Μ. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθεση αρ. ΔΚ 50/25, 19/1/2026
print
Τίτλος:
Μ. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθεση αρ. ΔΚ 50/25, 19/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ. ΔΚ 50/25

 

19 Ιανουαρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ. S.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Β. Γαμβρουδίου για Ελίνα Μαχταβή ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Κα Ρ. Προδρόμου για Λ. Βελίκοβα, Δικηγόροι για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται όπως το διάταγμα κράτησης ημ.27/11/25 ακυρωθεί (Αιτητικά Α και Β) και περαιτέρω αιτείται «όπως η απόφαση να θεωρούν τον Αιτητή, μετά την καταχώρηση της αίτησης του για διεθνή προστασία, ως αλλοδαπό απαγορευμένο μετανάστη και όχι ως αιτητή πολιτικού ασύλου, και […] υποκείμενο σε απέλαση, είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης» (Αιτητικό Γ). Διαζευκτικά με τα ως άνω αιτείται όπως διαταχθούν «εναλλακτικά μέτρα αντί της κράτησης […] κατά την κρίση του Δικαστηρίου» (Αιτητικό Δ) και «Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς των […] διαταγμάτων Κράτησης και Απέλασης ημ.27/11/25, μέχρι την εκδίκαση της παρούσης προσφυγής» (Αιτητικό Ε).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση των καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής ΔΦ) του Τμήματος Μετανάστευσης (στο εξής ΤΜ) και της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής ΥΑ), οι οποίοι κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσης, ο αιτητής κατάγεται από το Ιράν, το δε ιστορικό του στη Δημοκρατία έχει ως εξής.

Ο αιτητής, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, αφίχθηκε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 17/07/25, μέσω κατεχομένων, και στις 23/08/25 επιχείρησε να αναχωρήσει από τον αερολιμένα Λάρνακας για τις Βρυξέλλες, με πλαστό διαβατήριο Ελβετίας, τα στοιχεία του οποίου είναι καταχωρημένα στη βάση δεδομένων της Ιντερπόλ ως κλαπέν από τον κάτοχο (του διαβατηρίου), ως διαπιστώθηκε, όπου και συνελήφθη για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία. Κατά τη συνέντευξη που του έγινε επί τόπου ο αιτητής αρνήθηκε να συνεργαστεί με τις Αρχές για τον εντοπισμό του αυθεντικού του διαβατηρίου του και επαναπατρισμό του (ερ.1-5). Αυθημερόν ο αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του ΚΕΦ.105 (ερ.6-8), εκ των οποίων τα διατάγματα κράτησης και απέλασης ακυρώθηκαν στις 27/08/25, δεδομένου ότι, ως αναφέρεται σε σημείωση που εντοπίζεται στο 1ο εκ των εν λόγω διαταγμάτων, «εξετάζεται ποινική υπόθεση εναντίον του» αιτητή (ερ. 8).

Σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με συνδρομή μεταφραστή (στην Περσική) ο αιτητής ανέφερε στις 24/08/25 όσο και στις 26/08/25 ότι επιθυμεί να επιστρέψει στο Ιράν, σχετικά δε με το (αυθεντικό) διαβατήριο του ανέφερε ότι το έδωσε στο άτομο που τον προμήθευσε με το πλαστό το οποίο χρησιμοποίησε, είχε όμως φωτογραφία στο κινητό του τηλέφωνο, την οποία έδειξε. Στις 26/08/25 και κατόπιν συνομιλίας του με εκπρόσωπο της UNHCR ο αιτητής εξέφρασε, ως καταγράφεται στα ερ.10, 16, «την επιθυμία πρόθεση ασύλου». Το σχετικό ιστορικό καταγράφεται στα ερ.15-17.

Κατόπιν των ως άνω καταχωρήθηκε εναντίον του αιτητή η ποινική υπόθεση αρ.9817/25 στο Ε.Δ. Λάρνακας, στα πλαίσια της οποίας καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για τα αδικήματα πλαστοπροσωπίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και εισόδου στη Δημοκρατία άνευ αδείας και οδηγήθηκε στις κεντρικές φυλακές για να εκτίσει την ποινή του (ερ.23-25). Στις 13/10/25 ο αιτητής κηρύχθηκε (εκ νέου) απαγορευμένος μετανάστης, εκδόθηκαν, κατόπιν νέας αξιολόγησης (ερ.26-27) κατά του (νέα) διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του Κεφ.105 και στις 29/10/25 ο αλλοδαπός αποφυλακίστηκε από τις κεντρικές φυλακές (όπου κρατείτο για την έκτιση της ποινής του) και «συνελήφθη εκ νέου για την εκτέλεση» των διαταγμάτων ημ.13/10/25 (ερ.28, 47-48, 55, 57-58, 61). Στις 05/11/25 φαίνεται να καταχωρήθηκε (γραπτώς) αίτηση ασύλου από τον αιτητή, η οποία και απορρίφθηκε στις 10/12/25 (ερ.29-32, 65).

Στις 05/11/25 το διάταγμα απέλασης ημ.13/10/25 ανεστάλη και το δε διάταγμα κράτησης ίδιας ημερομηνίας ακυρώθηκε, ενόψει της υποβολής αιτήσεως ασύλου και εκδόθηκε κατά του αιτητή στις 27/11/25 το επίδικο διάταγμα κράτησης (ερ.59-60, 61-62).

Σημειώνω ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΦ, ο αιτητής εξέφρασε την πρόθεση του να υποβάλει αίτηση ασύλου στις 26/08/25, όταν και, σύμφωνα με το ερ.16, «εκδόθηκε η πρόθεση με αρ.AS25-113061». Προς τούτο επικοινώνησε με τους καθ’ ων η αίτηση ο Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής Επίτροπος) δι’ επιστολής του ημ.19/09/25 (ερ.11-12), στην οποία έλαβε απάντηση από το ΤΜ στις 23/10/25 ότι, παρόλο που ο αιτητής «υπέβαλε πρόθεση υποβολής αίτησης ασύλου στις 26/08/25», εντούτοις, ως αναφέρεται, «στις 01/09/25 παρήλθε η προθεσμία υποβολής αίτησης» και «μέχρι και σήμερα, σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα της ΥΠΑΣ, […] δεν έχει υποβάλει αίτημα για άσυλο» (ερ.13). Σημειώνεται δε ότι για το ίδιο ζήτημα εντοπίζονται σημειώσεις και αλληλογραφία, όπου και αναφέρεται ότι μέχρι 07/11/25 και 13/11/25 δεν ήταν δυνατή η ηλεκτρονική καταχώρηση της αιτήσεως ασύλου του αιτητή (ερ.33-34). Σε εκτύπωση από το μηχανογραφικό σύστημα της ΥΑ καταγράφεται ότι η αίτηση ασύλου έγινε στις 05/11/25 (ερ.42-43).

Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι, κατά παράβαση του αρ.9ΣΤ του Περί Προσφύγων Νόμου (στο εξής ο Νόμος) δεν έγινε κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος εξατομικευμένη εξέταση, όπου και θα πρέπει – ως αναφέρει – να γίνεται εξέταση του κατά πόσο είναι πρόσφορο να επιβληθούν εναλλακτικά μέτρα προτού αποφασιστεί, ως έσχατο μέτρο, η κράτηση, η οποία και επιβλήθηκε «αυτοματοποιημένα», δεν αιτιολογείται επαρκώς και δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, ως εισηγείται, με αναφορά σε διατάξεις του Κεφ.105, η κράτηση θα πρέπει να γίνεται με σκοπό την προετοιμασία της απέλασης, εφόσον υπάρχει προοπτική απομάκρυνσης του αιτητή, που δεν υπάρχει εν προκειμένω, δεδομένης της αρχής της μη επαναπροώθησης, και πρέπει να αναστέλλεται αυτομάτως σε περίπτωση καταχώρησης προσφυγής στο ΔΔΔΠ. Επί της συγκεκριμένης εισήγησης της η συνήγορος του αιτητή παραπέμπει στα αρ.3, 5, 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΣΔΑ), στο αρ.33 της Σύμβασης της Γενεύης για το καθεστώς των Προσφύγων (στο εξής η Σύμβαση), στα αρ.9, 11, 28 του Συντάγματος και αρ.2 και 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ο Χάρτης), αλλά και την αρχή της μη επαναπροώθησης, εκ των οποίων – ως εισηγείται - προκύπτει ότι δεν θα έπρεπε να θεωρείται απαγορευμένος μετανάστης ο αιτητής αλλά αιτητής ασύλου, δεδομένου και του κινδύνου που υφίσταται (κατά παράβαση των ως άνω δικαιωμάτων του) σε περίπτωση απέλασης του. Καταλήγει εκ των ως άνω ότι το επίδικο διάταγμα είναι κατά παράβαση της Σύμβασης, του Χάρτη, της ΕΣΔΑ, του Νόμου και του Συντάγματος (αναφέρει σχετικά και το αρ.188).

Σημειώνει περαιτέρω ότι ο αιτητής εξέφρασε κατ’ επανάληψη κατά τη διάρκεια τόσο της κράτησης του στις κεντρικές φυλακές και ακολούθως «την πρόθεση του να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, λαμβάνοντας διαχρονικά την απάντηση ότι “θα το διευθετούσαν”, πλην όμως ουδέποτε του παρασχέθηκε πραγματική, ουσιαστική και αποτελεσματική δυνατότητα καταχώρησης της αίτησης» και τελικά μόνο αφότου «μεταφέρθηκε αιφνιδίως και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση στον Χώρο Κράτησης Απαγορευμένων Μεταναστών (ΧΩΚΑΜ) Μενόγειας [..] κατέστη δυνατή η υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας» (σελ.9 αγόρευσης).

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ενέμεινε στη νομιμότητα και ορθότητα του επίδικου διατάγματος και σημείωσε ότι είναι καθ’ όλα νόμιμό, πλήρως αιτιολογημένο, προϊόν εξατομικευμένης εξέτασης όλων των δεδομένων της υπόθεσης, αναλογικό προς τον επιδιωκόμενο δι’ αυτού σκοπό, και απολύτως αναγκαίο, δεδομένου του ιστορικού του αιτητή. Παραπέμπουν προς τα ως άνω σε πλούσια νομολογία αλλά και αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, σημειώνοντας δε ότι εκ του ιστορικού του αιτητή καταδεικνύεται ότι δεν θα μπορούσαν εδώ να επιβληθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, ενόψει του ιστορικού του αιτητή. Στην επιμέρους επιχειρηματολογία των καθ’ ων η αίτηση αλλά και στα όσα ανέφεραν στις διευκρινίσεις θα επανέλθω πιο κάτω, όπου ήθελε κριθεί σκόπιμο, κατά την ενασχόληση με τους ισχυρισμούς του αιτητή.

Στην απαντητική της αγόρευση η συνήγορος του αιτητή περιορίζεται σε επιγραμματική παράθεση των όσων αναπτύσσει ήδη στην προηγούμενη γραπτή της αγόρευση.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή υιοθέτησε τις αγορεύσεις της και ανέφερε ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης είναι παράνομο και ότι – σε κάθε περίπτωση – θα ήταν προσφορότερο να επιβληθούν εναλλακτικά μέτρα, σημειώνοντας ότι, δεδομένης της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στο Ιράν σήμερα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει επιστροφή του αιτητή εκεί.

Οι καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν κι’ αυτοί την αγόρευση τους και ενέμειναν στην ορθότητα και νομιμότητα του επίδικου διατάγματος, αναφέροντας ότι η αίτηση ασύλου υποβλήθηκε με πολλή καθυστέρηση, κατόπιν της σύλληψης, κράτησης και καταδίκης του αιτητή και είναι καταχρηστική, προκειμένου να καθυστερήσει δι’ αυτής την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής. Μετά από υπόδειξη του Δικαστηρίου στα στοιχεία του ΔΦ που κάνουν λόγο για έκφραση από τον αιτητή της επιθυμίας του να υποβάλει αίτηση ασύλου ήδη από τις 26/08/25, σε σχετικά ερωτήματα, οι καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν ότι η αίτηση υποβλήθηκε γραπτώς στις 05/11/25 και ότι, ακόμα και αν ανέφερε την πρόθεση του από τις 26/08/25, δεν αλλάζει εν προκειμένω η καταχρηστικότητα της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, αφού η έκφραση πρόθεσης να την υποβάλει έγινε αφότου ο αιτητής προσπάθησε να ταξιδέψει στο εξωτερικό με πλαστό διαβατήριο και συνελήφθη. Ερωτώμενοι σχετικά με τη νομική βάση του επίδικου διατάγματος στο αρ.9ΣΤ (2) (β) και το κατά πόσο υπάρχουν αναφορές στον ΔΦ ως προς το ποια στοιχεία της αιτήσεως ασύλου απομένει να διευκρινιστούν και για τον προσδιορισμό των οποίων είναι αναγκαία η κράτηση του αιτητή σ’ αυτή τη βάση, ανέφεραν ότι ο αιτητής είχε πλαστό διαβατήριο, δεν είχε διεύθυνση διαμονής και, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι στερείται το επίδικο ερείσματος σ’ αυτή τη βάση, παραμένει η έτερη νομική βάση στο αρ.9ΣΤ (2) (δ), η οποία – στη βάση του αρ.32 του Περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου - μπορεί να παρέχει επαρκές νομικό έρεισμα σ’ αυτό.

Από την πλευρά της η συνήγορος του αιτητή, σχετικά με τα ως άνω, αναφέρει ότι αυτός είχε κατ’ επανάληψη ζητήσει να υποβάλει αίτηση ασύλου και ότι δεν γνώριζε τους νόμους και αν είχε προθεσμία να το πράξει, πράγμα, ως ανέφερε, φυσιολογικό, για ένα άτομο που βρισκόταν υπό κράτηση ήδη από τις 23/08/25 και εκκρεμούσε εναντίον του ποινική υπόθεση και ακολούθως εξέτιε την ποινή του στις φυλακές. Εξίσου φυσιολογικό, ως είπε, είναι και το ότι αρχικά ο αιτητής ανέφερε ότι επιθυμούσε να επιστρέψει στη χώρα του και δύο μέρες μετά εξέφρασε την επιθυμία του να υποβάλει αίτηση ασύλου. Τέλος ανέφερε ότι το διάστημα μέχρι που τελικά υπέβαλε «νόμιμα», ως το διατύπωσε, αίτηση ασύλου δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλο.

Κατόπιν ερωτήματος του Δικαστηρίου σχετικά με το Αιτητικό Ε της προσφυγής, όπου και γίνεται αναφορά σε ενδιάμεση θεραπεία, χωρίς εντούτοις να προωθηθεί ενδιάμεση αίτηση επί τούτου, η συνήγορος του αιτητή το απέσυρε τελικώς. Αναφορικά με το Αιτητικό Γ, μετά που κατέστη παραδεκτό από αμφότερα τα μέρη ότι ο αιτητής, ήδη από την έκδοση του επίδικου μέχρι και σήμερα (δεδομένου ότι έχει καταχωρηθεί προσφυγή στο ΔΔΔΠ κατά της απορριπτικής απόφασης επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, η οποία εκκρεμεί) διατηρεί την ιδιότητα του αιτητή ασύλου και συνεπώς δεν θεωρείται – εκ των πραγμάτων – απαγορευμένος μετανάστης, η συνήγορος του απέσυρε τη σχετική αναφορά, όμως ζήτησε να προωθηθεί κατά τα λοιπά το Αιτητικό αυτό. Σχετικά με τα αιτητικά Α και Β, και πάλι κατόπιν ερωτημάτων του Δικαστηρίου, δεδομένου του ότι τελικώς δεν υφίσταται εν προκειμένω αμφιβολία για την προσβαλλόμενη πράξη, που είναι το διάταγμα κράτησης ημ.27/11/25, έγιναν σχετικές τροποποιήσεις, οι οποίες και μονογραφήθηκαν, ως φαίνεται από το δικόγραφο της προσφυγής στο φάκελο του Δικαστηρίου.

Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το προσβαλλόμενο διάταγμα.

«ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ

ΕΠΕΙΔΗ ο Μ. S. υπήκοος ΙΡΑΝ είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου καθότι

ο Μ. S. κρατείται

(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 180Γ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσής της και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο Μ. S. αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία και συνέχισε να διαμένει παράνομα, και συνελήφθη όταν επιχείρησε να ταξιδέψει με πλαστό διαβατήριο. Αφού διέπραξε τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, και παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, και οδηγήθηκε στις κεντρικές φυλακές για να εκτίσει την ποινή του. Στην συνέχεια, συνελήφθη εκ νέου για την εκτέλεση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Στις 05/11/25, δηλαδή 7 μόνο μέρες μετά την σύλληψη και κράτηση του με σκοπό την απέλαση του υπέβαλε αίτηση ασύλου, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο Μ. S.  να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 9ΣΤ (2) (β) και (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους,

1.     ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενη απόφαση επιστροφής: Διάταγμα απέλασης ημερ.13/10/2025.

2.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε την μη πρόθεση του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής

3.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ παρείχε ψευδείς πληροφορίες. Ο αλλοδαπός προσπάθησε να ταξιδέψει μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με πλαστό διαβατήριο.

4.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει διεύθυνση συνήθους διαμονής. Ο αλλοδαπός εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και συνέχισε να διαμένει παράνομα, Σύμφωνα με ενημέρωση που λήφθηκε από την ΥΑΜ Λάρνακας στις 26/11/2025 δεν υπάρχει διεύθυνση διαμονής για τον αλλοδαπό.

5.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ έχει καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να διαφύγει. Καταδικάστηκε για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών.

6.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση και διαφυγή. Ο αλλοδαπός εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία άνευ αδείας και συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία.

7.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2021), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ.13/10/2025.

8.     ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια με το παρόν διατάσσω όπως ο Μ. S.  ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.

ΚΑΙ με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία 27η ημέρα του Νοεμβρίου 2025»

Έχω διέλθει με προσοχή των εκατέρωθεν επιχειρημάτων των ευπαίδευτων συνήγορων των μερών, όπως εκτίθενται στις γραπτές αγορεύσεις που υποβλήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προφορικών τοποθετήσεων τους και του ΔΦ.

Σε σχέση κατ’ αρχήν με την αιτιολογία αυτού αλλά και την παράθεση των πραγματικών και των νομικών λόγων για τους οποίους εκδόθηκε, σύμφωνα και με την ρητή επιταγή του αρ.9ΣΤ (5) του Νόμου, παρατηρώ τα ακόλουθα.

Στην υπόθεση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΔΕΕ) C-18/16 Κ. v. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημ.14/09/2017, λέχθηκε ότι «[...] σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 4, της ίδιας οδηγίας, στη σχετική με την κράτηση απόφαση αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους αυτή βασίζεται […] ».

Από την ανάγνωση του λεκτικού του ως άνω διατάγματος διαπιστώνω ότι αναφέρονται οι νομικές βάσεις επί των οποίων εδράζεται και παρατίθενται, έστω μερικώς συγκεχυμένα και αλληλεπικαλυπτόμενα, οι πραγματικοί λόγοι που τεκμηριώνουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται εκ του αρ.9ΣΤ (2) (β), (δ) του Νόμου, στη βάση των οποίων και θεωρήθηκε ότι «υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής» και πως το επίδικο διάταγμα έχει ως πρόσθετο σκοπό «να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή», αλλά και των παραμέτρων που συνυπολογίστηκαν και που κατέστησαν – κατά τον εκδότη του επίδικου διατάγματος - αναγκαία και αναλογική προς τον ως άνω σκοπό την κράτηση του αιτητή εν προκειμένω, αντί επιβολής εναλλακτικών μέτρων.

Τα ανωτέρω ευθυγραμμίζονται και με σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ, όπου στην απόφαση του Khlaifia and others v Italy, υπ. αρ.16483/12, ημ.15/12/2016, παρ.115, αναφέρεται σε «essential legal and factual grounds» και αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το αρ.5 της ΕΣΔΑ:

«Paragraph 2 of Article 5 lays down an elementary safeguard: any person who has been arrested should know why he is being deprived of his liberty. This provision is an integral part of the scheme of protection afforded by Article 5: any person who has been arrested must be told, in simple, non-technical language that he can understand, the essential legal and factual grounds for his deprivation of liberty, so as to be able to apply to a court to challenge its lawfulness in accordance with paragraph 4 (see Van der Leer v. the Netherlands, 21 February 1990, § 28, Series A no. 170‑A, and L.M. v. Slovenia, cited above, §§ 142-43). Whilst this information must be conveyed “promptly”, it need not be related in its entirety by the arresting officer at the very moment of the arrest. Whether the content and promptness of the information conveyed were sufficient is to be assessed in each case according to its special features (see Fox, Campbell and Hartley v. the United Kingdom, 30 August 1990, § 40, Series A no. 182, and Čonka, cited above, § 50). »

Θεωρώ λοιπόν ότι από το λεκτικό που παρατίθεται στο ως άνω διάταγμα ικανοποιούνται οι ρητές πρόνοιες του αρ.9ΣΤ (5). Σημειώνεται δε ότι η αιτιολογία του μπορεί βεβαίως να συμπληρωθεί και από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1967) 3 Α.Α.Δ. 7 και Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).

Το κατά πόσο δε η προσβαλλόμενη πράξη είναι προϊόν δέουσας έρευνας, η ορθότητα της αιτιολογίας αυτής, το ενδεχόμενο τούτη να λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης περί τον νόμο ή τα πράγματα ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας, κατά πόσο είναι επί της ουσίας ορθή και αν αυτή λήφθηκε κατόπιν στάθμισης της αναλογικότητας και αναγκαιότητας της κράτησης και ελέγχου της συμβατότητας αυτής με τη νομοθεσία και νομολογία, εθνική και ενωσιακή, θα κριθεί πιο κάτω. Προχωρώ γι’ αυτό σε επί της ουσίας εξέταση του προσβαλλόμενου διατάγματος (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.17/2021, Janelidze v. Δημοκρατίας, ημ.21/09/21, όπου λέχθηκε ότι το Δικαστήριο τούτο ελέγχει «όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της κάθε απόφασης της διοίκησης που τίθεται ενώπιον του με την προσφυγή που υποβάλλεται.»).

Αρχίζοντας από τη νομική βάση του επίδικου διατάγματος στο αρ.9ΣΤ (2) (β), ήτοι «για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή», στο εγχειρίδιο «Κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου», του EASO, 2019, σελ.28, αναφέρονται τα εξής κατατοπιστικά:

«Το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου πρέπει, εκ φύσεως, να λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τα πραγματικά περιστατικά. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της UNHCR σχετικά με την κράτηση είναι και πάλι χρήσιμες καθώς η κατευθυντήρια οδηγία 4.1 στην παράγραφο 28 αναφέρει τα εξής:

Είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής, στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Παρ’ όλ’ αυτά, η κράτηση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συγκεκριμένη πληροφορία δεν θα μπορούσε να δοθεί χωρίς να υπάρξει κράτηση. Αυτό συνεπάγεται την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί να του χορηγηθεί άσυλο. Αυτό συνήθως δεν επεκτείνεται στην κρίση για το βάσιμο των ισχυρισμών του. Η εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα - ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο - δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα.

Παρότι ο «κίνδυνος διαφυγής» είναι μια πρόβλεψη, φαίνεται πιθανό ότι στις περισσότερες περιπτώσεις θα αποτελέσει τη βάση του λόγου αυτού διότι εάν ο αιτών διεθνή προστασία δεν είναι πιθανό να διαφύγει, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς υπό ποιες περιστάσεις τα στοιχεία του ισχυρισμού επί του οποίου βασίζεται η αίτηση δεν θα μπορούσαν να ληφθούν χωρίς να υπάρξει κράτηση.»

Ανατρέχοντας στο σώμα του επίδικου διατάγματος αλλά και στα στοιχεία του ΔΦ δεν εντοπίζω οιανδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένο στοιχείο που απομένει να προσδιοριστεί, πέραν του ότι – όντως - δεν βρέθηκε στην κατοχή του το διαβατήριο του αιτητή, παρότι υπέδειξε στις Αρχές φωτογραφία του από το κινητό του τηλέφωνο. Τούτο δεν θεωρώ όμως, άνευ ετέρου, δεδομένου ότι ουδέν υποδεικνύεται προς αυτή την κατεύθυνση, ότι είναι αρκετό για να τεκμηριωθεί η επίδικη κράτηση γίνεται επί σκοπώ «να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη», καθώς δεν προσδιορίζεται και ούτε είναι δυνατό να συναχθεί ευλόγως, χωρίς διολίσθηση σε εικασίες, από τα ενώπιον μου δεδομένα ποια είναι τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να προσδιοριστούν και καθιστούν αναγκαία την κράτηση σ’ αυτή τη βάση. Ούτε και ικανοποιούμαι ότι αυτή έγινε με σκοπό «την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί […] άσυλο» με δεδομένο το ότι, ως και στο ως άνω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO αναφέρεται, «[η] εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα - ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο - δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα», λαμβανομένου και υπόψη εν προκειμένω του ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στις 27/11/25, ήτοι 22 μέρες κατόπιν της (γραπτής) υποβολής της αιτήσεως ασύλου του αιτητή, διάστημα κατά το οποίο αυτός βρισκόταν υπό κράτηση δυνάμει διατάγματος ημ.13/10/25 (του Κεφ.105), και συνεπώς υπήρχε αρκετός χρόνος, σε κάθε περίπτωση, για συλλογή ενδεχομένως στοιχείων που απέμεναν, πριν την έκδοση του επίδικου, ουδεμία δε έρευνα έγινε ή βρισκόταν σε εξέλιξη σχετικά με το αυθεντικό διαβατήριο του αιτητή ή άλλο στοιχείο.

Καταλήγω λοιπόν ότι δεν πληρούται εδώ μια εκ των σωρευτικών προϋποθέσεων, ήτοι η αναγκαιότητα προσδιορισμού στοιχείων στα οποία βασίζεται η αίτηση, «η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη», και συνεπώς η στήριξη του επίδικου διατάγματος στο αρ.9ΣΤ (2) (β) στερείται νομικού ερείσματος.

Παρά τα ως άνω όμως το ζήτημα δεν σταματά εδώ, καθώς η πάσχουσα νομική βάση δεν αρκεί για να καταστήσει άνευ ετέρου ακυρωτέο το επίδικο διάταγμα, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως.

Τα αρ.31 και 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(I)/1999), αναφέρουν τα ακόλουθα:

«31. Εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί νομική να έχει άλλο νομικό έρεισμα.

32. Όταν η πράξη έχει πολλαπλές ή διαζευκτικές αιτιολογίες και μία από αυτές είναι λανθασμένη, η πράξη είναι ακυρωτέα, εκτός αν κριθεί ότι η λανθασμένη αιτιολογία ήταν επικουρική ή δευτερεύουσα της ορθής αιτιολογίας και ως εκ τούτου δεν επηρέασε το αρμόδιο διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης.»

Σχετικώς, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Ανδριάνθη Κ. Στυλιανού ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Πελενδρίου (1997) 4 Α.Α.Δ. 2882, λέχθηκε ότι «[σε] περίπτωση πολλαπλών ή επάλληλων αιτιολογιών αρκεί κατά κανόνα η νομιμότητα μιας μόνο από αυτές για να στηρίξει επαρκώς την προσβαλλόμενη πράξη. Οποτεδήποτε διοικητική πράξη επικαλείται περισσότερα του ενός ερείσματα, αρκεί η ορθότητα ενός από αυτά για να την στηρίξει.». Στη δε Χριστοδουλίδης ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1297, Ολομέλεια, είχε ειπωθεί ότι «it is a firmly established principle of Administrative Law that even if an administrative decision could not have been validly based on the legal reason which was actually stated in support of it such decision should still be upheld judicially if it could, nevertheless, be reached validly on the basis of some other legal reason (see, inter alia, in this respect, Pikis v. The Republic, (1967) 3 C.L.R. 562, 575, Spyrou (No. 1) v. The Republic, (1973) 3 C.L.R. 478, 484, Akinita Anthoupolis Ltd. v. The Republic, (1980) 3 C.L.R. 296, 303 and Paraskevopoulou v. The Republic, (1980) 3 C.L.R. 647, 661, 662). »

Εν προκειμένω, παρότι, ως ανωτέρω εξηγώ, έχω ήδη καταλήξει ότι το επίδικο διάταγμα στερείται νομικού ερείσματος στη βάση του αρ.9ΣΤ (2) (β), αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του σε ακύρωση του προσβαλλόμενου διατάγματος, αν ήθελε κριθεί πιο κάτω ότι οι προϋποθέσεις του αρ.9ΣΤ (2) (δ) πληρούνται, καθώς «[λ]ανθασμένη νομική αιτιολογία δεν συνεπάγεται ακυρότητα, αν η πράξη μπορεί να βρει άλλο νομικό έρεισμα» . Άλλωστε, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».

Σχετικά με την βάση του επίδικου διατάγματος στο αρ.9ΣΤ (2) (δ) σημειώνω τα εξής.

Καθοδηγητικά είναι βεβαίως όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες «Κατευθυντήριες Οδηγίες Για Την Κράτηση Αιτούντων Άσυλο», όπου, στην παρ.19, αναφέρεται ότι «οι αποφάσεις κράτησης θα πρέπει να βασίζονται σε λεπτομερή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κράτηση, παράλληλα με την παράθεση ενός νόμιμου σκοπού. Ως προς αυτό, τα κατάλληλα μέσα ελέγχου ή αξιολόγησης θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων, ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις ή ανάγκες συγκεκριμένων κατηγοριών αιτούντων άσυλο […]. Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αυτών των αποφάσεων μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί / κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση.»

Στην αιτ. σκέψη 15 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, αναφέρεται ότι η «κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης», οι οποίες δεν είναι βεβαίως άλλες από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρ.8 (3), πάντοτε τηρούμενων των εγγυήσεων που προβλέπονται στο αρ.9 της Οδηγίας. Οι εν λόγω πρόνοιες της Οδηγίας έχουν μεταφερθεί στην εθνική μας νομοθεσία με το επίδικο άρ.9ΣΤ του Νόμου.

Βοηθητικό για την ερμηνευτική προσέγγιση του λεκτικού του αρ.9ΣΤ (2) (δ) είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ C-534/11, Mehmet Arslan v. Policie CR (στο εξής η υπόθεση Arslan), ημ.30/5/13, όπου εξετάστηκε η αλληλεπίδραση της οδηγίας 2005/118/ΕΚ, που αφορά επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, με τις οδηγίες επαναδιατύπωση των οποίων είναι ισχύουσες 2013/33/ΕΕ και 2013/32/ΕΕ.

«58. Συγκεκριμένα, εθνική διάταξη που επιτρέπει, υπό τέτοιες συνθήκες, τη διατήρηση της κρατήσεως του αιτούντος άσυλο είναι συμβατή προς το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85, εφόσον η κράτηση αυτή δεν προκύπτει από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου, αλλά από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την ατομική συμπεριφορά του αιτούντος αυτού πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής.

59. Περαιτέρω, στον βαθμό που η διατήρηση της κρατήσεως φαίνεται ότι υπό παρόμοιες συνθήκες είναι αντικειμενικώς αναγκαία προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο ενδιαφερόμενος να αποφύγει οριστικά την επιστροφή του, η διατήρηση αυτή επιτρέπεται επίσης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/9.

60. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, καίτοι η οδηγία 2008/115 είναι προσωρινώς ανεφάρμοστη κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι ως εκ τούτου θα τερματιζόταν οριστικά η διαδικασία επιστροφής, καθόσον αυτή μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση που θα απορριπτόταν η αίτηση ασύλου. Όπως όμως επισήμαναν η Τσεχική, η Γερμανική, η Γαλλική και η Σλοβακική Κυβέρνηση, θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, C-329/11, Achughbabian, Συλλογή 2011, σ. Ι-12695, σκέψη 30).»

(Υπογράμμιση από τον γράφοντα)

Τα γεγονότα λοιπόν και η συμπεριφορά ενός αιτητή πριν αλλά και κατά την υποβολή της αιτήσεως ασύλου μπορούν να τεκμηριώσουν κατά περίπτωση αν «υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής» [9ΣΤ (2) (δ) του Νόμου].

Επανερχόμενος τώρα στα ενώπιον μου στοιχεία και το ιστορικό του αιτητή πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ως αυτά εκτίθενται εκτενώς πιο πάνω, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στην ολότητα τους, σημειώνω τα εξής.

Εκ του περιεχομένου του φακέλου προκύπτει ότι ο αιτητής ισχυρίζεται πως εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 17/07/25 (ερ.30). Περί  τις πέντε εβδομάδες αργότερα συνελήφθη στο αεροδρόμιο κατά την προσπάθεια του να ταξιδέψει με πλαστό διαβατήριο, κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης ημ.24/08/25, αυθημερόν της σύλληψης του. Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι, συνεπεία της παράνομης εισόδου του, δεν μπορεί να καθοριστεί με βεβαιότητα ο χρόνος εισόδου του αιτητή στη Δημοκρατία (βλ. και απόφαση Sabri, κατωτέρω). Επί τούτου θα επανέλθω πιο κάτω.

Προτού προχωρήσω, προέχει να προσδιοριστεί πότε έχει υποβληθεί η αίτηση διεθνούς προστασίας εκ μέρους του αιτητή, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων.

Στο εγχειρίδιο EASO, «Διαδικασίες ασύλου και η αρχή της μη επαναπροώθησης», σελ.44-45, αναφέρονται τα εξής:

« Σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2 στοιχείο β) της ΟΔΑ (αναδιατύπωση) (βλ. διάγραμμα 7 ανωτέρω), η αίτηση «υποβάλλεται» μόλις ένα πρόσωπο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι αιτείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας, υποβάλλει αίτημα ή εκφράζει την επιθυμία να υποβάλει αίτηση παροχής προστασίας από ένα κράτος μέλος. Η EASO έχει προτείνει τα ακόλουθα.

Ως υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας νοείται η πράξη της έκφρασης, καθ’ οιονδήποτε τρόπο και ενώπιον οιασδήποτε αρχής, της επιθυμίας ενός ατόμου να του χορηγηθεί διεθνής προστασία. Οιοσδήποτε έχει εκφράσει την πρόθεσή του να αιτηθεί διεθνή προστασία λογίζεται ως αιτών και καθίσταται φορέας όλων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό το καθεστώς ( 63).

Επομένως, η πράξη αυτή, η οποία θέτει σε κίνηση τη διαδικασία ασύλου, δεν απαιτεί την εκπλήρωση οποιασδήποτε διοικητικής διατύπωσης ( 64)

[…]

Η «καταχώριση» της αίτησης είναι διαδικαστικό βήμα το οποίο εκτελεί η αρμόδια αρχή μετά την «υποβολή» της αίτησης, η οποία συνιστά, επομένως, προαπαιτούμενο για την καταχώρισή της. Ωστόσο, η καταχώριση της αίτησης δεν σημαίνει ότι η αίτηση έχει «κατατεθεί». Η αίτηση έχει «κατατεθεί» μόνο όταν έχουν εκπληρωθεί οι σχετικές διοικητικές διατυπώσεις (βλ. κατωτέρω) (65)..»

Στην αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ αναφέρεται ότι «[δ]εδομένου ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών και οι ανιθαγενείς που έχουν εκφράσει την επιθυμία να αιτηθούν διεθνή προστασία είναι αιτούντες διεθνή προστασία, θα πρέπει να τηρούν τις υποχρεώσεις και να απολαύουν των δικαιωμάτων κατά την παρούσα οδηγία και την οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία. Προς τούτο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταχωρίζουν το γεγονός ότι τα εν λόγω πρόσωπα αποτελούν αιτούντες διεθνή προστασία το ταχύτερο δυνατό. »

Στο αρ.11 του Νόμου γίνεται άλλωστε λεπτομερής περιγραφή των ως άνω τριών σταδίων της ολοκλήρωσης μιας αιτήσεως διεθνούς προστασίας και αναφέρονται τα εξής:

«11.- (1) Η αίτηση απευθύνεται στην Υπηρεσία Ασύλου.

(2)(α) Η αίτηση υποβάλλεται εντός της Δημοκρατίας στο οικείο Κλιμάκιο, και σε περίπτωση κράτησης ή φυλάκισής του αιτητή, στα κρατητήρια ή στις φυλακές ή στο χώρο κράτησης απαγορευμένων μεταναστών όπου κρατείται.  Σε περίπτωση που ο αιτητής δεν είναι σε θέση να υποβάλει γραπτώς την αίτησή του, δικαιούται να την υποβάλει προφορικά στον υπεύθυνο του χώρου υποβολής της αίτησης, ο δε υπεύθυνος μεριμνά για την καταγραφή της αίτησης στον τύπο ο οποίος αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο.  Ο υπεύθυνος στο χώρο υποβολής της αίτησης καταχωρίζει την αίτηση το αργότερο σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης και παραπέμπει αμέσως στην Υπηρεσία Ασύλου την αίτηση για εξέταση.

(β) Εάν η αίτηση υποβάλλεται σε αρχές οι οποίες ενδέχεται να λαμβάνουν τέτοιες αιτήσεις χωρίς όμως να είναι αρμόδιες για το χώρο υποβολής κατά την παράγραφο (α) και για την καταχώριση της αίτησης κατά την παράγραφο (α), οι εν λόγω αρχές μεριμνούν για την καταχώριση της αίτησης το αργότερο σε έξι (6) εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης.

(γ) Ανεξάρτητα από τις παραγράφους (α) και (β), όταν μεγάλος αριθμός ταυτόχρονων αιτήσεων από υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς καθιστά πολύ δύσκολη στην πράξη την τήρηση της προθεσμίας για την καταχώριση αίτησης η οποία προβλέπεται σε οποιαδήποτε από τις εν λόγω παραγράφους, αυτές οι αιτήσεις καταχωρίζονται το αργότερο σε δέκα (10) ημέρες μετά την υποβολή τους.

[…]

(4)(α) Ο αιτητής καταθέτει την αίτησή του εντός έξι (6) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της, σε χώρο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2), υπό τον όρο ότι του παρέχεται η δυνατότητα να το πράξει εντός της εν λόγω προθεσμίας.

(β) Η κατάθεση της αίτησης γίνεται με την εκ του αιτητή παράδοση σχετικού εντύπου στον υπεύθυνο χώρου ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(γ) Όταν ο αιτητής δεν καταθέτει την αίτησή του σύμφωνα με την παράγραφο (α) και (β) του παρόντος εδαφίου, ο Προϊστάμενος λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β, το οποίο καθίσταται εφαρμοστέο κατ΄ αναλογία.»

Καθίσταται λοιπόν εκ των ως άνω σαφές ότι εν προκειμένω θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο αιτητής υπέβαλε (made) αίτηση διεθνούς προστασίας ήδη από τις 26/08/25, όταν και εξέφρασε για πρώτη φορά τη βούληση του να αιτηθεί τέτοια προστασία (ερ.16), αφού η έκφραση και μόνο τέτοιας βούλησης είναι αρκετή για να θεωρούνται ήδη από το στάδιο αυτό «αιτούντες διεθνή προστασία, θα πρέπει να τηρούν τις υποχρεώσεις και να απολαύουν των δικαιωμάτων κατά την παρούσα οδηγία και την οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία» (βλ. απόσπασμα πιο πάνω από Οδηγία 2013/32/ΕΕ). Ως και στο ως άνω απόσπασμα από του εγχειρίδιο του EASO αναφέρεται, η υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, ήτοι η έκφραση της επιθυμίας προς τούτου, «η οποία θέτει σε κίνηση τη διαδικασία ασύλου, δεν απαιτεί την εκπλήρωση οποιασδήποτε διοικητικής διατύπωσης». Ο χρόνος δε κατά τον οποίο έγινε τελικά η καταχώρηση (registering) της αιτήσεως στην αρμόδια αρχή και οι σχετικές διοικητικές διατυπώσεις (κατάθεση/lodging), τα οποία αφορούν υποχρεώσεις της διοίκησης και εν προκειμένω έγιναν στις 05/11/25, ουδόλως διαφοροποιεί τα ως άνω. Θα πρέπει δε να υπομνησθεί ότι στο ερ.37, που είναι εκτύπωση από το μηχανογραφικό σύστημα της ΥΑ, καταγράφεται ως ημερομηνία της αίτησης ασύλου η 26/08/25.

Ενόψει και της ως άνω διαπίστωσης μου σε σχέση με τον χρόνο καταβολής της αιτήσεως διεθνούς προστασίας και δεδομένου ότι ο αιτητής τελεί από τις 24/08/25 μέχρι και σήμερα υπό κράτηση (δυνάμει διαταγμάτων κράτησης Κεφ.105, έκτισης της ποινής του, μετά και πάλι δυνάμει διαταγμάτων κράτησης Κεφ.105 και ακολούθως δυνάμει του εδώ επίδικου διατάγματος) ουδείς λόγος μπορεί να γίνει εδώ για παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των 6 εργάσιμων ημερών για καταχώριση/κατάθεση της αίτησης, στη βάση του αρ.11 (4) (α) του Νόμου (βλ. ανωτέρω), ως οι αιτιάσεις των καθ’ ων η αίτηση στο ερ.13, αφού, ως στο άρθρο αυτό αναφέρεται, η προθεσμία των 6 ημερών τίθεται «υπό τον όρο ότι του παρέχεται η δυνατότητα να το πράξει εντός της εν λόγω προθεσμίας». Σημειώνεται δε ότι στο ίδιο άρθρο [αρ.11 (2) (α)] προνοείται ρητώς ότι  «[σε] περίπτωση που ο αιτητής δεν είναι σε θέση να υποβάλει γραπτώς την αίτησή του, δικαιούται να την υποβάλει προφορικά στον υπεύθυνο του χώρου υποβολής της αίτησης» (όπερ και εγένετο εν προκειμένω, βλ. ερ.16), ο οποίος «καταχωρίζει την αίτηση το αργότερο σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης και παραπέμπει αμέσως στην Υπηρεσία Ασύλου την αίτηση για εξέταση.».

Επανέρχομαι στα όσα προηγήθηκαν της υποβολής της αίτησης ασύλου (26/08/25).

Ο αιτητής εν προκειμένω, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς (βλ. ερ.30), εισήλθε παρανόμως στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, μέσω κατεχομένων, στις 17/07/25, χωρίς εντούτοις να μπορεί, ένεκα της παράνομης εισόδου του, να διαπιστωθεί ο ακριβής χρόνος από τις Αρχές. Κατά την είσοδο του στη Δημοκρατία αντί να απευθυνθεί άμεσα στις Αρχές προκειμένου, ως εν τέλει έπραξε στις 26/08, να εκφράσει την επιθυμία του να αιτηθεί διεθνούς προστασίας, παρέμεινε παρανόμως στο έδαφος της Δημοκρατίας περί τις πέντε και πλέον εβδομάδες, προσπάθησε να ταξιδέψει στο εξωτερικό με τη χρήση πλαστού διαβατηρίου, εντοπίστηκε και συνελήφθη στις 24/08/25, αυθημερόν κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης, εκδόθηκαν κατ’ αυτού διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του Κεφ.105 (ερ.6-8), ερωτώμενος στις 24/08/25 και στις 26/08/25 ανέφερε ότι επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του (ερ.17, 1η και προτελευταία πρόταση) και εξέφρασε τελικώς την καταγεγραμμένη στο ερ.16 «ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΠΡΟΘΕΣΗ ΑΣΥΛΟΥ» το βράδυ στις 26/08/25.

Παρεμβάλλω εδώ προτού προχωρήσω τα εξής.

Η αμεσότητα υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας είναι κριτήριο που απαντάται και στο αρ.7 αλλά και στο άρ.12Δ (4) (η) του Νόμου, όπου στο μεν πρώτο απαλλάσσει τον αιτητή από τυχόν ποινικές κυρώσεις για την παράνομη είσοδο ή διαμονή του και στο μεν δεύτερο – ενδεικτικό της δικαιολογημένης δυσπιστίας προς αιτητή που προσέρχεται με καθυστέρηση για να αιτηθεί διεθνή προστασία – επιτρέπει την ταχύρρυθμη εξέταση της με καθυστέρηση υποβληθείσας αιτήσεως.

Τα ως άνω αποτελούν κατ’ ουσία προέκταση του αρ.31 της Σύμβασης, η οποία βεβαίως αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς νομικού καθεστώτος για την προστασία των προσφύγων» (βλ. αιτ. σκέψη 4, Οδηγία 2011/95/ΕΕ), όπου αναφέρεται σχετικώς ότι «[α]ι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα επιβάλλουν ποινικάς κυρώσεις εις πρόσφυγας λόγω παρανόμου εισόδου ή διαμονής, εάν ούτοι προερχόμενοι απ' ευθείας εκ χώρας ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών ηπειλείτο […] υπό την επιφύλαξιν πάντως ότι ούτοι αφ' ενός μεν θα παρουσιαστούν αμελλητί εις τας αρχάς αφ' ετέρου δε θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις περί της παρανόμου αυτών εισόδου ή διαμονής. ». Για παρεμφερείς λόγους θεωρώ πως το επίδικο άρθρο θέτει την αμεσότητα της υποβολής αίτησης ως στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη για την, στο μέτρο του δυνατού, αντικειμενικά τεκμηριωμένη πιθανολόγηση επί της τυχόν αλλότριας σκοπιμότητας της αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Είναι αυτή ακριβώς η εύλογη υπό τις περιστάσεις πιθανολόγηση που εκφράζεται δια της φράσεως «συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου» στο επίδικο άρθρο.

Σχετικά και παρέχοντα καθοδήγηση, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, θεωρώ τα όσα καταγράφονται στο ακόλουθο απόσπασμα από Opinions Of The Lords Of Appeal For Judgment In The Cause R v Asfaw (Appellant) (On Appeal from the Court of Appeal (Criminal Division))[1], ημ.21/05/08, όπου, σχετικά με την εφαρμογή του ως άνω αρ.31 της Σύμβασης, επισημαίνεται η ανάγκη άμεσης παρουσίασης των αιτητών στις Αρχές, καθώς και αιτιολόγησης της παράνομης εισόδου και/ή διαμονής τους, προκειμένου να μπορούν να αντιτάξουν την παρεχόμενη από το αρ.31 προστασία κατά της καταδίκης για τα αδικήματα αυτά. Σημειώνεται δε περαιτέρω στο πιο κάτω απόσπασμα ότι, όταν ένα άτομο βρίσκεται σε ασφαλή χώρα, ως εν προκειμένω ο αιτητής, και δεν προβεί αμέσως στα απαραίτητα διαβήματα προκειμένου να εκφράσει την επιθυμία διεθνούς προστασίας στις Αρχές της χώρας αυτής, τότε δεν επιτρέπεται να προβάλλει κατά τις ποινικής δίωξης του για παράνομη είσοδο και διαμονή το αρ.31 της Σύμβασης:

« 89. The language of article 31 shows that what cannot be penalised is a refugee’s unlawful entry to, or presence in, a state. But the entitlement of refugees to this impunity is subject to the proviso that they present themselves without delay to the authorities and show good cause for their illegal entry or presence. The French text, “et leur exposent”, suggests that what is envisaged is that the refugees present themselves to the authorities and, at that stage, show the authorities why they had good cause for entering or being present in the country illegally.

91. In order to enjoy the protection of article 31, then, the refugees have to present themselves to the authorities without delay and explain to them why they have entered or are present illegally. Of course, as refugees, their most basic need will be that the authorities should not throw them out or return them to the country where they were exposed to persecution. Article 33 ensures that the Contracting State concerned cannot send them back. In this respect, therefore, all refugees who present themselves to the authorities can be thought of as claiming asylum, if not expressly, then at least impliedly. Correspondingly, for the purposes of, inter alia, section 31(1)(c), section 167(1) of the 1999 Act defines a “claim for asylum” broadly, as meaning “a claim that it would be contrary to the United Kingdom’s obligations under the Refugee Convention for the claimant to be removed from, or required to leave, the United Kingdom.” So a refugee fulfils the requirement in section 31(1)(c) merely by asking the authorities not to remove him or to require him to leave the United Kingdom in breach of the Convention.

92. It follows that a refugee makes a claim for asylum, if he asks the authorities in a country not to throw him out or return him to the country of persecution, […]

110. Secondly, I have no doubt that a refugee can spend time en route in an unsafe third country and still be regarded as “coming directly” to the receiving country for the purposes of article 31. […]

111. It does not follow, however, that the same applies where a refugee stops in a country where he is safe. In such a situation the refugee is no longer in danger of persecution. Rather, he is in a position to take the necessary steps to regularise his position by presenting himself without delay to the authorities. If he intends to do so, but is caught before he can, then he will not be deprived of the benefit of article 31. But where, as in the case of Mr Sorani, Mr Kaziu and Ms Asfaw, the refugee does not present himself to the authorities and has no intention of doing so, the very terms of article 31 show that it does not apply so as to entitle him to immunity from punishment, even for entering and being present in the country illegally.

[…]

113. Furthermore, the requirement for a refugee to present himself to the relevant authorities without delay is quite specifically designed to ensure that refugees regularise their position and obtain official assistance rather than proceeding by illegal stratagems and using the illegal services of shady agents. So a failure to comply with the requirement cannot be brushed aside on the basis that the refugees would have been eligible for asylum in any event. »

(Υπογράμμιση από τον γράφοντα)

Σχετικά θεωρώ τα λεχθέντα στην απόφαση της κ. Μ. Καλλιγέρου (Προέδρου Διοικητικού Δικαστηρίου, ως ήταν τότε) στην προσφυγή 948/18, Sabri v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, ημ.02/08/18, που ανέφερε ότι «[τα] εξατομικευμένα ατομικά περιστατικά αποδεικνύουν ότι ο αιτητής εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε χρόνο άγνωστο για τις Αρχές, ασχέτως ότι ο ίδιος δήλωσε ότι μόλις είχε εισέλθει στις ελεύθερες περιοχές από τα κατεχόμενα. […] Εκτός αυτού ενώ είχε την ευκαιρία από τις 22/4/18 επόμενη ημέρα της εμφάνισης του ενώπιον των Αρχών να υποβάλει αίτηση ασύλου δεν προσέτρεξε αμέσως σε τέτοιες ενέργειες, παρά μόνο αφού διατάχθηκε η κράτησή του για σκοπούς απέλασης στις 22/4/18.  Πολύ αργότερα, στις 3/5/18 και αφού παρέμεινε υπό κράτηση ως προς απέλαση απαγορευμένος μετανάστης για 10 μέρες, υπέβαλε αίτηση ασύλου […]».

Εν προκειμένω ο αιτητής, παρότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, βρισκόταν στο έδαφος της Δημοκρατίας (κράτος ασφαλές, το οποίο εφαρμόζει διαδικασίες διεθνούς προστασίας κατά το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Ασύλου, άλλωστε ουδέν ελέχθη περί του αντιθέτου από τον αιτητή) για 5 και πλέον εβδομάδες (ίσως και περισσότερο, δεδομένου ότι, ως αναφέρω πιο πάνω, δεδομένης της παράνομης εισόδου του, ο χρόνος της εισόδου του δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ασφάλεια) μέχρις ότου συλληφθεί, εντούτοις ουδέν έπραξε, προκειμένου να προσέλθει στις Αρχές της Δημοκρατίας και να εκφράσει επιθυμία παροχής διεθνούς προστασίας. Τουναντίον, μετερχόμενος παράνομα μέσα, επιχείρησε να ταξιδέψει σε κράτος μέλος της ΕΕ, αδικήματα για τα οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε σε 10 μήνες φυλάκιση. Ακόμα και τότε, αφότου συνελήφθη στο αεροδρόμιο και κρατήθηκε από τις 24/08/25, εκείνη την μέρα αλλά και μέχρι το βράδυ στις 26/08/25, ανέφερε όταν ρωτήθηκε, ότι επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Ουδέν αναφέρθηκε υπό του αιτητού περί διεθνούς προστασίας μέχρι το βράδυ στις 26/08/25, δύο ημέρες αφότου αυτός τέθηκε υπό κράτηση, χωρίς να έχει αναφερθεί κάτι σε σχέση με το διάστημα αυτό, ήτοι ότι αυτός κωλυόταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να εκφράσει την επιθυμία του να αιτηθεί διεθνούς προστασίας.

Θεωρώ ότι ο παρανόμως εισελθών εκ μη ελεγχόμενου σημείου εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας, ή οιουδήποτε άλλου κράτους στο οποίο δεν απειλείται η ασφάλεια του, στην απουσία άλλης εύλογης αιτίας, που δεν φαίνεται να προβάλλεται στην παρούσα, οφείλει να υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση αίτηση διεθνούς προστασίας. Για την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, ήτοι την έκφραση τούτης της επιθυμίας για προστασία, ουδεμία διατύπωση απαιτείται, ως ανωτέρω λεπτομερώς εξηγείται. Παρεμβάλλω εδώ ότι γι’ αυτόν τον λόγο, ήτοι την μη ανάγκη οιασδήποτε επίσημης διατύπωσης, δεν μπορώ να δεχθώ τις αιτιάσεις της δικηγόρου του αιτητή περί άγνοιας της νομοθεσίας ή των διατυπώσεων που απαιτούνται.

Σημειώνω εδώ ότι, σε περίπτωση φυσικά που δεν πράξει ως ανωτέρω, δεν χάνει βεβαίως καμία από τις διαδικαστικές εγγυήσεις και προστασία που προνοείται εκ της νομοθεσίας σχετικά με την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλει όμως, τούτη η παράλειψη του για άμεση και αυτόβουλη υποβολή της αίτησης αυτής, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί – ευλόγως - βάσιμες αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα της, ειδικώς δε στην περίπτωση που, ως εν προκειμένω, τούτη υποβάλλεται κατόπιν κίνησης διαδικασιών για την απομάκρυνση του από τη Δημοκρατία.

Δεδομένων των ως άνω καταλήγω ότι εν προκειμένω η καθυστέρηση που σημειώθηκε από την είσοδο του αιτητή στη Δημοκρατία μέχρις ότου, αφού τέθηκε υπό κράτηση, δύο μέρες μετά, κατά τις οποίες ουδεμία επιθυμία υποβολής αιτήσεως διεθνούς προστασίας εξέφρασε, είναι αρκετή για να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του επίδικου αρ.9ΣΤ (2) (δ), ήτοι τεκμηριώνεται κατ’ εύλογη πιθανολόγηση πάντοτε, καθ’ εικασία που εδράζεται επί αντικειμενικών κριτηρίων, ότι ο μοναδικός σκοπός υποβολής της αιτήσεως διεθνούς προστασίας στις 26/08/25 ήταν η ματαίωση της επιστροφής του, η οποία είχε κινηθεί ήδη στις 24/08/25, δια της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και έκδοσης κατ’ αυτού των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (Κεφ.105). Σημειώνω εδώ ότι – ως προκύπτει από το ερ.65 – η αίτηση διεθνούς προστασίας έχει ήδη απορριφθεί στις 10/12/25, χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο αιτητής καταχώρησε κατ’ αυτής προσφυγή στο Δικαστήριο, η οποία εκκρεμεί, ως κατέστη παραδεκτό.

Σε σχέση με τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων θεωρώ ότι εκ του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, ως ανωτέρω καταγράφεται, την επανάληψη του οποίου δεν κρίνω σκόπιμη, εύλογα προκύπτει το σοβαρό ενδεχόμενο μη συμμόρφωσης του με το υπό αναστολή διάταγμα απέλασης ημ.13/10/25 (βλ. ερ.61). Τούτο γιατί στην παρούσα υπάρχει η ήδη εκφρασθείσα δια της συμπεριφοράς του απροθυμίας του αιτητή να συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν τη νομιμότητα της εισόδου και διαμονής του στη Δημοκρατία, δεδομένου ότι καταδικάστηκε σε αδικήματα περί τούτου ακριβώς, καθώς και η απουσία δεσμών με τη Δημοκρατία, που θα μπορούσαν να αμβλύνουν κατά περίπτωση την αναγκαιότητα κράτησης του, προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση του υπό αναστολή διατάγματος απέλασης, σε περίπτωση που η εκκρεμούσα προσφυγή που άσκησε κατά της απορριπτικής απόφασης της ΥΑ επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του απορριφθεί.

Άλλωστε, ως στο ανωτέρω απόσπασμα της υπόθεσης Arslan αναφέρεται, «θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του». Στην ίδια απόφαση, σκέψη 57, το ΔΕΕ αναφέρει ότι σε περιπτώσεις που, ως και η παρούσα, ήτοι όταν εκδίδεται διάταγμα κράτησης κατά προσώπου που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας ενώ ήδη τελεί υπό κράτηση με σκοπό την απέλαση, «επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.». Συνεπώς, παρότι απαιτείται εκ νέου εξέταση των παραμέτρων που αφορούν εκάστη περίπτωση, πράγμα που έγινε στην παρούσα (βλ. ερ.53-56), εντούτοις δεν παύει να είναι κατ’ ουσία «διατήρηση» προηγούμενης κράτησης δυνάμει εν εξελίξει διαδικασίας επιστροφής. Τούτος θεωρώ ήταν και ο σκοπός του ευρωπαίου νομοθέτη όταν θέσπιζε το αρ.8 (2) (δ), του οποίου μεταφορά στην εθνική νομοθεσία είναι το επίδικο άρ.9ΣΤ (2) (δ).

Η ένταση δε του κινδύνου διαφυγής του αιτητή, ως ανωτέρω καταγράφεται, με αναφορά στην προηγούμενη της υποβολής του αιτήματος διεθνούς προστασίας συμπεριφορά του, είναι καθοριστική στη στάθμιση του καταλληλότερου υπό τις περιστάσεις μέτρου καθότι είναι διαμέσου της στάθμισης αυτής που μπορεί να εκφρασθεί κρίση επί του αν η επιλογή του επαχθέστερου μέτρου της κράτησης απολήγει εδώ να είναι η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού – εδώ η αποτροπή του κινδύνου διαφυγής και η διασφάλιση της εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης (σε περίπτωση που η προσφυγή του αιτητή απορριφθεί) - στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, που είναι και η κατάληξη μου στην παρούσα, ως ανωτέρω εξηγώ, και δια τούτο η μόνη ενδεδειγμένη και συνεπώς αναγκαία, στη βάση της αρχής της αναγκαιότητας. Με άλλα λόγια δεν θεωρώ ότι υφίσταται εδώ, δεδομένου του ιστορικού του αιτητή, εναλλακτικό της κράτησης μέτρο πρόσφορο για τη διασφάλιση του σκοπού για τον οποίο ο αιτητής τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του επίδικου διατάγματος.

Σε σχέση τώρα με τους ισχυρισμούς που προωθούνται από την ευπαίδευτη συνήγορο του αιτητή αναφορικά με τα αρ.3, 5, 13 της ΕΣΔΑ, αρ.33 της Σύμβασης, αρ.9, 11, 28 του Συντάγματος και αρ.2 και 4 του Χάρτη παρατηρώ ότι ουδείς εξ αυτών δικογραφείται στην προσφυγή και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν, δεδομένου τούτου.

Σχετικώς, στην Ε.Δ.Δ. αρ.193/20, Καϊλή ν. Δημοκρατίας, του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ημ.04/06/25, όπου γίνεται εκτενής ανασκόπηση της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος της ορθής δικογράφησης, αναφέρονται τα εξής:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία και παγίως έχει νομολογιακά εδραιωθεί πως οι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να δικογραφούνται με πλήρη αιτιολογία στις έγραφες προτάσεις των διαδίκων (Κ.7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962).  

Μάλιστα, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε στη Χριστοδουλίδη ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε.95/12, 6.7.18, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344:

«Η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων.  Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.»

Όπως δε περαιτέρω αναφέρθηκε στην Eda  Hancer ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.116/20, 10.4.25:

«Η ανάγκη δικογράφησης των νομικών θεμάτων καθίσταται ακόμη επιτακτικότερη όταν εγείρονται συνταγματικές παραβάσεις και επέμβαση σε θεμελιώδη δικαιώματα.»

[…]

Σαφώς και οφείλουν οι προσφεύγοντες - εάν επιθυμούν να θέσουν τέτοιο ζήτημα - να αιτιολογήσουν με επάρκεια και να το προβάλλουν ευθύς εξ αρχής στην Προσφυγή τους - και όχι βέβαια μόνο στην αγόρευση τους. (Βλ. Latomia  Estate Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 3Β Α.Α.Δ.672 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.112/17, 19.3.19).»

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία νομική παθογένεια εντοπίζω στο επίδικο διάταγμα και ουδεμία παράβαση των διατάξεων που αναφέρει η συνήγορος του αιτητή.

Αξίζει να σημειωθεί και το εξής σε σχέση με το αρ.11 του Συντάγματος και αρ.5 της ΕΣΔΑ.

Επί του ζητήματος, στην απόφαση μου στην προσφυγή ΔΚ87/21, Α.Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.10/09/21, ανέφερα τα εξής, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και εν προκειμένω.

«Αναφορικά τέλος με τον ισχυρισμό ότι παραβιάζεται το αρ.11 του Συντάγματος δεν θα συμφωνήσω με τα όσα ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει επί τούτου, αφού στο εδάφιο (στ) της παρ. 2 του ιδίου άρθρου αναφέρει ότι είναι επιτρεπτή «η κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης». Στην προκείμενη περίπτωση έχουν αναμφισβήτητα γίνει ενέργειες προς το σκοπό της απέλασης και έχει ήδη εκδοθεί σχετικό διάταγμα απέλασης το οποίο τελεί υπό αναστολή και το οποίο μπορεί, σε περίπτωση απόρριψης της αιτήσεως ασύλου, να εκτελεσθεί (βλ. και απόφαση Mehmet Arslan, ανωτέρω).

Άλλωστε η ανωτέρω προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από την απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση αρ.62116/12, Nabil And Others ν. Hungary, ημ.22/12/15, όπου, στην παρ.38, αναφέρεται ότι η εκκρεμούσα αίτηση ασύλου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η κράτηση δεν μπορεί να θεωρείται ότι γίνεται ενόψει απέλασης (“with a view to deportation”):

«38. As regards the applicants’ further detention, the Court emphasizes that detention “with a view to deportation” can only be justified as long as the deportation is in progress and there is a true prospect of executing it (see paragraph 29 above). It notes that the applicants applied for asylum on 9 November 2011, formal asylum proceedings started on 10 November 2011, and the case was admitted to the “in-merit” phase on 12 December 2011. For the Court, the pending asylum case does not as such imply that the detention was no longer “with a view to deportation” – since an eventual dismissal of the asylum applications could have opened the way to the execution of the deportation orders. The detention nevertheless had to be in compliance with the national law and free of arbitrariness. ». »

Δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου ότι δια του επίδικου διατάγματος ικανοποιείται η προϋπόθεση αναγκαιότητας και ότι είναι εύλογο και αναλογικό προς τον σκοπό για τον οποίο επιβλήθηκε, δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί ότι αυτό αντίκειται στο εκ του αρ.5 της ΕΣΔΑ προστατευμένο δικαίωμα του αιτητή στην ελευθερία, αφού, από την στιγμή που κρίνεται ότι είναι αναγκαία και αναλογική ως προς τον επιδιωκόμενο δια της κράτησης σκοπό – και εφόσον τα κριτήρια που θέτει το επίδικο άρθρο του Νόμου και της Οδηγίας πληρούνται - δεν μπορεί να θεωρείται αυθαίρετη (βλ. απόφαση του ΕΔΑΔ S.K. v. Russia, αρ.52722/15, ημ.14/12/17, παρ.111 και απόφαση ΔΕΕ C-18/16 K. v Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημ.14/09/17).

Σχετικά με τα ως άνω, στη Nabil (ΕΔΑΔ, ανωτέρω), σημειώνεται ότι, παρότι δεν έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου ένας ορισμός παντός εφαρμογής (global definition) σχετικά με το πότε μια κράτηση θεωρείται αυθαίρετη στα πλαίσια του αρ.5 της ΕΣΔΑ, τούτο κρίνεται σύμφωνα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Τονίζεται δε το ότι σημαντικό είναι η απόφαση για κράτηση πρέπει να γίνεται καλόπιστα, να συνδέεται στενά με τον λόγο κράτησης στον οποίο βασίζεται το κράτος που την επιβάλλει και να γίνεται με επίγνωση ότι η κράτηση δεν είναι συνεπεία ποινικού αδικήματος αλλά αφορά υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι συχνά εγκαταλείπουν τις χώρες τους από φόβο για τις ίδιες τους τις ζωές. Δεν διαπιστώνω κάτι επιλήψιμο εν προκειμένω.

Παρατίθεται απόσπασμα από τις παρ.33-34 της ανωτέρω απόφασης:

« 33. While the Court has not previously formulated a global definition as to what types of conduct on the part of the authorities might constitute “arbitrariness” for the purposes of Article 5 § 1, key principles have been developed on a case-by-case basis (see Saadi, cited above, §§ 67-68; Mooren v. Germany [GC], no. 11364/03, § § 77, 9 July 2009).

34. To avoid being branded as arbitrary, detention under Article 5 § 1 (f) must be carried out in good faith; it must be closely connected to the ground of detention relied on by the Government; the place and conditions of detention should be appropriate, bearing in mind that “the measure is applicable not to those who have committed criminal offences but to aliens who, often fearing for their lives, have fled from their own country”; and the length of the detention should not exceed that reasonably required for the purpose pursued (see Saadi, cited above § 74; A. and Others v. the United Kingdom [GC], no. 3455/05, § 164, ECHR 2009; and Louled Massoud v. Malta, no. 24340/08, § 62, 27 July 2010).»

Σημειώνω τέλος, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι λανθασμένα θεωρείται ως απαγορευμένος μετανάστης, ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 2 (έννοια «αιτητής») και 8 (1) του Νόμου, αυτός θεωρείται ως αιτητής ασύλου και διατηρεί, σε περίπτωση κατά την οποία καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα στο Δικαστήριο προσφυγή κατά της απόφασης της ΥΑ με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου που υπέβαλε, «δικαίωμα παραμονής […], το οποίο […] ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι […] την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του […] Δικαστηρίου επ’ αυτής».. Τούτο κατέστη παραδεκτό και από τους καθ’ ων η αίτηση. Είναι άλλωστε με δεδομένο τούτο που εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα στη βάση του αρ.9ΣΤ του Περί Προσφύγων Νόμου.

Η προσφυγή απορρίπτεται και το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης επικυρώνεται με έξοδα €1200 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.