl=%2fPages%2fsearch.aspx ·
[26] BE: The CALL ruled in a case concerning a Somali applicant, with reference to the EUAA Country Guidance on Somalia (2023) that the applicant could return to the Lower Shabelle region in the absence of individual circumstances placing him at a real risk of serious harm, Case No 306075, 03/05/2024, https://caselaw.euaa.europa.eu/pages/viewcaselaw.aspx?CaseLawID=4821&returnurl=%2fPages%2fsearch.aspx
[27] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Country Guidance: Somalia, October 2025 - «Έκθεση της EUAA που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2025 αναφέρει ότι η ένταξη σε μία ομάδα και η συμμετοχή σε αυτήν έχουν καθοριστική σημασία στη Σομαλία ως μέσο ταυτοποίησης όσο και ως τρόπος ζωής. Οι εθνοτικές ομάδες καθορίζουν τις κοινωνικές σχέσεις, ενώ η ένταξη σε μια ισχυρή ομάδα επηρεάζει την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στους πόρους, την πολιτική επιρροή, τη δικαιοσύνη και την ασφάλεια. Οι Σομαλοί κατατάσσονται γενικά σε πέντε μεγάλες εθνοτικές ομάδες: τους Dir, Isaaq, Darood, Hawiye και Rahanweyn. Μεγάλα τμήματα του σομαλικού πληθυσμού θεωρούνται μειονότητες, είτε σε τοπικό επίπεδο είτε στη χώρα συνολικά, είτε επειδή ζουν ανάμεσα σε πολυπληθέστερες ομάδες είτε λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας. Παραδοσιακά, οι Σομαλοί έχουν στενή σύνδεση με συγκεκριμένη περιοχή όπου οι συγγενείς τους κατά την πατρική γραμμή είναι πολυάριθμοι. Μέχρι σήμερα, η πλειονότητα του πληθυσμού εξακολουθεί να βασίζεται στην υποστήριξη της πατρογραμμικής συγγένειας. Οι εθνοτικές ομάδες συχνά βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, αλλά και με άλλους παράγοντες».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο