ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 5059/2024
27 Ιανουαρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ
R. N. M.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
A. Πλιάκα (κα) για Γκ. Χρυσάφη, Δικηγόροι για Αιτητή
Μ. Αμπελώμος (κος) για Χρ. Δημητρίου (κα), Δικηγόροι για τους Καθ’ ων η Αίτηση
[Ο Αιτητής είναι παρών]
[Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 29/11/2024, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 09/12/2024 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (εφεξής «ΛΔΚ) και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 12/11/2021 συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 15/11/2021 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής του. Στις 22/10/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 25/11/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 29/11/2024 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία. Στις 09/12/2024 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με την αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή δια χειρός αυθημερόν, κατόπιν μετάφρασης του περιεχομένου της στη μητρική του γλώσσα από διερμηνέα.
Στις 20/12/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
Με τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί επί τη βάσει των εξής νομικών λόγων: (1) Η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση είναι εσφαλμένη ως προϊόν μη δέουσας ή οποιασδήποτε έρευνας σε σχέση με τα γεγονότα και τις προϋποθέσεις για τις οποίες ο Αιτητής εγκατέλειψε την χώρα του. (2) Η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι προϊόν πραγματικής πλάνης. (3) Η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.
Ειδικότερα ως προς τον πρώτο λόγο, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι σε μία από τις επιχειρήσεις “Likofi”, οι οποίες είχαν ως στόχο τον τερματισμό του εγκλήματος από μέλη της συμμορίας Kuluna, και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 2018, ο Αιτητής συνελήφθη αυθαίρετα από την αστυνομία, χωρίς έρευνα και χωρίς δίκη, με αποτέλεσμα την φυλάκιση του. Ισχυρίζεται ότι κατά τη φυλάκισή του υπέστη και σεξουαλική κακοποίηση και κατάφερε να δραπετεύσει με τη βοήθεια της μητέρας του. Ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν προχώρησαν στη διεξαγωγή δέουσας έρευνας σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί σωματικών και ψυχολογικών απειλών που αντιμετωπίζει ο Αιτητής, καθότι εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα ζει μονίμως σε φόβο για την ζωή του.
Με τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση αντέκρουσε τους νομικούς ισχυρισμούς του Αιτητή και αναφέρει ότι με βάση τα πραγματικά γεγονότα όπως υποστηρίζονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του Νόμου παρεχόμενων εξουσιών στους Καθ' ων η Αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, υποδεικνύει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει ως προς τη θεμελίωση του αιτήματός του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Σημειώνεται ότι κατά τις διευκρινήσεις της υπόθεσης στις 26/09/2025 αμφότεροι συνήγοροι υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους αγορεύσεων.
Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω σκόπιμο όπως εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης, αφού συνδέονται άμεσα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και την αξιολόγηση των ισχυρισμών που προέβαλε ο Αιτητής σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο.
Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών του Αιτητή ως προβλήθηκαν από τον ίδιο καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας ο Αιτητής κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω αδικίας και αυθαίρετης σύλληψης. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη αυθαίρετα από την αστυνομία κατά την επιστροφή του από πρόβα, λόγω της κόμμωσης και επειδή φορούσε σκουλαρίκι (“I had long (rasta) hair and I was wearing an earring”). Πρόσθεσε ότι τον έθεσαν υπό κράτηση χωρίς να ακολουθηθεί δικαστική διαδικασία (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 11 του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του την Kinshasa και συγκεκριμένα την συνοικία Matete. Δήλωσε ότι είναι μη νυμφευμένος, Χριστιανός-Καθολικός ως προς το θρήσκευμα και ως προς την εθνοτική ομάδα ότι ανήκει στους Mukongo. Αναφορικά με την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του διαμένει στο χωριό Kenge της επαρχίας Bandundu, έχει έναν ετεροθαλή αδερφό ο οποίος διαμένει με την μητέρα του και μία ετεροθαλή αδερφή που διαμένει με τον πατέρα της.
Σε σχετική ερώτηση δήλωσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τον βιολογικό του πατέρα και ότι η μητέρα του χώρισε από τον πατριό του το 2022. Σε σχέση με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι φοίτησε μέχρι την τέταρτη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και διέκοψε τη φοίτησή του το 2014 λόγω έλλειψης οικονομικής στήριξης και επειδή ήθελε να ξεκινήσει δική του επιχείρηση. Ως προς την εργασιακή του εμπειρία ανέφερε ότι διατηρούσε μία μικρή επιχείρηση και πωλούσε υποδήματα και κάρτες τηλεφώνου από το 2014 έως το 2018. Μετά τη σύλληψή του το 2018 και την απόδρασή του το 2021 ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετέβη στο χωριό Kenge της επαρχίας Bandundu όπου έμεινε με την μητέρα του μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα.
Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του ισχυρίστηκε ότι στην Kinshasa κυριαρχούν συμμορίες, γνωστές ως Kuluna, οι οποίες αποτελούνται από παιδιά και ενήλικες διαφόρων ηλικιών και προβαίνουν σε κλοπές, δολοφονίες και σε άλλα εγκλήματα. Λόγω διαμαρτυρίας των πολιτών, οι αρχές αποφάσισαν να αναλάβουν δράση και έδωσαν εντολή στην αστυνομία να συλλαμβάνουν τα μέλη της συμμορίας και να καταδικάζονται χωρίς δίκη και όσους αντιστέκονται να τους σκοτώνουν.
Συνεχίζοντας την αφήγησή του ανέφερε ότι η αστυνομία οργάνωσε μια επιχείρηση τον Σεπτέμβριο του 2018 με την ονομασία Likofi, κατά την οποία μετέβαιναν από οικία σε οικία με σκοπό να συλλάβουν μέλη των συμμοριών. Ωστόσο, ανάμεσα στα μέλη, συνελήφθησαν πολλοί αθώοι πολίτες, διότι ο τρόπος με τον οποίο η αστυνομία δρούσε δεν ήταν δίκαιος. Έδωσε ως παράδειγμα ότι εάν ένα άτομο κατέθετε ότι κάποιο άλλο άτομο είναι μέλος της συμμορίας η αστυνομία προέβαινε σε σύλληψη χωρίς ανάκριση και χωρίς έρευνα. Εξιστορώντας τη δική του ιστορία, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μία μέρα τον Σεπτέμβριο του 2018, η αστυνομία κτύπησε την πόρτα και όταν μπήκαν μέσα και είδαν ότι είχε τατουάζ και μαλλιά ράστα, επιβεβαίωσαν ότι ήταν μέλος των Kuluna. Τότε τον συνέλαβαν και τον έβαλαν σε ένα αστυνομικό φορτηγό μαζί με άλλα άτομα που είχαν συλληφθεί στη γειτονιά. Ακολούθως τους μετέφεραν στις κεντρικές φυλακές της Makala, όπου ισχυρίστηκε ότι υπέστη βασανιστήρια και σεξουαλική κακοποίηση. Δύο μήνες αργότερα τους μετέφεραν στη συνοικία Ndjili για να τους εκθέσουν δημόσια στους κατοίκους ως τρόπαια της αστυνομίας.
Έπειτα επέστρεψαν στις φυλακές Makala, όπου παρέμειναν χωρίς να διεξαχθεί έρευνα ή δίκη και χωρίς προοπτική αποφυλάκισης. Ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του αγωνιζόταν συνεχώς για να τον αποφυλακίσει. Τελικά πώλησε το σπίτι τους στη συνοικία Matete και πλήρωσε τον υπεύθυνο των φρουρών για να διευθετήσει τη διαφυγή του. Περί τα τέλη Ιουλίου του 2021, ισχυρίστηκε ότι ένας φρουρός του έδωσε να φορέσει στολή του προσωπικού και διέφυγε ντυμένος καθαριστής. Στη συνέχεια μετέβη στην επαρχία Bandundu όπου έμενε η μητέρα του για να κρυφτεί. Η μητέρα του διευθέτησε τα έγγραφά του για να ταξιδέψει, διότι μόλις ανακάλυπταν τι είχε συμβεί, θα τον αναζητούσαν με σκοπό να τον συλλάβουν. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον Νοέμβριο του 2021, όταν βρισκόταν ήδη εκτός της χώρας, ανακάλυψαν ότι είχε δραπετεύσει και, μετά από έρευνα, η αστυνομία συνέλαβε τον αξιωματικό που τον βοήθησε να αποδράσει και εξανάγκασαν τη μητέρα του να τους πει πού βρίσκεται. Λόγω της παρενόχλησης που δέχτηκε η μητέρα του, αποφάσισε να μετακομίσει στο χωριό Kenge της επαρχίας Bandundu.
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων στη συνέντευξη δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του. Ερωτηθείς για την επιχείρηση της αστυνομίας “Likofi”, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε περίπου το 2014 με 2015 και συνεχίζεται υπό τις οδηγίες της κυβέρνησης προς τον στρατηγό Kaniama με στόχο να εξουδετερώσει τις συμμορίες Kuluna στην Kinshasa. Πρόσθεσε ότι υπήρξαν πολλές επιχειρήσεις και πιθανώς η σύλληψή του να έλαβε χώρα κατά την επιχείρηση “Likofi 2”.
Κληθείς να περιγράψει τη σύλληψή του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν τρεις το πρωί και μία ομάδα αστυνομικών κτύπησαν την πόρτα και όταν άνοιξε η μητέρα του, εισέβαλαν στην οικία και επιβεβαίωσαν λόγω της εμφάνισής του ότι ανήκει στους Kuluna. Ακολούθως, τον έβαλαν βίαια στο αστυνομικό φορτηγό και τον οδήγησαν στη φυλακή, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία. Ως προς τις συνθήκες φυλάκισής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολες, τα κελιά ήταν πολυπληθή, έπιναν από το ίδιο ποτήρι νερό και λάμβαναν φαγητό με δωροδοκίες. Πρόσθεσε ότι υπέστη βασανιστήρια από φύλακες και σεξουαλική κακοποίηση από άλλους εγκληματίες με τη συγκατάθεση των φυλάκων. Σε σχετική ερώτηση ισχυρίστηκε ότι κάθε δύο με τρεις εβδομάδες έρχονταν για καταμέτρηση των κρατουμένων, αλλά γενικότερα επικρατούσε χάος. Ερωτηθείς εάν προσπάθησε να κινηθεί νομικά, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν τους επιτρεπόταν να έχουν δικηγόρο.
Σχετικά με την απόδρασή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι γύρω στα τέλη Ιουλίου του 2021, ένα βράδυ όταν ήρθαν να κλειδώσουν το κελί, ένας φρουρός τον οδήγησε στην τουαλέτα και του έδωσε τη στολή του προσωπικού καθαριότητας και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Βγαίνοντας από τη φυλακή τον περίμενε η μητέρα του σε ένα ταξί και τον άφησε σε στάση λεωφορείων όπου τον περίμενε κάποιος για να τον πάρει στο Bandundu, ενώ η μητέρα του επέστρεψε στην περιοχή Limete. Ο ίδιος μετέβη στο χωριό Kenge όπου διέμενε στην οικία ενός φίλου της μητέρας του, ακολουθώντας φαρμακευτική αγωγή λόγω της κατάστασης της υγείας του. Ερωτηθείς κατά πόσο του συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό μετά την απόδρασή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ενώ κρυβόταν στο Bandundu, ανακάλυψαν την απουσία του στις φυλακές και άρχισαν να τον αναζητούν, διεξάγοντας έρευνα και προσεγγίζοντας τη μητέρα του, η οποία τους έλεγε ότι ο γιος της βρίσκεται στη φυλακή. Δήλωσε ότι η αστυνομία τον καταζητούσε πλέον ως φυγά, επειδή δραπέτευσε από τη φυλακή. Κληθείς να εξηγήσει με ποιο τρόπο κατάφερε να αναχωρήσει νόμιμα από τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα αφού ήταν καταζητούμενο από την αστυνομία πρόσωπο, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν ενημερωθεί οι αρχές στο αεροδρόμιο, καθότι υπάρχουν καθυστερήσεις στο σύστημα. Ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε να διαμείνει σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επειδή ισχυρίστηκε ότι καταζητείται σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας.
Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση - Εισήγησή του τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυψαν από τις δηλώσεις του Αιτητή:
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή.
2. Αυθαίρετη σύλληψη του Αιτητή από την αστυνομία ως μέλος των Kuluna, χωρίς έρευνα και δίκη, τον Σεπτέμβριο του 2019 στο πλαίσιο της επιχείρησης “Likofi”.
3. Απόδραση του Αιτητή και επακόλουθη αναζήτησή του ως δραπέτης.
Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή, ο λειτουργός αξιολόγησε την εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τελευταίος τόπος διαμονής του ήταν το χωριό Kenge στην επαρχία Bandundu όπου ισχυρίστηκε ότι κρυβόταν μετά την απόδρασή του από τη φυλακή και δήλωσε ως τελευταία επίσημη διεύθυνσή του την συνοικία Matete στην Kinshasa όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ως επεσήμανε ο αρμόδιος λειτουργός, το διαβατήριο που προσκόμισε ο Αιτητής επιβεβαιώνει την εθνικότητα και τον τόπο γέννησης του, ήτοι την Kinshasa. Ωστόσο, ενώ ισχυρίστηκε στη συνέντευξή του ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή Matete commune, Mont Amba District στην Kinshasa, στο διαβατήριό του αναγράφεται ως περιοχή διαμονής του κατά τις 08/11/2017, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το διαβατήριό του την περιοχή Mont Ngafula commune, Lukunga District της Kinshasa (βλ. ερυθρό 6 του δ.φ.).
Κληθείς να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η γυναίκα η οποία τον βοήθησε με τις διαδικασίες έκδοσης του διαβατηρίου του έβαλε τη δική της διεύθυνση για να αποδείξει ότι συζούν και για να παραλάβει το διαβατήριο εκ μέρους του, κάτι το οποίο ωστόσο δεν είχε αναφέρει προηγουμένως. Ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι καθότι δεν έγινε αποδεκτός ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα του με βάση την ανάλυση που ακολούθησε στη συνέχεια, έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής πρόκειται για υπήκοο της ΛΔΚ με τόπο τελευταίας διαμονής την συνοικία Mont Ngafula, Lukunga District στην Kinshasa.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός τον απέρριψε ως μη αξιόπιστο, λόγω του ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς και ικανοποιητικές πληροφορίες και οι δηλώσεις του κρίθηκαν ως αντιφατικές και μη ευλογοφανείς. Συγκεκριμένα εντοπίστηκε χρονική αντίφαση, έλλειψη ευλογοφάνειας και ασάφεια στο αφήγημα του Αιτητή σχετικά με την επιχείρηση “Likofi”, κατά την οποία όπως ισχυρίστηκε ο Αιτητής συνελήφθη αυθαίρετα από την αστυνομία και φυλακίστηκε με την κατηγορία της ιδιότητας του ως μέλος των συμμοριών Kuluna. Σε αρχικό στάδιο της συνέντευξής του ο Αιτητής ανέφερε ότι το πρόβλημα που αντιμετώπιζε στη χώρα καταγωγής του ήταν ότι κατηγορήθηκε αυθαίρετα ως μέλος της συμμορίας Kuluna, λόγω των τατουάζ και της κόμμωσής του. Κατά την ελεύθερη αφήγησή του ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία δημιούργησε τον Σεπτέμβριο του 2018 την επιχείρηση “Likofi”, κατά την οποία η αστυνομία μετέβαινε από οικία σε οικία με σκοπό να συλλάβει μέλη της συμμορίας. Τον Σεπτέμβριο του 2018 ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία εισέβαλε στην οικία του και τον συνέλαβε ως μέλος των Kuluna μόνο από τα τατουάζ που είχε και την ράστα κόμμωση του.
Διαφοροποιώντας τις δηλώσεις του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η επιχείρηση “Likofi” ξεκίνησε το 2014 με 2015 με οδηγίες της κυβέρνησης προς τον στρατηγό Kaniama, να εξαφανίσει όλες τις συμμορίες Kuluna στην Kinshasa, συλλαμβάνοντας ακόμα και αθώα άτομα χωρίς δίκη και καταδικάζοντας τους σε φυλάκιση. Ερωτηθείς για την χρονική αντίφαση που προέκυψε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη τον Σεπτέμβριο του 2018, αλλά η επιχείρηση είχε ξεκινήσει από το 2014 και από τότε υπήρξαν πολλές επιχειρήσεις με το ίδιο όνομα, ονομαζόμενες Likofi 1, Likofi 2, Likofi 3 και ούτω καθεξής. Κληθείς να αποσαφηνίσει την ασάφεια που προέκυψε και να τοποθετήσει τη δική του σύλληψη, ο Αιτητής απάντησε αόριστα ότι πιθανώς η σύλληψή του να έγινε στην επιχείρηση “Likofi 2”. Ως επεσήμανε ο αρμόδιος λειτουργός, θα αναμενόταν από τον Αιτητή να γνωρίζει σε ποια επιχείρηση συνελήφθη, καθότι αυτό αποτελεί την γενεσιουργό αιτία εγκατάλειψης της χώρας του. Ο Αιτητής αρχικά ανέφερε ότι η επιχείρηση δημιουργήθηκε από την αστυνομία τον Σεπτέμβριο του 2018 και ακολούθως ισχυρίστηκε ότι η επιχείρηση ξεκίνησε από το 2014, κάνοντας αόριστη αναφορά για δεύτερη επιχείρηση Likofi (Likofi 2) χωρίς όμως να γνωρίζει πότε ξεκίνησε η επιχείρηση Likofi 2, την ύπαρξη της οποίας ανέφερε αφού δημιουργήθηκε χρονική αντίφαση στο αφήγημά του.
Επίσης για τον χρόνο της ισχυριζόμενης σύλληψής του, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ασαφείς, καθότι ενώ ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη τον Σεπτέμβριο του 2018 πριν τις 20 του μήνα, δεν ήταν σε θέση να γίνει πιο συγκεκριμένος (Π.Β. ερ. 24,5χ). Ερωτηθείς για ποιο λόγο πιστεύει ότι η ισχυριζόμενη σύλληψή του έγινε πριν τις 20 Σεπτεμβρίου του 2018, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 10 Σεπτεμβρίου είχε πάει στην πόλη Lufu και στις 15 Σεπτεμβρίου επέστρεψε και ως εκ τούτου πρέπει να συνελήφθη αργότερα και πιθανόν να ήταν 17 ή 18 Σεπτεμβρίου. Ως σημείωσε ο αρμόδιος λειτουργός οι ασαφείς απαντήσεις του Αιτητή, καθώς και το γεγονός ότι ενώ υπήρξε συγκεκριμένος για τις ημερομηνίες που βρισκόταν στην πόλη Lufu, αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί την ακριβή ημερομηνία σύλληψής του, η οποία αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία των προβλημάτων του και του λόγου εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, πλήττουν την αξιοπιστία του.
Όσον αφορά τη διαβίωση του στις φυλακές, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής υπήρξε γενικός και ασαφής στις δηλώσεις του, παραθέτοντας πληροφορίες που θα μπορούσε να παραθέσει ο οποιοσδήποτε έμπαινε στην λογική ότι υπήρξε κάποτε φυλακισμένος. Ερωτηθείς για τα βασανιστήρια και τη σεξουαλική κακοποίηση που ισχυρίστηκε ότι υπέστη, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες, αναφέροντας ότι τον κτυπούσαν οι φύλακες, οι οποίοι επέτρεπαν σε κάποιον εγκληματία να τον βιάζει και ότι αυτό συνέβαινε γενικά σε όλους, χωρίς να δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για τα περιστατικά αυτά.
Επιπλέον, ενώ ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι συμπλήρωσε ο ίδιος την αίτηση διεθνούς προστασίας και ότι όσα κατέγραψε σε αυτή είναι αυτά που ανέφερε στη συνέντευξή του, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε σοβαρές αντιφάσεις. Ειδικότερα στην αίτηση διεθνούς προστασίας ο Αιτητής κατέγραψε ότι είχε συλληφθεί από την αστυνομία μόνο λόγω της εμφάνισής του και συγκεκριμένα λόγω της ράστα κόμμωσής του και λόγω του σκουλαρικιού που φορούσε, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη κατά τη διάρκεια της επιχείρησης “Likofi” ως μέλος της συμμορίας Kuluna με μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του την ράστα κόμμωση του και τα τατουάζ του πλήττοντας με τον τρόπο αυτό το αληθές των αρχικών του ισχυρισμών. Σε σχετική ερώτηση ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει, αναφέροντας ότι κατέγραψε το αίτημά του συνοπτικά και θα έδινε περισσότερες λεπτομέρειες στη συνέντευξή του. Επιπρόσθετα, αναφορικά με τον τόπο όπου συνελήφθη, ενώ στην αίτησή του ισχυρίστηκε ότι τον συνέλαβαν καθώς επέστρεφε από πρόβα, στη συνέντευξή του δήλωσε ότι η αστυνομία τον συνέλαβε στην οικία του στις τρεις το πρωί όπου βρισκόταν μαζί με τη μητέρα του. Κληθείς να εξηγήσει, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η πραγματική εκδοχή είναι αυτή που αφηγήθηκε στη συνέντευξη, χωρίς να αποσαφηνίζει την αντίφαση που προέκυψε.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα σχετικά με την επιχείρηση “Likofi”. Πηγές πληροφόρησης στις οποίες παραπέμπει ο λειτουργός αναφέρουν ότι η κυβέρνηση της ΛΔΚ καταδικάστηκε διεθνώς για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Likofi (Likofi σημαίνει σιδηρά γροθιά ή γροθιά στα Lingala) η οποία έλαβε χώρα μεταξύ Νοεμβρίου του 2013 και Φεβρουαρίου του 2014. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης σημειώθηκαν αυθαίρετες συλλήψεις πολιτών, ακόμη και αθώων, αυθαίρετες δολοφονίες, καθώς και εξαφανίσεις προσώπων που θεωρούνταν ύποπτοι.
Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι προκύπτουν αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας στο αφήγημα του Αιτητή. Σε αρχικό στάδιο της συνέντευξης ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η επιχείρηση αυτή δημιουργήθηκε από τις αρχές της χώρας τον Σεπτέμβριο του 2018, ακολούθως διαφοροποίησε την αρχική του δήλωση αναφέροντας ότι ξεκίνησε το 2014 με 2015 και συνεχίστηκε με άλλες επιχειρήσεις με το ίδιο όνομα (Likofi 1, Likofi 2). Ως σημείωσε ο λειτουργός, οι πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι υπήρξε μία επιχείρηση Likofi, η οποία ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2013 και συνεχίστηκε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2014. Κληθείς να εξηγήσει την πιο πάνω αντίφαση στους ισχυρισμούς του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η επιχείρηση που έγινε το 2018 μπορεί να ανευρεθεί στο Youtube, απάντηση η οποία δεν κρίθηκε ικανοποιητική. Ελλείψει εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας στους ισχυρισμούς του Αιτητής, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Σχετικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την απόδρασή του από τις φυλακές Makala, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ασαφείς, αντιφατικές και χωρίς επαρκείς πληροφορίες και ως εκ τούτου δεν έγινε αποδεκτός. Συγκεκριμένα, ως σημείωσε ο αρμόδιος λειτουργός, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απόδραση του, ούτε να την προσδιορίσει χρονικά. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι αναφέροντας ότι «πιθανόν να έγινε τέλη Ιουλίου του 2021», χωρίς να μπορεί να γίνει συγκεκριμένος.
Περαιτέρω, κρίθηκε μη ευλογοφανές το αφήγημα του Αιτητή, καθότι ισχυρίστηκε ότι αναχώρησε νόμιμα από αεροδρόμιο της χώρας του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, ενώ ισχυρίστηκε ότι ήταν καταζητούμενος, καθότι οι αρχές πληροφορήθηκαν την απόδρασή του μία εβδομάδα μετά το περιστατικό. Κληθείς να εξηγήσει, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν είχαν ενημερωθεί οι αρχές στο αεροδρόμιο, επειδή ως ισχυρίστηκε το σύστημα στη χώρα του παίρνει χρόνο ως προς την ενημέρωση των υπολοίπων, απάντηση η οποία κρίθηκε από τους Καθ’ ων ως μη ευλογοφανής. Αντίφαση επιπλέον παρατηρήθηκε ως προς τον χρόνο που έγινε αντιληπτή η απόδρασή του, καθότι σε αρχικό στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ανακάλυψαν ότι είχε αποδράσει τον Νοέμβριο του 2021, δηλαδή όταν ήδη βρισκόταν στην Κύπρο, ισχυριζόμενος ότι έπειτα από έρευνα που ξεκίνησε συνελήφθη ο αξιωματικός που εμπλεκόταν στην απόδραση και ακολούθως πίεζαν την μητέρα του να τους πει πού βρίσκεται και λόγω της πίεσης αυτής αναγκάστηκε να μεταβεί στο χωριό Kenge.
Σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής διαφοροποίησε τις δηλώσεις του, ισχυριζόμενος ότι οι αρχές αντιλήφθηκαν την απόδρασή του και άρχισαν να ρωτούν την μητέρα του γι’ αυτόν, μία εβδομάδα μετά το περιστατικό, το οποίο ως ισχυρίστηκε έλαβε χώρα περί τα τέλη Ιουλίου του 2021. Κληθείς να αποσαφηνίσει τη χρονική αυτή αντίφαση, ο Αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητική εξήγηση, αναφέροντας ότι οι αρχές ενημερώθηκαν για την απόδραση του μία εβδομάδα αφού απέδρασε, αλλά κατάφεραν να συγκεντρώσουν στοιχεία μετά από έρευνα και να συλλάβουν το εμπλεκόμενο πρόσωπο όταν ο ίδιος βρισκόταν ήδη στη Δημοκρατία. Δοθείσας εκ νέου ευκαιρίας για να εξηγήσει την αντίφαση στους ισχυρισμούς του, ο Αιτητής επανέλαβε όσα είχε αναφέρει.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του αποδεδειγμένου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού που προέκυψε από τις δηλώσεις του Αιτητή, καθώς επίσης και επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο διαμονής του, ήτοι την πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, του προσωπικού του προφίλ και της αξιολόγησης κινδύνου, δεν τεκμηριώνεται φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ήτοι την ΛΔΚ, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ευλόγως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας και 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, αντίστοιχο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο ή σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα του Αιτητή και κατέληξαν τόσο στα ευρήματα περί αναξιοπιστίας του όσο και στη μη υπαγωγή του σε προσφυγικό καθεστώς. Συμφωνώ με την αιτιολόγηση της Διοίκησης ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν επαρκών πληροφοριών, λεπτομερειών και συνοχής ενώ εντοπίστηκαν σοβαρές αντιφάσεις και ασάφειες στο αφήγημά του. Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου).
Κατόπιν συμπληρωματικής επικαιροποιημένης έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι τον Σεπτέμβριο του 2018, σημειώθηκαν εξελίξεις σε σχέση με την επιχείρηση Likofi IV, η οποία ξεκίνησε τον Μάιο του ιδίου έτους. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2018, τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι είχε ξεκινήσει αστυνομική έρευνα μετά την ανακάλυψη τουλάχιστον τεσσάρων πτωμάτων νεαρών ανδρών που είχαν σκοτωθεί υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Με βάση αναφορές τα θύματα ήταν ύποπτα ως μέλη των συμμοριών Kulunas και ότι ο θάνατός τους συνδέονταν με την επιχείρηση αυτή. Μάρτυρες και κάτοικοι της περιοχής κατηγόρησαν αστυνομικούς με κουκούλες ότι ήταν υπεύθυνοι για την απαγωγή νεαρών υπόπτων. Αυτά τα άτομα φέρεται να μεταφέρθηκαν από τα σπίτια ή τις γειτονιές τους κατά τη διάρκεια της νύχτας στο πλαίσιο στοχευμένων επιχειρήσεων, σύμφωνα με προηγούμενες αναφορές για τις δραστηριότητες της επιχείρησης Likofi. Αυτές οι εξελίξεις τον Σεπτέμβριο του 2018 σηματοδότησαν τη συνέχιση των ανησυχιών για τις εξωδικαστικές εκτελέσεις και τις αναγκαστικές εξαφανίσεις που συνδέονται με την επιχείρηση Likofi IV και προκάλεσαν εκκλήσεις για λογοδοσία και περαιτέρω έρευνα από εθνικούς και διεθνείς παρατηρητές.[1]
Παρόλο που τμήματα της αφήγησης του Αιτητή βρίσκουν έρεισμα στις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη επιχείρησης Likofi τον Σεπτέμβριο του 2018, ωστόσο ο Αιτητής υπέπεσε σε πολλές ασάφειες, αντιφάσεις και ανακρίβειες, ενώ δεν ήταν σε θέση να παρέχει μία λεπτομερή αφήγηση που να παραπέμπει σε προσωπικά βιώματα, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι οι δηλώσεις του πηγάζουν από ευρέως γνωστές πληροφορίες στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής και όχι από βιωματική εμπειρία. Για τους ανωτέρω λόγους, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ορθώς τόσο ο δεύτερος, όσο και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή που αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του, απορρίφθηκαν στο σύνολό τους από τους Καθ’ ων η Αίτηση ως μη αξιόπιστοι.
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της Έκθεσης-Εισήγησης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.
Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή ότι η απόφαση εκδόθηκε υπό πλάνη, διαφαίνεται ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν εξέτασης των στοιχείων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου και με βάση τα περιστατικά που είχε ενώπιον της και ειδικότερα στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το βάρος απόδειξης περί πλάνης περί του ουσιώδους της πλάνης και περί της έλλειψης δέουσας έρευνας βαραίνει τον αιτητή (βλ. Παπαδόπουλος ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1990) 3 Α.Α.Δ. 262). Δεν φαίνεται να υπάρχει οτιδήποτε στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης που να στηρίζει τη θέση του Αιτητή ότι υπήρξε πλάνη και/ή ότι δεν έχει γίνει δέουσα έρευνα. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει και/ή προωθήσει κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε νέο στοιχείο ή μαρτυρία που να ανατρέπει τα ευρήματα των Καθ’ ων η Αίτηση ώστε να εξεταστούν από το Δικαστήριο.
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Kinshasa, η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θεωρείται ο τελευταίος τόπος διαμονής του Αιτητή.
Συγκεκριμένα, αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, και ειδικότερα στην πρωτεύουσα Kinshasa, οι πληροφορίες από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν τα κάτωθι:
Σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη RULAC «Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον αριθμού ενόπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu»[2], σημειώνεται ωστόσο, ότι δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ενεργών, μη κρατικών, ένοπλων ομάδων στην Kinshasa. Επιπρόσθετα, Έκθεση (2024) της Διεθνούς Αμνηστίας για τη ΛΔΚ αναφέρει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά συνεχίστηκαν, με τις κυβερνητικές δυνάμεις να μάχονται εναντίον ένοπλων ομάδων∙ ενώ η διακοινοτική βία επεκτάθηκε και στις επαρχίες Kasai, Kwango, Kwilu, Mai-Ndombe και Tshopo, και οδήγησε σε περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[3] Ως διαφαίνεται από τις ανωτέρω πληροφορίες, στην Kinshasa δεν επικρατούν συνθήκες εσωτερικής ένοπλης σύρραξης και η κατάσταση ασφαλείας παρουσιάζεται σταθερή.
Προχωρώντας να εξετάσω την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED για το τελευταίο έτος (με τελευταία πρόσβαση στις 19/09/2025) καταγράφηκαν 35 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 35 θάνατοι.[4] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2023 ανερχόταν στα 16,316,000 κατοίκους.[5]
Κατά συνέπεια, η Kinshasa που συνιστά τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ.[6] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρό, υγιή ενήλικα, ικανό προς εργασία και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO - COI QUERY, DEMOCRATIC REPUBLIC OF CONGO (DRC) - Likofi during 2018 in Kinshasa Question(s) 1. Overview of the Operations Likofi and the Kuluna gang 2. Involvement of General Kanyama, Colonel Lily, and General Kasongo in the 2018 Operation Likofi IV 3. Legal actions taken against individuals responsible for civilian deaths during operation Likofi IV 4. Treatment of individuals and organisations who took legal action against the authorities believed to be responsible for civilian deaths during the 2018 Operation Likofi IV, 6 January 2022 [Query Code Q1-202], σ. 3-4
[2] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Τελευταία Ενημέρωση: 13 Απριλίου 2021
https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/09/2025]
[3] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024
https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/09/2025]
[4]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Cono - Kinshasa, Events/Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/09/2025)
[5]CIA, The World Factbook, DRC
https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/congo-democratic-republic-of-the/#people-and-society [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/09/2025]
[6] Βλ. C-285/12 Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο